Σάββατο, Απριλίου 26, 2008

ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΠΑΠΙ


Όταν ομιλώ, εν παντί τρόπω, η εσωτερική συνείδηση, μελισσοκομεί, αδιάφορη, εκτός του ορατού πεδίου. Σαν τη διαδρομή , ας πούμε, του νερού των προφάσεων.

Τρίτη, Απριλίου 22, 2008

ΚΑΠΟΙΕΣ ΑΒΛΕΨΙΕΣ

Όταν διαβάζω ένα μυθιστόρημα, αν υπάρχει επίμετρο, ξεκινώ την ανάγνωση πάντα από κει. Δεν νοιώθω τον εαυτό μου ικανό να αντιμετωπίσει το κείμενο, χρειάζομαι την βοήθεια ενός επαρκούς αναγνώστη, άσχετα αν ο υπογράφων το επίμετρο, λειτουργεί σαν κριτικός. Κάτι θα ξέρει περισσότερο από μένα σκέφτομαι. Με προετοιμάζει γιαυτό που θα επακολουθήσει, την ανάγνωση δηλαδή.
Πιάνοντας το «Δόκτωρ Ζιβάγκο», με αυτές τις σκέψεις στο μυαλό μου, η παρουσία του τίτλου «Η υπόθεση Πάστερνακ» της Jaqueline de Proyart, μ’έκανε ακόμα πιο ανυπόμονο. Η ανάγνωση του έργου μπορεί να περιμένει, σκέφτηκα, άλλωστε τόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που το διάβασα πρώτη φορά, δεν χάθηκε ο κόσμος.
Τα ντοκουμέντα που παρουσιάζονται στο κείμενο αυτό, αποτελούν μοναδική μαρτυρία για τη λειτουργία ενός αυταρχικού καθεστώτος στο ιδεολογικό πεδίο, αλλά φανερώνουν με την αυθεντικότητα του ντοκουμέντου, τη στάση ενός συγγραφέα του διαμετρήματος του Πάστερνακ, απέναντι στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους.
Ειδικά η στάση του Πάστερνακ απέναντι στις αστυνομικές μεθόδους τρομοκράτησής του, μ’έκανε να σκεφτώ έκπληκτος, μέχρι που μπορεί να φτάσει η φιλοδοξία ενός συγγραφέα να δει το έργο του δημοσιευμένο.
Γράφω, όμως, σήμερα για την ορθογραφική προχειρότητα του επίμετρου. Πρέπει ο επιμελητής ή να ήταν τυφλός ή να λούφαρε. Δεν δικαιολογούνται τόσα πολλά οφθαλμοφανή λάθη, σε τόσες λίγες σελίδες.
Αντιγράφω λοιπόν:
πρωσοπικότητες σ 575
επναναλαμβανόμενα σ.577
στγκέντρωσης σ.577
ανακοιναθεί σ.677
μεσκοπό σ.578
πνβευματικά σ.580
προιστορλία σ.580
ανέθεσε τη μοίρα σ.580
καταπίσεη σ.586
καινούριος; σ.597
χειρίγραφα σ.599
Πάστερνακτ σ.599
κόπης οριστικά σ.612
στόχαστρό με ... σ.615
Αν ναλογιστούμε σ.652

Δευτέρα, Απριλίου 21, 2008

Μ.ΔΕΥΤΕΡΑ, 20

Κατάκοπος από τις ουράνιες περιπέτειες, έπεσα τις
πρωινές ώρες να κοιμηθώ.


Στο τζάμι, με κοίταζε η παλαιά Σελήνη, φορώντας
την προσωπίδα του Ήλιου



«Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου»
Εκδόσεις «Ύψιλον»
Δεκέμβριος 1984, Β’ έκδοση

Πέμπτη, Απριλίου 17, 2008

ΑΙΧΜΕΣ


ΦΑΝΕΡΩΝΟΝΤΑΙ σε όλο τους το μεγαλείο οι δυστυχίες της μέσης ηλικίας. Σε μια εποχή που αναγορεύει σε θρησκεία τη νεότητα και το αγαθό της νεότητας πουλάει τρελά και προσφέρεται για κάθε είδους φαντασίωση, η μέση ηλικία μοιάζει να ασφυκτιά. Στην πραγματικότητα, είναι σαν να μην υπάρχει. Εξαφανίζεται. Τα προβλήματά της είναι είτε υπό αίρεση είτε υπό προθεσμία. Ο νέος (το Ελντοράντο από την πολιτική έως και τον έρωτα!) έχει νικήσει κατά κράτος τη μέση ηλικία. Μέχρις ότου η μέση ηλικία εισέλθει στον κατευνασμό της τρίτης ηλικίας, τα προβλήματα θα ανθούν. Σημεία και αυτά των καιρών μας.

Η Φωτεινή Τσαλίκογλου είναι καθηγήτρια στο Τμήμα Ψυχολογίας του Παντείου
Πανεπιστημίου

Τρίτη, Απριλίου 15, 2008

ΣΕΙΡΑ "ΤΑ ΚΛΑΣΣΙΚΑ"


Παρατηρείται μια ανιχνεύσιμη μακαριότητα σε πολλούς από μας, που πηγάζει από την έπαρση που γεννά κάθε δημιουργία, και βρίσκει διέξοδο από το ιδιωτικό χώρο που νοιώθει ότι ασφυκτιά, στο δημόσιο χώρο του διαδικτύου.
Άξαφνα ο μονήρης δημιουργός, με την αυτάρκεια που τον διακατέχει, ασχέτως της μοναξιάς που επικαλείται σαν άλλοθι, με οδηγό την δημιουργικότητα που τον κάνει να ξεχωρίζει από την κοινή μοίρα των άλλων, επιβεβαιώνεται δίχως διαμεσολαβήσεις εμπορικών συναλλαγών, στην αυταπάτη της άμεσης δημοκρατικότητας του διαδικτύου.
Η κατάθεση λοιπόν κάθε δημιουργικής παρέμβασης, κρίνεται απο ένα κοινό, που στις περισσότερες περιπτώσεις, μπορεί άμεσα , να κρίνει, να κατακρίνει, να προτείνει, να αντιδράσει κλπ. Ο διάλογος που αναπτύσεται εν είδει σχολίων, περιορίζεται σε παρεμβάσεις που σκοπό έχουν να παρουσιάσουν τις γνώσεις και την πνευματική ετοιμότητα των σχολιαστών, αποφεύγοντας όμως την ουσιαστική κριτική στο κείμενο που τίθεται υπό κρίση. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά άλλωστε. Το κενό εξουσίας στο διαδικτυακό χώρο, καλύπτεται από ένα κοινό διψασμένο για διαφυγή από τον περιορισμένο ιδιωτικό χώρο, πράξη που αποκαλείται δημοκρατικότητα του διαδικτύου.
Η πληθυντική παρουσία μας, αίφνης, δημιουργεί υποχρεώσεις ή μάλλον έτσι νομίζουμε. ¨Οσο περισσότερο οι επισκέπτες κτυπούν την πόρτα μας, η επίδραση μας αποδρά από τον ιδιωτικό χώρο που ορίζεται από την καθημερινή μας επαφή, πολλαπλασιάζεται, επιμηκύνεται, αποκτά μαζικότητα. Η μαζικότητα όμως για να διατηρηθεί πρέπει να κάνει συμβιβασμούς, να αποδεχθεί περιορισμούς, γεγονός που επιβεβαιώνεται με χαριεντισμούς, φιλάκια, υπενθυμίσεις ραντεβού, στο χώρο των σχολίων, λες και αυτό που καταθέτουμε, χρειάζεται ένα κοινό που κι αυτό κατά κάποιον τρόπο, επιτυχώς ή ανεπιτυχώς, ιεραρχεί την γραφή ως προτεραιότητα για επικοινωνία.
Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά στο εξής φαινόμενο. Η πληθυντική παρουσία ουσιαστικά περιχαρακώνεται, στεγανοποιείται σ’ένα κοινό που δεν διαβάζει αλλά γράφει. Απευθυνόμαστε λοιπόν σ’ένα κοινό που αναζητά την ελευθερία του από τον ιδιωτικό χώρο, αλλά είναι ταυτόχρονα φυλακισμένο στο γραπτό του, με αποτέλεσμα η εμβέλεια της παρέμβασής μας να είναι οριστικά περιορισμένη, σε ανθρώπους που η ανασφάλεια κάθε δημιουργικής πράξης αναιρείται από την άμεση δημοσίευση, χάνοντας το ουσιαστικό στοιχείο της. Η άγνοια αν αυτό που γράφουμε είναι καλό, ξεφεύγει από την μονοκρατορία των ειδικευμένων επιμελητών των εκδοτικών οίκων, αλλά πέφτει στην κρίση ενός κοινού που ίσως λόγω της ιδιότητάς του, αποδεικνύεται περισσότερο επισφαλές στην κρίση του. Η επικυρωμένη ικανότητα του δημιουργού, που εδώ αντλείται ανεξέλεγκτα, δίχως διαμεσολαβήσεις, από την ελευθερία του διαδικτύου, πολλαπλασιάζει την ανάγκη των δημιουργών η στόχευση των παρεμβάσεων τους να αξιολογείται από τo αριθμητικό μέγεθος της εμβέλεια τους. Μην μιλήσουμε , λοιπόν, για αυταρέσκεια.
Διαβάζω όμως δεν σημαίνει προβάλω, δεν κοιτάω προς τα έξω, αλλά προς τα μέσα. Διαβάζοντας επαναφέρουμε ένα κομμάτι του ευατού μας στο φως, που για λόγους παραμονής στην επικαιρότητα της καθημερινότητας, βρισκόταν στα αζήτητα της επικοινωνίας. Ο συγγραφέας είναι ο σκαπανέας της ύπαρξης, ο κόσμος που μας προτείνει κάνει το ανοίκειο, οικείο. Τα ξεχασμένα, καλυμμένα από την καθημερινότητα, συναισθήματα και βιωματικές εμπειρίες, έρχονται στην επιφάνεια, ανατρέποντας προτεραιότητες που καταγράφονται σαν κυρίαρχες στην ύπαρξή μας, ακροβατώντας στο ακατανόητο της ύπαρξης , ανατρέποντας την ιεραρχική τάξη του κόσμου. Η ατέρμονη αυτή διαδικασία γοητεύει γιατί δεν έχει οριστικές λύσεις, που θεωρούνται προπύργιο της επιτυχημένης συμβίωσης, αναιρώντας στην πράξη την συμβατικότητα της τελικής φράσης που κλείνει το βιβλίο που μας προτείνει.
Ο συνασπισμός των έτοιμων λύσεων που διαβάζουμε καθημερινά στο διαδίκτυο, λειτουργούν αμυντικά απέναντι στους επικυρωμένους μεντιακούς δημιουργούς, γιατί εμπεριέχει εν σπέρματι αυτό που φαίνεται ότι πολεμά. Την επικύρωση από την ανωνυμία του ιδιωτικού χώρου στην κοινωνική επωνυμία, από την αμφιβολία της μοναξιάς στην πολλαπλασιασμένη επιτυχία της διαδικτυακής αναγνώρισης.

Σάββατο, Απριλίου 12, 2008

ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΩ ΜΕΤΑ.............

Του πεύκου δάκρυ
ή
Χυμός καρδιάς
ή
Αχτίνα όρκου
ή
Καπνός μνήμης
ή
Κορμός χελιδονιού
ή
Κυπαρίσσι του θόλου
ή
Καρπός της ανάσας
ή
Χώμα πλεχτό
ή
Η σκηνή των σωμάτων
ή
Το υγρό χέρι
ή
Σκαστό ποτάμι
ή
Ο δρόμος μιας γυναίκας
ή
Χιόνι λησμονημένο

Τρίτη, Απριλίου 08, 2008

ΤΩΡΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ

Τις νύχτες κοιμάμαι μ’ένα σφυρί δίπλα μου, ακουμπισμένο στον τοίχο. Ξυπνώ, γύρω μου κατοικεί η αλήθεια. Μόνο που εντός μου, μένει το θρυμματισμένο είδωλο της πραγματικότητας.

Πέμπτη, Απριλίου 03, 2008

TO KINHTO


Στους φίλους μου

Είμαι αντίθετος στο κινητό. Βέβαια, εδώ που τα λέμε, και για το σταθερό τηλέφωνο έχω τις ενστάσεις μου. Εν πάση περιπτώσει, έχω από καιρό ηττηθεί οριστικά, και ορισμένα ψήγματα ενστάσεων, που κατορθώνω να ψελλίσω , όταν οι συνθήκες με ευνοούν, είναι αποχαιρετισμός στα όπλα.
Κάθομαι λοιπόν και το συζητάω με τον Γιώργο, το μπετατζή. Φανατικός υπέρμαχος των ευκολιών του ο Γιώργος, το κουβαλά πάντα μαζί του. Λασπωμένο από τη δουλειά, κάθεται και το καθαρίζει στο τέλος της κουραστικής βάρδιας, προσεχτικά, και αλλάζει διαρκώς θήκες. Είναι κι αυτός, ανάμεσα στους πολλούς, που το υπερασπίζεται όχι μόνο με επιχειρήματα αλλά και με πράξεις.
Αρχικά απεχθανόμουν αυτούς που το κρεμούσαν στη ζώνη τους. Ήταν σαν να κουβαλούσαν το είδωλο ενός αόρατου συνομιλητή, που δίχως αναβολή, έπρεπε να συνομιλήσουν μαζί του, λες και τα σπουδαία που θα τους μεταφέρουν, συμβαίνουν μόνο όταν βρίσκονται εκτός της εργασίας τους ή του σπιτιού τους. Τώρα όμως η πλειοψηφία αποτελείται από κείνους που το αφήνουν στο τραπέζι. Συνομιλούν μαζί σου, αλλά η τοποθέτηση τού αποκτήματός τους, φάτσα κάρτα, δείχνει ότι δεν κοιτούν εσένα, κατάματα, ντόμπρα, αλλά το μικρό τεχνολογικό επίτευγμα, που διαρκώς μικραίνει και ελαφραίνει, ώστε τα δάχτυλά σου, που διατηρούν, δυστυχώς, το μέγεθος τους, δυσκολεύονται να βρουν τα κατάλληλα πλήκτρα, για να εκπληρώσουν τον σκοπό της αγοράς του. Το κοιτάζουν με λαγνεία, σαν τσίλικι λιμουζίνα, ή καλύτερα επειδή είναι διακριτικοί, το κρυφοκοιτάζουν, σαν ένα κομμάτι του εαυτού τους, διχασμένοι, ανάμεσα σε σένα και την μελλοντική διακοπή του θέματος που έχεις αναπτύξει, από τους κλωνοποιημένους οπαδούς της συσκευής.
Έρχεται λοιπόν η Χριστίνα κι εκεί που το κέφι έχει ανάψει, φτάνει το μήνυμα και μας διακόπτει. Γίνεται μια μικρή παύση για να το διαβάσει, και ακόμη μεγαλύτερη για να απαντήσει. Γιατί το σαβουάρ βιβρ, των απανταχού κινητοκλωνοποιημένων, απαιτεί η απάντηση να είναι άμεση. Χάνω λοιπόν τον ειρμό των σκέψεων μου, το νήμα των πάντα επίκαιρων και εύστοχων λόγων μου, την διάθεσή μου, που δεν είναι πάντα η καλύτερη δυνατή, αγανακτώ, αλλά περιμένω υπομονετικά. Χρονομετρώ τώρα πια τις κλήσεις, και ανάλογα τις διαθέσεις της στιγμής, μετά από πέντε δέκα επαναλήψεις, μέσα στο χρονικό διάστημα που ήδη έχω ορίσει, αποχωρώ, δήθεν αγανακτισμένος, δίχως βέβαια η απουσία μου να επηρεάσει την ευφορία που διακατέχει την ομονοούσα ομήγυρη. Είναι ένα ακόμη επιχείρημα που καταθέτω όταν έχω στριμωχθεί από τους οπαδούς της επικοινωνίας. Στα τόσα άλλα που αντιπαραθέτω, ξεκινώντας, ο ανίσχυρος, από τα πιο αφελή, δηλαδή από το αυτονόητο ερώτημα , που να το βάλω για να το μεταφέρω. Το χειμώνα έχω περισσότερες εναλλακτικές λύσεις, περισσότερες τσέπες δηλαδή. Αλλά το καλοκαιράκι, με τα μπλου τζην και τα μακό μπλουζάκια που είναι τα αγαπημένα μου; Εδώ τα κλειδιά και τον αναπτήρα μου δεν μπορώ να υποφέρω. Και τα τσιγάρα; Να ελέγχω το μυαλό πριν ξεκινήσω, σκουντούφλης, για τη δουλειά. Με κλειστά σχεδόν μάτια, ναρκωμένα τα κύτταρα του εγκεφάλου, να απαριθμώ: Τοστ, τσιγάρα, αναπτήρας, λεφτά, και τώρα κινητό.
Τα επιχειρήματά τους είναι πρέπει να ομολογήσω πειστικά. Αρχινάνε τη ραγάνα τους, τάχα από αμέριστο ενδιαφέρον , Απόστολε, συγκλίνουν στο ίδιο πυρήνα, ανεξάρτητα από την επί μέρους συλλογιστική τους: τη δύσκολη στιγμή. Κάτι να σου συμβεί, επιμένουν, οι αλιτήριοι, σχεδόν σίγουροι για την δυναμική του επιχειρήματός τους, τι θα κάνεις, ρωτούν, σίγουροι για την απάντηση, που έχουν δώσει μόνοι τους, και ακόμη πιο σίγουροι για την αδυναμία μου, να αντιπαρατεθώ στο ακαταμάχητο του ερωτήματός τους. Προοπτική, που η υπενθύμισή της μου προκαλεί, αλλεργία, φόβο, που καλά την έχω εξορισμένη στην ακρότατη παρειά του εγκεφάλου μου, σχεδόν ξεχασμένη. Αναλογίζομαι τη δύσκολη στιγμή, προσπαθώ να την φανταστώ, να την επιβάλλω εν προκειμένω. Να πάω, δηλαδή, για ψάρεμα, να ανοιχτώ στη θάλασσα, να πιάσει μπουρίνι, να αναγκαστώ να ζητήσω βοήθεια, μέσω του κινητού μου. Εύχομαι να με πιάσει λάστιχο, καθώς έρχομαι από την Έμπονα, πέντε η ώρα το πρωί, μετά από ολονύχτιο γλέντι. Να ξεχάσω την παραγγελία της γυναίκας μου, όταν ψωνίζω από το SUPER MARKET. Για να μη σκεφτώ τα χειρότερα, και βρεθώ σε κανένα ναυάγιο ή τρομοκρατική ενέργεια. Εκείνη τη στιγμή, αν ο Χάρος το επιτρέψει, πάρω τηλέφωνο τη γυναίκα μου, να της πω ότι την αγαπώ, γιατί τέτοιες στιγμές ο νους παραλογίζεται, και όταν εγώ αναπαύομαι ψαροφαγωμένος στην αγκαλιά του Κυρίου, μεταδοθεί το μήνυμά μου σε πανελλήνια εμβέλεια από το MEGA, προς τέρψιν των βαρυπενθούντων τηλεθεατών.
Για να πω την αλήθεια, όμως, μου αρέσουν οι ήχοι όταν κτυπά. Όλες οι επιτυχίες, τα σουξέ της εποχής, δείχνουν τι καπνό φουμάρει ο κάτοχός του. Βέβαια επειδή ο ήχος διαρκεί ελάχιστα, δυσκολεύομαι να διακρίνω σε ποιο τραγούδι αντιστοιχεί, αλλά η επανάληψη μήτηρ πάσης μαθήσεως. Μπορεί, ερωτώ, μέσα μου, πάντα υπερβολικός, να χτυπάει η Βανδή και να διαβάζει Αριστηνό, Βίσσυ και να βλέπει Λύντς, Γονίδη και να του αρέσει ο Καραβάτζο; Τους ζηλεύω, όμως, γιατί το κινητό τους είναι ο καθρέφτης της μοναξιάς τους, και η δημόσια επίδειξή της , καλύπτει τη δική μου, δίχως φόβο να αποκαλυφθώ τι κουμάσι είμαι.

Σάββατο, Μαρτίου 29, 2008

ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΠΑΠΙ

"Πάρτε χαρτοπετσέτες να σκουπίσετε τα γυαλάκια σας", μου είπε. "Βρέχει έξω".
Δίνοντάς μου τα ρέστα, τράβηξε το χέρι της, πριν προλάβω ν'αγγίξω το χαλάκι της ζωής της, σαν μια πεταλούδα που πάει να κρυφτεί στις αντιλήψεις μιας σκιάς.

Τετάρτη, Μαρτίου 26, 2008

ΘΩΡΗΚΤΟ ΠΟΤΕΜΚΙΝ!!! ΣΕΡΓΚΕΙ ΑΙΖΕΝΣΤΑΙΝ!

Την Παρασκευή 28.03.2008, ώρα 24:00, η ΕΡΤ παρουσιάζει την ταινία "Θωρηκτό Ποτέμκιν" στη σειρά "Κινηματογραφική Λέσχη". Η ταινία είναι η μέρος του αφιερώματος στον Σοβιετικό κινηματογράφο.
Υ.Γ Ίσως η ταινία να μην προβληθεί την συγκεκριμένη ώρα, λόγω της έκτακτης συνεδρίασης της Βουλής. Εμείς όμως θα περιμένουμε, διαφορετικά τα βίντεο θα γράφουν όλη τη νύχτα.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΥΠΟΜΟΝΟΥΣ ΜΙΑ ΠΡΟΓΕΥΣΗ.

Παρασκευή, Μαρτίου 21, 2008

Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΜΙΑΣ ΕΚΔΟΣΗΣ. ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ "ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ"

Αγάπησα τον Προυστ έφηβος. Τον αγάπησα, όχι διαβάζοντας το έργο του, αδύνατον άλλωστε σ’ αυτή την ηλικία, αλλά ακούγοντας γι’αυτόν σε bars του Κολωνακίου, χάρις στην πρόσβαση που είχα, ελέω του αείμνηστου, μέγα ζωγράφου Δημήτρη Κακκουλίδη. Αδελφικός φίλος μου ήταν και παραμένει ο Νίκος, ένας από τους γιους του Δημήτρη , ο άλλος είναι ο Γιώργος , σπουδαίος και γνωστός στη λογοτεχνική πιάτσα ποιητής. Ο Νίκος , λοιπόν, ήταν η πρόσβασή μου σ’αυτούς τους μυθικούς τότε χώρους, τότε, τώρα δεν ξέρω και δεν μ’ενδιαφέρει άλλωστε, αξιόλογος ζωγράφος, που προσπαθώ να τον πείσω να μου επιτρέψει να φωτογραφίσω ωρισμένους πίνακες του, για να τους αναρτήσω στο μπλογκ μου. Έχω γράψει ένα κειμενάκι για τη ζωγραφική του και θέλω να το προβάλω μαζί με τους πίνακές του, για να μη μιλώ στον αέρα. Ξεφεύγω και επανέρχομαι στο λόγο που μ’έκανε να γράψω αυτές τις γραμμές. Έγινε λοιπόν ο Προυστ μυθικό πρόσωπο για μένα, όπως σε πολλούς, υποθέτω από μας.
Αφού λοιπόν ξεμπέρδεψα με την Φακίνου, τη Δούκα, τον Κουμανταρέα, τον Ραυτόπουλο, τον Τατσόπουλο, την Μιχαλοπούλου, την Καρυστιάνη, αλλά και τον Καζαντζή, τον Φάις, τον Πεντζίκη, τον Ιωάννου επανήλθα στον Προυστ. Φτάσαμε λοιπόν το 1998 όπου το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» άρχισε να δημοσιεύεται ξανά από το Γαλλικό Ινστιτούτο, με την προοπτική να ολοκληρωθεί το έργο μέχρι το 2000. Ο κ. Παναγιώτης Πούλος στην παρουσίαση του βιβλίου του Λάκη Προγκίδη «Η κατάκτηση του μυθιστορήματος» , αναφέρει ότι έκδοση είναι πλέον γεγονός, αναφέροντας ότι και οι επτά τόμοι θα ολοκληρωθούν μέσα στο 2000. Ο κ. Παναγιώτης Πούλος ανέλαβε την επιμέλεια του έργου, και την συνέχεια της μετάφρασης από κει που σταμάτησε ο Παύλος Ζάννας. Η αναφορά του κ Πούλου στην εφημερίδα «Το Βήμα» για την εφαρμογή του πλάνου λειτούργησε καθυσυχαστικά. Η ροή της έκδοσης συνεχιζόταν κανονικά, σύμφωνα με το πρόγραμμα, με μικρές καθυστερήσεις. Ώσπου φτάσαμε στην έκδοση του 5ου τόμου «Η φυλακισμένη» το 2004, κι εδώ τέλος.
Η καθυστέρηση του επόμενου τόμου «Η δραπέτισσα» μ’έκανε να ψάξω να βρω το λόγο της καθυστέρησης. Ήδη είχα ηχογραφήσει τους πέντε τόμους. Αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Θα μιλήσω κάποτε γι’αυτό. Κατάφερα, λοιπόν, να συνομιλήσω με τον κ. Πούλο, βρίσκοντας το τηλέφωνό του στον τηλεφωνικό κατάλογο. Ρισκάρισα λίγο, αλλά τελικά το βρήκα. Με διαβεβαίωσε ότι ο τόμος θα κυκλοφορήσει τα Χριστούγεννα. Το τηλεφώνημα έγινε το Ιούνη, αν θυμάμαι καλά του 2005. Η πληροφορία δεν επιβεβαιώθηκε. Άρχισα να διαβάζω τους δυο τόμους στα Αγγλικά, μέσω διαδικτύου. Τους είχα βρει στο Gutenberg σε μετάφραση Scott Moncrieff και Stephen Hudson. Δεν γνώριζα ακόμη ότι είχαν κυκλοφορήσει απο τον «Ζαχαρόπουλο», ήδη από το 1987, «Μετά την εξαφάνιση της Αλμπερτίν» σε μετάφραση Έλλης και Γιάννη Αγγέλου, και από την «Διώνη» ο «Ο ξανακερδισμένος χρόνος» σε μετάφραση Παντελή Ανδρικόπουλου και Δημήτρη Δημουλά.
Εξακολουθούσα να ενδιαφέρομαι πότε θα κυκλοφορήσει η συνέχεια του έργου.
Η «Εστία» που ανέλαβε εν τω μεταξύ το έργο, στα επανειλλημένα τηλεφωνήματά μου δεν μπορούσε να δώσει απάντηση στο ερώτημά μου. Κοίταξα να δω ποιος είχε κάνει τις διορθώσεις τυπογραφικών δοκιμίων, τουλάχιστον του τελευταίου τόμου. Διάβασα το όνομα του Παντελή Μπουκάλα. Του τηλεφώνησα στην «Καθημερινή». Ούτε αυτός μπορούσε να μου δώσει απάντηση. Το ίδιο συνέβη όταν τηλεφώνησα στις γραφικές τέχνες «Corfu», που έκδοσε τον τελευταίο τόμο.
Εν τω μεταξύ, οι εργασίες που αναφέρονται στο έργο του Προυστ, πλήθαιναν. Αυτός είναι ο λόγος που με παρακίνησε να γράψω αυτό το κείμενο. Πως αυτή η άνθιση για ένα έργο που δεν έχει ολοκληρωθεί η μετάφρασή του; Η μετάφραση του «Ζαχαρόπουλου» και της «Διώνης» δεν της χρησιμοποιώ, για τη συγγραφή αυτού του κειμένου. Ειδικά την πρώτη, δεν την λαμβάνω υπόψη μου. Με ενδιαφέρει η «ενιαία» μετάφραση, που αυτή της «Εστίας» πληρεί τις προυποθέσεις, κυρίως του βαραίνοντος ονόματος του Παύλου Ζάννα, και φυσικά του Παναγιώτη Πούλου, κατά δεύτερο λόγο, όχι βεβαίως αξιολογικώς. Βέβαια είχε προυπάρξει η βιογραφία του Painter “Proust”, αλλά πάντα στις βιογραφίες το κοινό δεν ενδιαφέρεται για το έργο, αν και οι σημαντικές βιογραφίες φωτίζουν την ανάγνωση του πρωτότυπου έργου.
Αναφέρω λοιπόν ωρισμένες εργασίες που αναφέρονται στο κορυφαίο έργο του Προυστ.
Πιέτρο Τσιτάτι «Το πληγωμένο περιστέρι. Ο Μαρσέλ Προυστ και η Αναζήτηση»
Εκδόσεις «Ωκεανίδα» 2006
Ζιλ Ντελέζ «Ο Προυστ και τα σημεία». Εκδόσεις «Ράππας»
Εβελύν Μπλοχ-Ντανό «Η κυρία Προυστ» Εκδόσεις «Εστία»
«Πως ο Προυστ μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου» Alain de Botton. Μέγα best seller!!!
Αντώνη Ζέρβα «Μαρσέλ Προυστ, Η νεκρώσιμη ακολουθία της Βέρμας»
Ρότζερ Σατάκ, «Από τη μεριά του Προυστ». Μετάφραση Α.Ίσαρης. Εκδόσεις «Μεταίχμιο».
Αθανάσιος Ντινόπουλος «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Μια νευροβιολογική ανάγνωση».
Jean – Yves Tadie «Βιογραφία,Τόμοι Ι,ΙΙ». Εκδόσεις «Τραυλός».
«Ο ερωτευμένος Προυστ». Εκδόσεις «Μεταίχμιο».
Τα ερωτήματα παραμένουν ακόμα.

Κυριακή, Μαρτίου 16, 2008

ΣΤΙΓΜΕΣ

Αποφασίσαμε να παίξουμε τους γιατρούς. Για ασθενής προσφέρθηκε η Βούλα. Την ξαπλώσαμε σ’ένα σιδερένιο κρεβάτι στην αυλή. Την σκεπάσαμε με μια ελαφριά κουβέρτα και βάλαμε τα κεφάλια μας από κάτω. Η εγχείρηση απαιτούσε τομή που δεν αργήσαμε να τη βρούμε. Το μουνί της Βούλας. Μετά από πολύωρη επέμβαση όπου τα δάχτυλά μας άγγιζαν, χάιδευαν, μάλαζαν την πολυφίλητη τομή μεταφέραμε την ασθενή στο δωμάτιό της. Ένοιωσα μια πρωτόγνωρη γλύκα να ποτίζει το σώμα μου, κι από 'κείνη τη στιγμή περίμενα πότε θα έκανα την επόμενη επέμβαση.

Τρίτη, Μαρτίου 11, 2008

http://www.histats.com/

Μιλώντας ή γράφοντας έχουμε την ανάγκη να γνωρίζουμε αν το γλωσσικό και νοηματικό πλέγμα που καταθέτουμε, ο εκφερόμενος προφορικός ή γραπτός λόγος συναντά την επιδοκιμασία ή την απόρριψη του ακροατή ή αναγνώστη στον οποίo απευθυνόμαστε.
Μιλώντας λοιπόν έχουμε τη δυνατότητα να βλέπουμε την αποδοχή του προσφερόμενου λόγου μας , από την σωματική ή νοηματική έκφραση του συνομιλητή μας. Η θέαση λοιπόν εκπληρώνει την επιθυμία, ότι η σκέψη που εκφέρω με τον προσωπικό γλωσσικό κώδικα , συναντιέται με τον νοηματικό κόσμο του συνομιλητή μου, ώστε μαζί να επανευρίσκουμε τον κόσμο.
Η δυσκολία της επανατοποθέτησης της κοσμικής αντινομίας ξεκινά από την στιγμή που η λεκτική παράσταση γίνεται γραπτός λόγος. Η κειμενική μορφή επικοινωνίας στερεί την ικανότητα της άμεσης ανταπόκρισης, η λεκτική μάζα πετιέται γενναιόδωρα και αφειδώλευτα, δίχως να γνωρίζουμε ποιος θα σκύψει να την μαζέψει. Η γλωσσική παράσταση παίζεται δίχως θεατές, ή μάλλον με θεατές αόρατους. Απευθυνόμαστε σ’ένα κοινό αόρατο, σ’ένα τίποτα. Παράλληλα γνωρίζουμε ότι υπάρχει ένα απεριόριστο αναγνωστικό κοινό εν δυνάμει, που επιθυμεί να επικοινωνήσει, να μεταφέρει τις γλωσσικές ή νοηματικές του δυνάμεις σε μια συνάντηση υπαρκτών αλλά ταυτόχρονα απροσδιόριστων οντοτήτων, στοχεύοντας να διακριθεί από την απροσδιοριστία του απείρου. Το στοίχημα είναι να συναντηθώ με το μη υπαρκτό αλλά συνάμα τόσο υπαρκτό. Πως όμως θα το ορίσω, πως θα το δω; Πως η ματαιοδοξία μου θα υπερπηδήσει αυτή την αντίφαση; Το χίασμα ορατού και αόρατου πως θα καλυφθεί; «Οι πάσαλλοι» των λόγων μας απουσίαζουν αλλά είναι ταυτόχρονα και τόσο υπαρκτοί.
Η αντίφαση και η δυσκολία φαίνεται να λύνεται για τους δημοφιλείς μπλοκάρχες μας με την στατιστική. Μέτρηση λοιπόν που περιορίζει την επικοινωνία, αλλά θρέφει την ματαιοδοξία και την αυταρέσκειά τους.
Η δημοσιοποίηση της αποδοχής της κειμενικής κατάθεσής τους, η επικύρωση και επιβράβευσή τους από το κοινό του διαδικτύου, μπορεί να θρέφει την ματαιοδοξία τους , αλλά παράλληλα λειτουργεί εξουσιαστικά επικυρώνοντας την λεκτική επινόηση, ιεροποιώντας τους αριθμούς, δημιουργώντας βαθύτατα συντηρητικά κριτήρια που απαξιώνουν τις άλλες αφηγηματικές προτάσεις, δημιουργώντας μια όψιμη μπλογκοθέαση που επιβραβεύει τους ικανούς και επαρκείς.
Δεν είναι τυχαίο ότι την προσπάθεια αυτή προκρίνουν οι κτήτορες της επιδοκιμασίας, στατιστικώς, μπλογκάρχες. Διαφορετικά τα στοιχεία που έχουν στη διαθεσή τους δεν θα τα αντέγραφαν στο ιστολόγιό τους, προς γνώσιν και συμμόρφωσιν, για να μας πείσουν για την πρωτοκαθεδρία τους. Λες και η ποιότητα μετριέται με αριθμούς. Ακριβώς η αναίρεση της ουσίας της λογοτεχνικής γραφής. Να χαίρονται την επισκεπτιμότητα! Και εις ανώτερα, με περισσότερους on line επισκέπτες, και περισσότερους visitors, και να το δείχνουμε!!

Σάββατο, Μαρτίου 08, 2008


Στο πληρέστατο παράρτημα του γοητευτικού βιβλίου «Ζωή, Οδηγίες χρήσεως» του Ζωρζ Περέκ, μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη,έκδοση του 1991, η ύπαρξη των κεφαλαίων του μυθιστορήματος, νομίζω ότι είναι απαραίτητη προσθήκη για την κατανόηση, και την διαφορετική ανάγνωση του έργου.
Προσθέτω, τολμώντας, την καταχώριση των κεφαλαίων του βιβλίου, για τους μελλοντικούς αναγνώστες ή για κείνους που θα επιστρέψουν στην ανάγνωσή του, αναγνωρίζοντας την διαρκή επικαιρότητά του.

ΚΕΦΑΛΑΙΑ
Στη σκάλα: 19, 75, 147, 179, 188, 206, 237, 289, 358, 403, 412, 505
Μπωμόν: 22, 159, 197
Τρίτος δεξιά: 26, 153, 503
Μαρκιζώ: 29, 155, 202
Φουρλό: 33, 207, 244
Δωμάτια Υπηρεσίας: 34, 50, 52, 280
Μορελλέ: 37
Ουενκλέρ: 41, 213, 267
Χάττινγκ: 54, 304, 432, 520
Ρεόλ: 57, 524
Ρορσάς: 59, 79, 141, 426, 453, 508
Ντεντεβίλ: 66, 231, 513
Σμωτφ: 68
Δεσποινίς Κρεσπί: 75
Σινόκ: 314, 445
Μπερζέ: 321, 450
Αλταμόν: 84, 127, 325, 359, 474
Μορώ: 86, 116, 337, 371, 486
Στο λεβητοστάσιο: 91, 331
Στο χωλ της εισόδου: 101, 491
Μαρσιά: 123, 173, 193, 348, 379, 394
Μπάρτελμπουθ: 134, 362, 416, 457, 539
Κάβες: 175, 356, 375, 397, 495
Το θυρωρείο: 183
Λουβέ: 189, 401, 498
Μηχανοστάσιο του ασανσέρ: 190, 390
Πλασσέρ: 218, 260, 273
Κύριος Ζερόμ: 227
Κυρία Αλμπέν: 234
Βαλέν: 250
Ορλόφσκα: 291
Γκρατιολέ: 298, 429

Υ.Γ 1. Ο Σμώτφ, η δεσποινίς Κρεσπί, ο Μορελλέ, η κυρία Αλμπέν, ο Βαλέν, Κυρία Ορλόφσκα, καταχωρούνται σε ξεχωριστά κεφάλαια, αν και στο βιβλίο αναφέρονται ως μέρη των κεφαλαίων «Δωμάτια Υπηρεσίας».
Υ.Γ 2. Τα κεφάλαια δεν χωρίζονται σε αντιστοιχία με τα μέρη του βιβλίου, αλλά αποτελούν ενιαίο σύνολο, για την καλύτερη ανάγνωση του μυθιστορήματος.

Τρίτη, Μαρτίου 04, 2008

ΣΤΙΓΜΕΣ

Η κηδεία του παππού μου γινόταν την Κυριακή. Παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας μου έμεινα στο σπίτι μόνος . Ήπια κονιάκ, έβαλα το ράδιο δυνατά, βγήκα στο μπαλκόνι και άναψα τσιγάρο. Απολάμβανα την ελευθερία μου.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 28, 2008

ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΠΑΠΙ


Δεν είναι προτιμότερο να κρεμάμε το ποίημα στο γάντζο του μισοφέγγαρου, αντί στον καμβά μιας σελίδας; Αφού συμφωνούμε στο εξής: " Ότι δεν μπορούμε να πούμε, το δείχνουμε"

Κυριακή, Φεβρουαρίου 24, 2008

ΔΙΑΛΕΓΕΤΕ ΚΑΙ ΠΑΙΡΝΕΤΕ !!!!!!!! (ΝΑΙ!ΝΑΙ! ΚΙ ΟΜΩΣ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΟ)



ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ
Ο τελευταίος ψυχροπολεμικός ηγέτης κατάφερε για μισό αιώνα να εκφράσει τις προσδοκίες ενός μεγάλου τμήματος του λαού του για ελευθερία και εθνική ανεξαρτησία. Για εκατομμύρια Κουβανούς είναι ο μοναδικός ηγέτης που γνώρισαν ποτέ. Για πολλούς άλλους υπήρξε εμβληματική μορφή η οποία συμπύκνωσε στο πρόσωπό του την έννοια του επαναστάτη. Οι αμφιλεγόμενες πολιτικές επιλογές ενίσχυσαν τη γοητεία του. Επί των ημερών του η Κούβα της διαφθοράς και της καταπίεσης του Μπατίστα έδωσε τη θέση της σε αυτήν της δωρεάν υγείας και της εκπαίδευσης για όλους. Σε απόσταση μόλις 94 μιλίων από τις ΗΠΑ ο Κάστρο προσδιορίστηκε πολιτικά από τον αντιαμερικανισμό του. Κατάφερε να επιβιώσει από προσπάθειες ανατροπής του και από ένα συνεχιζόμενο αμερικανικό εμπάργκο, καλλιεργώντας συμμαχίες με ό,τι πιο αντιαμερικανικό «κυκλοφορούσε»: από τη Σοβιετική Ενωση ως τη Βενεζουέλα του Τσάβες. Από την άλλη εγκατέστησε προσωποπαγή εξουσία την οποία στήριξε μέσω διώξεων αντιφρονούντων, φίμωσης του Τύπου, καταστρατήγησης των δημοκρατικών διαδικασιών και συχνά στέρησης των Κουβανών από βασικά αγαθά. Η διαιώνιση της εξουσίας, στης οποίας τη γλυκιά γοητεία ο Κάστρο δεν αντιστάθηκε σε αντίθεση με τον συναγωνιστή του Τσε, οδήγησε στον σταδιακό εκφυλισμό της ηγεσίας του σε ένα ακόμη απολυταρχικό καθεστώς.
Το παράδειγμα Κάστρο αποδεικνύει ότι η μόνη δικλίδα ασφαλείας απέναντι στη φθορά και στη διαφθορά της εξουσίας είναι η Δημοκρατία και οι εγγυήσεις που παρέχει για εναλλαγή σε αυτήν ο λαϊκός έλεγχος μέσω της ψήφου. Οποτε επιχειρήθηκε να τεθεί οποιαδήποτε άλλη προτεραιότητα αντί της Δημοκρατίας η κατάληξη ήταν η ίδια και δεν γλίτωσε από τον κανόνα ουδείς, ούτε όσοι ξεκίνησαν με τις καλύτερες προθέσεις και προϋποθέσεις.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗΣ
Φιντέλ Αλεχάντρο Κάστρο Ρους ή αλλιώς ο άνθρωπος που αντιστάθηκε στην ιμπεριαλιστική αυτοκρατορία των Αμερικανών. Ο άνθρωπος που πήρε τα βουνά, απελευθέρωσε τη χώρα του και της έδωσε αξιοπρέπεια στο παγκόσμιο πολιτικοοικονομικό γίγνεσθαι.
Πιστεύω ότι η Ιστορία, ανεξαρτήτως ιδεολογικής τοποθετήσεως, θα τον συγκαταλέξει σε μια κατηγορία μοναδική, μια κατηγορία που θα είναι αποκλειστικά δική του και δεν θα μπορεί κανείς να ταυτίζεται ή να συγκρίνεται με αυτόν. Σίγουρα η επιβίωση στην εξουσία τόσο πολλά χρόνια δεν έρχεται πάντα με αίσιους και ορθόδοξους τρόπους, σίγουρα υπάρχουν πολλοί που τον κατηγορούν και τον επικρίνουν, ανεξάρτητα όμως με το πού τελικά θα κλίνει η ζυγαριά των ιστορικών, το μόνο σίγουρο είναι ότι όλοι όσοι ασχοληθούν με το φαινόμενο Κάστρο θα καταλήξουν σε ένα κοινό σημείο: ότι αποτελεί ίσως το πιο λαμπρό παράδειγμα αντίστασης και πατριωτισμού στη σύγχρονη ιστορία.
Και βέβαια αγαπώ την πατρίδα μου δεν σημαίνει μόνο αντιστέκομαι στον κατακτητή αλλά δημιουργώ και τις συνθήκες εκείνες που θα την κάνουν δυνατή, να μπορεί να στέκεται στα πόδια της χωρίς κηδεμόνες και πολυεθνικά αφεντικά. Δεν σας κρύβω ότι αντικείμενο ιδιαίτερης μελέτης αποτελεί και η κοινωνική πολιτική του. Ας μην ξεχνάμε ότι η Κούβα είναι μια χώρα με σχεδόν μηδαμινό ποσοστό αναλφάβητων και ας θυμηθούμε επίσης την πολιτική του Κάστρο για τα ορφανά παιδιά όπου ουσιαστικά τα «φύτευε» σε πλούσιες οικογένειες για να αναπτυχθεί η χώρα του ομαλά και να τα σώσει από τα ναρκωτικά και την αλητεία. Απλά πράγματα, απλά λόγια, πιστεύω ότι όχι μόνο θα αποτελεί σύμβολο αντίστασης αλλά και αντικείμενο μελέτης για πολλά χρόνια και θα πρέπει να παραδειγματίσει και άλλους ηγέτες σε πολλές χώρες.
"ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ" 24.02.2008

Τρίτη, Φεβρουαρίου 19, 2008

Η ΚΟΝΤΡΑ

Οδηγώ το αυτοκίνητό μου, ένα SUZUKI BALENO, για να πάω στη δουλειά μου, το απόγευμα. Η ώρα είναι επτά, βρίσκομαι, ακριβώς, μέσα στους χρόνους μου. Νοιώθω χαλαρός, ήρεμος, γεγονός που με ενθουσιάζει, με κάνει να αισθάνομαι μια ευεξία, που δεν μου συμβαίνει αρκετές φορές, διότι φροντίζω να εξαντλώ τον ελεύθερο χρόνο μου, μέχρι δευτερολέπτου, έτσι ώστε διαρκώς να είμαι καθυστερημένος, γεγονός που αντανακλάται στην οδήγησή μου. Φαινόμενο φυσικό, που συμβαίνει σε όλους μας υποθέτω. Η ευχάριστη διάθεσή με παρακινεί να κατεβάσω το παράθυρό μου, air condition δεν διαθέτω, να εισβάλει ο δροσερός αέρας του σούρουπου, να με φρεσκάρει, ώστε η φρεσκάδα και η νεανικότητά μου να αποτυπωθεί στο πρόσωπό μου, ελπίζοντας σε κάποια επιδοκιμαστικό βλέμμα από το γυναικείο φύλλο το οποίο εκτιμώ απεριόριστα. Ακριβώς στη διασταύρωση την στιγμή που ελέγχω τον κεντρικό δρόμο για να περάσω, ένα μπλέ HUNDAI, καινούργιο, με πινακίδες ΡΟΚ 1431, με αρκετή ταχύτητα κολλάει πίσω μου, σε απόσταση αναπνοής. Όλη η ευεξία μου χάνεται ως δια μαγείας. Το χέρι μου που έχω ακουμπισμένο στο ανοιχτό παράθυρο, με τα δάχτυλα να παίζουν στον ρυθμό του τραγουδιού του Πορτοκάλογλου, επανέρχεται στο τιμόνι. Βγαίνω στον κεντρικό δρόμο και προσπαθώ να αποδιώξω από το μυαλό μου, αυτό που πρόκειται να μου συμβεί. Η διαδρομή μέχρι τη δουλειά μου, είναι μια μονότονη, υποχρεωτική διαδικασία που η επανάληψή της καθημερινά με ωφελεί, γιατί εδώ κάνω τις πιο ουσιαστικές σκέψεις που αφορούν τη ζωή μου. Βέβαια αυτό φαίνεται εκ πρώτης όψεως υπερβολικό, αλλά σας διαβεβαιώνω ότι είναι πραγματικό. Δεν ξέρω αν είναι συμπληρωματικό της έφεσής μου να κάνω εξίσου σημαντικές σκέψεις στο διάδρομο έξω από το γραφείο μου, αλλά τώρα που έκοψα το τσιγάρο, το αυτοκίνητό μου είναι ο μοναδικός χώρος που λαμβάνω τις αποφάσεις μου. Πότε θα πληρώσω τη δόση του αυτοκινήτου της γυναίκας μου, πως θα αντιμετωπίσω τον Καλαμάρα τον επονομαζόμενο «το καρφί», όταν θα θριαμβολογεί υπέρ της ομάδος του μετά τη χθεσινή νίκη, αν το λάθος του Κώστα είναι ανικανότητα ή επιπολαιότητα, γιατί η Φακίνου εξακολουθεί να βγάζει βιβλία, πρέπει να βάζω Cautonic στο γάλα της κόρης μου, ποιά είναι άραγε πιο φρέσκια, η γαλοπούλα της «ΘΡΑΚΗΣ» ή του «ΥΦΑΝΤΗ», επιτέλους πρέπει να βρω χρόνο να φτιάξω τα φώτα στο μηχανάκι μου. Όλες αυτές οι προσπάθειες μου να βρω καταφύγιο που θα με προστατέψει από ανεπιθύμητες ανατροπές της προσωπικής μου ησυχίας και ασφάλειας, η ανάγκη να βρω ένα χώρο μοναχικό, να βυθιστώ στις σκέψεις μου, παραβιάζεται από τον ανάγωγο εισβολέα, που η φαλλοκρατική του πεποίθηση αφού δεν βρίσκει διέξοδο στο φυσικό του υποδοχέα, μεταφέρει την ανικανότητά του στις λιγόλεπτες ιδιωτικές στιγμές μου.
Η μούρη του απεχθούς HUNDAI, που βλέπω από τον καθρέφτη να κολλάει πίσω μου, μουγκρίζοντας, με επαναφέρει στη πραγματικότητα. Η παρενόχληση όπως είναι φυσικό με εξοργίζει. Ο αγενής και αναιδής οδηγός νοιώθει απαξιωτικά απέναντι στο αυτοκίνητό μου. Πρέπει λοιπόν να υπερασπίσω την επιλογή που έκανα πριν έξη χρόνια, το χρόνο που ξόδεψα στις αντιπροσωπείες αυτοκινήτων , τις αμέτρητες φορές που προβάρισα σαλόνια αυτοκινήτων, τη μελέτη στα φυλλάδια με τις μηχανικές ικανότητές τους, τις συγκρίσεις που έκανα με άλλα μοντέλα, την αναξιοπρέπεια να ρωτώ τη γνώμη ανθρώπων που δεν καταδεχόμουν ούτε το βλέμμα μου να ρίξω πάνω τους, να δικαιολογήσω τα λεφτά που ξόδεψα, εν κατακλείδι τον εγωισμό και την αξιοπρέπεια που προσπαθεί να καταρρακώσει ο άγνωστός μου. Ευτυχώς ο καλός μου άγγελος βρίσκεται δίπλα μου. Ο δρόμος μπροστά είναι μια ευθεία τριών χιλιομέτρων, αρκετή απόσταση για να αναπτύξω ταχύτητα, και επιπλέον ανοιχτός. Δεν υπάρχει αυτοκίνητο μπροστά μου. Πατάω ελαφρά το γκάζι, κι από τα 80 χιλιόμετρα που έδειχναν τα ηλεκτρονικά όργανα, και με ηρεμούσαν, φτάνουν στα εκατό. Ο οδηγός του HUNDAI φαίνεται να αιφνιδιάζεται αλλά επανακάμπτει. Ως γνωστόν να φοβάσαι τον πληγωμένο και ταπεινωμένο. Αναδιπλώνεται, ορθώνει το ανάστημά του και είναι έτοιμος να προσπεράσει. Χαιδεύω το πεντάλ και ορμώ. Το SUZUKI αρχίζει να καταπίνει τα χιλιόμετρα αδιαμαρτύρητα βγάζοντας έναν ήχο ικανοποίησης. Το είχα τόσο καιρό στερημένο και ο ήχος της μηχανής του δείχνει μια έκφραση απορίας για την ενέργειά μου. Ο δρόμος μπροστά μου είναι ο λάκκος που θα θαφτούν τα όνειρα του σαλτιμπάγκου. Το πόδι μου πατάει δυνατά το γκάζι.
Νοιώθω ένα τρέμουλο στο πόδι που πατάει το πεντάλ, η καρδιά μου φτερουγίζει, αλλά πρέπει να βγάλω σε πέρας αυτό που θα διαψεύσει την αλαζονεία του στερημένου, που με ακολουθεί, αγανακτισμένος από τη διάψευση των προσδοκιών του. Το κοντέρ φτάνει τα 140 χιλιομετρα, ο αέρας εισβάλλει βίαιος στο εσωτερικό, υπενθυμίζοντας ότι δεν μπορώ να ρισκάρω τη ζωή μου. Άλλωστε έχω καλύψει τα τρία χιλιόμετρα της ευθείας, και μπροστά μου βρίσκονται αυτοκίνητα που κινούνται στα προειδοποιητικά όρια των πινακίδων. Κοιτάζω από το καθρέφτη μου και προσπαθώ να διακρίνω το βλέμμα του. Το πρόσωπό του ανέκφραστο, αφήνει το αυτοκίνητό του να εκφράσει τα συναισθήματά του. Τα μαύρα γυαλιά που φοράει κρύβουν τα μάτια του, αν και πιστεύω ότι η λάμψη τους έχει παραχωρήσει τη θέση της σ’ ένα βλέμμα απορίας. Το ξυρισμένο πρόσωπό του παραμένει παγερό, αλλά διακρίνω χαρούμενος μια μικρή σύσπαση στην άκρη του χειλιού, που προδίδει, ελπίζω, τον εκνευρισμό του. Αγνοώ τα συναισθήματά του, νοιώθωντας ασφαλής στο εσωτερικό του αυτοκινήτου μου, και χαμογελώ τόσο πλατιά, ελπίζοντας ότι θα δει το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Ελαττώνω ταχύτητα και το θυμωμένο HUNDAI COUPE με προσπερνά μουγκρίζοντας, εκφράζοντας τις διαθέσεις του οδηγού του, αφού δεν μπορεί η ανθρώπινη μορφή του να αποδεσμεύσει τέτοιου μεγέθους ήχους. Του ρίχνω ένα απαξιωτικό βλέμμα την ώρα που με προσπερνά, χαμογελώντας και συνεχίζω να οδηγώ στους κανονικούς ρυθμούς που με χαρακτηρίζουν. Χαμηλούς, σίγουρους, νόμιμους, η ζωή μου δηλαδή. Γιατί τι άλλο ήταν αυτή η απερίσκεπτη ενέργεια μου να τα βάλω με κάποιον που αμφισβητεί την προτεραιότητά μου, να αμφισβητήσω τη θέση που πεισματικά προσπαθεί να μου επιβάλλει, στοχεύοντας στην αναίρεσή μου, να υψώσω το ανάστημά μου βίαια και με θρασύτητα, αφού εκεί που χρειάζεται να αντισταθώ διατηρώ μια αξιοπρέπεια που με συνθλίβει, αλλά παραλλήλως υλοποιεί μια παραποιημένη προσωπική ιδεολογία που με στηρίζει στις δύσκολες αποφάσεις και επιλογές.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 15, 2008

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ!!!!!


Σκοπευτήριο Καισαριανής
Λένε πως το αίμα που έτρεχε απ' τ' αυτοκίνητο σκεπάζονταν από το χέρι κάποιου πατριώτη με γαρίφαλα. Μετά από χρόνια θα βγούνε θρύλοι πως στην άσφαλτο φυτρώσανε λουλούδια, αυτά τα ίδια που κάποτε ίσως αποθέσανε πάνω στις σκοτεινές κηλίδες. Κι ακόμα ίσως ειπωθεί από γριές στα εγγόνια τους, σαν παραμύθι, πως κάποιες βραδιές του Μάη φάνταζε ο δρόμος ένα λιβάδι παπαρούνες.
Μυθοπλασίες και υπέρβαση. Η αλήθεια είναι πως το αίμα έμενε τόπους τόπους να ξεραίνεται ώσπου το ξέπλενε η βροχή, κι αυτό στην άσφαλτο, γιατί πιο μέσα από τη μεγάλη πύλη το ρουφούσε ο χωματόδρομος, γινόταν ένα με τη σκόνη χωρίς ν' αφήνει πίσω του σημάδια.
Και σήμερα δεν υπάρχει κάτι που να θυμίζει αυτές τις εκτελέσεις. Μόνο μερικές μουτζαλιές στις γωνιές της οδού Σκοπευτηρίου, αυτές που πήγαν να σκεπάσουν τα γράμματα που έγραψαν οι άλλοι τους πρώτους μήνες της απελευθέρωσης με κόκκινη νερομπογιά "οδός Εθνικού Θυσιαστηρίου", όλα ξεθώριασαν, μπλε μουτζαλιές και γράμματα από κάτω, χάνονται πια σιγά σιγά και κόκκινα και μπλε, μόλις και διακρίνεται ένα καινούργιο χώμα ξασπρισμένο που έδωσε η σύνθεση αυτών των δύο χρωμάτων, μια κάποια υποψία γι' αυτό που έγινε, γι' αυτό που πήγαινε να γίνει, γι' αυτό που τελικά δεν έγινε. Από μια μεριά η απόπειρα να υπάρξουνε κάποια σημάδια, από την άλλη επίμονη η θέληση να σβήσουνε για πάντα, να μη θυμίζει ο χώρος τίποτα, φέραν με τα χρόνια αυτήν τη μπάσταρδη χρωματική μουτζούρα, ένα κοινό δρόμο χωρίς πρόσωπο, χωρίς καμιά ιδιαίτερη ιστορία, σαν τόσους δρόμους της Καισαριανής, σαν τις χιλιάδες δρόμους της Αθήνας.
Κι όμως από τα γεγονότα εκείνα υπάρχουνε σημάδια μυστικά που δεν παραποιούνται, ξεφεύγουνε από την έμμονη προσπάθεια μερικών να θάψουνε και να καταχωνιάσουνε τα πάντα, κρυφά σημάδια που το έμπειρο μάτι ανακαλύπτει: Είναι τα πουλιά που φεύγουν έντρομα απ' το δασάκι, πετάγονται κοπαδιαστά σα να ξαφνιάζονται από κάποιες μυστικές ριπές. Είναι τα κυπαρίσσια που δεν κρατάνε τον καρπό τους, μεταπηδάει το αίμα από τις ρίζες στους βλαστούς και πέφτουν κυπαρισσόμηλα. Είναι το υπόγειο αίμα.
Κι ακόμα είναι ο αέρας που στροβιλίζει σκουπιδόχαρτα, κιτρινισμένα γράμματα από άλλη εποχή, ένα χαρτί από τσιγάρα "φεύγω, τα μάτια μου στραμμένα προς..." (τ' άλλα λιωμένα), μια χαλασμένη τραγιάσκα με μια σύσταση στην ξηλωμένη φόδρα, ένα κομμάτι σώβρακο με ξεραμένο σπέρμα "αγαπημένη μου γυναίκα" με σαλιωμένο μελανό μολύβι, κι άλλα μικρά χαρτάκια "γιε μου", "αδέρφια μου", "σύντροφοι".
Βρίσκονται ακόμα εκεί οδός Σκοπευτηρίου κι όλα μαζί μπερδεύονται στα πόδια κάποιου ανύποπτου διαβάτη, που προσπαθεί ν' απαλλαγεί δίνοντας μια κλωτσιά, τον κυνηγούν ως τη γωνιά, στρίβει και χάνεται. μετά περνάει με το καροτσάκι ο σκουπιδιάρης: "Γιατί με στείλανε εδώ; Ο δρόμος είναι παστρικός." Ο δρόμος είναι καθαρός. Ο ανεμοστρόβιλος σήκωσε ψηλά τα σκουπιδόχαρτα, πολύ ψηλά πάνω απ' τις στέγες. Ομως θα έρθει πάλι η στιγμή να πέσουνε στα πόδια του διαβάτη κι αυτός θα βλαστημάει το δήμαρχο που δε στέλνει να μαζέψουν τα σκουπίδια, πάλι θα έρθουν γιατί κάποτε πρέπει να φτάσουν τα μηνύματα, έστω και με καθυστέρηση τριάντα και σαράντα χρόνια, ας είναι παλιά και ξεχασμένα, οι παραλήπτες πεθαμένοι, αυτά πρέπει να πάνε, γιατί ποιος είναι εκείνος που θ' αντέξει στο παράπονο:
"Εκτελέστηκα, έλιωσα μέσα σε τάφο ομαδικό, ρίξαν ασβέστη, θάψαν άλλους από πάνω μου, έγινα χώμα λιπαρό, έγινα μόνο μνήμη που έσβησε κι αυτή σιγά σιγά με τη ζωή της μάνας μου, όμως εκείνο το χαρτάκι που έριξα στο δρόμο κάποτε πρέπει να το μαζέψετε και να μην περιπλανιέται αδέσποτο. Δικαιοσύνη."

Το δημοτικό συμβούλιο συνεδριάζει. Θέμα η λατρεία των νεκρών, μνημόσυνα, κόλυβα και παπάδες. Οι μεν προτείνουν μια σεμνή τελετή με αρχιμανδρίτη (όχι όμως και δεσπότη), οι δε, πατώντας γερά πάνω σε κόκαλα ιερά, ξεσπαθώνουν κι απαιτούν δεσπότη οπωσδήποτε, μεγαλοπρεπή τελετή στην εκκκλησία, κατάθεση στεφάνων στο χώρο εκτελέσεων, αρχιτελετάρχη, βοηθούς κι άλλους οργανωτικούς που θα ρυθμίζουν το πρόγραμμα, χορούς, απαγγελίες, τραγούδια, παράτες.
Φυσικά η πλειοψηφία εξασφαλισμένη κι η απόφαση έχει παρθεί στη "στενή", οι γενικές κατευθύνσεις έχουν δοθεί από "κάτω", όλα είναι κανονισμένα απ' το κόμμα, ποιοι και πότε θα κλάψουν, με τι φωνή θα μιλήσουν και τι θα πουν ακριβώς. Η συνεδρίαση του συμβουλίου γίνεται εντελώς τυπικά, καμιά ομιλία δεν πρόκειται να μεταβάλει το πρόγραμμα, καμία πρόταση δεν πρόκειται να εισακουστεί όσο σοφή κι αν είναι. Παρόλ' αυτά υπάρχουνε σύμβουλοι που παίρνουν το λόγο κι είναι εκείνοι που υποψιάζονται πως δεν έχουνε επίσημο ρόλο τη μέρα της γιορτής, βιάζονται να πουν κάτι από τώρα "για τους νεκρούς", να φανούν και λιγάκι στους ελάχιστους ακροατές του δημοτικού συμβουλίου.
Παίρνω ένα σημείωμα από κάποιο συνάδελφο που συμμερίζεται κάπως και τις απόψεις μου. "Πόσο θα τραβήξει αυτή η φλυαρία;" Θέλω να του απαντήσω πάνω στο ίδιο το χαρτί: "Τι θα γίνει με την καπηλεία των νεκρών κάθε χρόνο;" Καταλήγω να κάνω το σημείωμα αεροπλανάκι κι όσο συνεχίζεται η φλυαρία με που και που τις σπαραχτικές κορώνες "οι νεκροί μας", μπαίνω στον πειρασμό να το σφεντονίσω στην φαλάκρα του οποιουδήποτε ομιλητή της αριστεράς, της δεξιάς, αδιάφορο, όλοι δίνουν τον ίδιο στόχο καθώς κάθονται κυκλικά στο τραπέζι.
Ο πρόεδρος δίνει παρακάτω το λόγο για ν' ακουστούνε γραμμοφωνημένα τα ίδια λόγια, οι ίδιες πάντοτε απόψεις, πολλές φορές και με τις ίδιες κινήσεις, και πάντα η ομιλία γαρνί με τη φράση "οι τιμημένοι νεκροί μας". Με διαολίζει εκείνο το "μας", τίτλος ιδιοκτησίας κάποιων πάνω στους νεκρούς. Ζητάω το λόγο:
"Κύριε Δήμαρχε, κύριοι συνάδελφοι, ασφαλώς θα σας είναι γνωστό πως μεταξύ των Ελλήνων που εκτελέστηκαν στο Σκοπευτήριο υπήρξαν και μερικοί σαλταδόροι. Παρακαλώ να ληφθεί μέριμνα και να κατατεθεί στεφάνι στη μνήμη τους". Φυσικά μου αφαιρούνε το λόγο, επιχειρώ να συνεχίσω, μου βουλώνουν το στόμα, άλλοι με βρίζουν, "βέβηλε" φωνάζει κάποιος από το ακροατήριο.
Σκέφτομαι αυτά τα σκληρά παιδιά που είχανε σύμβουλο την πείνα κι ιδανικό τους τη ρεζέρβα. έφτασαν κατάμονα μπροστά στην τάφρο χωρίς ελπίδα ότι το κόμμα τους θα κάνει μνημόσυνο, χωρίς κάποια δικαίωση μετά. Και πώς να συμπαρασταθείς στη μοναξιά τους; Οι άλλοι έχουν ανθρώπους να τους κλάψουνε, εκατοντάδες τα στεφάνια, συνθήματα, τραγούδια και ποιήματα. Οι άλλοι, οι περισσότεροι, είχαν πού ν' ακουμπήσουν, όραμα, μια υπόθεση που πίστευαν πως πάει μπροστά, άσχετα αν χαντακώθηκε κι αυτή στο τέλος, υπήρχαν εκείνοι που συνέχιζαν και κάποτε θα φτάνανε στο μεγάλο τους σκοπό, κι εκεί πια οι απόγονοι στις συγκεντρώσεις θα διαλαλούσαν τα ονόματα αυτών που πέσαν. Σε ποιες ιδέες ν' ακουμπήσει ο σαλταδόρος; "Πήδησα πάνω στ' αυτοκίνητο κι έσκισα με το μαχαίρι την κουκούλα. Οι άλλοι τρέχαν από πίσω για να τους ρίξω τα κλεμμένα. Τότε είδα πως μέσα περίμεναν οι Γερμανοί με τα περίστροφα. Και πάλι θα πηδούσα κάτω, μα σκέφτηκα πως θα 'βαζα σε κίνδυνο τους άλλους που τρέχαν πίσω απ' τ' αυτοκίνητο. Άφησα κια με πιάσανε στα χέρια. Σκέφτηκα πως θα 'ναι όπως την προηγούμενη φορά: Αβέρωφ, έναν δεντρί που κόβει χρόνια. Με στείλαν στο Χαϊδάρι. Τώρα περπατάω μέσα στη μάντρα προς την τάφρο το πατημένο μονοπάτι κι η σκέψη μου όλη να μην πατήσω το ορθό χορτάρι. Δεν έκανα μεγάλες πράξεις στη ζωή μου, ιδέες και τέτοια δεν τα σκέφτηκα ποτέ, τουλάχιστον τις τελευταίες στιγμές μη βλάψω έστω το χορτάρι".

Μας δέχτηκε ο γραμματέας της σκοπευτικής εταιρείας, δε συγκράτησα όνομα, όμως μπορώ να τον ξεχωρίσω μέσα σε χίλιους, λεπτός, μάλλον κοντός και ψαρομάλλης. Μας δέχτηκε στ' αντρίκελα, βολή περιστρόφου τριάντα μέτρα και τσίριζε "ποιο μνημόσυνο;", κι έκανε χειρονομίες, το λαιμουδάκι του εύθραυστο, κυρίως τη στιγμή που έλεγε "αν δηλαδή πέσει η οροφή του σπιτιού σας και σκοτώσει δέκα δώδεκα ανθρώπους, θα 'χουν την απαίτηση οι συγγενείς τους να κάνουν κάθε χρόνο μνημόσυνο μέσα στο σπίτι σας;", το λαιμουδάκι του προσφερόταν πολύ για καρύδωμα, έτσι τη στιγμή που έλεγε αυτά τα λόγια να βάλεις τον αντίχειρα και να πιέζεις εκεί, να πιέζεις μέχρι να σταματήσει να βγαίνει η φωνή απ' το λαρύγγι. Ή να τον βάλεις μέσα στη μάντρα με τ' αντρίκελα, τριάντα μέτρα βολή περιστρόφου, "κρύψου λέχρα" να του φωνάζεις, και να σκοπεύεις κάπου κάτω απ' τα πόδια του, να τραβάς και να ντιντινίζουν οι σφαίρες πάνω στ' αντρίκελα, "χόρεψε και μη φοβάσαι, θα επιτρέψω στους δικούς σου να κάνουν μνημόσυνο κάθε χρόνο κι ας είναι ατύχημα, πού να βρω την οροφή σ' αυτόν τον ακάλυπτο χώρο;".

Να δείτε που στο τέλος θα το κάνουν οικόπεδα - έξι μέτρα φάτσα και δώδεκα βάθος το καθένα, τσίμα τσίμα όσο επιτρέπεται για να είναι άρτιο. Για οικόπεδα θα συμφωνήσουνε όλοι, δεξιοί, αριστεροί και κεντρώοι, παρά τις οποιεσδήποτε διαφορές τους, κοινός παρονομαστής τους το "οικοπεδάκι".
Στην αρχή θα το βάλει ο "Προσφυγικός", άσχετα σε ποια παράταξη ανήκει η διοίκηση. Μετά θα μπει στο χορό η "Εργατική Εστία" για αν στεγάσει εργάτες. Κατόπιν το κράτος για να μοιράσει κλειδιά. Βέβαια θα κτιστεί κι ένα κάποιο σχολείο, χωρίς προαύλιο όμως και τα παιδιά θα κάνουν διάλειμμα έξω στο δρόμο.
Δεν ξέρω αν τελικά θα σωθεί το δασάκι. Το σωστό είναι να εξολοθρευτεί κι αυτό έτσι που να μην υπάρχει χώρος για προτομές, ν' αποκλειστεί οποιαδήποτε περίπτωση για ηρώον, κενοτάφια, καντήλια.
Φυσικά δεν πρόκειται να οικοπεδοποιηθεί ο χώρος πάνω απο το νεκροταφείο. Αντίθετα θα τον στολίζουν και θα τον εξωραΐζουν συνέχεια. Τελευταία μάλιστα βάλαν κι ένα μεγάλο τσιμεντένιο σταυρό για να θυμίζει την "πηγάδα". Ψάχνεις και δε βρίσκεις όχι πηγαδάκι αλλά ούτε λακκούβα. Πάντως σιγά σιγά ο χώρος αυτός θα κερδίσει την καινούρια ονομασία του από τα συχνά μνημόσυνα και τις επισκέψεις των σχολείων για καταθέσεις στεφάνων κι ο μελλοντικός επισκέπτης θα σκέφτεται πως ίσως εκεί κοντά υπήρξε κάποια "πηγάδα" που γέμισε με πτώματα εθνικοφρόνων.
Πιθανόν να μείνει κι η ονομασία "Σκοπευτήριο", ουδέτερα όμως, χωρίς καμία ειδική σημασία, αλά πλατεία Συντάγματος, θα φέρνει στα μυαλά των ανθρώπων τους αργόσχολους που κάναν βολή σε χάρτινους στόχους, σε πιατάκια πήλινα και σε περιστέρια. Σε ανθρώπους, ποτέ. Κατά τη γερμανική κατοχή; Μα συνέβηκε ποτέ τέτοιο πράγμα;

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 01, 2008

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ!!!

Μέχρι να επιστρέψω διαβάστε κανένα μυθιστόρημα, που λέει και ο Brautigan!