Τρίτη, Δεκεμβρίου 04, 2018

MAMA LOOK


( Δύο τρία πράγματα που ξέρω γι'αυτόν)

Ο Mama Look δεν βάζει τόνους όταν μιλάει• αντίθετα όταν σκέφτεται χρησιμοποιεί το πολυτονικό σύστημα.


Τις ελεύθερες ώρες του ζωγραφίζει πατσάδες και ποδαράκια, σε αναρίθμητες παραλλαγές.

Ο Mama Look δεν διστάζει να προκαλεί, αποκαλώντας το τσίου τσίου-απ’όπου κι αν προέρχεται- σολομώντεια λύση.

Τρώει όλο το φαγητό του. Ποτέ δεν άφήνει υπολείμματα φαγητού στο πιάτο του. 
Πριν αρχίσει να τρώει λέει: “Σήμερα δεν πεινάω καθόλου».

Του αρέσει περισσότερο η Μαντελένια από τη Μανταλένα

Όταν συναντάει στο δρόμο μαστροχαλαστές, εξτρατζήδες και σταχομαζώχτρες δεν τους χαιρετάει.

Πίνει βιταμίνη Χ, εμπιστευόμενος τους απατεώνες του διαδικτύου, για να γίνει διάφανος.

Παρευρέθηκε, ταυτόχρονα, σε δύο αρραβώνες, Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου του 98. Της Μίκας και του Γιάννη, της Τζένιφερ και του Λουκά, στην Αμφιλοχία και Δερβένι αντίστοιχα.

Κολυμπάει σε θάλασσες που ζουν μόνο γκριζόφριδα και γουρλομάτηδες.

Τρομοκρατεί τις μύγες στο δωμάτιό του, πλησιάζοντας προσεχτικά από πίσω τους, σκύβει προσεχτικά πάνω τους, και βγάζει μια κραυγή που μοιάζει με του χαμαιλέοντα του Αρκάνσας.

Αντιμετωπίζει τη δυσπιστία του κόσμου στο πρόσωπό του, πυροδοτώντας ένα αυτοσχέδιο μηχανισμό λεκτικών εκφράσεων, που τρέπει σε φυγή τους επικριτές του.

Τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του, πάσχοντας από άνοια, δεν θυμόταν τον τρόπο να στέκεται όρθιος, περνώντας όλο το διάστημα, μέχρι το θάνατό του, σε αναπηρική πολυθρόνα.
"Standing Figure"
Nathan Oliveira

Date: 1970

Κυριακή, Νοεμβρίου 25, 2018

Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΩΝ ΖΩΩΝ


Ο "Παράδεισος των ζώων" του Ντέιβιντ Τζέιμς Ποϊσάντ είναι ένα υπέροχο βιβλίο που συνεχίζει τον μοναχικό του δρόμο, ανάμεσα σε άλλα βιβλία που κυκλοφορούν, χρισμένα σε αριστουργήματα και μέγκλες από τους πανταχού παρόντες γραμμματολογούντες, κυρίως του διαδικτύου•ένα βιβλίο που μιλάει για τη μοναξιά, την απώλεια, τον θάνατο, τον έρωτα, τις διαψεύσεις, την ενοχή, τη μνήμη, την προδοσία, την αρρώστια ψυχική και σωματική, τον χωρισμό, τη γεωμετρία της απελπισίας. Αυτά τα αιώνια, ιδρυτικά θέματα, που κατοικοεδρεύουν στην άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής, επανέρχονται διαρκώς στον αφηγηματικό λόγο,ελπίζοντας ότι με τη λογοτεχνική επαναδιατύπωσή τους οι συγγραφείς θα δοκιμάσουν ξανά να ορίσουν τα όρια της ανθρώπινης ματαιότητας, υπενθυμίζοντας το ανεκπλήρωτο σχέδιο της ψυχικής αρχιτεκτονικής.
Ένα ταξίδι μνήμης, εξιλέωσης και συγχώρεσης, στο οποίο συναντάμε τον άνθρωπο-σαύρα, αλιγάτορες που μεταφέρονται στην καρότσα ενός φορτηγού για να βρεθούν στη λίμνη ενός γηπέδου γκολφ, την ακρωτηριασμένη κοπέλα με τη μύτη σαν φιστίκι, με τον ώμο στο σημείο που μπαίνει το ψεύτικο μπράτσο της να είναι ένας κόμπος σάρκα, σαν γλειμμένο χωνάκι παγωτό, τον Άρον, το πληγωμένο πουλί, που του αρέσουν το μέλι και τα αχλάδια, που πεθαίνει ηθελημένα τσιμπημένος από μέλισσες, παιδιά με υψηλό δείκτη IQ που δεν ξέρουν πώς να τα διαχειριστούν οι γονείς τους. Συναντάμε βίσονες, λύκους που μοιάζουν με ανθρώπους να μπαίνουν στην κουζίνα των σπιτιών, να συνομιλούν με τους ιδιοκτήτες, να πίνουν στιγμιαίο καφέ γιατί τους αρέσει, και όταν φεύγουν φοράνε στα πόδια τους μοκασίνια, ελάφια στις αυλές, σκυλιά με μύτη πρεζάκια που τα λένε Τζέιμς Ντιν και πεθαίνουν με ευθανασία, μωρά που δεν πηδούν σκοινάκι, που δεν υπερίπτανται, δεν μπορούν να στήσουν στη σειρά ντόμινο στον πάγκο της κουζίνας, απλώς λάμπουν. Διαβάζουμε για πρωινά που είναι σαν πορτοκάλι ξεφλουδισμένο και κλεισμένο σφιχτά σε μια γροθιά, για ψάρια-παράσιτα που μπαίνουν μέσα στους ανθρώπους και μπορούν να τους φάνε την ουρήθρα, όπως συνέβη στον Τόμπι.
Πάντα θα βρίσκονται οι ευκαιρίες να διαβάσουμε κάτι καλό. Ακόμη κι από που δεν το περιμένουμε.

"Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΩΝ ΖΩΩΝ"
ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΤΖΕΪΜΣ ΠΟΪΣΑΝΤ
Μετάφραση ΟΛΙΑ ΛΑΓΟΥΔΑΚΟΥ
Εκδόσεις "opera"

Παρασκευή, Νοεμβρίου 23, 2018

Η ΞΑΝΘΟΜΕΛΕΤΗΜΕΝΗ(ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΧΗ)


Η ΞΑΝΘΟΜΕΛΕΤΗΜΕΝΗ

- Ξανθομελέτα κι έρχεται, μου λέει.
- Αλήθεια;
- Τότε για ποιο λόγο βρίσκεσαι εδώ;
- Έχεις δίκιο.
Ξανθομελέτησα• είδα την ξανθομελετημένη να έρχεται, με τους οφθαλμούς μου ευγενικώς προσηλωμένους στην αρμονία της θελκτικότητος που δεν δύει ποτέ. Όταν με πλησίασε την άγγιξα για να διαπιστώσω αν ήταν υπαρκτή. Το χέρι μου, στο σημείο επαφής, πήρε ένα ξανθό χρώμα.
-Πήγαινε• η πίστη σου σε έσωσε, είπε, τοποθετώντας τους ξανθοβαφείς δαχτύλους της επί της κεκλιμένης κεφαλής μου.
Έφυγα ξανθοσημαδεμένος, αλλά θεραπευμένος.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΧΗ

Τετάρτη, Νοεμβρίου 21, 2018

"ΞΑΦΝΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ" ALVARO ENRIGUE


Υπάρχουν κάποια λογοτεχνικά βιβλία που η ανάγνωσή τους είναι μια έκπληξη, σαν να βυθίζονται στο μυαλό σου τα νύχια μιας πεταλούδας. Αυτή η απροσδόκητη συνάντηση εύχεσαι και το πραγματοποιείς ταυτόχρονα, να είναι μια διαρκής αναζήτηση καύσιμης ύλης μέσα στις λέξεις, ώστε αυτό το αφηγηματικό ταξίδι των αναγνωστικών απολαύσεων να παραμείνει όσο το δυνατόν παρόν, πραγματοποιώντας επαναληπτικές διαδρομές, επιστροφές στην αφετηρία, ένα ατέρμονο πήγαινε-έλα, που θα ξορκίσει το αναπόφευκτο τέλος• τότε που ο κόσμος θα γίνει ξανά πραγματικότητα και ο ορισμός σου θα είναι αυτό που θα αντιλαμβάνονται όλοι τώρα πια.
Γι’αυτό το λόγο έγραψα αυτά τα λόγια στο περιοδικό, λόγια που τα περισσότερα δεν είναι δικά μου, αλλά είναι μια μοναχική κατεβασιά συναισθήματος σε "παφλάζουσαν έξαρσιν."

Περιοδικό "Φρέαρ "


Κυριακή, Νοεμβρίου 18, 2018

ΤΟ ΦΥΛΑΧΤΟ


ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ "ΞΑΦΝΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ" ΤΟΥ ALVARO ENRIGUE

Η Καταλίνα Ενρίκεθ δε Ριμπέρα ι Κορτές, η πρωτότοκη κόρη της Χουάνα Κορτές  και του Δούκα του Αλκαλά και εγγονή του κονκισταδόρ, στα δεκαέξι της παντρεύεται τον Πέδρο Τέγεθ Χιρόν, μαρκήσιο του Πενιαφέλ, μελλοντικό δούκα της Οσούνα, μελλοντικό προασπιστή της Οστάνδης, μελλοντικό αντιβασιλέα της Νάπολης, και των Δύο Σικελιών, μελλοντικό πειρατή της Αδριατικής θάλασσας, μελλοντικό αφεντικό, σύντροφο στα γλέντια και αδελφό στα μπουρδέλα, του Φρανθίσκο δε Κεβέδο.
Την παραμονή της έναρξης των εορτασμών για το γάμο, η Χουάνα Κορτές, κόρη του Ερνάν Κορτές, φωνάζει τον δούκα και του δίνει ένα σκούρο ματ αντικείμενο, σαν σπουργιτάκι, που αποτελούσε την κορνίζα μιας δυσδιάκριτης, λόγω φθοράς μορφής. 
-Είναι το φυλαχτό του Κορτές, το δώρο σου. Είναι φτιαγμένο με τα μαλλιά που έκοψαν από τον αυτοκράτορα Κουαουτέμοκ μετά τη δολοφονία του από τον Κορτές. Φόρεσέ το για να σε φυλάει,  του λέει.
Είναι αυτό που είχε πλέξει με τα μαλλιά του τελευταίου αυτοκράτορα των Αζτέκων η Μαλίντσε, η οποία το δίνει στον κονκισταδόρ σε μια επίσκεψη αβροφροσύνης μετά το χωρισμό τους, ορκισμένοι εχθροί πλέον, στην Πόλη του Μεξικού, την Ορισάμπα.
Ο δούκας το παίρνει και το  δείχνει στην Καταλίνα. 
-Τι είναι; ρωτάει την αρραβωνιαστικιά του.
-Μια Παναγία από την Εξτρεμαδούρα, η Παρθένος της Γουαδαλούπης, του το φτιάξαν οι Ινδιάνοι, αν το βάλεις δίπλα σε ένα κερί, αρχίζει να λάμπει. 
Ο δούκας το πλησιάζει σε ένα καντηλέρι, και αναγνωρίζει αμέσως τη μορφή μιας Παρθένου με μπλε πέπλο, περιτριγυρισμένης από αστέρια. Ο δούκας βάζει το φυλαχτό κάτω από το πουκάμισό του.

Δεύτερο σετ, πρώτο γκέιμ
Με δύο τρομερά χτυπήματα ο καλλιτέχνης παίρνει το γκέιμ δίχως να χάσει πόντο. Παίζει τόσο ωραία, ήταν άψογος, σχεδόν τέλειος.
-Παίζει θεϊκά, λέει ο Ισπανός στον μάρτυρά του στο διάλειμμα.
Ο δούκας βγάζει από το πουκάμισό του ένα φυλαχτό που είχε κρεμασμένο στο λαιμό.
Το περνάει στο λαιμό του προστατευόμενού του.
-Φέρνει τύχη.  Είναι μια μεξικανή Παρθένος, ιδιαίτερα θαυματουργή, του λέει.
Την τελευταία ημέρα της Αποκριάς του 1525, μετά από 1303 νύχτες βασανιστηρίων, ένας Ινδιάνος ονόματι Κριστόμπαλ Μεξικαλτσίνγκο, μπαίνει στο αυτοσχέδιο κελί του Κουαουτέμοκ και οδηγεί τον αυτοκράτορα ενώπιον του Κορτές.  Το ίδιο πρωί ο αυτοκράτορας εκτελείται δια στραγγαλισμού. Ο Κορτές ζητάει από τον Ινδιάνο Κριστόμπαλ Μεξικαλτσίνγκο, πριν να κόψει το αυτοκρατορικό κεφάλι, να του κόψει τα μαλλιά. 
-Τα μαζεύεις και τα πηγαίνεις στη δόνια Μαρίνα- που δεν είναι άλλη από την Μαλινάλι Τενέμπαλ ή Μαλίτσιν,  πριγκίπισσα των Μάγια, σεξουαλικό αντικείμενο του Κουαουτέμοκ, πριγκίπισσας της Παϊνάλα και εταίρας ενός τοπικού φύλαρχου στο Πατοντσάν, που έγινε διερμηνέας του Ερνάν Κορτές και δεύτερη γυναίκα του, της οποίας εκείνος της άλλαξε το όνομα σε Μαλίντσε και αργότερα σε δόνα Μαρίνα, όταν βαπτίστηκε στους θάμνους με το χριστιανικό της όνομα), η μοναδική γυναίκα που μπορούσε να ασκεί πολιτική και ταυτόχρονα να μαλακίζεται, και της λες να μου πλέξει μ’αυτά ένα φυλαχτό για να με προστατεύουν ο Θεός μου, η Παρθένος μου και τα δαιμόνια του Γκουατεμόσιν.



Μετάφραση 
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Εκδόσεις "αλεξάνδρεια


Παρασκευή, Νοεμβρίου 16, 2018

Η ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ



ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ "ΞΑΦΝΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ" ΤΟΥ ALVARO ENRIGUE

 2ον

4  Οκτωβρίου του 1599 δεν έχουμε στοιχεία ότι ο Κεβέδο βρισκόταν στη Ρώμη, αλλά δεν γνωρίζουμε να βρισκόταν και σε οποιοδήποτε άλλο μέρος. Σύμφωνα με την  πιο διαδεδομένη θεωρία  ο Κεβέδο δεν βρίσκεται στην επίσημη τελετή απονομής πτυχίων στη Σχολή Καλών Τεχνών του Αλκαλά δε Ενάρες, που έπρεπε να βρισκόταν. Έχει τραπεί σε φυγή, λόγω μιας δολοφονίας που δεν εξιχνιάστηκε ποτέ, και την οποία είχε διαπράξει με τον φίλο του και προστάτη Πέδρο Τέγεθ Χιρόν, δούκα της Οσούνα και μαρκήσιου του Πανιαφέλ.
Ο Πέδρο Χιρόν βαρυμένος με τρεις δικαστικές διώξεις το φθινόπωρο του 1599, συναντάει στη Σεβίλη τον Κεβέδο, και από κει πολύ πιθανό να πήγαν στη νότια Ιταλία. Υπό την προστασία του αντιβασιλέα της Νάπολης, μάλλον ταξιδεύουν σε όλη την Ιταλία.

Ο Καραβάτζο, την εποχή εκείνη, γνωρίζουμε ότι δουλεύει στο εργαστήριο του Αντιβεντούτο Γκραμάτικα, ζωγραφίζοντας γιγάντιες κεφαλές με τη σέσουλα. Από τον Τζούλιο Μαντσίνι μαθαίνουμε ότι ο Καραβάτζο έφτασε στη Ρώμη το 1592, στα είκοσι τρία του. Τον Μάρτιο του 1595, ο Καρδινάλιος Φρανθίσκο δελ Μόντε αγοράζει δύο πίνακες του νεαρού καλλιτέχνη, τους «Χαρτοκλέφτες» και τη «Χειρομάντισα» , τα τοποθετεί στο ξακουστό σαλόνι στο Παλάτσο Μαντάμα, και βάζει τον Καραβάτζο να ζήσει μαζί με τους υπηρέτες του Παλάτσο, προκειμένου  να του ζωγραφίζει πίνακες κατά παραγγελία.Αυτή είναι η στιγμή που ο Καραβάτζο μετακινήθηκε στην πλευρά του γηπέδου που είχε το σερβίς.

Είπαμε ότι ο αγώνας είναι μια θυσία, μια μονομαχία με ρακέτες. Αλλά για ποιο λόγο προκαλείται αυτή η μονομαχία; 

Το προηγούμενο βράδυ του αγώνα, 3 Οκτώβρη 1599, οι δυο παρέες, του Κεβέδο και του Καραβάτζο, ενώθηκαν στην ταβέρνα της Αρκούδας. Μετά από τρία βαρετά ποτηράκια γκράπα ο ποιητής και ο καλλιτέχνης γίνονται φίλοι. Η οικειότητα τους είναι τέτοια ώστε ο Λομβαρδός διηγείται ιστορίες στο αυτί του Ισπανού. Η γκράπα ρέει διαρκώς άφθονη. Κάποια στιγμή βγαίνουν κι οι δύο έξω για να κατουρήσουν, στο σεβάσμιο λιθόστρωτο της Βία δελ Όρσο. Ο capo του προτείνει να πάνε στο ποτάμι· το ποτάμι τα θεραπεύει όλα. Ο ποιητής στηριγμένος στον ώμο του καινούργιου φίλου του, φτάνει στο ποτάμι, κάνει εμετό και τον παίρνει ο ύπνος. Τον ξυπνάει ο capo, αφού του δίνει δύο χαστουκάκια, υπέρ του δέοντος ευγενικά, και του τραβάει τα αυτιά.Ο Ισπανός αποκτά την αυτοπεποίθησή του, και στέκεται ξανά στα πόδια του. Αλλά δεν μπορεί να επιστρέψει, ζαλισμένος καθώς είναι, στην ταβέρνα της Αρκούδας. Και οι δυο φτάνουν, περπατώντας στα τέσσερα, μέχρι την κουπαστή. Εκεί ο Ισπανός ζητάει μια γουλιά κρασί· η λήθη ήταν το λίπασμα του θράσους του. Πίνει και κολλάει το στόμα του στο στόμα του Λομβαρδού. Προσπαθεί να βρει σε εκείνη τη γλώσσα κάτι που του είχε λείψει από πάντα. Επιστρέφει  σε ένα τόπο που εδώ και καιρό τον θεωρούσε χαμένο. Ο Λομβαρδός βάζει το σώμα του ποιητή από κάτω και πέφτει πάνω του. Ο Ισπανός νοιώθει διαρκώς  την αυξανόμενη καύλα του Λομβαρδού · αγγίζει το πέος του. Χώνει το άλλο του χέρι κάτω από το ζωνάρι του Λομβαρδού. Το κατεβάζει λίγο ακόμα για να εξερευνήσει και τα αρχίδια του, αυτή την τόσο γενναιόδωρη πηγή θέρμανσης. Εκείνη τη στιγμή φτάνει ο δούκας που ουρλιάζει:
«Τι στο διάολο συμβαίνει εδώ;»
-Το μόνο πράγμα που πήγα να το ληστέψω ήταν η παρθενιά του, κύριε, είναι από αυτούς που γουστάρουν να τον παίρνουν από πίσω και μένα δεν μου στοιχίζει τίποτα να τους κάνω το κέφι, απαντάει ο Λομβαρδός. Ο ποιητής του ορμάει με το σπαθί προτεταμένο για να υπερασπιστεί την τιμή του. Το ίδιο κάνει κι ο capo για να αμυνθεί. Βγάζει κι αυτός το σπαθί και το εγχειρίδιο του.
«Άστο καλύτερα» λέει ο δούκας στον Ισπανό, καταλαβαίνοντας πως οι φιοριτούρες του καλοζωισμένου φίλου του δεν ήταν αρκετές για να νικήσει κάποιον που είναι στρατιώτης, όχι ξιφομάχος του γλυκού νερού.
«Και η τιμή μου;» ρωτάει ο Ισπανός.
«Μάλιστα, τώρα έχουν τιμή και οι κωλομπαράδες», του απαντάει ο Λομβαρδός. Ο Κεβέδο επιτίθεται, αλλά το ξίφος του αντιπάλου του τον συντάραξε σύγκορμο.
 Συμφιλιώνονται, αλλά όταν βρίσκουν ευκαιρία ορμούν και δύο, ο δούκας και ο ποιητής,  επάνω του. Ο Καραβάτζο τους αποφεύγει, για μια ακόμη φορά, και τους προτείνει να σταματήσουν. Ο ποιητής κάνει μια τελευταία προσπάθεια να περισώσει την τιμή του με το σπαθί. Ο Ιταλός τον ρίχνει στο έδαφος και βάζει τη μύτη του σπαθιού του στο λαιμό του. Φτάνει ο καθηγητής, ο Γαλιλέι, παίρνει αγκαλιά τον Λομβαρδό για να τον απομακρύνει, ζητώντας συγνώμη.
«Τον προκαλώ σε μονομαχία» ουρλιάζει ο ποιητής.
«Ποιο θα είναι το όπλο;» ρωτάει ο δούκας.
«Ρακέτες» λέει ο καθηγητής
«Το όπλο θα είναι οι ρακέτες · θα μονομαχήσετε στα τρία σετ, με στοιχήματα. Αυτός που θα πάρει τα δύο σετ, κερδίζει» συμπληρώνει ο καθηγητής.



Alvaro Enrigue
"Ξαφνικός θάνατος"
Μετάφραση
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Εκδόσεις "αλεξάνδρεια"


Τετάρτη, Νοεμβρίου 14, 2018

ΟΙ ΣΑΡΚΩΔΕΙΣ ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΠΛΕΞΟΥΔΕΣ ΤΗΣ ΑΝΝ ΜΠΟΛΕΪΝ


ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ "ΞΑΦΝΙΚΟ ΘΑΝΑΤΟ" ΤΟΥ ALVARO ENRIGUE


H λογοτεχνική περιγραφή ενός αγώνα τένις δεν είναι δυνατόν να προκαλέσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη ενός λογοτεχνικού βιβλίου. Εκτός κι αν οι αντίπαλοι σ’αυτόν τον αγώνα είναι ο Καραβάτζο, ένας άντρας κατάχλομος, με  αχτένιστα κατάμαυρα μαλλιά,  με τα παχιά φρύδια και πυκνό μούσι, που περιέβαλε ακανόνιστα ένα σκούρο κόκκινο στόμα που έμοιαζε με μουνί, κι ο Φρανθίσκο δε Κεβέδο, ένας κουτσός τζιτζιφιόγκος, με κρεμασμένα μάγουλα σαν κωλομέρια. Διαιτητές ο Γαλιλέι, από τη μεριά του ζωγράφου, και ο Πέδρο Τέγεθ Χιρόν, δούκας της Οσούνα, από τη μεριά του ποιητή. Εδώ όμως δεν έχουμε έναν απλό αγώνα τένις, αλλά τη συμμετοχή σε μια θυσία. Είναι μια μονομαχία με όπλα τις ρακέτες. Το μπαλάκι που διεξάγεται ο αγώνας είναι φτιαγμένο από τα μαλλιά την Αν Μπολέιν. Ένα περίεργο μπαλάκι, πολύ φθαρμένο, πολυχρησιμοποιημένο, γαλλικό, που σκάει σαν δαιμονισμένο, σε σύγκριση με τα φουσκωμένα με αέρα ισπανικά μπαλάκια.
Το πρωί της 19ης Μαίου του 1536 ο δήμιος Ζαν Ριμπό, ένας τρελός με το τένις, κόβει με τη μία, πέρα για πέρα, το λαιμό της Αν Μπολέιν, μαρκησίας του Πένμπροκ και βασίλισσας της Αγγλίας. Πριν την εκτέλεσή της, το πρωινό της 19ης Μαίου του 1536 οι κυρίες των τιμών, και κανείς άλλος, κόβουν τις «σαρκώδεις κόκκινες πλεξούδες» και ξυρίζουν τα υπόλοιπα μαλλιά της βασίλισσας. Αυτές λαβαίνει ως αμοιβή ο Ριμπό, απορρίπτοντας την αμοιβή, ένα πουγκί με ασημένια νομίσματα, που του προσφέρει ο Τόμας Κρόμγουελ.Τα μαλλιά των εκτελεσμένων στο ικρίωμα είχαν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και εκείνοι που κατασκεύαζαν μπαλάκια στο Παρίσι ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν εξωφρενικές τιμές για να τα αποκτήσουν. Ειδικά αν ανήκαν σε μια εν ενεργεία βασίλισσα.

Οι πλεξούδες της Αν Μπολέιν παρήγαγαν συνολικά τέσσερα μπαλάκια τένις, που είχαν μέσα τους περισσότερη μαγγανεία από οποιοδήποτε αντικείμενο στην ιστορία της Ευρώπης.  Ας δούμε την διαδρομή τους στην ιστορία, και πώς το τέταρτο μπαλάκι φτάνει να είναι αυτό που διεξάγεται ο αγώνας τένις που διεξάγεται στη Ρώμη το φθινόπωρο του 1599.

Ο Ριμπό αφού παίρνει τα τέσσερα μπαλάκια από τον κατασκευαστή, με τις αποσπερνές πλεξούδες της Αν Μπολέιν, κρατάει το τέταρτο μπαλάκι, ως φυλαχτό, και δίνει τα τρία μπαλάκια στον βασιλιά Φραγκίσκο Α’, βασιλιά της Γαλλίας, με αντάλλαγμα ένα τίτλο ευγενείας και τη θέση του δασκάλου τένις και ξιφασκίας στην Αυλή. 

Ο Ριμπό λίγο πριν αποκεφαλιστεί, με κατηγορία το πώς είναι δυνατόν, όντας ο ίδιος Γάλλος και καθολικός, να πάει να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως δήμιος στον αιρετικό βασιλιά Ερρίκο της Αγγλίας. Για να σώσει τη ζωή του, λίγο πριν ο δήμιος κατεβάσει το ξίφος στο λαιμό του, δίνει το τέταρτο μπαλάκι στον μέγα καγκελάριο Σαμπό. Μόλις ο Σαμπό παίρνει στο τρεμάμενο χέρι του το ελαφρά παραμορφωμένο μπαλάκι με όσα μαλλιά της βασίλισσας είχαν περισσέψει, διατάζει: «Σκοτώστε τον».

Ο βασιλιάς Φραγκίσκος Α΄ δεν είναι άνθρωπος των γηπέδων, υπήρξε μαικήνας ποιητών και μουσικών, πάτρωνας του Λεονάρντο ντα Βίντσι και συλλέκτης βιβλίων, δεν βγάζει τα μπαλάκια από το κουτί τους. Ο βασιλιάς παίρνει τα τρία μπαλάκια στο ανάκτορο του Φοντενεμπλό το 1536.  Από εκεί δεν βγήκαν ποτέ έξω, εκτίθονταν σε σαλόνια μαζί με αθλητικά τρόπαια και σε βιβλιοστάτες. Τα τρία μπαλάκια τα βλέπει σε μια επίσκεψή του ο συγγραφέας στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης, αφού τα έφερε στην Αμερική ο Άντριου Κάρνεγκι, μαζί με μια σειρά από γαλλικά χειρόγραφα και τα χάρισε στην Δημόσια βιβλιοθήκη.

Ωραία καταλήξαμε με τα τρία μπαλάκια, ας δούμε τη πορεία του τέταρτου και πώς καταλήγει στα χέρια του Καραβάτζο.

Αφήσαμε το τέταρτο μπαλάκι στα χέρια του Φιλίπ Σαμπό, που δεν ενδιαφερόταν για την τέχνη,  μόνο για τη δόξα της Γαλλίας, αλλά –σε μικρότερο βαθμό- και για τις λαχταριστές σεξουαλικές πρακτικές με τις φτωχές σε εκτίμηση αλλά πλούσιες σε ελέη πόρνες. Παραγγέλνει να του φτιάξουν μια μικρή κοσμηματοθήκη με επικάλυψη από σεντέφι και χρυσό, όπου τοποθετεί το τέταρτο μπαλάκι, και το στέλνει ως δώρο στον Τζοβάνι Άντζελο των Μεδίκων, άνθρωπο-κλειδί των Παπικών Πολιτειών εκείνη την εποχή στις διαπραγματεύσεις με την Αυτού Αγιότητα.

Ο Τζοβάνι Άντζελο εκτίμησε το δώρο που του έκανε ο φίλος και ομόλογός του Φιλίπ Σαμπό, κι όταν δεχόταν κάποιον με τον οποίο είχε να συζητήσει περίπλοκες υποθέσεις, το πετούσε από το ένα χέρι στο άλλο το μπαλάκι, ώστε να δώσει να καταλάβει, ο συνομιλητής του, ότι έπρεπε να τελειώνει σύντομα. Στα εξήντα του, το 1559, εκλέγεται Πάπας με το όνομα Πίος Δ’.

Προσφέρει το μπαλάκι στον καρδινάλιο Μοντάλντο, το πιο μεγάλο κάθαρμα απ’όλους τους ιεροεξεταστές.

ΠΙΟΣ Δ’

(μασώντας ακόμα, ένα κομμάτι σαλάμι) 

-Σου έχω ένα δώρο Μοντάλντο. Είναι ένα ταπεινό δώρο. 

(το βγάζει από το κουτάκι)
-Ένα μπαλάκι τένις
-Eίναι κάπως παραμορφωμένο. Είναι γιατί το έχουν φτιάξει με τα μαλλιά της Αν Μπολέιν. Να το χρησιμοποιήσεις προς όφελός σου.
Ο Μοντάλντο, παίρνει το μπαλάκι και ύστερα από δεκαεννιά χρόνια εξοστρακισμού, τώρα πια Πάπας Σίξτος Ε’, το χαρίζει στην αδελφή του, Καμίλα Περέτι, μια γυναίκα μορφωμένη και διακριτική. Η Καμίλα αφήνει το μπαλάκι στα διαμερίσματα του υπεύθυνου της λότζια, με το όνομα Παντόλφο Πούτσι, ο οποίος ήταν ο πρώτος που έδωσε δουλειά στη Ρώμη στον Μικελάντζελο Μερίζι από το Καραβάτζο.
Ο Μερίζι σταματάει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Καμίλα Περέτι, και τον Monsignor Insalata της. Πριν φύγει παίρνει, ως αποζημίωση, το μπαλάκι της Μπολέιν. Εκτός από τη ζωγραφική, η pallacorda, ήταν το μεγάλο πάθος της ζωής του και μία από τις πηγές εισοδήματος που είχε.
Τώρα πια θα αντιμετωπίσει τον Κεβέδο. Ποιος θα νικήσει στο τάι μπρέικ έχει ενδιαφέρον γι’αυτούς που παρακολουθούν τένις,  όχι γι’αυτούς που διαβάζουν βιβλία.

Διορθωμένο βραδάκι Πέμπτης


Alvaro Enrigue
"Ξαφνικός θάνατος"
Μετάφραση
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Εκδόσεις "αλεξάνδρεια"


Τετάρτη, Οκτωβρίου 31, 2018

ΗΤΤΑ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΚΟΠΕΡΝΙΚΟΥ


Όρμα! Υπερασπίσου την εστία σου!”, με πρόσταξε, καθώς με πλησίασε, σκηνοθετώντας ένα βλέμμα, αλλότριον του κόσμου τούτου.
Βάδιζα την οδό Κοπέρνικου,  στο ύψος του super market "Ο Δανδής». Εκεί με συνάντησε ο «σέντερ φορ», ενώ περίμενα καπνίζοντας, μέχρι να φτάσει  πέντε η ώρα που άνοιγε το οδοντιατρείο του ο Ιατρόπουλος. Είχα κλείσει ραντεβού μαζί του, δυο μέρες νωρίτερα, γιατί ο πονόδοντος δεν με άφηνε να ησυχάσω, κάνοντας την επανεμφάνισή του, απροειδοποίητος,  τις ώρες που νόμιζα ότι με είχε εγκαταλείψει οριστικά . Δεν είχα σκοπό να υπερασπιστώ την εστία μου τέτοια ώρα. Οι  ψυχικές αντιστάσεις μου ήταν αμβλυμμένες, μία ακόμη επιβάρυνση θα με κατέβαλε περισσότερο. Ήθελα να είμαι προσηλωμένος στο στόχο μου, που δεν ήταν άλλος από την εκτίμηση του Ιατρόπουλου για την κατάσταση του 2ου γομφίου μου. Ήταν όμως επίμονος και προκλητικός. Η έπαρση και η σιγουριά του εκδηλωνόταν με τον τρόπο που μετακινούσε το κορμί του, αποκαλύπτοντας την αυτοπεποίθηση ενός προικισμένου σέντερ φορ, που δεν έβρισκε αντίπαλο ικανό να τον αντιμετωπίσει. Η επιθετικότητά του είχε αρχίσει να αφήνει τα ίχνη της, με τη μορφή  ζεστής ανάσας  στο πρόσωπό μου. Η φορτικότητά του με ανάγκασε να ανταποκριθώ στην πρόκλησή με βαριά καρδιά. Επιστράτευσα την αμυντική μου τακτική, ενθυμούμενος  το πλάνο και τις κινήσεις τού Κιελίνι, αν και όχι οπαδός της Γιουβέντους, δίχως να διαθέτω την πληθωρική παρουσία και ικανότητα του. Άλλωστε δεν θα αντιμετώπιζα τον Σουάρεζ, αλλά ένα ψηλό, αδύνατο άντρα με λιγοστά μαλλιά, ρεμβώδεις οφθαλμούς,  γυμνασμένο  σώμα, πόδια σφιχτά, όπως διαφαίνονταν αμυδρά μέσα από το ατημέλητο  γκρι παντελόνι του. 
Κλωτσώντας μια νοητή, επινοημένη μπάλα Adidas, ο επίδοξος σκόρερ, ο αυτόκλητος πολιορκητής της προγραμματισμένης μου ανασφάλειας, δίχως να δοθεί το εναρκτήριο λάκτισμα από κάποιον  διαβατάρικο διαιτητή,  άρχισε τις ντρίμπλες,  αποφεύγοντας το δυνατό και σκληρό μαρκάρισμά μου, όχι όμως αντιαθλητικό, εκτός μία μόνο φορά, όπου τον γκρέμισα φαρδύ πλατύ στο πεζοδρόμιο, καθώς ορμούσε ακάθεκτος προς στον στόχο του,  έτοιμος να πετύχει τον θρίαμβο του, για τον οποίο ήμουν σίγουρος ότι αργότερα θα κομπορρημονούσε μπροστά στο τσαλακωμένο μου γόητρο.
Φαινόταν έμπειρος, προπονημένος και με τακτική. Δεν έκανε τίποτα δίχως σχέδιο, έδειχνε επιμονή  και υπομονή, έτοιμος να χτυπήσει την κατάλληλη στιγμή, όταν θα χαλάρωνε η επιφυλακή μου και ο ανακτημένος εγωισμός μου. Τα τρεξίματα, το πάθος, οι εξόχως αρμονικές κινήσεις του, η ορμητικότητά του, το κοντρολαρισμένο στυλ του, έδειχναν έναν άνθρωπο που όλα τα είχε μελετήσει στην προπόνηση. Εγώ ερασιτέχνης, όπως και στις άλλες πλευρές της ζωής μου, αιφνιαδιασμένος, αλλά ανεξήγητα δεκτικός, πάλεψα για την αξιοπρέπειά μου, αλλά όπως ήταν φανερό, ηττήθηκα. Με μια υπέροχη προσποίηση, με «άδειασε» κυριολεκτικά και βρέθηκε μπροστά στο κενό τέρμα μου, που δεν ήταν άλλο από το τοίχο του «Δανδή». Μ’ένα σαδιστικό σουτάκι, ο εν ψευδευσθήσει πυργωμένος εκπορθητής,  έστειλε τη μπάλα στο βάθος των τοίχινων διχτυών μου. Το γάργαρο γέλιο του φλοίσβισε στην αμμουδιά του μυαλού μου.
Μάζεψα τη μπάλα υποταγμένος και του την έδωσα στα χέρια, σαν τρόπαιο. Τη δέχτηκε μ’ένα χαμόγελο ικανοποίησης.
«Θέλεις προπόνηση» μου είπε με νόημα, κι απομακρύνθηκε.
Στάθηκε στην άκρη του δρόμου, στη διασταύρωση Κοπέρνικου και Νεύτωνος, με την ανύπαρκτη μπάλα στα χέρια. Το βλέμμα του ήταν ανήσυχο, έψαχνε καινούργιο αντίπαλο να ταπεινώσει.
Κοίταξα το ρολόι μου, πέντε και δέκα. Είχα αργήσει στο ραντεβού και το δόντι μου είχε πάλι να με ενοχλεί. 


Διορθωμένο Κυριακή βράδυ 4 Νοέμβρη

"Fighter" Egon Schiele

Σάββατο, Οκτωβρίου 27, 2018

ΜΙΑ ΟΜΟΡΦΗ ΙΔΕΑ

Μία όμορφη ιδέα
τη συνάντησα στην Κέα
Ήταν κάτω απ’το τραπέζι
κι έκανε το πετιμέζι
Την πλησίασα με τρόπο
έμοιαζα με ραβδοσκόπο
Μετά από σύντομη πάλη
την έβαλα μες στο κεφάλι
Μα μου έφερε μια ζάλη
σαν τα layup του Γκάλη
Πέρασε πολύς καιρός
για να πάρω πάλι μπρος


"Figure Writing Reflected in a mirror" 1976, Francis Bacon

Παρασκευή, Οκτωβρίου 19, 2018

Ο ΞΑΝΘΟΣΗΜΑΔΕΜΕΝΟΣ ΛΙΓΕΣ ΜΕΡΕΣ ΑΡΓΟΤΕΡΑ



ΛΙΓΕΣ ΜΕΡΕΣ ΑΡΓΟΤΕΡΑ

Ικανοποιημένος που αποτελούσα μέρος ενός κόσμου όπου όλα είναι δυνατόν να συμβούν, ξανθοσημαδεμένος μάρτυρας μιας επινόησης, ταξίδευα αποθηκευμένος σ’ένα ηλεκτρονικό αρχείο, ανάμεσα στα αμέτρητα άλλα, στον απέραντο ουρανό του διαδικτύου, ελπίζοντας ότι κάποιοι συνταξιδιώτες, κάποτε, θα με συναντήσουν, ανοίγοντας τις πύλες της  ηλεκτρονικής φυλακής μου, για να βρεθούν μπροστά σ’αυτό που ονομάζουμε βαρύγδουπα, μυθοπλαστική αλήθεια.  


*https://spirospv.blogspot.com/2018/10/blog-post_14.html



Ο πίνακας "Rendezvous" 1939, είναι του Conroy Maddox

Κυριακή, Οκτωβρίου 14, 2018

Η ΞΑΝΘΟΜΕΛΕΤΗΜΕΝΗ

- Ξανθομελέτα κι έρχεται, μου λέει.
- Αλήθεια;
- Τότε για ποιο λόγο βρίσκεσαι εδώ;
- Έχεις δίκιο.
Ξανθομελέτησα. Είδα την ξανθομελετημένη να έρχεται. Την άγγιξα για να διαπιστώσω αν ήταν υπαρκτή. Το χέρι μου, στο σημείο εκείνο που την άγγιξα, πήρε ένα ξανθό χρώμα.
Έφυγα ξανθοσημαδεμένος.


Παρασκευή, Οκτωβρίου 05, 2018

Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ


"Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ"

ΧΟΥΑΝ ΧΑΘΙΝΤΟ ΜΟΥΝΙΟΘ ΡΕΝΧΕΛ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ "opera"


Δημοσιεύτηκε σήμερα στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Φρέαρ"
http://frear.gr/?p=22736

Εδώ διορθωμένο από μικρά ορθογραφικά λαθάκια


Γράφοντας αυτό το κείμενο απευθύνομαι, προφανώς, σ’αυτούς που τους αρέσει να διαβάζουν ιστορίες. Αλλά ποιες ιστορίες; Είναι τόσες πολλές οι έντυπες ιστορίες και ειδολογική τους κατάταξη αρκετά εκτενής, ώστε ο αναγνώστης από το πλήθος των ιστοριών που του προσφέρονται να δυσκολεύεται να αποφασίσει ποιο από αυτά τα είδη είναι αυτό που θα ικανοποιήσει τη νοητική του περιέργεια, με αποτέλεσμα η παλινδρόμηση ανάμεσα τις διαφορετικές εκδοχές της μυθοπλαστικής ιστορίας, με τους υφολογικούς, αφηγηματικούς, γλωσσικούς όρους που κατασκευάζεται, να αφυδατώνει τη δυναμική του κειμένου, και να θέτει σε δοκιμασία τις αναγνωστικές αντοχές του αποδέκτη, λόγω των αφηγηματικών διακλαδώσεων, όσο κι αν εμπειρική αναγνωστική επάρκεια είναι ικανή να απορροφήσει τους κραδασμούς της διαφορετικότητας των αφηγηματικών διαχύσεων.
Εδώ λοιπόν έχουμε να κάνουμε με ιστορίες που μπορούν να τοποθετηθούν στο είδος του φανταστικού ή όπως γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας «τάση προς τη φαντασία»*, που η λογοτεχνική τους καταγραφή έχει δώσει σπουδαία λογοτεχνικά έργα, γεγονός που εκμεταλλεύεται με αριστεροτεχνικό τρόπο ο Χουάν Χαθίντο Μουνιόθ Ρένχελ.
Η εξειδίκευση του αναγνώστη σ’αυτό το είδος δεν είναι αναγκαία συνθήκη για την ευνοϊκή πρόσληψη των διηγημάτων ούτε αποτελεί καταστατικό όρο για την ευμενή πρόσληψη του κειμένου. Από την άλλη πλευρά ο πολυμερής αναγνώστης, ίσως δυσκολευτεί, κατ’αρχήν, στην βύθιση του αφηγηματικού κόσμου του Ρένχελ, νοιώθοντας λίγο άβολα στο ανοίκειο κειμενικό περιβάλλον των διηγημάτων, αλλά η μετάβαση από την μαρκαρισμένη αναγνωστική εμπειρία στην αισθαντικότητα της αυτόχθονης λογοτεχνικής βλάστησης της φαντασίας, είναι η τακτοποίηση μιας εκκρεμότητας που αναλαμβάνει να λύσει με εξαιρετικό τρόπο ο συγγραφέας.
Αφού ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει ότι «στη βάση κάθε διηγήματος να κρύβεται μια ιδέα, μια μεταφυσική ιδέα, μια απίθανη ιδέα. Οι ιστορίες μου είναι, σχεδόν πάντα, μια απόπειρα επίλυσης αυτής της απίστευτης ιδέας. Η μια προσπάθεια να εμβαθύνω στις ρωγμές της πραγματικότητας», εμείς δεν έχουμε λόγο να το αμφισβητήσουμε, σκοπός μας είναι να υποστηρίξουμε με περισσότερες λεπτομέρειες πώς αυτές οι ιστορίες αποδίδουν την πρόθεση του συγγραφέα, αν καταφέρνουν να υλοποιήσουν κειμενικά αυτό που υπάρχει ως ιδέα στο μυαλό του Ρένχελ. Αν θέλετε την άποψή μου, το κέντρο της ανάγνωσής μου δεν ήταν η απίθανη ιδέα, αλλά ο απίθανος τρόπος που μπορεί να στηριχθεί λογοτεχνικά αυτή η ιδέα.
Ο τρόπος να αποδοθούν οι προθέσεις μας είναι το ίδιο το κείμενο. Αυτό είναι ο καθρέφτης της αφηγηματικής προσπάθειας, η λεκτική απεικόνιση των εξωγενών ιδεών, που παίρνουν την γλωσσική τους έκφανση εντός κειμενικού περιβάλλοντος.
Ας δούμε πώς ο συγγραφέας αποτυπώνει την ιδέες του, επιλέγοντας κάποιες κειμενικές αναφορές από το βιβλίο, που, στο μέτρο του δυνατού, μπορούν να στηρίξουν την άποψή μου, ότι τα διηγήματα αυτά μεταφέρουν μ¨ένα ευφυή λογοτεχνικό τρόπο την «φιλοσοφική έμπνευση», όπως την αναφέρει ο Μένχελ, σε μυθοπλαστική αλήθεια, επιλέγοντας το λογοτεχνικό είδος που ορίζεται ως φανταστική λογοτεχνία.
Στο διήγημα «Οι θαμώνες του La Brioche” ο αφηγητής, θαμώνας του καφέ «La brioche”, αφοσιώνεται σιγά σιγά στη σχολαστική επινόηση μιας ζωής-με παρελθόν, οικογένεια, φίλους, επάγγελμα, όνειρα, για κάθε έναν από τους θαμώνες του, μέχρι τη στιγμή κι ο ίδιος γίνεται ένα επινοημένο πρόσωπο που ξεπηδά από τις σελίδες ενός βιβλίου της Μάριον Ο’Κόνορ, που με τη σειρά της είναι ένα πρόσωπο της ιστορίας που μας διηγείται ο συγγραφέας. Τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλαστικής αλήθειας διαλύονται και η μυστική διαπραγμάτευση μεταξύ γραφής και πραγματικότητας ορίζεται από την εκφραστική δυνατότητα της γλωσσικής κατασκευής.
Στη «Η μυστική εταιρεία του ονείρου» οι συγκεντρωμένοι εδώ άντρες, αυτό το εξέχον σύνολο κυρίων, διακεκριμένων ανάμεσα στους πιο εκλεκτούς αριστοκρατικούς κύκλους του Λονδίνου, ασχολούνται με την ολοκλήρωση μιας επιχείρησης που όλοι οι άνθρωποι κάποτε ονειρεύτηκαν. Έχουν πραγματοποιήσει τις φιλοδοξίες κάθε θνητού, κάθε ανθρώπινου όντος προορισμένου να ζήσει μία και μόνο ζωή. Ο καθένας από αυτούς ζουν δεκάδες ζωές.
Θα γίνω πιο σαφής. Ο κάθε ένας από τους άντρες δεν είναι μόνον ο εαυτός του, μα και όλοι οι υπόλοιποι μαζί. Ο κάθε ένας ζει τη ζωή του για τον εαυτό του και για όλους τους άλλους. Κάθε μέρα βγαίνουν έξω, πηγαίνουν στις δουλειές τους στην πόλη, φροντίζουν τις οικογένειες και τις υποχρεώσεις τους και τις νύχτες διαπράττουν τα ολισθήματα τους . Ο κάθε ένας από τα μέλη της εταιρείας ονειρεύεται ότι είναι οι άλλοι, οπότε, κατά κάποιον τρόπο, ο καθένας είναι οι άλλοι. Έχουν συνάψει έναν δεσμό ονείρου, που τους ενώνει όπως το σμήνος μιας κυψέλης.
Ο Σόουμς γίνεται μέλος της μυστικής εταιρείας του ονείρου, χάνει την αθωότητά του, από τη στιγμή που του μεταβιβάζονται οι εικόνες και οι μνήμες ενός δολοφόνου. Από τη στιγμή που γίνεται κατά κάποιον τρόπο εκείνος, που πίστεψε πως ήταν εκείνος ή πως θα μπορούσε να ήταν εκείνος, πέφτει στο κενό, όπως ακριβώς άλλα είκοσι μέλη της μυστικής εταιρείας του ονείρου, και αυτοκτονεί.
Στο διήγημα «Η Μαρκησία ντε Σιέτε Ιγλέσιας» η ηρωίδα του ομώνυμου διηγήματος διατυμπανίζει τη σταθερή της επιθυμία να ζήσει για πάντα, ώστε να μπορεί να απολαμβάνει αιωνίως τις απολαύσεις του φαγητού και της συνουσίας. Μέχρι ότου σε βαθιά γεράματα η σωματική της κατάπτωση δεν της επιτρέπει πια να καταπιεί ούτε μπουκιά, έχει ξεχάσει τι είναι η σεξουαλική πράξη, κι όσα πρώτα πριν της χάριζαν απόλαυση, τώρα της προκαλούν μόνο αδιαφορία ή πόνο. «Θέλω να πεθάνω, αλλά δεν ξέρω πώς» ήταν η κουβέντα που αναμασούσαν τα δύστυχα χείλη της. Όλα αυτά αναφέρονται σε ένα σύντομο τόμο με τον τίτλο «Βίος και πολιτεία της Χήρας ντε Αλόνσο ντε Λέρμα, Μαρκησίας ντε Σικτεϊγλέσιας» με συγγραφέα κάποιον Ιωάννη Διάκονος, που εκδόθηκε στη Μαδρίτη το 1621, το οποίο βρίσκει ο αφηγητής στην αίθουσα ανάγνωσης «Σπάνια βιβλία και Μουσική» στην Μπρίτις Λάιμπρερι, στο Σέιντ Πάνκρας. Λίγο αργότερα εντοπίζει το αντίγραφο ενός φυλλαδίου του 1772, που σε μια χαμένη παράγραφο διαβάζει τη πληροφορία ότι στο σπίτι του Αρμάντο, κατασκευαστή σκευών στο επάγγελμα, βρίσκεται η γραία ντε Σοτοϊγλέσιας. Το λείψανο έχει απολλοτριωθεί και βρίσκεται στο παρεκκλήσιο του πατρός Βενθεσλάο, στην Εκκλησία του Τοχερίν. Ο αφηγητής επισκέπτεται το παρεκκλήσιο, και σε ένα δοχείο φυλάσσεται ένα μάτι χωρίς ίριδα- η Μαρκησία ντε Σιέτε Ιγλέσιας, να περιμένει αυτόν που θα έδινε μια και καλή ένα τέλος στο μαρτύριό της.
Στο επόμενο διήγημα της συλλογής «Τα δύο μαχαίρια», το πιο επιδέξιο της συλλογής, δύο σουγιάδες από λάμα, λαβές από μαυρισμένα κέρατα ταύρου με επάργυρη εγκοπή και συνολικό μήκος είκοσι οκτώ εκατοστά, φτιαγμένα στις 26 Νοεμβρίου 1935, μετά από μια διαδρομή που ξεκινάει από το Σοτοβέρδε, περνώντας από τη Μαδρίτη, το βόρειο Λονδίνο, τα Κανάρια νησιά, το Μαρόκο, το Τετουάν, το Εστορίλ, το Μπάιροϊτ, για να καταλήξουν στην Βιγιακεχόσα, εκεί που ο ταυρομάχος βυθίζει μέχρι τη λαβή, ένα καθαρό, αστραφτερό, κοφτερό σπαθί στην ωμοπλάτη του ταύρου, ο ταύρος μετά θάνατον, εκδικείται με τους σουγιάδες που φτιάχτηκαν από τα κέρατά του τους δύο κατόχους τους.
«Στο σπίτι των Στρόουμπρουκ» το παιγνίδι της αληθοφάνειας μας αφήνει το ερώτημα ποια ιστορία είναι αληθινή και ποια ψεύτικη. Πιστεύω ότι κάθε μυθιστορηματική ιστορία είναι ψεύτικη, γι’αυτό αν προσπαθούσα να απαντήσω στο ερώτημα, ποιος λέει την αλήθεια, ο αφηγητής ή η Ελίζαμπεθ, πρώην φίλη του αφηγητή, τα δύο πρόσωπα που επέζησαν από τη συντάντηση στο σπίτι των Στόουμπρουκ, θα πω κανένας. Η αλήθεια στην τέχνη είναι ένα τέχνασμα που προσπαθεί να κρύψει ένα ψέμα κι αντιστρόφως.
Στο «Το βιβλίο του πεπρωμένου» η φιλοσοφική ιδέα, έτσι την αναφέρει στο σημείωμα του στην ΕΡΤ ο Ρένχελ, ότι «σε καμία απολύτως περίπτωση δεν είναι δυνατόν ν’αλλάξουν τα γεγονότα που είναι γραμμένα στο Βιβλίου του Πεπρωμένου, ένα βιβλίο που έγινε αυστηρά για ν’αντικατοπτρίσει όσα έχουν ήδη συμβεί κι όσα πρόκειται να συμβούν, και κάθε προσπάθεια αλλαγής των γεγονότων καταλήγει μόνο στην επιβεβαιώσή τους» *επιβεβαιώνεται όταν ο Τζον Κϊνγκσλι , μέλος της ομάδας που έγραψε το βιβλίο, είναι ο μόνος από τα μέλη της ομάδας, που, από καθαρή σύμπτωση, καταγράφει τα μελλοντικά οράματα στης ίδιας του της ζωής, με αποτέλεσμα να τρελαθεί.
Πασχίζοντας πεισματικά να παρακάμψει τις χειρότερες εκφάνσεις του μέλλοντός του, σταματά να περπατά στην εξωτερική μεριά των πεζοδρομίων τις βροχερές μέρες, γιατί ξέρει πως ένα ασημί αυτοκίνητο θα τον χτυπήσει χάνοντας τον έλεγχο σε μια λακκούβα με νερό και θα του σπάσει την κλείδα- σταματά να συχνάζει σε οποιοδήποτε μέρος επιτρεπόταν το κάπνισμα γιατί έχει διαβάσει στο βιβλίο ότι, χωρίς ο ίδιος να είναι καπνιστής, ένας μικρός όγκος θα εντοπιζόταν στον δεξιό του πνεύμονα μέσα σε δύο χρόνια- αποκτά όλο και περισσότερες εμμονές, σταματά μάλιστα να βλέπει τους συγγενείς και τους φίλους του, καθώς και τους συναδέλφους του από το Πανεπιστήμιο του Ουέστμινστερ, εξαιτίας των υποτιθέμενων βρόμικων παιχνιδιών που θα του έστηναν τα μέλη της σύνταξης του βιβλίου. Κλείνεται οριστικά στην Ψυχιατρική Κλινική του Τσέλσαμ, νότια του Λονδίνου, για την απόπειρα δολοφονίας ενός από τους αναγνώστες της ελληνικής μετάφρασης αυτής που ευτυχώς δεν ήμουν εγώ ή εσείς, απ΄ ό,τι γνωρίζω, που έχετε διαβάσει το βιβλίο.
Ο αφηγητής στο διήγημα «Μάτι στο χέρι» συναντά ένα εύσωμο άνδρα με κόκκινα μαλλιά, τον Χάακον, με οδοντοστοιχία από ατόφιο χρυσάφι, κι ένα τατουάζ κάποιου ονόματος ανάμεσα στα φρύδια, που ισχυρίζεται ότι μπορεί να ονειρεύεται αντικείμενα, πλάσματα και καταστάσεις, και μετά να τα κάνει να υπάρχουν πραγματικά. Μπορεί να μεταδώσει την ικανότητά αυτή στους άλλους, αν γίνονταν φίλοι του. Ο αφηγητής αποκτά την εμπιστοσύνη του, κι έτσι ο Χάακον, του δίνει τις οδηγίες του: “ Θα πρέπει να ξαπλώνεις ανάσκελα με το παράθυρο ανοιχτό για να δροσίζει ο κρύος αέρας τη φλόγα των ονείρων σου να κοιτάζεις το άσπρο ταβάνι για να προβάλλεις πάνω του τις επιθυμίες σου να είσαι πολύ συγκεντρωμενος σε ό,τι επιθυμείς και να το βλέπεις ξεκάθαρο μπροστά σου να μπορέσεις να μπεις σε μια κατάσταση νάρκης που να μην είναι ούτε πραγματικός ύπνος ούτε και αγρυπνία. Αυτό είν’ όλο». Ο αφηγητής πείθεται, την άλλη μέρα ξυπνάει μ’ένα μάτι στο χέρι. Είναι πλέον μέλος της φυλής των σημαδεμένων ανθρώπων. Αρχίζει να ονειρεύεται, και μετά από πολλή εξάσκηση, καταφέρνει επιτέλους να ολοκληρώσει ένα-δυο μήλα. Σιγά σιγά γίνεται επιδέξιος στην τέχνη της δημιουργίας μέσω ονείρου, και τολμά στόχους πιο φιλόδοξους. Καταφέρνει να γεμίσει την ντουλάπα του μ’ ένα χρυσό μήλο, ένα τσουβάλι νομίσματα με ανύπαρκτη σφραγίδα κοπής, ένα παγκόσμιο αντικλείδι, πολύτιμους λίθους χωρίς όμοιο μεταξύ των γήινων πετρωμάτων, δύο ρολόγια με περίπλοκο μηχανισμό και άχρηστο χρονόμετρο, ένα παλιό και αστείρευτο φλασκί ουίσκι, μαχαιροπίρουνα περίπου ομοιόμορφα, το σετ αγωνιστικά αυτοκινητάκια, κι ένα κοστούμι με τέλεια εφαρμογή που προσαρμόζεται σε κάθε σωματότυπο. Κάνει και λάθη: άδεια και κλειστά κουτάκια κονσέρβες, παπούτσια χωρίς σόλα, ένα τραπέζι χωρίς πόδια, ένα ψαλίδι που έκοβε κι απ’ τις δύο μεριές, μια πόρτα που δεν άνοιγε, ένα δωμάτιο χωρίς πόρτα, έναν καθρέφτη που καθρέφτιζε επιλεκτικά, ένα κλειδί του οποίου δεν βρήκε ποτέ την κλειδαριά, μια γενειάδα χωρίς πρόσωπο κι ένα σκύλο χωρίς στόμα και πεπτικό σύστημα. Κάνει όμως το λάθος να ονειρευτεί και να φτιάξει την κοιλιά και τον αφαλό μιας γυναίκας. Από κει ξεκινάει η κατάρρευση. Αρχίζουν οι εφιάλτες, δεν ξέρει να εξαφανίζει πράγματα ούτε και να ονειρεύεται την ανυπαρξία τους, φτάνει στην τρέλα, σκέφτεται ότι όλα είναι ένα όνειρο, ακόμα και ο άνθρωπος που του μετέδωσε την ικανότητα να ονειρεύεται και να δημιουργεί, η πραγματικότητα θρυμματίζεται, ανοίγει σε χίλιες διακλαδώσεις, προσπαθεί να απαλλαγεί από το χάρισμα χωρίς να το καταφέρει, δεν ξέρει πως ακριβώς είναι, μπορεί να είναι δημιούργημα του ονείρου του άλλου του εαυτού. Το αντίγραφο του αντιγράφου.
Ποια είναι λοιπόν τα κρυμμένα ζώα στο ζωολογικό κήπο του Λονδίνου και πού βρίσκονται;
" ΚΟ ΟΡΟ ΟΚ".Ασπόνδυλο, πιθανώς της συνομοταξίας . Στερείται σώματος και οργάνων, με εξαίρεση το μοναδικό μάτι από το οποίο και αποτελείται. Εκμεταλλεύεται την εικόνα ξένων σωμάτων τα οποία ιδιοποιείται μέσω της αντανάκλασής τους στην κόρη του ματιού του. Ικανό να προκαλέσει παραισθήσεις στα θηράματά του. Είδος ανακαλυφθέν σε τέλμα της Αγκόλας». Πρόκειται στην κυριολεξία για ένα μάτι διαμέτρου τριάντα περίπου εκατοστών, χωρίς κανένα μυ να το στηρίζει, χωρίς καν βλέφαρα. Πλάσμα του οποίου η μύτη, τ’ αφτιά, τα χέρια, το στομάχι, όλα ήταν συγκεντρωμένα στην κόρη του ματιού.
Το «ΣΑΝΓΚ ΓΙΑΝΓΚ», πουλί προερχόμενο από την Κίνα. Διαθέτει ένα και μοναδικό πόδι που του επιτρέπει να πηδά εξαιρετικά μακριά.Τρία πηδήματα του Σανγκ Γιανγκ ισοδυναμούν με την περίμετρο της γης. Αυτό το μικρό πουλί έξι εκατοστών συνηθίζει να πίνει νερό των ποταμών και να το κατακρημνίζει στη γη προκαλώντας βροχή. «ΣΚΙΤΤ» Πουλί που αναπαράγεται στο βόρειο σέλας. Σύμφωνα με τους Νορβηγούς, το Σκιττ προϋπήρχε της στερεοποίησης του πλανήτη, με τη μορφή του πνευματικού αερίου. Υποστηρίζουν επίσης, ότι ο λόγος για τον οποίο ο Δημιουργός των Πλανητών του Ηλιακού Συστήματος διατηρεί αυτήν την περιοχή του σύμπαντος, είναι επειδή εκεί κατοικεί το Σκιττ. Πλάσμα αποτελούμενο από τρία σώματα, τρία στόματα κι έναν μόνο πρωκτό. Το «ΤΡΙΑΚΛΟ» είναι θηλαστικό του οποίου τα τρία ανθρωπόμορφα σώματα ενώνονται στις άκρες των μεσαίων δαχτύλων. Είναι παμφάγο, τρέφεται με φυτά από το ένα στόμα, αυγά και γαλακτοκομικά από το άλλο και ζώντα ζώα από το τρίτο. Δεδομένου ότι τα σώματα ενώνονται κυκλικά, το είδος κινείται διαγράφοντας κύκλους, η κοινωνική του οργάνωση είναι πενιχρή και δεν διαθέτει ευφυΐα ανάλογη της σωματικής του ανάπτυξης. «ΝΑΓΚΑ». Φίδι-δράκος με εφτά κεφάλια προερχόμενο από το Ινδοστάν. Κατοικεί σε παλάτια σκαμμένα κάτω από τη γη. Το Νάγκα είναι ένα ανώτερο ον το οποίο όταν αθροίσει έναν απροσδιόριστο αριθμό αμαρτιών, υποβιβάζεται σε ανθρώπινο σώμα. Μετά την υποβάθμιση, θα πρέπει να αποκαταστήσει τα σφάλματά του και να συμφιλιωθεί με τη φύση, προκειμένου ν’ απαλλαγεί από την εμφάνιση που του προκαλεί απέχθεια. Ενσάρκωσή του η Σαμ, η Σαμάνθα, το αφεντικό του αφηγητή. Το «ΨΑΡΙ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ» κατοικεί στα βάθη των καθρεφτών. Θα είναι το πρώτο που θα ξυπνήσει όταν θα λυθούν τα μάγια που κρατούν σε βαθύ λήθαργο τα πλάσματα του κόσμου των καθρεφτών.
Το «ΫHANX» που το ύψος του δεν ξεπερνά τα τρία εκατοστά. Έχει την αθώα όψη εκείνων των λαστιχένιων παιχνιδιών με τα οποία παίζουν τα παιδιά κάτω των δύο ετών. Από άποψη εμφάνισης, το πιο κοντινό στο Ϋhanx πλάσμα που μπορούμε να βρούμε στη γνωστή φύση —αν και πιθανόν να έχει μεγαλύτερη σχέση με τους μύκητες και τη φτέρη— είναι το μύδι. Η διαφορά ήταν ότι το Ϋhanx έχει μια σειρά από τέσσερα μάτια στρογγυλά σαν μαργαριταράκια, τέσσερα πλοκάμια —ή νημάτια— που συστέλλονταν, ένα μοναδικό πόδι παρόμοιο με των δίποδων, και ήταν μπλε. Μπορεί να μεταμορφωθεί σε ιδέα ή σε καπέλο.
Το Ϋhanx εκτοξεύει τα τέσσερα συστελλόμενα νημάτιά του, τα μπήγει ανώδυνα στο κεφάλι του αφηγητή και σπέρνει εκεί τα σπόρια του.
Τι να πιστέψουμε ή όχι είναι αποκλειστική υπόθεση του αναγνώστη. Αν θέλετε τη δική μου γνώμη μου αρέσουν τα αληθινά ψέματα.
Προσπερνώ το αδύναμο αφηγηματικά διήγημα της συλλογής « Η σοφίτα των Καρλάιλ» όπου ο υποτιθέμενος γιος τού Τόμας Καρλάιλ και της Τζέινι Ουέλς, της γυναίκας του, ο οποίος, κλεισμένος στη σοφίτα του σπιτιού, όταν σκέφτεται πως κάτι υπάρχει, η ένταση της σκέψης του κάνει το αντικείμενο, όσο αντιφατικό κι αν είναι, να εμφανιστεί στην πραγματικότητα, όπως ακριβώς τον Ουάλας Μπένζαμιν Τάιλερ, τον άνθρωπο που τον συναντά στη σοφίτα, ο οποίος μετά την συνάντηση αυτή παύει να υπάρχει, από τη στιγμή που έτσι το αποφάσισε ο ένοικος της σοφίτας του αριθμού 5 της Τσέινι Ρόου, για να φτάσω στο φεγγαρόφωτο, τελευταίο διήγημα της συλλογής «Το μαργαριτάρι, το μάτι, οι σφαίρες», όπου ο Στιβ Ο’ Ντόνιοχιου, αυτοκτονεί γιατί δεν μπορεί να αντέξει άλλο το αβάσταχτο βάρος ενός σύμπαντος, επειδή κουβαλάει στο μάτι του ένα ολόκληρο σύμπαν, με τους γαλαξίες του και τα πλανητικά του στοιχεία. Δεν προχωρώ σε περισσότερες λεπτομέρειες γι’αυτό το ευρηματικό διήγημα, γιατί ένα «κοσμικό αστείο» αξίζει να γίνει γνωστό σε απ’ευθείας συνάντηση με τον αφηγητή του, για να μη χάσει τίποτα από την γοητεία της αποκάλυψής του.
Συμπερασματικά, η ευδοκία της συγγραφής μπορεί να στηρίζεται σε ονόματα σαν του Χουάν Χαθίντο Μουνιόθ Ρένχελ, και η επικράτεια της αναγνωστικής μας εμπειρίας , ευτυχώς, θα διευρύνεται.

* http://www.ert.gr/…/mystiki-eteria-tou-onirou-grafi-o-juan…/

Τετάρτη, Οκτωβρίου 03, 2018

ΤΑ ΔΥΣΤΥΧΑ ΤΟΥ ΚΑΥΣΩΝΑ(01-146)

1
Χάσανε το μηχανάκι
τους το πήρε το κοράκι
2
Του λυγμού το παρακάλι
έσκασε σαν πορτοκάλι
3
Της Μιμής το μεγαλείο
έλουζε λεωφορείο
4
Αντηχούμε από λάθη
Στων παθών μας τη στηθάγχη
5
Προφανώς και είμαι μόνος
όμοιος πράσινος αστυνόμος
6
Του ρινόκερου το χάδι 
σέρνει ένα παραγάδι
7
Ο κόκοράς μου κάθε αυγή
κρέμεται από μια κλωστή
8
Του μυαλού μου τα εντός
Είναι ένας συμφερτός
9
Με τα απαραίτητα προσόντα
Αναπνέεις σαν το Honda
10
Αναλόγως των ιόντων
Βρίσκεσαι εντός των όντων

11
Το ζυμάρι κι αν το πλύνεις
Βρέφος στο συμβάν θα μείνεις
12
Κουτουλώντας μια εικόνα
Πάτα και καμία κόρνα
13
Της καρδιάς μου ο βυθός 
εκατάντησε λωλός
14
Σε χλιδάτο καναπέ
Με προκάλεσες «για πε, για πε!»
15
'Αχρωμο το λυκαυγές
Θα ταιριάζει στις κραυγές
16
Μπήκαν μέσα στο σαλόνι
Έντρομοι οι δυο μου κλώνοι
17
Μύρισέ μου τη γραβάτα
Για να βγούμε απόψε στράτα
18
Γέμισέ μου το ποτήρι
Κι ας το φτύνουν καλογήροι
19
Κέρασέ με λίγο "μαύρο"
Να σου κάνω εγώ το γαύρο
20
Κάνε με εσύ να πάθω
Και σε πάω και στον Άθω

21
Βλέπω εδώ μπροστά μου 
τ'αέρινα οστά μου
22
Κύλησε αυτό τον πάγο
Θα σε πάω εγώ στο μάγο
23
Άπλωσέ την την πετσέτα
Και μαζί της αν θέλεις πέτα
24
Παγωτό μου, παγωτό
Δεν μπορώ στην κιβωτό
25
Ανιχνεύω οιμωγές
Πίσω από τις υπεκφυγές
26
Φύλαξέ μου μία Pepsi
από τη δική σου τέρψη
27
Πίνω μελιχρό κρασάκι
το χλωμό κακοκαιράκι
28
Διογκώνω με τον πόνο
τον ανύπαρκτό μου κώνο
29
Χθεσινές βαριές κλωστές
έντρομες πυκνές βροχές
30
Δανεικός ο απαγγέλων
υμνητής μισών αγγέλων

31
Ο μαχαραγιάς στο Ρίο
είναι μέλος στο ωδείο
32
Το μαλλί του εστεμμένου
στο γυαλί του εσφαλμένου
33
Ο προώλης κι ο εξώλης 
εν καιρώ σεμνός καριόλης
34
Στη φωλιά του το μερμήγκι
έβγαλε καινούργια κήλη
35
Επιμένει ο κυρ Μένιος
να 'ναι πάντα ασημένιος
36
Ευγενής κατάσκοπος
περπατεί κατάκοπος
37
Ρυμουλκώντας ένα ψάρι
έφτασες μέχρι το Θάρι
38
Μου επέστρεψες τη βέρα
μιαν απρόσμενη Δευτέρα
39
Εντοπίστηκε στο χιόνι
του θανάτου το βελόνι
40
Για να γίνει ομαδικός
έγινε μαγειρευτός

41
Ντιν! Ντιν! Ντιν!
Έκανε η Φλωρεντίν
42
Το πονηρό σου το μουσάκι
έμοιαζε με παρεό του Μάκη
43
Χύθηκε όλο το Red Bull
στο γενάκι του Αμπντούλ
44
Πιάσαν έξαφνα τον Άρη
διαιρώντας το φεγγάρι
45
Έπιασα ένα κοχλία
ήταν ίδιος ο Ηλίας
46
Δεν ήτανε μόνο κουφός
ήτανε και γυπαετός
47
Μέσα σε τούτο το καμίνι
γίναμε σαν μελαμίνη
48
Έφτασα σε μια ανηφόρα
που δεν είχε κατηφόρα
49
Δεν αφήνω τον καθένα
να μου πιάνει τον αυχένα
50
Πάντα έχω δυο αιτίες
όταν γράφω μαλακίες

51
Όμορφα σφιχτά αυγά
να τα πιάσεις απ'τ' αυτιά
52
Του σπιτιού μου το παπί
δεν μπορεί να πει το πι
53
Εκτελώ διαφημήσεις
με του κάδρου τις μιμήσεις
54
Μάτια όμορφα μεγάλα
τυλιγμένα μες στο γάλα
55
Του γιατρού το πηγαινέλα
θέλει άλλη μανιβέλα
56
Μη νομίζει ο κάθε Σάκης
πως θα γίνει Μπαμπασάκης
57
Εκτελώντας μια μαρίδα
Πάει του έστριψε η βαλβίδα
58
Στο λουλούδι του μηρού
κρύφτηκε μια αλεπού
59
Έμαθα γεωγραφία
στο κορμί σου Ζωγραφία
60
Άφησέ με για να μπω
θα σου κάνω τον Ρεμπώ
61
Μέσα σε γλυκό σταφύλι 
κολυμπούσανε δυο φίλοι
62
Μην κλειστείς σε μοναστήρι
πριν διαβάσεις Καλοκύρη
63
Έχασα το ένα μου το μπούτι
χθες το βράδυ στο μπαρμπούτι
64
Για να κάνει την κουλή
εκουρεύτηκε γουλί
65
Το χρηστό της κωλομέρι
το γουστάρανε δυο γέροι
66
Του αστερία ο παλμός
ήτανε εικονικός
67
Έβλεπε μες στη ομίχλη
με το διπλανό του νύχι
68
Ανακάτευε με την κουτάλα
τα νυχτερινά του πλάνα
69
Έριχνε μια χθεσινή βροχή
μέσα στην καταπακτή
70
Δεν αποτελεί πειστήριο
το Πράσινο Ακρωτήριο
71
Το πηρούνι δεν ψηλώνει
ας διαβάζεις και Μηλιώνη
72
Εκτελώ δια βίου
τις μπουκιές του Ζαφειρίου
73
Πίνοντας χρυσόγαλο
ξεχνούσε το ρυζόγαλο
74
Πάνω σε άλαλο μυγάκι
αναβοσβήνει ένα φωτάκι
75
Όλο γκρρρρ! και γκρρρρ! και γκρρρρ!
μην μπορώ να πω το μπρρρρ!
76
Ευτυχώς δεν ξεφουσκώνει 
του σπιτιού μου το μπαλκόνι
77
Σ’ένα άγνωστο νησί
μου φωνάξαν: Αλτ! Τις ει!
78
Της Νεμέας το κουνούπι
το τρομάξαν δύο γδούποι
79
Αναστήθηκε ο θαμμένος
κι ας μην ήταν πεθαμένος
80
Η δική μου σαγιονάρα
δεν τελειώνει πάντα σε «άρα»
81
Της Περγάμου τα παιδιά
γυάλιζαν μια τουφεκιά
82
Στης Περσίας τα σαλόνια
γλίστραγαν πολλά γκαρσόνια
83
Ο ασχήμων οιωνός
έμεινε χωρίς κοινό
84
Τον Σαρακηνό γορίλα 
τον πληρώνω με τον μήνα
85
Μην προφέροντας το λάμδα
κάνεις σαν την Εσμεράλδα
86
Ο Παντέλος ο ιππότης
μασκαρεύτηκε σαν πότης
87
Απ’τό μαγικό μπλοκάκι
έκοψα ένα παϊδάκι
88
Ήχοι βουλκανιζατέρ
στο αναμμένο λαμπατέρ
89
Επινόησε χαπάκια
απ’της Pepsi τα καπάκια
90
Ο αδέσποτος δεσπότης
είναι πρόθυμος αιμοδότης
91
Ήταν τόσο πειστικός 
που μιλούσε σαν Ινδός
92
Διακρίθηκε ως μετρ
που σερβίρει μιλιμέτρ
93
Κάποια στιγμή θα βαρεθώ
να μετράω στο μετρό
94
Πώς η μηλιά έγινε μηλέα
απ΄ την παλέτα του Μαλέα
95
Τύφλα να ‘χει το παγάκι
μπρος σε τούτο το παγκάκι
96
Ο εκτελωνισμός του βίου
είναι έργο του αιδοίου
97
Τα δάχτυλα τού ενός ποδιού
ήταν κάποιου αλλουνού
98
Από του μαξιλαριού το αρνάκι
του ‘λειπε το ένα χεράκι
99
Ποιος ακούει βήματα
πάνω από τα κύματα;
100
Τι ωραία που περνούσα
με του ύπνου την πατούσα
101
Η φωνή της Αργολίδος 
είναι σπάνια ως είδος
102
Εσκεπτόμην εν τω Ρήνω
τη μορφή σου στο Τορίνο
103
Έδειχνε εκστατικός
λες και ήτανε νεκρός
104
Μου έκανε εντύπωση
που βάδιζες με είκοσι
105
Σε κάθε του πανσέληνο
ευώδιαζε πανσέληνο
106
Από την ακροστιχίδα
μου φωνάζαν: " Μη φοβάσαι, άντε πήδα!"
107
Ακούω ένα τζίτζικα
που τραγουδάει τσίφτικα
108
Ο απόμαχος στυλίστας
στραβοπάτησε εκτός λίστας
109
Ξεκινώντας κυκλικώς
εγινόταν φιλικός
110
Δεν υπάρχει χοιρομέρι
που να σε κρατάει απ'το χέρι
111
Οδηγεί μια λιμουζίνα
στο τραπέζι στην κουζίνα
112
Απ’τις αρχές του Απρίλη
άρχισε να πίνει Illy
113
Τον ονόμασαν Δευκαλίων
ελλείψει επαρκών στοιχείων
114
Ο Βαγγέλης(πρώην φυστικάς)
λανσάρισε καινούργιο ανφάς
115
Ξάπλωσε πάνω στη σπάλα
και ξαπόστασε μια στάλα
116
Ανεβαίνει πάνω στην πλάτη
και του κάνει τον πελάτη
117
Κάτω από τις ορχιδέες
ανταλάσσανε ιδέες
118
Τα 'βαλε έτσι στ' αστεία
με τη διχοστασία
119
Ευλαβής μαντατοφόρος
εξερράγη στο Άγιο Όρος
120
Ευρυγώνιες αράδες
τις θαυμάζουν οι γραφιάδες

121
Κάλεσε την Αγία Τριάδα
για να κάνουνε βαρκάδα
122
Κάτι μέσα μου ανθίζει
αλλά δεν ξέρω αν καρπίζει
123
Τότε έστρεψε την κάννη
αναιδής κατά την πλάνη
124
Δεν σου ξανακάνω like
δεν διαβάζεις τον Updike
125
Εκρεμώ εν κενώ
πού καιρός να βρω κοινό
126
¨Εφτασε χωρίς αιτία
να ξοδεύει αμνησία
127
Είσαι χαριτοδιπλωμένη
όταν είσαι διπλωμένη
128
Δεξιά στον ουρανό
είδαμε τον Ζυρανό
129
Εντολή του πανδοχέα
να δακρύσουνε παρέα
130
Οι εκδρομές μας στο σαλόνι
είναι αυτό που μας ενώνει
131
Τρυπώντας ένα κάστανο 
άρχιζε το χάχανο
132
Φύτρωσε ένα ποντικάκι
στο απέναντι παρκάκι
133
Διάβαζε το «Σεραφίνο»
και δεν είδε «Il postino”
134
Ευτυχώς δεν είναι νύχτα
για να πάρω τη σφυρίχτρα
135
Απ’ το αλληγορικό κουτί
ακούστηκε: «μπα, γιατί;»
136
Εκτενώς με τριγυρίζει
ένα απέραντο μερμήγκι
137
Εγκατέλειψε τη χώρα
με μια δίπτερη αιώρα
138
Θα ήθελα να ήμουν εγώ
όλα αυτά που εννοώ
139
Το παιζε πρωτευουσιάνος
και δεν έβγαζε το κράνος
140
Ποιες είναι αυτές οι μέλισσες
που ασύνετα αμέλησες;
141
Απ'το στενό του Μαγγελάνου
ακουγόταν Τζένη Βάνου
142
Το Θωμά! Βρε το Θωμά!
Πόσο μοιάζει του ψωμά!
143
Βρήκα δύο βρήκα τρεις
μου απομένουν άλλοι τρεις
144
Διαρκώς ατενίζει κάτι
των Κυκλώπων τ' άλλο μάτι
145
Από τα χέρια του «Κινγκ Κόνγκ»
έμαθε να πίνει γκρογκ
146
Τα παιδιά του τον Ζαχαρία
τον φωνάζουνε Ηλία*


* Εδώ τελειώνουν τα "ΔΥΣΤΥΧΑ ΤΟΥ ΚΑΥΣΩΝΑ"
Γίνεται κατανοητό ότι η δροσιά, τουλάχιστον για μένα, είναι ο οδηγός της ποιητικής νοικοκυροσύνης.

"ΤΑ ΔΥΣΤΥΧΑ ΤΟΥ ΚΑΥΣΩΝΑ" δημοσιεύτηκαν από την 21 Ιουλίου μέχρι 14 Σεπτεμβρίου 2018 στο facebook με το δημόσιο όνομά μου Σπύρος Παύλου


Ο πίνακας "Voar" είναι της  Maria Helena de Castro Neves de Almeida