Σάββατο, Δεκεμβρίου 31, 2011

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ



Al Wildey


Όλα πάνε καλά. 
Μονάχα, αυτή η έγγραφη ερμηνεία των αισθήσεων είναι που με τρομάζει.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 24, 2011

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 22, 2011

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ

Γαμώτο, στις πρώτες 75 σελίδες, πεντακόσιες εγχειρήσεις, δεκαπέντε γάμοι, δέκα χωρισμοί, τριάντα παιδιά, χώρια πόσοι θάνατοι!
Δεν αντέχω άλλο! Θα διαβάσω Βάρναλη.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 21, 2011

ΜΙΚΡΑ ΕΡΩΤΙΚΑ

Cuong Nquyen


Η  Μαρία, ως γνήσια λεσβία, με απορρίπτει. Εγώ επιμένω.
"Δωσ' μου το χέρι σου", μου είπε. 
Το έδωσα.
Με οδήγησε στην πόρτα.
"Να προσέχεις", είπε, με μια ανεξήγητη ευγένεια.
Έβρεχε. Έφυγα, δίχως να γυρίσω να κοιτάξω την έμψυχη κομψότητά της.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 16, 2011

ΜΙΚΡΑ ΕΡΩΤΙΚΑ

 Marc Dailly

-Θα ήθελα να ήμουν εγώ, ο αξιολάτρευτος εκτελεστής, που κινεί τα νήματα της ζωής μου.
Άνοιξε την πόρτα. Μπροστά του απλώθηκε η επιρροή του κόσμου.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 12, 2011

ΚΟΥΦΑΛΕΣ, ΤΡΕΜΕΤΕ!


Ένα νέο λέιζερ, το οποίο τυφλώνει προσωρινά όσους εκτίθενται στο φως του, πρόκειται να δοκιμαστεί από τη βρετανική αστυνομία για χρήση ειδικά σε διαδηλωτές.
Το όπλο εκπέμπει ένα «τείχος φωτός» μήκους τριών μέτρων και στερεί προσωρινά την όραση σε όσους έχουν εκτεθεί σε αυτό.
Το ωφέλιμο βεληνεκές του φωτο-όπλου, που ονομάζεται «SMU 100», είναι περίπου 500 μέτρα.
Το όπλο κοστίζει περίπου 30.000 ευρώ και κατασκευάζεται από Κομάντος του βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού. Η πρωταρχική του χρήση όταν «έπεσε» ως ιδέα, ήταν να απωθεί τους πειρατές στη Σομαλία.
Η είδηση ότι θα δοκιμαστεί σε διαδηλωτές διέρρευσε από την κατασκευάστρια εταιρεία «Photonic Security Systems».
«Η τύφλωση είναι προσωρινή και αυτή τη στιγμή κάνουμε δοκιμές για να διαπιστώσει η επιστημονική ομάδα με την οποία συνεργαζόμαστε, εάν υπάρχουν ανεπιθύμητες ενέργειες έπειτα από την έκθεση στο εκτυφλωτικό φως», εξήγησε ο γιατρός Πολ Κερ που εργάζεται στην εταιρεία.
Δεν είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιούνται τέτοιου είδους συσκευές για μαζική απώθηση ανθρώπων. Παρόμοιες έχουν χρησιμοποιηθεί από Βρετανούς και Αμερικανούς  στο Αφγανιστάν, για την απώθηση στρατευμάτων την ώρα της επίθεσης.


Πηγή: ΤΑ ΝΕΑ


Παρασκευή, Δεκεμβρίου 09, 2011

La bruja muerta-ΧΕΙΜΩΝΑΣ

 

Όταν ψελλίζει ιστορία ο τιμητής,
μένει σκυφτός του χρόνου ο τρυγητής
και χαμογελάει.
Όταν κραυγάζει ο νικητής,
μουντάρει στα ωραία ο χαλαστής
και δε μιλάει.
Σαν ψάχνει δίκιο ο φτωχός,
χαίρεται τόσο ο κυνηγός
και περιμένει.
Όταν ανθίζει ο ριζιμιός,
ο πλούσιος ο μαζωχτός
παραμονεύει.
Μα όταν ο λεύτερος γελάει,
ο σοφιστής πια δε μιλάει,
και το βουλώνει.
Κι όταν ο αδείλιαστος περνάει,
ο περίτεχνος γερνάει,
μα δε θυμώνει.

¨Ημουν πεισμένος ότι όλα, λίγο-πολύ, είχαν ειπωθεί στη μουσική. Βέβαια δεν είμαι βαθύς γνώστης αυτής της τέχνης, αλλά λίγα πράγματα τα κατέχω. Την άκουγα, ας πούμε, μ'ένα είδος συγκατάβασης. Μέχρι που άκουσα αυτό. Δεν χρειάζεται να πω περισσότερα, γιατί δεν γνωρίζω, αλλά είμαι ευτυχής που συνάντησα αυτό το δίσκο. 

Βραδάκι, γύρω στις επτά και μισή. Τι χαρά!


Πέμπτη, Δεκεμβρίου 08, 2011

ΜΙΚΡΑ ΕΡΩΤΙΚΑ

Luis Selem

"Είναι όμορφο να υπάρχεις" σκέφτηκε, περιχαρής.  Άνοιξε λίγο το στόμα του, κι άφησε τη συνείδησή του ελεύθερη.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 05, 2011

SOCRATES! ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΕΦΥΓΕ!



Έγραφα πριν αρκετό καιρό για την αγάπη μου στο ποδόσφαιρο.
"Διακινδυνεύω, γράφοντας αυτές τις γραμμές, να βρεθώ στο περιθώριο της πνευματικής ζωής, που έτσι κι αλλιώς βρίσκομαι, παρ'όλες τις φιλότιμες προσπάθειες μου να διατηρήσω την αυταπάτη που θρέφει συνειδήσεις, ότι η πνευματική τουλάχιστον παρουσία μου, με τις σπάνιες μέχρι ανύπαρκτες εμφανίσεις της στο γραπτό λόγο, συμμετέχει στην αμφισβήτηση κυρίαρχων κανόνων, που ορίζουν την έννοια "πολιτισμός", και να εισπράξω ίσως τον χλευασμό και την περιφρόνηση των αυτόκλητων (αυτό δεν είμαστε όλοι μας;) υπερασπιστών του επικυρωμένου από τις δογματικές αυθεντίες ρόλου της τέχνης στη ζωή του ανθρώπου.
Γιατί αυτό που θέλω να υποστηρίξω είναι ότι το ποδόσφαιρο είναι μια μορφή τέχνης και μάλιστα αξιολογήσημη, ικανή να σταθεί δίπλα στις κλασσικές μορφές τέχνης. Αν βέβαια υπάρχουν συγκρίσιμοι όροι στην τέχνη. Αρκετές από τις σκέψεις μου φαίνονται αυθαίρετες, επιγραμματικές, αιρετικές αλλά ελπίζω ικανές να οδηγήσουν στο ζητούμενο. Δηλαδή να ειπωθεί μια άποψη που κατατίθεται απ' όσο τουλάχιστον γνωρίζω για πρώτη φορά, άρα ευάλωτη στις επικρατούσες και συνεπώς αναγνωρίσιμες αντιλήψεις.  Άποψη θρασύτατη,  ίσως από πολλούς κολάσιμη ότι ακριβώς χρειάζεται για να υπερασπιστείς την τέχνη στις πιο ακραίες μορφές. 
Το ποδόσφαιρο έχει κανόνες αλλά το θέμα είναι πως τους διαβάζεις. Για να τους υποστηρίξεις ή για να τους ανατρέψεις; Ο ποδοσφαιριστής εκτίθεται σε εκατομμύρια μάτια. Το φαινόμενο είναι μοναδικό.Ο ποδοσφαιριστής δεν γνωρίζει το αποτέλεσμα της δημιουργίας του. Φανταστείτε να πασχίζεις να δημιουργήσεις διαρκώς εκτεθειμένος στο μάτι του θεατή και να βρίσκεσαι ηττημένος. Μόνο στη λογοτεχνία υπάρχει νικητής και νικημένος. Οι λέξεις και ο συγγραφέας. Όταν φτάσεις στο τέλος του έργου, το αποτέλεσμα δέχεται χιλιάδες ερμηνείες. Όσο πιο ισοδύναμοι είναι οι αντίπαλοι, ο αναγνώστης και το κείμενο, η δημιουργία γίνεται περισσότερο περίπλοκη και σκοτεινή, το αποτέλεσμα γίνεται διφορούμενο και αμφισβητήσιμο. Δέχεται την κριτική, αμφισβητείται, καταδικάζεται και τελικά δεν γίνεται αποδεκτό, απαξιώνεται.
Στο ποδόσφαιρο ταυτόχρονα με τον ποδοσφαιριστή χιλιάδες άνθρωποι συμπάσχουν, συμμετέχουν σ'αυτή την προσπάθεια. Ενθουσιάζονται, απογοητεύονται την ίδια ακριβώς στιγμή με τον ποδοσφαιριστή-δημιουργό. Η επιτυχία ή η αποτυχία είναι και δική τους κατάκτηση. Δεν γνωρίζω καμμιά μορφή τέχνης όπου τόσες χιλιάδες άνθρωποι ταυτίζονται με τον δημιουργό μιας προσπάθειας που δεν γνωρίζεις έτσι ή αλλιώς ότι θα είναι επιτυχημένη. Ο κόσμος που πηγαίνει στο γήπεδο θέλει να πετύχει, άν όχι ο ίδιος που άλλωστε είναι ο αδύνατο , αλλά το είδωλό του, αυτός που έχει ορίσει αντιπρόσωπο του, που θα τον βοηθήσει να ξεφύγει από την ηττημένη του ζωή. 
Όταν αποτύχει ο ποδοσφαιριστής δεν μπορεί να επανορθώσει. Στο ποδόσφαιρο δεν χωρούν πρόβες, σβησίματα, σιωπές. Δίνονται βέβαια ευκαιρίες ο ποδοσφαιριστής να βελτιώσει την προσπάθειά του, να δώσει μια καινούργια πινελιά, αλλά τα λάθη του δεν μπορούν να σβηστούν από το αδηφάγο βλέμμα του θεατή. Το κοινό παρακολουθεί! Δημιουργώντας ο ποδοσφαιριστής παθιάζεται, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να υπακούει σε αποφάσεις άλλων. Το πάθος του ελέγχεται, ο ίδιος οριοθετείται. Πρέπει να ακολουθήσει τους κανόνες και ταυτόχρονα να τους ανατρέψει, αν θέλει να λέγεται δημιουργός. Η μαγεία του ποδοσφαίρου, αυτό που το κάνει μοναδικό, είναι ότι ανατρέπει ότι αυτό έχει ορίσει. 
Ο ποδοσφαιριστής είναι ένας παγιδευμένος άνθρωπος. Είναι ένας καλλιτέχνης. Δέχεται να συμμετάσχει σ'ένα παιγνίδι με τους ανθρώπους κυριολεκτικά πάνω από το κεφάλι του, έτοιμους εκ των προτέρων να αποδοκιμάσουν, να χλευάσουν, να χειροκροτήσουν, να βρίσουν, άγρυπνους σε κάθε κίνηση του δημιουργού. Nα κρίνουν αυτό για το οποίο ο ποδοσφαιριστής υποφέρει. Την ανάγκη να πετύχει τον απαράβατο και κυρίαρχο όρο ενός ποδοσφαιρικού αγώνα. Τη νίκη! 
Εκθέτει το έργο του όπως κάθε καλλιτέχνης. όχι σε κλειστούς και "σοβαρούς" χώρους, χαμηλούς θορύβους, ευπρεπείς καλοντυμένους θεατές αλλά σε τεράστιους ανοιχτούς χώρους σ'ένα κοινό που ήρθε να καταθέσει την μοναξιά του με διαφορετικούς όρους. Το έργο χάνεται με τη λήξη του αγώνα. Χάνεται κάθε στιγμή. Γοητευτικό όσο τίποτα. Όλα γεννιώνται και χάνονται κάθε στιγμή. Μένουν μόνο οι αριθμοί για να ικανοποιήσουν όσους αποδέχονται την αποτελεσματικότητά τους. 
Το ποδόσφαιρο παρ'όλο ομαδικό άθλημα γοητεύει μ' αυτόν ακριβώς τον ορισμό του. Ο ποδοσφαιριστής ξεχωρίζει μέσα από τη συλλογική προσπάθεια, δίνοντας την δική του ερμηνεία στη συνεργασία. Γι'αυτό άλλωστε κρίνεται. Ατομικότητα λοιπόν στην ανώτερη μορφή της, μέσα σ'ένα ανελεύθερο χώρο, που ανατρέπει αρκετές από τις αυτονόητες αλήθειες μας. Φαντάζομαι τον καλλιτέχνη να δίνει την παράστασή του και οι θεατές να παραμένουν βουβοί, δίχως άδεια να επιδοκιμάσουν ή να αποδοκιμάσουν αυτό που παρακολουθούν σε οποιαδήποτε σκηνή. Στο ποδόσφαιρο όμως δεν υπάρχει ο "σεβασμός"και η υποκρισία των δημοσίων σχέσεων. Εδώ ισχύει η απόλυτη δημοκρατία.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 01, 2011

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΗΝΑ.

ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΛΑΣ!


Με τέτοια βιβλία εξακολουθώ ν' αγαπώ τη λογοτεχνία.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 28, 2011

ΜΙΚΡΑ ΕΡΩΤΙΚΑ


“Πίνετε, γιατί έξω γίνεται της πουτάνας», είπε.
 Έγυρε το κεφάλι του στο ποτήρι, σαν να προσπαθούσε να δει μέσα  το πρόσωπό του, το ποτό είχε γίνει ένας υγρός καθρέφτης, άφησε ένα ανεπαίσθητο ρέψιμο, η στιγμαία τελετουργική  ευχή του, ήπιε μια γερή δόση, και κάλεσε,  μ’ένα νεύμα, που φάνηκε ευχάριστο σαν χάδι, τον μπάρμαν.
«Προσπαθώ, Antonio, προσπαθώ», του είπε.

Σάββατο, Νοεμβρίου 26, 2011

ΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΞΑΝΑ ΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΚΟΥΛΙΔΗ




*** Βελτιωμένο

Βλέποντας τη ζωγραφική του Ν. Κακουλίδη ο ορατός κόσμος της πραγματικότητας μέσα στην οποία ζουν ο θεατής και το έργο, αποσύρεται βίαια, σαν να μην έχει λόγο ύπαρξης, δίνοντας τη θέση του σ'έναν άλλο κόσμο που τώρα πια είναι κυρίαρχος του βλέμματος και των συναισθημάτων, δίχως κανένα εξουσιαστικό ρόλο, τώρα πια, γιατί η ύπαρξή του οφείλεται σε αισθητικούς κανόνες που προσφέρει η τέχνη.
Η ζωγραφική του Ν.Κακουλίδη υπονομεύει με τις εικόνες της την ίδια την ελευθερία που μας προσφέρει, οδηγώντας το βλέμμα μας προς τα μέσα , κινητοποιώντας αισθήσεις βαθιά κρυμμένες, κάτω από την «αβρότατη επιφάνεια» της προκριτέας καθημερινότητας, αφήνοντας για άλλους δημιουργούς την λυτρωτική λειτουργία της ζωγραφικής, όπου η επαφή μαζί της βρίσκεται σε αντιδιαστολή με τις εικόνες της καθημερινής ζωής.
Ο κόσμος που μας προσφέρει δεν ερμηνεύει, περισσότερο δεν αποκαλύπτει, ούτε καν δείχνει. Υπάρχει αυτόνομος, με τους δικούς του κανόνες και όρους, μας καλεί να τον επισκεφτούμε, παίζοντας με το βαρύ και ακατάλληλο φορτίο των εικόνων της καθημερινότητας, που κουβαλάμε σαν επισκέπτες  της.
Η ζωγραφική του Ν.Κακουλίδη, λοιπόν, αν και φαίνεται «παραστατική» ξεφεύγει από το ρεαλισμό, αν και ο ζωγράφος σε προφορικές συνομιλίες μαζί μου, προσπαθεί να εξηγήσει το νόημα των εικόνων του, γνωρίζοντας, όμως, ότι η ύπαρξη της ζωγραφικής του ξεφεύγει από τις προθέσεις του, απαραίτητο προσόν κάθε γνήσιου καλλιτέχνη.
Ο κόσμος λοιπόν αυτός, αυτονομημένος από την συνειδητή καθοδήγηση και επιβολή του καλλιτέχνη, πήγα να γράψω δημιουργού-Θεού, υποδέχεται το βλέμμα μας απελευθερωτικά, ώστε η συναισθηματική συγκίνηση που μας προκαλεί, αν και δεν φαίνεται στις προθέσεις του, διαχέεται στις ακίνητες, παγιδευμένες μορφές, που παρουσιάζονται σαν κάτι να βλέπουν στα πρόσωπά μας, επιζητώντας  τον διάλογο μαζί μας, με τα μάτια διαρκώς στραμμένα σε μας τους θεατές, σαν να μας καλούν να τους βοηθήσουμε να δραπετεύσουν από τον κόσμο που τους εγκλώβισε η πένα του Κακουλίδη ή μας καλούν να μεταφερθούμε εμείς στον κόσμο που αποκαλύπτουν μπροστά στα μάτια μας, δίνοντας τέλος στην ανυπόφορη πραγματικότητα, προσφέροντας μέσα από το ζοφερό κόσμο τους τη λύτρωση που μόνο η τέχνη μπορεί να μας προσφέρει.,
Η ζωγραφική του Ν.Κακουλίδη είναι λοιπόν αισιόδοξη, γιατί, εμμέσως, μας προσφέρει τη δική της εκδοχή για την «αλήθεια», από τις αμέτρητες που μας προφέρονται και συνιστούν τον κόσμο μας. Μόνο που η «αλήθεια» αυτή καθαγιασμένη από τη μυστηριακή καταγωγή της, ορίζει τα νοητικά όρια της πρόσληψής της, που ανιχνεύονται, έτσι ή αλλιώς, πέρα από τα όρια της αποδεικτικής πραγματικότητας.
Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011, βράδυ.

Κυριακή, Νοεμβρίου 20, 2011

Σάββατο, Νοεμβρίου 19, 2011

ΤΟ ΝΤΕΡΜΠΥ(ΞΑΝΑ)


Θέλω να δηλώσω ότι είμαι Ολυμπιακός. Αυτό μπορεί να ικανοποιήσει αρκετούς, άλλους να δυσαρεστήσει, και τους πιο πολλούς να τους αφήσει αδιάφορους. Οι αναγνώστες άλλωστε, στην πλειοψηφία τους τουλάχιστον, δεν ενδιαφέρονται αν ο Μαρκάνο κάνει για τον Ολυμπιακό, αν η ΑΕΚ έχει πάγκο, αν ο Παναθηναικός ενισχύθηκε στην μεταγραφική περίοδο. Έχουν τη δική τους άποψη, και δεν χρειάζονται εμένα τον αυτόκλητο μπασκίνα να επιβεβαιώσω ή να αναιρέσω τις επιλογές τους. Γιατί λοιπόν τα γράφω όλα αυτά; Μήπως είμαι ένας ψωνισμένος κειμενογράφος που δεν μπορεί να κάτσει σε ησυχία, και διαρκώς προσπαθεί να γνωστοποιήσει τη μίζερη ενδοσκόπησή του, μέσα από το μπλογκ του, που σε λίγο καιρό θα κουραστεί να δημοσιεύει τις εκκεντρικότητες του ή οι ορθολογικώς σκεφτόμενοι αναγνώστες θα του δείξουν το δρόμο για την οικειοθελή αποχώρηση από τη δημόσια θέα; Σαν καλός πολίτης , διαπαιδαγωγημένος σε όλες τις βαθμίδες της κοινωνικής εξέλιξης, οικογένεια, σχολείο, στρατός, εργασία, απαντώ αμέσως και με παρρησία όχι! Αυτό που με ενδιαφέρει, με προκαλεί μπορώ να πω, είναι ότι η παρέα που υπερασπίζεται το άθλημα του ποδοσφαίρου, δεν θεωρεί την περιοχή αυτή δική της αποκλειστικότητα. Δεν περιχαρακώνεται χρησιμοποιώντας δικούς της κώδικες, που είναι αναγνωρίσιμοι μόνο από τους ειδικούς, αλλά εμπεριέχει μια δημοκρατικότητα που το εύρος και η ποιότητά της, όσον αφορά τον ανιδιοτελή πυρήνα της, είναι μοναδική. Εδώ όλοι καταθέτουν τη γνώμη τους, επεξεργάζονται τα επιχειρήματά τους, χωρίς αποκλεισμούς και διακρίσεις. Άνθρωποι που σε άλλες περιπτώσεις νοιώθουν φοβίες, ανασφάλεια, ο οικείος χώρος του ποδοσφαίρου τους μεταμορφώνει σε άφοβους υπερασπιστές μιας δυναμικής άποψης, που την υπερασπίζονται με πάθος και ανιδιοτέλεια. Οχυρωμένοι με πεποιθήσεις που έχουν αποκτήσει με προσπάθεια και πειθαρχία, διψασμένοι για εικονική επιτυχία, ικανοποιημένοι από την επιλογή τους, αυτάρεσκοι, δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους. Αυτό τους κάνει γοητευτικούς, μοναδικούς, συνεπώς άξιους να ξεφύγουν από την ανυποληψία που τους έχουν καταδικάσει οι κλακαδόροι της αδιαφορίας, και να διεκδικήσουν τη θέση τους στην προαποφασισμένη κοινωνική ευπρέπεια, που θα κινδυνεύσει όμως από τη δυναμική τους, με κίνδυνο να αποκαλυφθεί η κενότητα του περιεχομένου της. Πηγαίνω λίγες μέρες πριν τον αγώνα, και βρίσκω τον Δελακούρα. Έχει ανοίξει συζήτηση για το χωράφι του, για τις ελιές που φέτος δεν είναι η χρονιά τους και δεν κάρπισαν αρκετά. Μπαίνω ύπουλα στη συζήτηση, αγενέστατα, τους διακόπτω, χωρίς προφάσεις, και κάνω την ερώτηση για τον Καραγκούνη. Η συζήτηση μετατίθεται, ο Καραγκούνης κυριαρχεί, η συζήτηση ανάβει, εγώ υπερασπίζομαι την ανικανότητά του, τα γεγονότα με διαψεύδουν, οχυρώνομαι, γίνομαι περίγελος, κι εκεί που νομίζω ότι η μάχη έχει κριθεί και θα φύγω ηττημένος, ως από μηχανής θεός, έρχεται ο Βαγγέλης, ο επονομαζόμενος «το καρφί», και ρωτάει σαν να είναι συνεννοημένος μαζί μου, αν πρέπει να κλειδώσει την πόρτα της αποθήκης.  Λυτρωμένος, ευγνωμονώ τον σωτήρα μου, αποσύρομαι όπως ήρθα, αθόρυβος, και συνεχίζω τη δουλειά μου. Καιροφυλακτώ βέβαια για άλλη ευκαιρία, αφού βελτιώνω τα επιχειρήματά μου, και αλλάζω στόχο. Πλησιάζω τον πιο ευάλωτο. Ο πιο ευάλωτος, ως γνωστόν, είναι εκείνος ο οποίος πιστεύει ακράδαντα στις ιδέες του. Διότι δεν μπορεί να ξεφύγει λίγο πιο πέρα από εκεί που φτάνει το βλέμμα του. Δεν θέλει και πολύ να αντιστρέψει τις σκέψεις του, και εκεί που παραδείγματος χάριν σκεφτόταν αν το φαγητό θα είναι έτοιμο στην ώρα του , αρχίζω να του μιλώ για το σημερινό  ντέρμπυ, μπαίνοντας κατευθείαν στο θέμα. Υποστηρίζω απόψεις που είναι τελείως αντίθετες με τις πεποιθήσεις του, εκείνος τις εξορκίζει με κραυγές και συνθήματα , σε ρυθμούς επιβεβαίωσης. Η επιφωνηματική έκλιση «ΠΑΟ Ολέ,», τον αυτοπροσδιορίζει όταν αρχίζει η αμφισβήτηση. Ο κυρίαρχος λοιπόν είναι εκείνος που όχι μόνο νίκησε αλλά σε ταπείνωσε. Αντιμετωπίζει τον νικημένο επιτιμητικά και σκέφτομαι με όνειδος ότι αν αύριο νικήσει η ομάδα του, θα με υποδεχτεί με την άσεμνη αλλά εύστοχη στην προκειμένη περίπτωση φράση «σας γαμήσαμε». 
Δευτέρα πρωί, έρχεται λοιπόν ο Μ , εγώ δήθεν αδιάφορος, αφοσιωμένος στην εργασία μου, με οικειότητα που με ξαφνιάζει, εισβάλλει στο γραφείο μου, εγώ υποψιασμένος σκύβω στα χαρτιά μου, αποφεύγω το βλέμμα του, και πριν εκτοξεύσει την θριαμβευτική ατάκα του, προσπαθώ να τον αποδιοργανώσω, να τον μετατοπίσω από τον προγραμματισμένο λόγο του. Άνοιξες το μπαρ, τον ρωτάω, και ανασηκώνω λίγο το κεφάλι μου, για να δει την αποφασιστικότητά μου. Εκείνος πεισματικά, ξεφεύγει το σκόπελο, μουλάρι αληθινό, αισιόδοξος, με σημαδεύει με εκείνο το αηδιαστικό χαμόγελό του, απλωμένο στο λιπαρό του πρόσωπο, ελεήμονας όπως όλοι οι θριαμβευτές, με οικτίρει για τα λεχθέντα της προηγούμενης μέρας, όπου υπερασπιζόμουν αναφανδόν υπέρ της επιτυχίας της ομάδος μου, λες και αρμόζει ηττοπαθής στάση σε έναν οπαδό του Ολυμπιακού, έτοιμος να αποτελειώσει το συντετριμμένο πνεύμα μου. Δεν χρειάζεται να λιγοψυχώ, τον αντιμετωπίζω στα ίσα, ψάχνω λεπτομέρειες, προσπαθώ να βρω δικαιολογίες για την διάψευση της πρόβλεψής μου, φτάνω μέχρι τη γελοιότητα, υπερασπίζομαι κάτι που δεν πιστεύω, και όταν φτάσω σε αδιέξοδο, όπως προβλεπόταν, κολλημένος στον τοίχο, επιστρατεύω την αλαζονεία μου, αρχίζω τις εκκεντρικότητες, κι αυτό είναι που με εξορίζει στην ανυποληψία. Κρεμασμένος στο καναβάτσο, ο διαιτητής ήδη έχει αρχίσει να μετράει, επιστρατεύω τις δυνάμεις μου, και αποχωρώ αφήνοντας εμβρόντητο τον ανίσχυρο να συνεχίσει το σφυροκόπημά του συνομιλητή μου, ρίχνοντας ένα απαξιωτικό βλέμμα, στον απελπισμένο. Μένει για λίγο άφωνος, επανακάμπτει, σφοδρότερος, όταν με ξανασυναντά. Να χρησιμοποιήσω τον αυταρχισμό μου και να τον αποπέμψω; Επιφυλάσσομαι, θα τον αφήσω να με ταπεινώσει, να αποκαλυφθεί, να τινάξει τη ζοφερή του ύπαρξη, να σκληρύνει, τον προκαλώ να γίνει αδίστακτος, είναι πια κυρίαρχος, με εξουσιάζει, αποκαλυπτικός, ενστικτώδης, απύθμενος, μειδιών ασυστόλως, και εγώ ο νουνεχής, ο αγλαός, αφήνω το παραλήρημά του να τον οδηγήσει στο θρίαμβο της ουτοπίας.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 16, 2011

NORWEGIAN WOOD





 Βλέποντας την ταινία «Norwegian Wood» σκεφτόμουν που είναι η έπαρση της σημαίας στην εστία, κάθε μέρα στις έξη η ώρα, οι ιστορίες του Λοχία που τόσο άρεσαν στη Ναόκο. Ούτε μια λέξη για τον «Μεγάλο Γκάτσμπυ» που έδεσε με φιλία τον Βατανάμπε με τον Ναγκασάβα.
Που είναι  η υπέροχη σκηνή όπου ο Βατανάμπε και η Μιντόρι παρακολουθούν την πυρκαγιά του ξυλουργείου από την ταράτσα του σπιτιού της; Που είναι οι ρυτίδες της Ρέικο, που τραβούσαν πρώτες το βλέμμα, αυτές οι ρυτίδες που τόσο  άρεσαν στον Βατανάμπε,  που ήταν το ατημέλητο κούρεμά της;
Έψαχνα να βρω τη στιγμή που η Ναόκο ρίχνει τα εκατό γιεν στον κουμπαρά, όταν η Ρέικο παίζει το «Norwegian Wood».
Η ιστορία της Ρέικο με τη νεαρή μαθήτριά της, ο  βασικός λόγος για να αγαπήσω το μυθιστόρημα έλειπε από την ταινία, η καταλυτική σκηνή όπου ο Βατανάμπε βλέπει την Ναόκο γυμνή τα χαράματα, ή μήπως δεν την είδε, η αυτοκτονία της αδελφής της Ναόκο, η επίσκεψη του Βατανάμπε και της Μιντόρι στο νοσοκομείο για να επισκεφτούν τον άρρρωστο πατέρα της, η κοντή φούστα της Μιντόρι που αναστατώνει νοσηλευτές, αρρώστους και επισκέπτες, ο Βατανάμπε που ταίζει τον πατέρα της αγγουράκια και του μιλάει για τον Ευριπίδη, η Ρέικο και ο Βατανάμπε που τρώνε Σουκιγιάκι όταν συναντώνται στο τέλος του βιβλίου, το πάθος τους γι’αυτό το φαγητό,  το μνημόσυνο που κάνουν για την Ναόκο, παίζοντας πενήντα τραγούδια η Ρέικο στην κιθάρα της,  που πήγαν όλα αυτά; Δεν τα πρόσεξε ή δεν χωρούσαν σε δυο ώρες κινηματογραφικής αφήγησης;
Βέβαια η ανάγνωση ενός βιβλίου είναι μια μοναχική πράξη, ο καθένας διαβάζει σύμφωνα με τις αναγνωστικές του εμπειρίες και τον κοινωνικό του προσδιορισμό. Το αναγνωστικό μας παρελθόν συμμετέχει ενεργά κατά την διάρκεια της ανάγνωσης, συντελώντας αποφασιστικά στην πρόσληψη της ιστορίας, η οποία παραμένει ακριβώς η ίδια στο διηνεκές, όπως την διηγήθηκε ο αφηγητής. Η αναγνωστική  εμπειρία που έχει διαμορφωθεί από τις διαδοχικές αναγνώσεις  του παρελθόντος, παραμένει εν εγρηγόρσει κατά την διάρκεια της ανάγνωσης, διαμορφώνοντας την νοηματική πρόσληψη του κειμένου, και φυσικά δεν μπορεί να συμπέσει με την εμπειρία του αντίστοιχου αναγνώστη, που κάποια άλλη στιγμή ή ακόμα και την ίδια, διαβάζει το ίδιο κείμενο.
Η ανάγνωση ενός  βιβλίου, λοιπόν, είναι ένα κλειστό σύμπαν, είναι ο κόσμος που φτιάχνει ο αναγνώστης, τον οποίο κουβαλά  μαζί του σαν ένα μέρος της συνειδησιακής του καταγωγής.  Καλύτερα θα ήταν να πούμε, ότι  η αναγνωστική  πρόσληψη της ιστορίας είναι μια καθαρά προσωπική υπόθεση. Δεν είναι η εμπειρία  από την  ανάγνωση ενός βιβλίου  μια ακόμα επικοινωνιακή διεκπεραίωση, κατατεθημένη  στο δημόσιο χώρο της καθημερινότητας, όπου τίθεται στην κρίση κάποιας άλλης  ερμηνευτικής προσέγγισης, ώστε να συμπληρώσει ή να αντικαταστήσει   επικοινωνιακές ανάγκες,  αλλά διατηρείται μεταμορφωμένη σαν μέρος της  συνειδησιακής ιδιαιτερότητας,  προσδιορίζοντας, σε μεγάλο ή μικρό βαθμό, την  παρουσία μας στο κοινωνικό πεδίο των διαπροσωπικών σχέσεων.
Διαβάζοντας λοιπόν ο σκηνοθέτης, το ίδιο βιβλίο με μένα, αποκαλύπτει δημόσια, θέτοντας  υπό την κρίση της κατακερματισμένης κοινωνίας, την αναγνωστική εμπειρία του με τη μορφή εικόνων. Φτιάχνει μια ιστορία όπου με την κινηματογραφική αφήγηση καταθέτει τον αισθητικό απολογισμό του,  παρουσιάζοντας  την προσωπική του πρόταση για την κατανόηση  του κόσμου, με αφορμή το βιβλίο που διάβασε.
Μιλώντας δημόσια για ένα βιβλίο, μιλάμε για την προσωπική προσέγγιση και την προσπάθεια κατατανόησης του κόσμου, την δική μας ερμηνεία της πραγματικότητας, που ορίζεται από την ικανότητα του βλέμματός μας να αντιλαμβάνεται και να προσδιορίζει το βηματισμό μας, στην στοιχισμένη κοινωνία όπου είμαστε αναγκασμένοι να συμμετέχουμε.  


Κυριακή, Νοεμβρίου 13, 2011

Τετάρτη, Νοεμβρίου 09, 2011

CAREY MULLIGAN







Βλέποντας την Anna Karina, είχα ήδη αποφασίσει, ότι τέτοια ηθοποιό δεν θα έβλεπα ποτέ ξανά. Όσο περνούσε ο καιρός, η άποψη μου αυτή επιβεβαιωνόταν, όχι βέβαια από κάποια διάθεση εγωισμού ή μιας παράξενης επιμονής, αλλά γιατί δεν μπορούσα να ξεχωρίσω κάποια πρωταγωνίστρια, που θα με έκανε να ξεχάσω ή να αισθανθώ, όπως τότε που την πρωτοείδα, νομίζω, στο «Pierrot le fou». Μια ταινία που δεν μου άρεσε, αλλά ήταν αρκετή να τυπωθεί, για πάντα μέσα μου, το πρόσωπο της πρωταγωνίστριας. Εκτοτε κυνηγούσα ταινίες που πρωταγωνιστούσε η Anna karina. Θερινοί κινηματογράφοι, αφιερώματα σε κινηματογραφικές λέσχες. «Un femme est une femme», “Vivre sa vie», “Alphaville», «Pierrot le fou”, «Bande a part». Πως θα μπορούσα τώρα να ζήσω, βλέποντας τη σκηνή του χορού σ’αυτή τη ταινία; Έπρεπε να λουφάξω, χωρίς κανένας να γνωρίζει το λόγο, που με οδήγησε στην παραίτηση. Τι θα μπορούσα πια να περιμένω μετά από αυτή τη σκηνή στη ζωή μου; Η απόφαση είχε τελεσιδικήσει, όταν ένα βράδυ, πέφτω πάνω στο «Drive». Mε βαριά καρδιά, παρακολουθούσα τις εικόνες στην οθόνη, βάζοντας στοίχημα, ότι τα λόγια ανθρώπων που εμπιστευόμουν, δεν θα με διέψευδαν. Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα του ασανσέρ, και μπαίνει,κρατώντας τα ρούχα, που είχε απλώσει για να στεγνώσουν, η Irene. Στην αρχή δεν φαινόταν το πρόσωπό της, αλλά το πίσω μέρος του κεφαλιού της, τα κοντοκουρεμένα ξανθά μαλλιά έλαμπαν μπροστά στα μάτια μου. Αλλά μόλις βγαίνει από το ασανσέρ, όλα άλλαξαν στην κινηματογραφική ματιά μου. Ένα πρόσωπο που γύρευα τόσα χρόνια, βρισκόταν μπροστά μου στην οθόνη. Θλιμμένο στην αρχή, αλλά καταλυτικό αργότερα, όπως ταιριάζει σε μια μεγάλη ηθοποιό. Μια γλυκιά μελαγχολία με κυρίευσε. Ήταν το πρώτο συναίσθημα που ένοιωσα, έχοντας μπροστά μου αυτό που περίμενα τόσα χρόνια να δω. Είδα την ταινία με νοσταλγία, δίχως εκείνες τις στιγμές το μυαλό μου να σκεφτεί στην Annna Karina. Παρακολουθούσα το βλέμμα της Irene, τις κινήσεις της, το χαμόγελό της, τη χαρά της, τη λύπη της, τον ερωτισμό της, τη κρυμμένη θλίψη της, τη μελαγχολία της, σαν να είχε γεννηθεί εκείνη τη στιγμή ο κόσμος.
Τελείωσε η ταινία, αλλά η Irene δεν έφευγε από το μυαλό μου. «An education», βέβαια, εκεί θα έβλεπα, ξανά, το πρόσωπό της. Εδώ η γλυκύτητα της Jenny ήταν βγαλμένη από ταινία της nouvelle vague. Την λάτρεψα, έπασχα μαζί της, γνωρίζοντας από την εμπειρία της ωριμότητας, αυτή τη καταστροφική συνέπεια του χρόνου,  ότι ο άνθρωπος που αγάπησε δεν άξιζε τις θυσίες της. Παρακαλούσα να μην υποκύψει, γιατί εγώ θα κατέρρεα. Μα είναι δυνατόν αυτό το πλάσμα, σκεφτόμουν, να δώσει το σώμα του, το καθαγιασμένο, σ’αυτόν τον άνθρωπο; Αλλά η αγάπη δεν καταλαβαίνει από σχέδια, κοινωνικές αντιδράσεις, αλλά ονειρεύεται την παράδοση, την ήττα. Ένα ερωτευμένο άτομο είναι ένα νικημένο άτομο, και στην περίπτωση που αναφέρομαι μόλις δεκαεπτά χρονών.
Δεν πειράζει όμως, παρηγορήθηκα αυτό το πρόσωπο θα το δω, ξανά, στο «Shame», και αργότερα στο «Great Gatsby». Η ζωή μου εξακολουθεί να έχει ακόμη κάποιο νόημα. Η Curey Mulligan είναι από τα λίγα πράγματα που ομορφαίνουν τη ζωή μου.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 07, 2011

ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ

Αυτοί που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα, εκνευρίζουν εμάς που τα ξέρουμε.

Κυριακή, Νοεμβρίου 06, 2011

BRAD ΜEHLDΑU!

Ετοιμάζω μπακαλιάρο σκορδαλιά. Ελπίζω να πετύχει. Κρασί "Maestro" της Cair(αντέχει ακόμη), λευκό sec, και φυσικά μουσική.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 03, 2011

ΑΛΗΘΕΙΑ ΛΕΩ



Αλήθεια λέω. Προσπαθώ να θυμηθώ τα χείλη της. Μόνο τα μάτια της έχω, διαρκώς, μπροστά μου. Δυο πράσινα μήλα φτιαγμένα με τη φαντασία μου. Δώρο άδωρο θα μου πείτε, αλλά αυτό μπορώ να κάνω αυτή τη στιγμή. Όλα τ'άλλα που σκέφτεστε, κι αυτά που έχω στο μυαλό μου, μπορούν να περιμένουν. Υπομονή, γιατί δεν ξέρεις, καμμιά φορά αυτά που κατέχεις, μπορείς να τα χάσεις. Πόσοι και πόσοι, από επιπολαιότητα ή εγωισμό, δεν έχασαν ό,τι με κόπο είχαν καταφέρει ν'αποκτήσουν. Εγώ δεν θα την πάθω σαν κι αυτούς, εγώ θα κρεμάσω την εικόνα της, που με τόση προσπάθεια έφτιαξα, πολύ ψηλά, ώστε να μην μπορώ να την φτάσω, ακόμη κι αν χρειαστεί, κάποτε, ν'ανέβω στη σκάλα για να την αποκαθηλώσω.

Τρίτη, Νοεμβρίου 01, 2011

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΗΝΑ***

*** Μη με πάρει είδηση ο Μίχος!

Τρίτη, Οκτωβρίου 25, 2011

Η ΜΟΛΥΒΟΘΗΚΗ

Μέχρι τώρα, το μέγεθος της κοιλιάς που απέκτησα, στα μάτια του κόσμου αποτυπώνεται  ώς αποτέλεσμα της  οικονομικής μου ευμάρειας, γεγονός λανθασμένο, πέρα ως πέρα, αν ζητάτε τη γνώμη μου,  αν και οι περισσότεροι ανάλγητοι κριτικοί της πληθωρικής παρουσίας μου, συνδέουν  την αύξηση του όγκου της,  στη δωρεάν κατανάλωση φαγητού στο χώρο του ξενοδοχείου που δουλεύω. Παραβλέπω το γεγονός, ότι η δική τους σωματική διάπλαση δεν πηγαίνει καλύτερα, κατά τους θερινούς μήνες, ώστε η πρόσκλησή μου ν’ανέβουν στη ζυγαριά που ζυγίζουμε τα κρέατα, φαντάζει στο μυαλό τους, σαν  το ικρίωμα που θα αποκαθηλώσει την εικόνα που κτίζουν, καθημερινά, ως αξιοπρεπείς εργαζόμενοι, οι οποίοι οφείλουν να  τηρούν, με κάθε κόστος,  τις προδιαγραφές της κοινωνικής σύμβασης και ευπρέπειας, που εκ του ασφαλούς διακηρύσσουν, μπουκωμένοι με τα υπολείμματα μοσχαρίσιου φιλέτου που καταναλώνουν κάθε βράδυ, μετά το τέλος της εργασίας τους.
 H αύξηση της κοιλιακής μάζας μου είναι, κατ’αρχήν, μια θαυμάσια απάντηση στην προηγούμενη διάρκεια των χρόνων της ζωής μου, όπου η ισχνή σωματική παρουσία μου, αρκετές φορές, έφτανε μέχρι τα όρια του χλευασμού. Από την Rosemary που με φώναζε skinny boy όταν μεθούσε, μέχρι  την ώρα που γδυνόμουν για να την πηδήξω, γιατί μετά τα ξεχνούσε όλα με τον χοντρό, ευτυχώς, πούτσο μου στα έγκατά της,  φτάνοντας μέχρι τον  εργοδότη μου, ο οποίος επαιρόταν ότι από τη στιγμή που τον γνώρισα «έγινα άνθρωπος», εννοώντας ότι μαζί του κατάφερα να «πάρω πάνω μου», σωματικά φυσικά, γιατί από άποψη επαγγελματικής βελτίωσης, ήμουν, κατά τα λεγόμενά του, ανεπίδεκτος μαθήσεως, γεγονός που επιβεβαιωνόταν από τις οικονομικές απολαβές μου.
Κατάφερα λοιπόν με τα χρόνια να αυξήσω την κοιλιακή μου μάζα, ξεπερνώντας τα απίστευτα ψυχολογικά προβλήματα του χλευασμού και απαξίωσης της προηγούμενης περιόδου της ζωής μου, περπατώντας, τώρα πια, με το κεφάλι ψηλά και την κοιλιά προτεταμένη, θέλω δεν θέλω, σαν επιστέγασμα της προσπάθειας που διήρκεσε αρκετά χρόνια. Τώρα, βέβαια, περηφανευόμαι ότι στόχος μου είναι να φτάσω την κοιλιά του Κραουνάκη, τον Πάγκαλο δεν τον αναφέρω γιατί μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι, την θαύμαζω  όταν νιώθω το κεφάλι της Ελένης, να βουλιάζει πάνω της, μετά την έξαλλη σεξουαλική πράξη, που παραμένει, ανεξάρτητα των σωματικών μεταβολών, το προσόν μου, αισθάνομαι τον παλμό της όταν γελώ , απολαμβάνοντας τους κυματισμούς  και τις μετατοπίσεις της, κατά την διάρκεια του γέλιου μου. Κάθε εχέφρων άνθρωπος, που σέβεται το καταπραυντική θεραπεία του γέλιου, οφείλει να έχει και να διατηρεί τεράστια κοιλιά, τελεία και παύλα.
Ενώ όλα αυτά είχαν τεκμηριωθεί στο μυαλό μου, αλλά όχι στο μυαλό των άλλων, όταν  απαντούσα στις ρητορικές ερωτήσεις τους, τι θα κάνω, τέλος πάντων, μ’αυτή την κοιλιά, ένα άλλο επιχείρημα, υπέρ της διατηρήσης των διαστάσεων της , απευθυνόμενο, όμως, αποκλειστικά στους προνομιούχους αναγνώστες, τους αρεσκόμενους στη δια βίου μάθηση,  οι οποίοι θα βρεθούν στην ευχάριστη θέση να διαβάσουν το κείμενό μου,  απλό στην τεκμηρίωσή του, γιατί ήταν τυχαίο, ήρθε να προστεθεί στη γκάμα των επιχειρημάτων μου. Και εξηγούμαι.
Διαβάζοντας, λοιπόν, την «Φαινομενολογία του πνεύματος», λίγες μέρες πριν, καθισμένος στη δερμάτινη πολυθρόνα μου, έχοντας απέναντί μου το ανοιχτό παράθυρο, που άφηνε το εξαντλημένο φως της μέρας, να ακουμπά στην άκρη αυτής της μικρής γωνιάς του πλανήτη, εκεί, δηλαδή, που είχα τοποθετημένο τον εκτυπωτή, το άσκοπο κράτημα του μολυβιού στο δεξί μου χέρι, που χρησιμοποιούσα για να σημειώνω τις ιδέες του Χέγκελ, ταυτόχρονα με το βάρος του βιβλίου που ήμουν αναγκασμένος να κρατώ στα χέρια μου, με οδήγησε, αυθορμήτως, οφείλω να ομολογήσω, στην ανάγκη τοποθέτησης του μολυβιού, σε άλλο σημείο, εκτός του χεριού μου.  Η πρώτη και λογική σκέψη ήταν ότι όταν δεν το χρειαζόμουν να το τοποθετώ στο τραπεζάκι, που βρισκόταν δίπλα μου. Αλλά ήταν τόσο πολύς ο αριθμός των σημειώσεων ώστε η διαδικασία άρχισε να με εκνευρίζει και να με απομακρύνει από τη σκέψη του μεγάλου διδασκάλου. Απαυδισμένος από τη συνεχή μετακίνηση του χεριού απο το τραπεζάκι στο χέρι και από το χέρι στο τραπεζάκι, αυτό το υπέροχο  όργανο, το μυαλό εννοώ, έδωσε τη λύση. Σαν κάτι αόρατο αλλά ανάλαφρο, τη στιγμή που τελείωνα τη σημείωσή μου, αντί να οδηγήσει το χέρι μου στο τραπεζάκι, το οδήγησε στη εσοχή που σχημάτιζε το σώμα μου μεταξύ κοιλιάς και στήθους. Το μολύβι στάθηκε στη θήκη του σώματός μου, ο όγκος της κοιλιάς μου το προστάτεψε να μην κυλήσει προς τα κάτω, το δε στήθος μου, που δεν διακρίνεται για τις γραμμώσεις του , το κάλυψε ελαφρώς, σαν να είχε δημιουργηθεί για να χρησιμεύσει στη δημιουργία της ιδιότυπης αυτής θήκης.
Από τότε χρησιμοποιώ το σημείο αυτό του σώματός μου σαν θήκη μολυβιού, αφενός, διευκολύντας την ανάγνωσή μου, αφετέρου, επέκτεινα τη γκάμα των επιχειρημάτων μου, νοιώθοντας, τώρα πια, περισσότερο ασφαλής απέναντι στην επιθετικότητα των επικριτών μου.  Αρκεί να κάτσουν να με ακούσουν. Γιατί εκεί βρίσκεται το πρόβλημα, όταν ξεκινάω την επιχειρηματολογία μου, απομακρύνται σαν να βλέπουν ακρίδα έτοιμη να προσγειωθεί στο μάτι τους, μην γράψω κάτι άλλο και θεωρηθώ χυδαίος.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 21, 2011

ΔΗΛΩΣΗ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ ΚΑΙ ΟΛΩΝ ΜΑΣ


Η προκλητική κυβερνητική αναλγησία μετρά τον πρώτο νεκρό διαδηλωτή. Η καλυπτόμενη κάτω από τον μανδύα της Δημοκρατίας επαίσχυντη και ένοχη για την καταστροφική πτώχευση Ολιγαρχία έχει γυρίσει το ρολόι της ιστορίας πίσω στην δεκαετία του ΄60.Όμως ο ελληνικός λαός δεν θα μείνει απαθής θεατής του απαγχονισμού του. Αποτίουμε φόρο τιμής στον 
νεκρό διαδηλωτή και εκφράζουμε την αμέριστη συμπαράστασή μας στην οικογένειά του. Στεκόμαστε όρθιοι και συνεχίζουμε τον αγώνα.
Αθήνα,
20.10.2011
Μίκης Θεοδωράκης

ΔΑΚΡΥΣΑΜΕ!

Βουρκώσαμε με το συνειδησιακό πρόβλημα της Βάσως!

Τετάρτη, Οκτωβρίου 19, 2011

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!



Ο άγγλος συγγραφέας Τζούλιαν Μπαρνς απέσπασε το Βραβείο Μπούκερ 2011 για τη νουβέλα του «The Sense Of an Ending». Ηταν η τέταρτη (και εκ του αποτελέσματος η πιο τυχερή) φορά που ήταν υποψήφιος στη βραχεία λίστα για το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο του αγγλοσαξονικού κόσμου.
Ο 65χρονος νικητής (που έλαβε και το χρηματικό έπαθλο των 50 χιλιάδων λιρών) δήλωσε ανακουφισμένος και ενθουσιασμένος που τελικά κέρδισε το βραβείο κατά την ανακοίνωση του ονόματός του στην επίσημη τελετή στο Γκίλντχολ του Λονδίνου το βράδυ της Τρίτης 18 Οκτωβρίου.
Η πρόεδρος της κριτικής επιτροπής Στέλλα Ρίμινγκτον, πρώην γενική διευθύντρια της αγγλικής μυστικής υπηρεσίας Μ-15, είπε ότι το βιβλίο «έχει όλες τις ενδείξεις ενός κλασικού έργου της αγγλικής λογοτεχνίας». Το σύντομο αυτό μυθιστόρημα του Μπαρνς για τη φιλία των παιδικών χρόνων και τις ατέλειες της ανθρώπινης μνήμης είναι «εξαίσια γραμμένο, έχει έξυπνη και λεπτοδουλεμένη πλοκή και κάθε του ανάγνωση μας αποκαλύπτει ένα νέο βάθος. Κρίναμε ότι αυτό το βιβλίο μιλάει στον άνθρωπο του 21ου αιώνα» υπογράμμισε η ίδια.
Με τη σειρά του ο Τζούλιαν Μπαρνς ευχαρίστησε την επιτροπή «για τη σοφία της - για την οποία δεν θέλω να ακούσω κακή κουβέντα - και τους χορηγούς για την επιταγή τους» σχολιάζοντας έτσι εμμέσως και με χιούμορ τα βέλη που δέχθηκαν οι εφετινοί κριτές ότι με τις επιλογές τους στη βραχεία λίστα δεν προέκριναν πάνω απ' όλα τη λογοτεχνική ποιότητα των μυθιστορημάτων (αποκλείοντας συγγραφείς όπως ο Αλαν Χόλινγκχερστκαι ο Σεμπάστιαν Μπάρι). Η βράβευση του Τζούλιαν Μπαρνς βεβαίως αποκαθιστά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα πράγματα.
Είχε φτάσει το πλήρωμα του χρόνου (με το ενδέκατο μυθιστόρημα) για μια από τις πιο εκλεπτυσμένες πένες της Αγγλίας, για έναν δόκιμο συγγραφέα που γεννήθηκε το 1946 στο Λέστερ και σπούδασε νομικά και γαλλική φιλολογία στην Οξφόρδη. Τρεις φορές κατά το παρελθόν έφτασε πολύ κοντά στην πηγή αλλά δεν ήπιε νερό: το 1984 με το μυθιστόρημα «Ο παπαγάλος του Φλωμπέρ», το 1998 για το «England, England» και το 2005 για το «Αρθουρ και Τζορτζ» (όλα στα ελληνικά απ' τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» σε μετάφραση της Αλεξάνδρας Κονταξάκη).
Ευχαριστώντας τη Σούζαν Ντιν που είχε την καλλιτεχνική επιμέλεια του βιβλίου, ο Μπαρνς τόνισε πως «όσοι από εσάς έχετε δει το βιβλίο - πέραν των όσων πιστεύετε για το περιεχόμενό του - μάλλον θα συμφωνείτε ότι είναι ένα όμορφο αντικείμενο». Εσπευσε μάλιστα να συμπληρώσει ότι «το βιβλίο ως αντικείμενο, αν θέλει να επιβιώσει απέναντι στο ηλεκτρονικό βιβλίο, πρέπει να μοιάζει με κάτι που αξίζει κάποιος να αγοράσει και να διατηρήσει».
Οι πωλήσεις των βιβλίων της βραχείας λίστας παρουσίασαν εφέτος άνοδο 127% σε σχέση με πέρυσι. Ηταν η καλύτερη εμπορικά χρονιά για το βραβείο που απονέμει η πολυεθνική εταιρεία «Man». Συγκεκριμένα το βιβλίο του νικητή έχει πουλήσει πάνω από 27.500 αντίτυπα από τότε που κυκλοφόρησε.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το 150 σελίδων μυθιστόρημα του Τζούλιαν Μπαρνς δεν είναι το πιο σύντομο που έχει βραβευτεί ποτέ με το Μπούκερ. Η Πενέλοπε Φιτζέραλντ κατέχει το ρεκόρ συντομίας με το μυθιστόρημα «Offshore» που είχε κερδίσει το 1979 με 132 σελίδες.
Το βιβλίο κυκλοφόρησε στη Μ. Βρετανία τον Αύγουστο του 2011 και μεταφράζεται ήδη σε πολλές γλώσσες. Από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» θα κυκλοφορήσει στις 21 Νοεμβρίου 2011σε μετάφραση Θωμά Σκάσση.


http://www.vimagazino.gr/culture/article/?aid=425786


Booker prize 2011: Julian Barnes triumphs at last


Julian Barnes finally won the literary prize that has eluded him on three previous occasions when he was tonight presented with the Man Booker prize for his short novel, The Sense of an Ending.
His victory came after one of the most bitter and vituperative run-ups to the prize in living memory - not among the shortlisted writers, but from dismayed and bemused commentators who accused judges of putting populism above genuine quality.
But few of those critics could claim Barnes' novel is not of the highest quality. The chair of this year's judges, former MI5 director general Stella Rimington, said it had "the markings of a classic of English Literature. It is exquisitely written, subtly plotted and reveals new depths with each reading."
Much of the row over the shortlist has stemmed from Rimington's own prioritisation of "readability" in the judging criteria. But tonight, she said quality had always been just as important.
"It is a very readable book, if I may use that word, but readable not only once but twice and even three times," she said. "It is incredibly concentrated. Crammed into this short space is a great deal of information which you don't get out of a first read."
Accepting the prize, Barnes thanked the judges for their wisdom and the sponsors for their cheque. He also offered some advice to publishers: "Those of you who have seen my book, whatever you think of its contents, will probably agree it is a beautiful object. And if the physical book, as we've come to call it, is to resist the challenge of the ebook, it has to look like something worth buying, worth keeping."
Afterwards Barnes admitted a sense of relief at finally winning. "I didn't want to go to my grave and get a Beryl," he said referring to Bainbridge, who was shortlisted five times, never won and received a posthumous Best of Beryl Booker prize.
He said the "readability" row had been "a false hare" to which he had paid little attention, adding: "Most great books are readable. Any shortlist of the last ten years that I've read has contained nothing but what you would call readable books."
Barnes once called the prize "posh bingo" and he said he had not changed his view – it simply depended on who the judges were and what they liked. "The Booker prize has a tendency to drive people a bit mad," he said, not least writers with "hope and lust and greed and expectation" so the best way to stay sane, he said, was by treating it as a lottery until you win "when you realise that the judges are the wisest heads in literary Christendom". Asked what he would spend the £50,000 prize money on he said a new watch strap was first on his list. "I could buy a whole new watch."
The book, at 150 pages, is undoubtedly short, but not the shortest to ever win the prize – that record belongs to Penelope Fitzgerald'sOffshore, which won in 1979 and is shorter by a few hundred words.
The Sense of an Ending, Barnes' 11th novel, explores memory: how fuzzy it can be and how we amend the past to suit our own wellbeing. It tells the story through the apparently insignificant and dull life of arts administrator Tony Webster.
"One of the things that the book does is talk about the human kind," said Rimington. "None of us really knows who we are. We present ourselves in all sorts of ways, but maybe the ways we present ourselves are not how we really are."
Rimington said the question of whether Barnes was overdue to win the £50,000 prize never entered her mind or figured in the debate. "We really were, and I know you find it very boring of me to say so, looking at the books that we had in front of us," she said.
Despite the sometimes hostile reaction to the shortlist, Rimington said she had enjoyed the process of judging. "I've been through many crises at one time or another in which this one pales, I must say. We've been very interested by the discussion. We've followed it sometimes with great glee and amusement. The fact that it has been in the headlines is very gratifying."
It took the judges (Rimington, MP Chris Mullin, author Susan Hill, the Daily Telegraph's head of books Gaby Wood and the former Spectator editor Matthew d'Ancona) just 31 minutes to decide on the winner, after what Rimington called "an interesting debate." They had been divided 3-2 at the beginning of the judging meeting, but were all agreed by the end.
"There was no blood on the carpet, nobody went off in a huff and we all ended up firm friends and happy with the result," she said.
Barnes, 65, had been shortlisted for the prize three times previously; in 1984 with Flaubert's Parrot, when he lost out to Anita Brookner; win 1998 with England, England, losing to Ian McEwan; and with Arthur & Georgein 2005, when he lost to John Banville.
What was particularly striking this year was that Barnes was the only seriously big hitter on the shortlist, and the only author to have been shortlisted previously.
The others on the shortlist were Carol Birch for her much-admiredJamrach's Menagerie, a historical high seas adventure; two Canadian writers - Patrick deWitt for The Sisters Brothers, a picaresque western, and Esi Edugyan for Half Blood Blues, which mixes the raw beauty of jazz and the terror of Nazism; and two debut novels – Stephen Kelman forPigeon English, which tells the story of a Ghanaian boy who turns detective on a south London housing estate; and AD Miller forSnowdrops, a Moscow-set tale of corruption and moral decline.
The shortlist undoubtedly prompted a livelier debate about what makes a great novel with many commentators annoyed by judge Chris Mullin's belief that a book had to "zip along" to be worthy of being considered.Last year's Booker chairman Andrew Motion also weighed in, accusing the judges of creating a "false divde" between what is high end and what is readable, and questioning the absence of authors such as Alan Hollinghurst, Edward St Aubyn and Ali Smith.
The row has also led to a group of writers, publishers and agentsannouncing plans to set up a rival literary prize that would reward the artistic achievement of a writer above 'readability.'
Full details of the Literature Prize have yet to be announced but the agent Andrew Kidd said they felt "a space has opened for a new prize which is unequivocally about excellence." However, not everyone condemned the shortlist. Book sellers, in particular, were happy with a list that resulted in record Booker sales. A spokesman for Waterstones, Jon Howell, called the critical reaction "ungracious sniping" and said Barnes was a worthy winner.
If anyone is upset at the win, it may well be the bookies. William Hill said more than half of all bets had been for Barnes, a 6/4 favourite.


• This article was amended on 19 October 2011. The original described Matthew d'Ancona as editor of the Spectator. This has been corrected to former editor.
http://www.guardian.co.uk/books/2011/oct/18/booker-prize-julian-barnes-wins?newsfeed=true

Δευτέρα, Οκτωβρίου 17, 2011

Steve Jobs (1955-2011)


Ο Θεός είναι νεκρός. Ο θάνατός του έκανε να ξεσπάσει ένα άνευ προηγουμένου κύμα συναισθηματισμού, τόσο στα παραδοσιακά μέσα όσο και τα social media. Όμως, ενώ συμπάσχουμε βέβαια με τους φίλους και την οικογένειά του, είναι αναγκαίες ορισμένες ψύχραιμες κριτικές σκέψεις. Καθώς κατακλυζόμαστε από πρωτοσέλιδες νεκρολογίες και σαχλά λογοπαίγνια όπως «iSad», είναι δύσκολο να μη σκεφτούμε ότι δεν πενθούμε τόσο τον άνθρωπο όσο λατρεύουμε την εικόνα του. Στην εποχή των υλικών ψευδαισθήσεων και των ψεύτικων υποσχέσεων, ο Στηβ Τζομπς ήταν ο Θεός -- έτσι έμοιαζε τουλάχιστον. Γιατί, ακριβώς τη στιγμή που η «μετα-υλική» συνείδηση της γενιάς του μπέιμπι μπουμ άρχισε να έρχεται αντιμέτωπη με τις δικές της σφοδρές εσωτερικές αντιφάσεις, ο Τζομπς ήταν ο άνθρωπος που προσέφερε στα μέλη της αστικής ιντελιγκέντσιας της Δύσης τον τρόπο να συνεχίσουν να καταναλώνουν, διατηρώντας παράλληλα την ψευδαίσθηση ότι παραμένουν χίππηδες. Στην πορεία, ο Τζομπς αναβίβασε τον πανάρχαιο φετιχισμό του εμπορεύματος σε εντελώς νέα επίπεδα. Ακινητοποιημένοι ανάμεσα στις αντικρουόμενες ανάγκες μας για άμεση ικανοποίηση, διαρκή αυτοεπιβεβαίωση και επιπόλαια αυτοπραγμάτωση, αγκαλιάσαμε τον Τζομπς σαν τον Άγιο Πατέρα: τον αόρατο άνθρωπο, τον «θαυματοποιό»: θα ικανοποιούσε όλες τις επιθυμίες μας, επιτρέποντάς μας, την ίδια στιγμή, να μετανοήσουμε για τις αμαρτίες μας. Γιατί το να έχεις ένα iPhone δεν ήταν πλέον ζήτημα χρηστικότητας ή επιβεβαίωσης του κοινωνικού status -- μετατράπηκε σε μια πράξη εξέγερσης. Ενάντια σε τι, κανένας δεν ήξερε. Όμως, το «Σκέψου διαφορετικά» [«Think different», διαφημιστικό σλόγκαν της Apple] ακουγόταν υπέροχο. Δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα αυτής της ειδωλολατρίας από τη νεκρολογία του Economist. Χαρακτηρίζοντάς τον εύστοχα «Ο Μάγος», το περιοδικό, αυτός ο ιδεοτυπικός εκφραστής της ιδεολογίας της ελεύθερης αγοράς, τον ύμνησε ως τον «άνθρωπο που του άρεσε να βλέπει τον εαυτό του σαν χίππυ, μονίμως εξεγερμένο ενάντια στις μεγάλες εταιρείες», ο οποίος όμως «στο τέλος έχαιρε της εκτίμησης πολλών επιχειρηματικών κολοσσών ως ένα από τα πλέον διακεκριμένα ανώτατα στελέχη όλων των εποχών»: «Οι αντιδράσεις που προξένησε ο θάνατός του, με τους ανθρώπους που άφηναν κεριά και λουλούδια έξω από καταστήματα της Apple, το βουητό του διαδικτύου με τα αφιερώματα των πολιτικών αποδεικνύουν ότι ο κ. Τζομπς υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από ένας έξυπνος άνθρωπο που έβγαζε χρήματα. Ξεχώρισε με τρεις τρόπους: σαν πρωτοπόρος της τεχνολογίας, σαν επιχειρηματικός ηγέτης και σαν κάποιος ήταν σε θέση να κάνει τους ανθρώπους να αγαπούν ό,τι προηγουμένως αποτελούσε απρόσωπο, χρηστικό γκάτζετ. Παραδόξως, αυτό το τρίτο χαρακτηριστικό είναι εκείνο που μπορεί να ασκήσει τη βαθύτερη επίδραση στον τρόπο ζωής των ανθρώπων. Η εποχή της προσωπικής τεχνολογίας, από πολλές απόψεις, ξεκίνησε μόλις τώρα». Ως γνήσιο τέκνο της γενιάς του μπέιμπι μπουμ, ο Τζομπς δεν ήταν μόνο ένας λαμπρός καινοτόμος ή πιο επιτυχημένος επιχειρηματίας του κόσμου. Ήταν ένας άνθρωπος της αγοράς. Έχοντας ζήσει τη δεκαετία του 1960, ο Τζομπς συνειδητοποίησε, όσο κανένας άλλος, τη σημασία της αισθητικής για την προοδευτική μετα-υλική μεσαία τάξη της ύστερης καπιταλιστικής κοινωνίας. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη μητέρα μου που, βλέποντας το πρώτο της iPod Nano, αναφώνησε: «Τι σέξι μηχανηματάκι!». Αυτή ήταν η ευφυΐα του Τζομπς. Ναι, ο Τζομπς ήταν επαναστάστης. Με τα λόγια του Καρλ Μαρξ, «η αστική τάξη δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς να επαναστατικοποιεί αδιάκοπα τα εργαλεία παραγωγής, δηλαδή τις σχέσεις παραγωγής, δηλαδή όλες τις κοινωνικές σχέσεις». Το καινοτόμο πνεύμα του Τζομπς και η επιχειρηματική του νοοτροπία τον βοήθησαν να επαναστατικοποιήσει την κοινωνία μας. Ο Γιόζεφ Σούμπετερ έγραφε ότι οι επιχειρηματίες εξαπολύουν «τη θύελλα της δημιουργικής καταστροφής». Η δημιουργική καταστροφή είναι αυτό που ήξερε να κάνει άριστα ο Τζομπς. Στην πορεία, ο Τζομπς κατέληξε να είναι ένας διαμορφωτής της Ιστορίας. Ήταν ένας από τους ελάχιστους, στις τάξεις των επιχειρηματικών ελίτ. που συνετέλεσε στην εξέλιξη των ΗΠΑ σε αυτό που σήμερα --παραπλανητικά-- αποκαλούμε «μεταβιομηχανική» κοινωνία. Αλλά, σε αντίθεση με τους ανθρώπους της Goldman Sachs, το έκανε με στυλ. Η Apple είναι σήμερα η μεγαλύτερη εισηγμένη εταιρεία στον κόσμο. Τι σημαίνει όμως αυτό; Αντιπροσωπεύει πραγματικά μια νέα εποχή στην ανθρώπινη ιστορία; Ή είναι το ίδιο ακριβώς κρασί, σε ελαφρώς πιο φανταχτερό μπουκάλι; Κινείται πραγματικά σε ένα μετα-υλικό, μετα-βιομηχανικό σύμπαν; Ή μήπως αυταπατώμεθα θεωρώντας ότι ο καπιταλισμός έκανε μια σημαντική στροφή προς το καλύτερο, και οι προοδευτικές επιχειρήσεις μάς έχουν ελευθερώσει από τα δεινά του ντικενσιανού βιομηχανισμού; Λοιπόν, ως απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, και ως αντίδοτο σε αυτό το υπέροχο βίντεο όπου ο Στηβ Τζομπς δίνει μια εναρκτήρια ομιλία στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, προτρέποντας τους σπουδαστές να πραγματώσουν τις δυνατότητές τους στη ζωή, πρέπει ίσως να σκεφτούμε τα ακόλουθα -- όλα από τίτλους της Guardian των προηγούμενων χρόνων: Οι κινέζοι εργάτες της Αppleτυγχάνουν «απάνθρωπης μεταχείρισης, σαν μηχανές»: Έρευνα αποδεικνύει τους δρακόντειους κανόνες και τις εξοντωτικές υπερωρίες για την κάλυψη της ζήτησης της Δύσης για iPhones και iPads. Η έκθεση της Apple δείχνει αύξηση της παιδικής εργασίας: Η ετήσια έκθεση της Apple λέει ότι 91 παιδιά εργάστηκαν σε προμηθευτές της το 2010, ενώ 137 εργάτες δηλητηριάστηκαν από ν-εξάνιο. Η Apple ανακηρύχθηκε ως η «λιγότερο πράσινη» τεχνολογική εταιρεία: Η έκθεση της Greenpeace τοποθετεί την Apple στον πάτο της λίστας με τις πράσινες επιχειρήσεις, λόγω της εξάρτησής της από τον άνθρακα στα data centers. Μάνατζερ της Apple αρνείται τις κατηγορίες για δωροδοκία: Ανώτατο στέλεχος δηλώνει ενώπιον αμερικανικού δικαστηρίου αθώος, όσον αφορά τις κατηγορίες για μίζες από ασιάτες προμηθευτές με αντάλλαγμα εμπιστευτικές πληροφορίες. Η Apple ασκεί λογοκρισία, για άλλη μια φορά, στα σαπόρτ φόρουμ των προϊόντων της: Η Apple δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει την κριτική, όταν τα προϊόντα της δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες. *** Όταν τοποθετήσουμε όλο τον άκριτο θαυμασμό για τον Στηβ Τζομπς στο πλαίσιο αυτό, μπορούμε να καταλάβουμε πόσο ο φετιχισμός του εμπορεύματος εξακολουθεί να διαστρέφει τα μυαλά μας. Όπως γράφει ο Μαρξ στο Κεφάλαιο: «Ένα εμπόρευμα [απλά, ένα καταναλωτικό προϊόν] φαίνεται στην πρώτη ματιά σαν ένα αυτονόητο, συνηθισμένο πράγμα. Η ανάλυσή του έβγαλε πως είναι ένα πολύ μπερδεμένο πράγμα, γεμάτο από μεταφυσική λεπτολογία και από θεολογική σοφιστική» [μετ. Γιάννης Σκουριώτης]. Για τον Μαρξ, τα εμπορεύματα, ή αυτά που σήμερα αποκαλούμε «καταναλωτικά αγαθά», προσλαμβάνουν ορισμένες μυστικιστικές ιδιότητες που αποκρύπτουν τις πραγματικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων στην καπιταλιστική κοινωνία. Έτσι, όταν βρισκόμαστε σε ένα iStore, εκείνο που βλέπουμε είναι ένα «σέξι μηχανηματάκι» -- και όχι ένα προϊόν το οποίο δημιουργήθηκε από την εξοντωτική εργασία των παιδιών στην Κίνα που δουλεύουν ογδόντα ώρες τη βδομάδα για ένα δολάριο την ώρα, ενώ δηλητηριάζονται με χημικά και βλέπουν το περιβάλλον γύρω τους να υποβαθμίζεται διαρκώς. Από την άποψη αυτή, τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του Τζομπς απείχαν πολύ από τους υψηλόφρονες στόχους του Wangari Maathai, του νομπελίστα ακτιβιστή που πολέμησε τη φτώχεια, τη διαφθορά και την καταστροφή του περιβάλλοντος, ο οποίος πέθανε σιωπηλά στην Κένυα πριν από δύο εβδομάδες, χωρίς να το αντιληφθεί κανένας βέβαια. Και όμως. Όλα τα μάτια επικεντρώνονται σε έναν άνθρωπο του οποίου το μεγαλύτερο επίτευγμα ήταν απλώς να συνδυάσει την αισθητική και την εξέγερση στην εξαιρετικά επιτυχημένη μάρκα του, διαιωνίζοντας έτσι τον φετιχισμό του εμπορεύματος στην καρδιά της αποκαλούμενης «μετα-υλικής» κοινωνίας μας. Στο θεαματικό σόου του μεταμοντέρνου καπιταλισμού, με κινητήριο άξονα την κατανάλωση, ο Στηβ Τζομπς ήταν ο μάγος. «Ο κύριος Τζομπς», έγραψε ο Economist, «πέρασε όλη τη ζωή του συσκευάζοντας […] τη μαγεία σε κομψά σχεδιασμένα, χρηστικά προϊόντα». Αλλά ας μην ανησυχούν οι φετιχιστές όλου του κόσμου: όπως μας υπενθυμίζει ο Ζίζεκ, «ο φετιχισμός του εμπορεύματος δεν βρίσκεται στο μυαλό μας, στον τρόπο που (παρα)νοούμε την πραγματικότητα, αλλά στην ίδια την κοινωνική μας πραγματικότητα». Αυτή η πραγματικότητα θα επιβιώσει και μετά τον Στηβ Τζομπς. «Ο μύθος της Apple», σύμφωνα με το Associated Press, «μπορεί να μεγαλώσει με το θάνατο το Στηβ Τζομπς». Ίσως, εν τέλει, ο Στηβ Τζομπς να μην ήταν πραγματικά ο Θεός. Ήταν μονάχα ένας θνητός άνθρωπος; Ένας βασιλιάς, ίσως, ανάμεσα σε πολλούς άλλους; Σε μια τέτοια περίπτωση, το συμπέρασμα θα ήταν λυπηρό, αλλά απλό: Ο βασιλιάς πέθανε -- Ζήτω ο βασιλιάς!


 Ο Jérôme E. Roos είναι συγγραφέας, ακτιβιστής και οικονομολόγος, ερευνητής στο Breakthrough Institute και εκδότης του Breakthrough Europe.


Mετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης 
http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=645469



Το αγγλικό κείμενο


iDolatry — obituary for a a capitalist revolutionary
By Jérôme E. Roos On October 7, 2011


God is dead. His passing has unleashed an unprecedented outpouring of sentimentalism in the mainstream and social media alike. But while we obviously feel sorrow for his friends and family, some modest critical reflection seems to be in place. Swamped by front-page obituaries and corny status updates, like “iSad”, it is difficult to fend off the impression that we are not so much mourning a man as worshiping an icon.
In an age of material delusions and false promises, Steve Jobs, it seems, was God. For right at the time when the “post-material” consciousness of the baby-boomer generation started to run headlong into its own internal contradictions, he was the man who offered the bourgeois intelligentsia of the West a way to keep consuming while still being able to hold on to the illusion of being a hippie. In the process, Jobs took our age-old commodity fetish to a whole new level.
Stuck between our contradictory needs for immediate gratification, constant self-affirmation and superficial self-actualization, we embraced Jobs like the Holy Father: the invisible man who “made stuff”. He would satisfy all our desires while allowing us to repent for our sins at the same time. For wielding an iPhone was no longer just a matter of utility or an affirmation of status — it became an act of rebellion. Against what, nobody knew. But “thinking different” felt great.
No obituary better exemplified this idolatry than the one in the Economist. Aptly branding him “The Magician”, the paragon of free-market ideology celebrated Jobs as a “man who liked to see himself as a hippie, permanently in revolt against big companies,” but who “ended up being hailed by many of those corporate giants as one of the greatest chief executives of all time.” It wryly concluded that “the revolution that Steve Jobs led is only just beginning.”
The reaction to his death, with people leaving candles and flowers outside Apple stores and the internet humming with tributes from politicians, is proof that Mr Jobs had become something much more significant than just a clever money-maker. He stood out in three ways—as a technologist, as a corporate leader and as somebody who was able to make people love what had previously been impersonal, functional gadgets. Strangely, it is this last quality that may have the deepest effect on the way people live. The era of personal technology is in many ways just beginning.
As a quintessential baby-boomer, Jobs was not just a brilliant innovator or the world’s most successful entrepreneur. He was a marketer. Having lived through the 1960s, Jobs realized like no other the importance of aesthetics for the progressive post-material middle class in late capitalist society. I will never forget how my mother, upon seeing her first iPod Nano, embarrassingly exclaimed “what a sexy little machine!”. Jobs was brilliant like that.
So, yes, Steve Jobs was a revolutionary. As Karl Marx put it, “The bourgeoisie cannot exist without constantly revolutionizing the instruments of production, and thereby the relations of production, and with them the whole relations of society.” Jobs’ innovative spirit and entrepreneurial mindset helped to revolutionize our society. Joseph Schumpeter wrote that entrepreneurs unleash the “gale of creative destruction”. Creative destruction is what Jobs did best.
In the process, Jobs ended up shaping history. He was one of a handful of corporate elites who helped propel the US into what we now (misleadingly) call a “post-industrial” society. But unlike the men at Goldman Sachs, he did it with flair. At a time that Western capitalism moved away from physical production and towards a financialized knowledge economy, Jobs took the reigns at Apple to navigate it to the commanding heights of the global economy.
Apple is now the biggest publicly traded company in the world. But what does this mean? Is Apple really representative of a new era in human history? Or is it just the same wine in a slightly fancier bottle? Does Apple really hover in some kind of post-material, post-industrial universe? Or are we deluding ourselves into thinking that capitalism took a major turn for the better, and progressive business has set us free from the scourges of Dickensian industrialism?
Well, as an answer to that question, and as an antidote to that wonderful video of Steve Jobs giving a commencement speech at Stanford University, urging students to actualize their potential in life, perhaps we should consider the following — all taken from headlines in Guardian over the past year or so:
§ Apple’s Chinese workers treated ‘inhumanely, like machines’
Investigation finds evidence of draconian rules and excessive overtime to meet western demand for iPhones and iPads
§ Apple report reveals child labour increase
Apple’s annual report says 91 children worked at its suppliers in 2010, and 137 workers were poisoned by n-hexane
§ Apple named ‘least green’ tech company
Greenpeace report puts Apple at bottom of green league table due to reliance on coal at data centres
§ Apple manager denies bribery charge
Executive pleads not guilty in US court to charges that he took bribes from Asian suppliers in return for inside information
§ Apple censorship at issue on its support forums, again
Apple seems to have problems coping with criticism when its products don’t live up to expectations
§ Apple denies iPhone tracking claims
Apple says it has never tracked the locations of iPhones and iPads, but admits a software fault means data is still sent to the company
§ Lies, damn lies, and Steve Jobs keynotes
The iPhone has been a huge success, so why does Apple need to make it look even better?
Once we see all the uncritical admiration of Steve Jobs in this context, it becomes obvious to what extent our minds are still perverted by the commodity fetish. As Marx put it in Capital, ”A commodity [simply a consumer product] appears at first sight an extremely obvious, trivial thing. But its analysis brings out that it is a very strange thing, abounding in metaphysical subtleties and theological niceties.” David Harvey explained the phenomenon as follows:
The advent of a money economy, Marx argues, dissolves the bonds and relations that make up ‘traditional’ communities so that ‘money becomes the real community’. We move from a social condition, in which we depend directly on those we know personally, to one in which we depend on impersonal and objective relations with others. […] Money and market exchange draws a veil over, ‘masks’ social relationships between things. This condition Marx calls ‘the fetishism of commodities’.
For Marx, commodities, or what we now call consumer goods, are given certain mystical qualities that obscure the real relations between different people in capitalist society. So when we walk into an iStore, what we see is a “sexy little machine” — not a product that was created by the the toiling labor of Chinese children working 80 hours a week for $1 per hour while being poisoned with chemicals and seeing their environment deteriorate around them.
In this respect, Jobs’ greatest achievement in life was nothing like the lofty goals of Wangari Maathai, the Nobel Prize-winning activist who fought poverty, corruption and environmental degradation and who silently died in Kenya two weeks ago, apparently without anyone noticing. No. All eyes are focused on a man whose greatest achievement in life was simply to bring aesthetics and rebellion to the forefront of his highly successful brand, thereby perpetuating the commodity fetish at the heart of our so-called post-material society.
In the consumption-driven circus sideshow of postmodern capitalism, Steve Jobs was the magician. “Mr Jobs,” the Economist wrote, “spent his life packaging … magic into elegantly designed, easy-to-use products.” But to all the fetishists out there: have no fear, for Žižek reminds us that “commodity fetishism is not located in our mind, in the way we (mis)perceive reality, but in our social reality itself.” This reality will outlive Steve Jobs. Indeed, “Apple’s mystique,” according to the Associated Press, “may grow with Steve Jobs’ death.”
So perhaps Steve Jobs was not really God in the end. Is it possible that he was just a mortal human being? A King, maybe, one in a line of many? In that case, the conclusion would be sad but simple. The King is dead — long live the King.
Steve Jobs (1955-2011), founder and long-time CEO of Apple, Inc., passed away today at the age of 56. He is survived by a net worth of $8.3 billion and the largest publicly traded company in the world. May he rest in peace.
iDolatry — obituary for a capitalist revolutionary
http://roarmag.org/2011/10/steve-jobs-obituary-for-a-capitalist-revolutionary/

Παρασκευή, Οκτωβρίου 14, 2011

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΧΩΡΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

Δυσκολεύομαι στο γράψιμο. Δεν μπορεί να τα έχεις όλα σ'αυτή τη ζωή!

Δευτέρα, Οκτωβρίου 10, 2011

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ

Θα τους αντιμετωπίσω και σήμερα τους μαλάκες! Πίνοντας vodka, ακούγοντας Doors και Verdi, σφουγγαρίζοντας, βλέποντας «Nader and Simin, A seperation», πλένοντας τα χάπια  με το σάλιο μου, διαβάζοντας Saul Bellow, γράφοντας αυτό που θα διαβάζετε αύριο, ξυρίζοντας τ’αρχίδια μου, σιδερώνοντας το πορτοκαλί μου πουκάμισο, πετώντας στα σκουπίδια τον «Τροπικό του Καρκίνου», αφήνοντας τον εαυτό μου να πετάξει με το υποβρύχιο τρένο των ονείρων μου.

Σάββατο, Οκτωβρίου 08, 2011

Τετάρτη, Οκτωβρίου 05, 2011

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Έπρεπε να το είχα καταλάβει. Η πραγματικότητα χρειάζεται, τουλάχιστον, δύο ανθρώπους για να την επιβεβαιώσουν.

Τετάρτη βράδυ 05.10.2011

Τρίτη, Οκτωβρίου 04, 2011

Σάββατο, Οκτωβρίου 01, 2011

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 26, 2011

Η ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ


-Παρακαλώ, ποιος είναι;
-Έλα, εγώ.
-Α, από που τηλεφωνείς;
-Από το σπίτι.
-Ποιο σπίτι; Το μεταβλητό;
-Ναι, από δω. Από πού ήθελες να τηλεφωνώ;
-Πως βρέθηκες εκεί;
-Ήρθα να πάρω μερικά  ρούχα.
- Που θα πας μετά;
-Δεν ξέρω, θα περάσω από τον κήπο και μετά θα πάω σπίτι.
-Δεν είπαμε ότι δεν πρέπει να πας εκεί;
-Από πού εννοείς;
- Από τον κήπο, βλάκα.
-Σε παρακαλώ, μην με λες βλάκα.
-Καλά.
- Θα μείνω λίγο, θα είναι και η γάτα.
-Τόσο το χειρότερο
-Γιατί το λες αυτό;
-Ίσως είναι  η ίδια που δεν σε άφησε χθες να κοιμηθείς.
- Εσύ που το ξέρεις;
- Δεν κυκλοφορούν άλλες γάτες στην περιοχή, μετά από αυτό που συνέβη.
- Έχεις δίκιο θα προσέχω.
- Τώρα μπορείς να μου επαναλάβεις, ακριβώς, τι συνέβη χθες βράδυ;
- Προσπαθούσε να μου ανοίξει την ψυχή.
-Ποια ψυχή, αφού εσύ λες ότι δεν υπάρχει ψυχή.
- Ναι, αλλά αυτή προσπαθούσε. Άνοιγε με τα νύχια της την ψυχή μου, έχωνε το κεφάλι μέσα και ρουφούσε ή έγλειφε, δεν ξέρω ακριβώς τι έκανε.
-Εσύ την είδες;
-Ποια;
- Την ψυχή σου.
- Ναι…,όχι, την έκρυβε το κεφάλι της.
-Πως ξέρεις ότι ήταν η ψυχή σου;
- Το καταλάβαινα.
-Από τι;
-Από τον τρόμο
-Μετά;
-Τι μετά;
-Τι έγινε;
-Τίποτα.
-Μόνο αυτό είδες;
-Ναι, αλλά γιατί ρωτάς.
-Μήπως η γάτα κούτσαινε;
-Κούτσαινε;
-Ναι.
-Δεν είδα τίποτα άλλο.
-Συνάντησα μια γάτα. Το παράξενο ήταν ότι κούτσαινε κι αυτή. Δεν είναι συνηθισμένο να βλέπεις μια γάτα να κουτσαίνει, εκτός της «Καρουζέλ».
-Ναι, αλλά γιατί το αναφέρεις;
-Μήπως ήταν η ίδια.
-Αυτή που είδα στο όνειρό μου;
-Ναι, καθόλου παράξενο.
-Που, πότε την είδες;
-Δεν θυμάμαι, αλλά είμαι σίγουρος ότι την είδα προχθές.
-Θυμήσου.
-Περίμενε να συγκεντρωθώ.
-Μα δεν μπορείς να θυμηθείς που ήσουν προχθές;
-Θυμάμαι αλλά…Έφυγα από το σπίτι γύρω στις έξη το απόγευμα.
-Ποιο σπίτι; Το μεταβλητό;
-Ναι, πέρασα από το «Ρόδινο αστέρι», ήπια μια βότκα, μετά πέρασα από την «Άφιξη». Εκεί είδα τον «Κίτρινο καφετζή». Να σε κεράσω κάτι, με ρώτησε, εκείνος έπινε ice tea. Θα πιω μια βότκα, του λέω. Μιλήσαμε για την απόπειρα του «Γλυκού θανάτου», εγώ ξέρεις ότι είμαι αντίθετος με τέτοιες αποφάσεις, στην ουσία συμφωνούσε και ο «Κίτρινος καφετζής». Ήπια τη βότκα, τον ευχαρίστησα και έφυγα. Πρέπει να ήταν γύρω στις επτάμιση όταν έφυγα από την «Άφιξη».
-Μετά;
-Όταν βγήκα ψιλόβρεχε, αλλά δεν προσπάθησα να προφυλαχθώ. Μου αρέσει να βαδίζω στη βροχή. Ανέβηκα την Ηρώων Πολυτεχνείου, και πριν μπω στην οδό Ηρώων Εθνικής Αντίστασης, είδα τη γάτα που κούτσαινε. Μια γάτα που κουτσαίνει μέσα στη βροχή. Δεν είναι από τα πράγματα που σου συμβαίνουν συχνά. Φαινόταν ότι ήξερε που πήγαινε. Ή εγώ γνώριζα που πήγαινε.
-Ξέρεις την ιστορία του;
-Ποιανού του κήπου;
-Όχι, ο κήπος είναι ο συνηθισμένος κήπος, ενός συνηθισμένου σπιτιού.
-Αλλά;
- Της γάτας.
-Την  ξέρω. Νομίζω ότι την ξέρω, δηλαδή. Γι’αυτά τα πράγματα μην είσαι ποτέ σίγουρος. Δεν την άκουσα από κάποιον συγκεκριμένα, αλλά από διαφορετικές αφηγήσεις που συγκλίνουν σ’ένα πράγμα. Ότι ήταν ο αγαπημένη γάτα του «Θαυμαστή», ενός μοναχικού ανθρώπου που ζούσε στο διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, της οδού Ηρώων Ελληνικής Επανάστασης. Ζούσε μόνος του, μετά το θάνατο της γυναίκας του, πριν δέκα χρόνια. Λένε ότι έχει παιδιά, αλλά κανείς δεν τα έχει δει μέχρι τώρα. Μετά το θάνατο της γυναίκας του, πήρε ένα γάτο για συντροφιά. Μα εκείνος μια μέρα έφυγε και δεν ξαναγύρισε. Πήδησε από το μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου, όπου είχε βγει για να δει τη βροχή. Ο «Θαυμαστής» άρχισε να τον ψάχνει στους δρόμους, πρωί και βράδυ, με τις αγαπημένες λιχουδιές στα χέρια, μήπως τον κάνει να φανεί από κάποιο στενό, αλλά μάταια. Απογοητευμένος άφησε να περάσουν μερικοί μήνες, και πήρε μια γάτα, με λευκό χρώμα, πρασινογάλαζα μάτια και κοντό τρίχωμα. Την λάτρεψε αυτή τη γάτα, δεν την άφηνε να βγει στο μπαλκόνι, ειδικά όταν έβρεχε. Η «Καρουζέλ», έτσι την ονόμασε, περνούσε ζωή χαρισάμενη, με τα χάδια της, τη ζεστασιά της, την πανάκριβη τροφή της.
Μια μέρα, η «Καρουζέλ» ενώ βρισκόταν στην αγκαλιά του «Θαυμαστή», και απολάμβανε τα χάδια του, τέντωσε το κορμί της, ξέφυγε από τα χέρια του προστάτη της, και με μια αστραπιαία κίνηση, αλα Μπουφόν, του έβγαλε το μάτι, σα να είχε δει μέσα του την αφίσα του Μπουντραγκένιο ή του Τσώρτσιλ, δεν θυμάμαι καλά. Το μόνο που κατάφερε ο «Θαυμαστής» ήταν να χώσει το μαχαίρι, που πάντα κρατούσε πάνω του, στο αμαρτωλό χέρι της «Καρουζέλ», όχι εκείνο που του έβγαλε το μάτι, αλλά το άλλο, που χρησιμοποίησε για να στηριχθεί, ώστε να πραγματοποιήσει με επιτυχία την ανοίκεια πράξη της.
Από τότε η «Καρουζέλ» περιφέρεται αδέσποτη στον κήπο, όπως αρμόζει σε μια γάτα με λαβωμένο χέρι, με τη φήμη του εξολοθρευτή, ο δε «Θαυμαστής», μονόφθαλμος πια, σε μια πράξη απελπισίας εξόντωσε όλες τις γάτες της ευρύτερης περιοχής, αρσενικές και θηλυκές, αλλά απέτυχε να εντοπίσει τα ίχνη της «Καρουσέλ».
-Γιατί δεν πηγαίνει στον κήπο να την βρει. Όλοι ξέρουν ότι ζει εκεί.
- Ο «Θαυμαστής» αποφεύγει τον κήπο,
-Γιατί;
- Για έναν ανεξήγητο λόγο που δεν εξηγεί σε κανέναν. Ίσως, ούτε ο ίδιος γνωρίζει. Το μόνο που κατάφεραν να του αποσπάσουν, είναι ότι νοιώθει αδύναμος όταν βρίσκεται εκεί. Οι δυνάμεις του τον εγκαταλείπουν, αυτό μόνο είπε.
-Ίσως φταίει το υψόμετρο.
-Συμβαίνουν πράγματα που εξηγούνται, και άλλα που δεν εξηγούνται.
-Το «Θαυμαστής» από πού βγαίνει;
-Θαύμαζε τη σελήνη όταν αρτίως ανέτειλε δρεπανοειδής.
-Παπαδιαμάντης!
-Λες να είναι η ίδια που είδες να τρώει την ψυχή σου;
-Δεν ξέρω, είπες ότι είναι λευκή και κουτσαίνει. Το μόνο που είδα ήταν να χώνει το πρόσωπό της στην ψυχή μου. Την έβλεπα από μια θέση σαν να ήμουν όρθιος, λίγο πιο ψηλά από το ύψος μου, σαν να είχα ανασηκωθεί από το έδαφος, ή να είχα ψηλώσει αρκετά, ενώ ταυτόχρονα ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι και προσπαθούσα να τη διώξω με τα χέρια μου.
-Να προσέχεις, αν την ξαναδείς, τηλεφώνησέ μου. Κάτι μπορώ να κάνω.
-Σαν τι;
-Αυτό δεν είναι δικιά σου δουλειά.