Κυριακή, Φεβρουαρίου 23, 2020

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ



10) Την Κυριακή 22 Ιανουαρίου 1984, ο  Νίκος Τριανταφυλλόπουλος, λιμενάρχης Ευρίπου,  καταβύθισε το σώμα του, με την βοήθεια της ερωμένης του Ελίζε Νταίηλυ, στα παγωμένα νερά του πορθμού Ευρίπου.
Οι αστυνομικές αρχές, μετά από μακρόχρονη έρευνα, ελλείψει στοιχείων που θα οδηγούσαν σε τυχόν εγκληματική ενέργεια, απέδωσε την εξαφάνισή του σε πνιγμό εξ αμελείας, στηριζόμενες στη μαρτυρία του μοναδικού αυτόπτη μάρτυρα, της Ελίζε Νταίηλυ, η οποία ισχυρίστηκε ότι είδε το Νίκο Τριανταφυλλόπουλο να βυθίζεται στα νερά του νύχτιου λιμανιού, το μοιραίο εκείνο βράδυ της Κυριακής, για να διαπιστώσει από πού προερχόταν το κλάμα που σαν βουβός θρήνος ταξίδευε στο βυθό των νερών. Στην ερώτηση των αστυνομικών πώς και γιατί βρέθηκε στην τοποθεσία αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, και πώς γνώριζε το λόγο της καταβύθισης τού αγνοούμενου, η Ελίζε Νταίηλυ ισχυρίστηκε  ότι ως εργαζόμενη στο λιμεναρχείο Χαλκίδας είχε αποκτήσει την πλήρη εμπιστοσύνη του, μετά από αρκετά χρόνια επαγγελματικής συνεργασίας, εμπιστοσύνη που έφτανε μέχρι την εκμυστήρευση των πιο ενδόμυχων σκέψεων του Νίκου, έτσι αποκάλεσε τον αγνοούμενο σε μια αποστροφή του λόγου της. 
«Δεν εμφανίστηκε ποτέ στην επιφάνεια των νερών» έκλεισε την κατάθεσή της.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 16, 2020

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

9) Κάποιες απρόβλεπτες Κυριακές, εισβάλλουν απρόσκλητοι στο διαμέρισμά μου οι φίλοι μου, την ώρα που ασκούμαι στην ορθοφροσύνη.
- Έλα πάμε, μου λένε, αγνοώντας την εξάντλησή μου από την άσκηση.
- Για πού; ρωτάω, δήθεν έκπληκτος, γνωρίζοντας την απάντησή τους.
- Για τη Σάντα Λολίτα, απαντούν, συμμετέχοντας στον λεκτικό εορτασμό, σαν να με  αιφνιδιάζουν.
Φεύγοντας αφήνω στην αντίληψη του θεατή ένα δαγκωμένο μήλο.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 12, 2020

Κυριακή, Φεβρουαρίου 09, 2020

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ


8) Σήμερα Κυριακή συναντάω τον Πέτρο αιωρούμενο μισό μέτρο πάνω από τη γη.Τα μαρμαρωμένα μάτια του κοίταζαν το άπειρο ή μάλλον τον δεύτερο όροφο της απέναντι πολυκατοικίας, συγκεκριμένα το κλουβί με την καρδερίνα της κυρίας Νίτσας, το οποίο δεν είχε σταματήσει, όλη αυτήν την ώρα της παρατήρησης του αιωρούμενου σώματος, να κελαηδάει. Το πρόσωπό του είχε πάρει ένα χαλκοπράσινο χρώμα, ένα κορδόνι σάλιου κυλούσε στα χείλη του, το σώμα του στεκόταν άκαμπτο στον αέρα, εκτός από τα πόδια του που παλινδρομούσαν αμήχανα, σαν να προσπαθούσαν να πατήσουν την άβυσσο της αιωνιότητας.

-Τρελός είσαι; Τι κάνεις εκεί πάνω; του λέω, και με το σουγιά μου κόβω το αόρατο σκοινί που τον κρατούσε απομακρυσμένο από το έδαφος.



Η φωτογραφία δική μου 05,02.2020

Κυριακή, Φεβρουαρίου 02, 2020

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ


7) Μου τηλεφωνεί ότι βρίσκεται στην είσοδο και με περιμένει. 
- Δεν θα ανέβεις επάνω; τη ρωτάω.
- Όχι, μου λέει. Έχω ραντεβού οχτώ η ώρα στο «Γκραν Γκινιόλ» και ξέρεις πώς γίνεται ο Μισέλ όταν δεν είμαι στην ώρα μου. Φρικάρει τόσο που μεταμορφώνεται σε ζόμπι.
Βγαίνω στο μπαλκόνι και την βλέπω να κόβει βόλτες ανυπόμονη.
- Ζωή, της φωνάζω.
Σηκώνει το κεφάλι και μου πετάει το νυχοκόπτη.
-Πρόσεχε, με προειδοποιεί, κόβει.
Παρόλο που μένω στον τέταρτο όροφο, ο νυχοκόπτης φτάνει απαλά στην παλάμη μου, σαν φύλλο ροδακινιάς φερμένο από τον άνεμο.
- Τα φιλιά μου στον Μισέλ, την αποχαιρετώ.
Την παρακολουθώ μέχρι να φτάσει στο αυτοκίνητό της. Μπαίνω στο σαλόνι κι αρχίζω να κόβω τα νύχια μου προσεχτικά.


"The Tenement" 1942


Norman Lewis

Δευτέρα, Ιανουαρίου 27, 2020

Η ΦΡΑΝΝΥ ΚΑΙ Ο ΖΟΥΙ




Ένα σχόλιό μου για το βιβλίο του Τζ.Ντ. Σάλιντζερ "Η Φράννυ και ο Ζούι"

http://frear.gr/?p=26850

Τρίτη, Ιανουαρίου 21, 2020

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΣΚΡΙΠ



Δεν γνώριζα το λογοτεχνικό έργο του κ. Καρακίτσου μέχρι να φτάσει στα χέρια μου το τελευταίο του βιβλίο «Ζαχαρίας Σκριπ». Ευτυχώς δηλαδή, γιατί διαβάζοντας το βιβλίο άρχισα να κολυμπάω σε άγνωστα νερά, τα οποία ασφαλώς είναι ωφέλιμα διότι περιέχουν το μυστήριο και την επικινδυνότητα που γοητεύουν και προκαλούν τον αναγνώστη που θα  διακινδυνεύσει να τα εξερευνήσει και να τα απολαύσει. Μετά τις πρώτες σελίδες σταμάτησα να κολυμπώ, νοιώθοντας εξοικειωμένος με την ανατρεπτική πραγματικότητα,  αφέθηκα στον βυθό αυτής της ευεργετικής αφηγηματικής εκτροπής και αρκέστηκα να θαυμάζω τις ομορφιές του υπόγειου κόσμου του κ.Καρακίτσου. Φτάνοντας μετά το τέλος της ανάγνωσης στην επιφάνεια, ο κόσμος ήταν πια διαφορετικός, ελλειπτικός, αφού στην πλειονότητά του δεν είχε το προνόμιο να είναι κάτοχος της αναγνωστικής απόλαυσης του αφηγηματικού κόσμου που μας προσφέρει η μυθοπλαστική καταγραφή μιας ιστορίας η οποία τον ομορφαίνει έστω με την λογοτεχνική εκδοχή του.
Η διαφορετική εκδοχή του κόσμου είναι, νομίζω, ο κεντρικός στόχος του συγγραφέα. Αυτή η εκδοχή αποτυπώνεται αφηγηματικά με τα όπλα που κάθε φορά ο συγγραφέας διαλέγει για να αναμετρηθεί μαζί του, όχι με μια αντιπαλότητα που θα ήταν αδιάφορη για τον αναγνώστη, ούτε μ’ένα λόγο γλωσσικά και θεματικά αφυδατωμένο, αλλά με ένα σύνολο αφηγηματικής τακτικής που αρχιτεκτονεί την ιστορία με  τελικό στόχο  την οχυρωμένη αναγνωστική εμπειρία των λογοτεχνικών συμβάσεων. Ο κ.Καρακίτσος φαίνεται να αμφισβητεί την επάρκεια των παραδοσιακών λογοτεχνικών αποσκευών για το αφηγηματικό ταξίδι του. Τα κατατεθειμένα είδη της λογοτεχνικής αναδημιουργίας του κόσμου δεν είναι ικανά να οικοδομήσουν το λογοτεχνικό κόσμο του. Οι αφηγηματικές ανάσες που δίνονται από το τελματωμένο σώμα της διακειμενικότητας είναι άπνοες, για να χρησιμοποιήσω ένα λογοπαίγνιο, είναι ατελέσφορες, οδηγούν στη σήψη.
Πόλεμος λοιπόν σε δυο μέτωπα. Με την παράδοση και με την διαβρωμένη αναγνωστική αντιληπτικότητα του αναγνώστη. Μόνο τότε η έμπνευση, η ταχτική, η στρατηγική για την κατάληψη νοητικών εδαφών στην πνευματική επικράτεια του αναγνώστη θα έχει κάποιο νόημα και ελπίζουμε αποτέλεσμα. Διαφορετικά ας μείνουν τα εδάφη αυτά υπό κατάληψη. Σκασίλα μας.
Το βασικό εκπορθητικό λοιπόν όπλο του κ.Καρακίτσου για την κατάληψη των νοητικών εδαφών δεν πηγάζει από την υπερπροσφορά της λογοτεχνικής παραδοσιακής τεχνουργίας, αλλά από το απόθεμα εξωκειμενικών κοιτασμάτων που αφθονούν στον εξωλογοτεχνικό κόσμο, των οποίων η εξόρυξη και μεταφορά στο λογοτεχνικό εργαστήρι είναι μια πρόκληση,  μια ενδιαφέρουσα όσο και επικίνδυνη αποστολή.  Ο κ.Καρακίτσος ως  σύγχρονος Ζαχαρίας Σκριπ αποφασίζει να εισβάλλει και να αναμετρηθεί σε ένα κορεσμένο αφηγηματικό και μυθοπλαστικό κόσμο,  με τους ρομαντισμούς, τις γραφικότητες, τις  επαναλήψεις, τις μνημοραγίες, τους λυρισμούς, τις επιτηδεύσεις, τις λεκτικές ακρότητες, τη ρητορική, την αυτοτροφοδοτούμενη αυταρέσκεια, τις κοινοτοπίες, τα ρητορικά κλισέ που τον χαρακτηρίζουν, προσδοκώντας να μην έχει την κατάληξη του ήρωά του.
Την αφηγηματική στρατηγική του ο κ. Καρακίτσος την χειρίζεται εύστοχα, διαθέτοντας σε πλήρη επάρκεια τα υλικά της σάτιρας, της φαντασίας, αλλά κυρίως της γλωσσικής αίσθησης για την διεκπεραίωση της μυθοπλαστικής ανάπλασης. Η αφηγηματική μυθοπλαστική δεξιοτεχνία του, ο σκηνοθετημένος λογοτεχνικός του κόσμος είναι ένας ευαγγελισμός που στοχεύει στην υπονόμευση της οικειότητας του αναγνωστικού κοινού με τα λογοτεχνικά είδη τα οποία συντηρούν μια λογοτεχνία στάσιμη υφολογικά και θεματολογικά. Το παράτολμο της προσπάθειας είναι μια μοναχική ιχνηλασία σε παρθένα, ανεξερεύνητα λογοτεχνικά μονοπάτια. Ελπίζουμε το ξέφωτο που αναζητά ο συγγραφέας να μην του αποκαλυφθεί ποτέ. Ίσως πάλι μην  υπάρχει ξέφωτο. Έτσι η ατέρμονη περιπλάνηση, ευτυχώς, θα συνεχίζεται στο διηνεκές. Είναι αποκλειστική ευθύνη του κάθε δημιουργού να αποδεχθεί ή να απορρίψει το ατελέσφορο της κειμενικής περιπλάνησης, αλλά για να είμαστε ακριβείς της κειμενικής αποπλάνησης.


"ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΣΚΡΙΠ"
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ
Εκδόσεις "ποταμός"

Πέμπτη, Ιανουαρίου 16, 2020

ΚΑΠΟΙΕΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ


Κάποιες Κυριακές όταν βρέχει φτιάχνουμε μουστοκούλουρα με την Α. Μας αρέσει να φτιάχνουμε μουστοκούλουρα κάποιες Κυριακές όταν βρέχει.
Αναπνέουμε τη μυρωδιά τους καθώς ψήνονται, στεκόμαστε στο παράθυρο και βλέπουμε τη βροχή να πέφτει. Μας αρέσει να αναπνέουμε τη μυρωδιά τους, να στεκόμαστε στο παράθυρο και να βλέπουμε τη βροχή να πέφτει.
Τρώμε τα μουστοκούλουρα κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον. Μας αρέσει να τρώμε μουστοκούλουρα κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον.
Εν τω μεταξύ η βροχή συνεχίζει να πέφτει.



"Gentle Rainstorm" 1974
Norman Ackroyd



Τρίτη, Ιανουαρίου 14, 2020

ΜΑΤΑΜΠΡΕ




Εκεί που δεν το περιμένεις από μια πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέα βρίσκεσαι μπροστά σε μια συλλογή δεκαέξι διηγημάτων που σε εκπλήσσουν ευχάριστα.
Η κ. Μπραϊμάκου με μια γλώσσα που δεν διστάζει να εκτεθεί σε όλη την γκάμα της γλωσσικής περιφέρειας, επαναφέρει ιστορίες που δεν πρωτοτυπούν, δίχως  όμως  να είναι εξαντλημένες αφηγηματικά, παραμένοντας επίκαιρες και ενδιαφέρουσες.
Με τρόπο αιχμηρό, αυθάδικο και αποκαθαρμένο από κάθε γλωσσική σύμβαση, με ρυθμό κάποιες φορές γλωσσικά βίαιο, η συγγραφέας μάς προσφέρει διηγήματα έξοχα αποδοτικά, τόσο αφηγηματικά όσο και υφολογικά.
Οι ήρωες της κ.Μπραϊμάκου ερωτεύονται, συμβιβάζονται, παντρεύονται, χωρίζουν, αρρωσταίνουν, πεθαίνουν, επαναστατούν, μοιχεύουν και μοιχεύονται, επιθυμούν, απογοητεύονται, αγαπούν, δολοφονούν, διακατέχονται απ΄όλα τα συναισθήματα της ανθρώπινης συμπεριφοράς και προσφέρουν με την ύπαρξή τους μια αφηγηματική ανθηρότητα που το τρύγισμά της γίνεται μια όμορφη αναγνωστική εμπειρία.
Τα διηγήματα της συλλογής ¨ΜΑΤΑΜΠΡΕ» είναι μια αφηγηματική κατάκτηση, μια λογοτεχνική γαστρονομική εκδοχή της ανθρώπινης περιπέτειας, όπου η συγγραφέας με υλικά φρέσκα, δροσερά, επιλεγμένα με προσοχή μας προσφέρει ένα αναγνωστικό γεύμα, που η επίγευσή του παραμένει στη μνήμη μας σαν μια κεντημένη δεξιοτεχνικά γλωσσική καμπυλότητα ενός εμπνευσμένου καλλιτεχνικού σώματος, περιμένοντας με ανυπομονησία το επόμενο αφηγηματικό της μαγείρεμα.

*Πολύτιμη ήταν η βοήθεια του Άγη Αθανασιάδη  
http://librofilo.blogspot.com/2019/01/blog-post_9.htmlγια την ανάγνωση του βιβλίου, την αναγνωστική βαθύνοια του οποιίου εκτιμώ απεριόριστα, καθώς και η βράβευσή του βιβλίου από την Εταιρεία Συγγραφέων με το βραβείο "Μένης Κουμανταρέας", αν και εδώ ο ρόλος του βραβείου δεν είχε την ίδια βαρύτητα με τη γνώμη του κ. Άγη Αθανασιάδη.

Τρίτη, Ιανουαρίου 07, 2020

ΔΥΣΤΥΧΩΣ, ΕΙΝΑΙ ΕΞΑΝΤΛΗΜΕΝΟ



Κάνω τον καθιερωμένο, τον χειμώνα, περίπατό μου στα στενά του χωριού ή στις παρυφές του, όταν ο καιρός είναι καλός, το βραδάκι γύρω στις επτά. Σήμερα σ’ένα διάλειμμα καλοκαιρίας, ξεκίνησα παίρνοντας μαζί μου το κινητό, όπου στην κάρτα μνήμης έχω αποθηκεύσει μερικά ποιήματα που μου αρέσουν, κι όταν νοιώθω μοναξιά, περπατώντας στους ίδιους δρόμους χρόνια τώρα, τα διαβάζω για να διώξω την μονοτονία του μυαλού από τις εικόνες που δέχεται καθημερινά. Όταν φτάνω στην οδό Περγάμου σταματώ να διαβάσω ένα ποίημα του Γιάννη Βαρβέρη που μου έχει κάνει εντύπωση. Έχω βάλει την κουκούλα τού μπουφάν στο κεφάλι για να προστατευτώ, το κρύο είναι αρκετό. Βρίσκομαι έξω από τον τοίχο μιας αυλής, σχεδόν ακουμπάω πάνω του, και διαβάζω, περισσότερο προσεχτικά, ένα ποίημα που μου έχει κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, ζητώντας την ακινησία για να νιώσω καλύτερα τη συγκίνηση της ποιητικής τέχνης. Την στιγμή εκείνη ανοίγει η πόρτα και βγαίνει κάποιος από το σπίτι. Καταλαβαίνω, δίχως να τον βλέπω, γιατί του έχω γυρισμένη την πλάτη, ότι παρατηρεί τον κουκουλωμένο άγνωστο που κοιτάζει το κινητό του, ο οποίος δίχως να κάνει την παραμικρή κίνηση να απομακρυνθεί από τη θέση του συνεχίζει να είναι βυθισμένος στην οθόνη του κινητού του. Για να κάνει αισθητή την παρουσία του, ανοίγει την διπλανή πόρτα στου σπιτιού, που βρίσκεται στο ισόγειο του δυόροφου σπιτιού. Καταλαβαίνω ότι δεν την έχει κλείσει, αλλά συνεχίζει να με παρατηρεί, δίχως να έχει το θάρρος να ρωτήσει για την παρουσία μου, γιατί δεν έχει φυσικά κανένα δικαίωμα να το κάνει, φοβάται την αντίδρασή μου, δεν ξέρει με τι άνθρωπο έχει να κάνει βραδιάτικα.

-Μην ενοχλείστε, του λέω για να τον βγάλω από τη δύσκολη θέση, ένα ποίημα του Γιάννη Βαρβέρη διαβάζω. Ακούστε, του λέω, και πριν προλάβει να αντιδράσει αρχίζω να απαγγέλω:

ΚΛΑΔΙΑ ΓΙΑ ΠΟΥΛΙΑ

Είναι κάτι κλαδιά
χορεύουν κι όταν ο άνεμος
καθόλου δε φυσά

Καλούν με το χορό τους τα πουλιά
που διστάζουν.

Είναι κάτι κλαδιά
χορεύουνε τον τρόμο τους
ανάμεσα στο βάρος και στη ρίζα
και διώχνουν όσα ζύγωσαν πουλιά

Τώρα ο άνεμος έχει καθίσει πάνω τους
πουλιά πια δε ζυγώνουν στα κλαδιά
κανείς ποτέ δε γέλασε πουλιά
φαίνεται βλέπουν
ό,τι δε φαίνεται:

πάνω στα έρημα κλαδιά
να ΄χουν ανθίσει
πουλιά

-Κύριε, μπορείτε να μου διαβάσετε άλλο ένα σας παρακαλώ, και πριν ξεκινήσω την απαγγελία, αποδεχόμενος την παράκλησή του,φωνάζει προς το βάθος του σπιτιού:
-Μαρία, έλα να ακούσεις.
Από το διάδρομο του σπιτιού εμφανίζεται μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, με μαύρα μαλλιά που φτάνουν λίγο κάτω από τους ώμους της, πρόσωπο μελαχρινό, μάτια καστανά, φορώντας μια γαλάζια ρόμπα.
-Ο κύριος θα μας διαβάσει ένα ποίημα, της λέει, κι εκείνη τον κοιτάζει απορημένη, δεν αντιδρά, αλλά στέκεται και με κοιτάει με παραξενεμένο ύφος.
Τους διαβάζω το « H ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ TOY ΚΩΝΩΠΟΣ»
-Πώς λέγεται ο ποιητής; με ρωτάει με φανερό ενδιαφέρον ο ένοικος.
-Γιάννης Βαρβέρης, αλλά γιατί ρωτάτε;
--Γιατί μου άρεσαν αυτά που διαβάσατε, έτσι Μαρία;
Η Μαρία συμφωνεί, κουνώντας καταφατικά το κεφάλι της.
-Ξέρετε, εγώ δεν έχω διαβάσει ποτέ ποίηση, το λύκειο το τέλειωσα με δυσκολία, έχω δικό μου τουριστικό στο κεντρικό δρόμο. Μα ελάτε μέσα, να πιείτε κάτι.
-Όχι με περιμένουν σπίτι, απάντησα ψευδόμενος, ενώ είχα προγραμματίσει να δω το “Dronningen” μόνος μου, αφού με την Ελένη το είχαμε αναβάλλει αρκετές φορές με διάφορες προφάσεις αληθινές ή ψεύτικες.
-Θα το αγοράσω αύριο, έτσι Μαρία;
Αυτή τη φορά η Μαρία εκτός την καταφατική κίνηση του κεφαλιού της απάντησε:
-Ναι Μάριε.
-Δυστυχώς ο πρώτος τόμος είναι εξαντλημένος, τον ενημέρωσα.
Ένα πέπλο ομίχλης σκέπασε το πρόσωπό του. Έψαξε την τσέπη του μπουφάν του και έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα και άναψε με τρεμάμενα χέρια.
-Καπνίζετε; με ρώτησε, κι άπλωσε το πακέτο με τα τσιγάρα προς το μέρος μου.
-Ευχαριστώ, αλλά αυτή την ώρα δεν το χρειάζομαι, του λέω.
-Σε ευχαριστώ, μας χάρισες όμορφες στιγμές που δεν θα ξαναζήσουμε, έτσι Μαρία;
Αυτή τη φορά η Μαρία εκτός από την καταφατική κίνηση το κεφαλιού της, μαζί με το Μάριε συμπλήρωσε το κτητικό «μου».
Τους χαιρέτησα δίνοντας το χέρι μου, έβαλα την κουκούλα μου, που είχα βγάλει όλο αυτό το διάστημα, και συνέχισα το δρόμο μου.

Σάββατο, Ιανουαρίου 04, 2020

ΧΑΡΤΙΝΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟ


Εν συντομία και εκ του προχείρου παραθέτω το χρονικό της γνωριμίας της χαρτοσακούλας και του χαρτοδόντη, οι οποίοι σύμφωνα με την αφήγησή μου της 31ης Δεκεμβρίου 2019, δεν παραβρέθηκαν στην ετήσια συνάντηση φίλων στο σπίτι μου την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, αλλά αποφάσισαν να περάσουν την τελευταία μέρα του χρόνου μαζί, στο σπίτι του χαρτοδόντη, νεοερωτευμένοι καθώς ήταν, απολαμβάνοντας τον έρωτά τους, που έκλεινε δυο μήνες πάθους και ευτυχίας,
Η χαρτοσακούλα ερωτεύτηκε τον χαρτοδόντη από τον τρόπο που μασούσε την τσίχλα του, την οποία είχε διαρκώς στο στόμα, ακόμη κι όταν κοιμόταν, που λέει ο λόγος, κι απ’το χαμόγελό του, που αποκάλυπτε μια σειρά χάρτινα μαργαριτάρια, που στόλιζαν το στόμα του, τα οποία για τον υπόλοιπο κόσμο τα ονομάζουμε δόντια.
Τον συνάντησε ένα πρωινό του Οκτώβρη στο χαρτοπωλείο «Το χαρτοφυλάκιο», την ώρα που εκείνος αγόραζε χαρτομπογιές, για μια χάρτινη κατασκευή, δικής του έμπνευσης και κατασκευής. Την χαρτοσακούλα την εντυπωσίασε ο τρόπος που χειριζόταν την τσίχλα στο στόμα, της θύμιζε χορογραφία, που παιζόταν μόνο για κείνη, σε μια ροζ, σάρκινη σπηλιά, διακοσμημένη με λευκά χάρτινα σκηνικά. Χορογραφία που συνδύαζε πειθαρχία και αυτοσχεδιασμό, ελευθερία και καταναγκασμό, συναίσθημα και ψυχρότητα, πάθος, κίνηση, δύναμη, ακρίβεια, χάρη, έμπνευση, εκφραστικότητα. Μια κινητική εικόνα που όποιος είχε την ικανότητα να αντιληφθεί την ευρηματικότητά της έμενε για πάντα αιχμάλωτος της. Ένας απ’αυτούς ήταν η χαρτοσακούλα, που ευτυχώς για την ίδια, ήταν η μοναδική που είχε φτάσει σ’αυτή την αποκάλυψη.
Τη στιγμή που γλίστρησαν από το χέρι της οι φωτοτυπίες και φτερούγισαν στον διάδρομο, ο χαρτοδόντης, που έπιανε πουλιά στον αέρα,τις πρόλαβε με χορευτικές κινήσεις πριν φτάσουν στο πλακάκια του χαρτοπωλείου και τις επέστρεψε, με μια κίνηση αβροφροσύνης και ευγένειας, στη φωλιά τους, τα λευκά σαν κρίνος χέρια της χαρτοσακούλας, προσφέροντάς της ένα χαμόγελο που αποκάλυψε τα εξαίσια χάρτινα δόντια του. Από τη στιγμή που τα αντίκρυσε η χαρτοσακούλα δεν τον έβγαλε απ' το μυαλό της, όχι τόσο ως σωματική παρουσία, αλλά σαν το πεπρωμένο που θα μπορούσε, έστω και αργά, να αλλάξει τη ζωή της.
Η ευκαιρία να ξανασυναντηθούν δόθηκε όταν η χαρτοσακούλα ήρθε μαζί με την χαρτοσήμανση, γυναίκα του χαρτογιακά, επιστήθιου φίλου μου παιδιόθεν, σε μια προγραμματισμένη οινοποσία, η οποία επαναλαμβανόταν κατά τακτά διαστήματα σε σπίτια φίλων, εις μνήμην του χαρτοσουγιά, εκλεκτού μέλους της παρέας, ο οποίος «έφυγε» ένα βράδυ Παρασκευής του Μάη του 2015 σ’ένα καυγά, στον οποίο δεν πήρε ουσιαστικά μέρος, περιέργως, αλλά κατέληξε ως παράπλευρη απώλεια, με δύο νεκρούς και ένα τραυματία.
Εν μέσω οινοφλεγών βλεμμάτων, αλκοολούχων εκφράσεων και υπονοουμένων, ο χαρτοδόντης και η χαρτοσακούλα δέθηκαν με την αόρατη κλωστή της ερωτικής έλξης, με την προοπτική ενός βίου που προσφερόταν ως αντίδοτο στην μονοτονία του μέχρι τώρα παρελθόντος και παρόντος τους, ενός μέλλοντος αρκούντως ανταποδοτικού των επιθυμιών που άνθιζαν στην καρδιά τους, και αποφάσισαν να δωρίσουν ο ένας στον άλλον.
Ο χαρτοδόντης προσφέρθηκε να την συνοδεύσει στο σπίτι της με το αυτοκίνητό του, ένα Ford Ka πραγματικό χαρτόκουτο, λόγω μέθης της χαρτοσακούλας, πραγματικής ή θεατρικής, δεν γνωρίζουμε, είναι ένα θέμα που χρίζει διερεύνησης, το οποίο δεν μας αφορά στην παρούσα διήγηση, και η άμεση ανταπόκρισή της, ως έτοιμη από καιρό, δεν άφηνε την παραμικρή αμφιβολία γι’αυτό που θα επακολουθούσε. Γεγονός που δεν διαψεύστηκε από την εξέλιξη της νυχτερινής συνάντησης. Ο χαρτοδόντης έφυγε από το σπίτι της αργά το πρωί, αφού κατανάλωσε δυο εσπρέσσο και δύο τοστ με πίκλες, λες και ήταν στη Σάντα Τερέσα του Μπολάνιο. Από τότε εγκατέλειψαν τις κοσμικές συναντήσεις, έτσι αποκαλούσαν τώρα πια τις συναντήσεις μας, ζώντας ένα χάρτινο, ονειρικό παραμύθι έρωτα και πάθους, που με την συγκατάθεσή τους σας εξιστόρησα.

 "Keep in line with 2 light sensitive plates - photogravure print",
Hubertine Heijermans

Τρίτη, Δεκεμβρίου 31, 2019

ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ


Το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς παίζουμε χαρτιά στο σπίτι μου, εγώ, ο χαρτοφύλακας, ο χαρτοκόπτης, ο χάρτινος τίγρης, ο χαρταετός, ο χαρτογιακάς, ο χαρτοπόλεμος, και το χαρτόμουτρο. Οι γυναίκες μας-κάποιοι από μας από μας είμαστε ακόμη συζευγμένοι- η χαρτορίχτρα, η χαρτομάντισσα, η χαρτοσήμανση, είναι στο διπλανό δωμάτιο και πίνουνε ρούμι, σκέτο. Ακούμε το γέλιο τους, αλλά συνεχίζουμε αφοσιωμένοι το χαρτοπαίγνιό μας. Τα χαρτόπουλά μας έχουν αμπαρωθεί στο υπνοδωμάτιο, δίχως να ακούγονται, μάλλον απορροφημένοι στην ηλεκτρονική τους ευδαιμονία. 
Γνωρίζουμε ότι στο τέλος θα κερδίσει το χαρτόμουτρο, χαρτόλιθος πραγματικός, αλλά συνεχίζουμε την προσπάθειά μας, μέχρι τη στιγμή που ένας-ένας μένουμε ρέστοι.
Μ’αυτό τον τρόπο, την τήρηση του εθίμου, πιστεύουμε, και δεν έχουμε διαψευστεί μέχρι τώρα, ότι ο νέος χρόνος, που βρίσκεται ήδη προ των πυλών, θα μας βρει ακόμη μια φορά χαρτογραφημένους στην επικράτεια του ζην-συν-πλην και την επόμενη χρονιά, όταν δώδεκα η ώρα ακριβώς, θα εισβάλει ξανά νεόπνευστος και ελπιδοφόρος, και θα τον υποδεχθούμε με ευχές, ανταλλαγή φιλιών, άνοιγμα σαμπάνιας και παρατεταμένο χειροκρότημα.

"The Card Players" 1892
Paul Cezanne


Τρίτη, Δεκεμβρίου 24, 2019

ΡΕΒΕΓΙΟΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ


Κάθε χρόνο κάνουμε ρεβεγιόν Χριστουγέννων στο πατρικό μου σπίτι, ακόμα και τώρα καβατζάρησα τα εξήντα, εγώ, η γυναίκα μου, η μαμά μου, ο μπαμπάς μου, ο πεθερός μου, η πεθερά μου, οι δυο  παππούδες μου, οι δυο γιαγιάδες μου, και ο θείος ο Ιωσήφ, που έρχεται μαζί με μια γυναίκα με μπλε φόρεμα και μπλε μάτια. Στην αγκαλιά της κρατάει ένα νεογέννητο αγοράκι, που μας το συστήνει «Ο Χριστούλης μου», σε μια γλώσσα που δεν γνωρίζουμε αλλά καταλαβαίνουμε.Η γυναίκα τρώει σιωπηλά και κάπου κάπου ρίχνει τρυφερές ματιές στο γιο της,  ενώ μια γλυκιά, νεόκτιστη άλως φωτίζει το πρόσωπό της.
Δεν την βλέπουμε ξανά, μέχρι το επόμενο ρεβεγιόν, να συνοδεύει το θείο μου, κρατώντας στην αγκαλιά της το ίδιο νεογέννητο αγοράκι, και να επαναλαμβάνει τη φράση: «Ο Χριστούλης μου».




"The Visit" 1899
Felix Vallotton



Παρασκευή, Δεκεμβρίου 20, 2019

ΟΡΑΤΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1) Όταν γράφεις να σκέφτεσαι το Λιόπεσι και όχι την Ανδραβίδα.

2) Όταν γράφεις μη σκέφτεσαι
την όμορφη Φιλίτσα
Μα τα βιβλία που διάβαζε
μια μακρινή σου θείτσα

3) Μην σαντορινίζεις όταν γράφεις. Η όμορφη θέα κρύβει τη έμπνευση.

4) Η εντατική προπόνηση δεν σε κάνει απαραίτητα καλό συγγραφέα. Δεν βλέπεις γύρω σου τους σκληρά προπονημένους, τι βιβλία γράφουν; Διαβάζουν φορώντας τη φόρμα τους, αθλητικά παπούτσια Nike air max, και η εξάντληση φαίνεται στο παιγνίδι τους.

5) Μην αποκαλύπτεις ποτέ την ηλικία σου. Έτσι κι αλλιώς θα φανεί στο κείμενό σου.

6) Όταν γράφεις να αμολάς τον λύκο σου και όχι το γατί σου.

7) Όταν γράφεις μη μένεις σιωπηλός. Θέλει τρυφερά λογάκια η έμπνευση για να καυλώσει. Τι περιμένεις, να τα καταφέρεις μόνο με τη δική σου στύση;

8) Όταν δεν «τσουλάει» το γραπτό σου, μην κατεβαίνεις για να σπρώξεις. Μέχρι πού νομίζεις ότι θα φτάσεις με αυτόν τον τρόπο;

9) Στο κείμενο που έγραψες να φαίνεται ότι είσαι απών. Αρκεί να μην το καταλάβουν οι αναγνώστες.

10) Να είσαι ακριβής, εύστοχος και σύντομος. Μην κάνεις κατάχρηση της τύχης που είσαι συγγραφέας.

11) Όταν ξεκινάς να γράψεις, μην είσαι σίγουρος ότι το κλειδί της έμπνευσης είναι πάντα αφημένο κάτω από το χαλάκι της εξώπορτας τού αφηγηματικού λαβύρινθου σου.

12) Δεν χρειάζεται να σηκώσεις τα μανίκια πριν αρχίσεις να γράφεις. Μπορείς να γράψεις ενδιαφέροντα κείμενα και με κοντομάνικο.

13) Όταν γράφεις να κάνεις πάντα το σταυρό σου και να προσεύχεσαι:
"Θεέ μου, βοήθησέ με να μην ανέβω ξανά στην επιφάνεια".

14) Το συνεχές χτένισμα του κειμένου σου μπορεί να του δημιουργήσει τριχόπτωση.

15) Πριν ξεκινήσεις να γράψεις, μην ξεχάσεις να ξεκρεμάσεις απ' το μυαλό σου την ταμπέλα "Μην ενοχλείτε".

16) Να αποφεύγεις τη λέξη "είμαστε" στα κείμενά σου. Μην παίρνεις και τους άλλους στο λαιμό σου.

17) Μη φυσάς και ξεφυσάς όταν η έμπνευση δεν σου κάνει τα χατίρια. Η έμπνευση δεν είναι στρώμα θαλάσσης που προσπαθείς να το φουσκώσεις με το στόμα.

18) Όταν γράφεις μην απλώνεις τόσο πολύ τη γραφίδα σου, αλλά την αρίδα σου. Θα νοιώσεις καλύτερα. Γράφεις για να περνάς καλά όχι για να βασανίζεσαι.

19) Αυτό που έγραψες να δίνει την εντύπωση ότι δεν ανήκεις στην τάξη των πεζών, αλλά των αναβατών.

20) Τη στιγμή που γράφεις γίνεσαι ένας ελεύθερος σκοπευτής. Στοχεύεις τις δυσεπίλυτες μεταλλάξεις σου και αστοχείς. Παραμένεις αναμορφωτικά ζωντανός, μέχρι την επόμενη φορά που θα προσπαθήσεις ξανά. Πείσμων και ειρωνικός γοητεύεσαι από το αδύνατο.

Bonus

21) Δείξε λίγο αδεξιότητα, βρε αδελφέ! Άνθρωπος είσαι, όχι λογισμικό.


21 Νοεμβρίου- 10 Δεκεμβρίου 2019

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 05, 2019

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ



Όταν τον Απρίλιο του 1981 δημοσίευα στο περιοδικό «Το δένδρο» τρία ποιήματά μου, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι ένα άλλο περιοδικό, που διάβαζα με θαυμασμό, θα δημοσίευε μετά 38 χρόνια ένα κείμενό μου. Να όμως που το περιοδικό «Χάρτης» δέχθηκε να φιλοξενήσει ένα μικρό αφήγημά μου στο τεύχος του Δεκεμβρίου, ώστε η αποδοχή της πρότασης για συνεργασία να αποτελέσει μια ευχάριστη έκπληξη, που με ικανοποίησε και με κολάκεψε. Η δημοσίευση αυτή είναι πιστεύω μια δικαίωση για την προσπάθεια που κάνω σαράντα χρόνια να γράψω κάποια κείμενα που θα με βοηθήσουν να αντισταθώ στην τάξη των πραγμάτων, στην συγκροτημένη και συμμορφωμένη πραγματικότητα, που η πειθάρχηση των συναισθημάτων και των ουτοπικών επιθυμιών είναι προτεραιότητά της.
Όσοι πιστοί προσέλθετε στην ανάγνωση κάνοντας κλικ στο link. Οι υπόλοιποι  είμαι σίγουρος ότι θα περάσετε καλύτερα χωρίς να κάνετε τον κόπο να διαβάσετε τις  εκμυστηρεύσεις, εξομολογήσεις, ψευδαισθήσεις, γλωσσικές και νοητικές παραβάσεις μου, όλα αυτά που τέλος πάντων ελπίζω να με κάνουν μια εξοχότατη βόμβα στην περιπολία των φλύαρων  ζηλωτών μιας άπτερης πραγματικότητας.

Σπύρος Παύλου

https://www.hartismag.gr/hartis-12/poiisi-kai-pezografia/dwrodokhmenh-afhghsh

Κυριακή, Νοεμβρίου 24, 2019

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ


Τερπνέ! Ε, τερπνέ! μου φώναξε ο ωφέλιμος, μα εγώ δεν γύρισα ούτε καν να τον κοιτάξω.


A Sunday on La Grande Jatte -1884

Georges Seurat

Σάββατο, Νοεμβρίου 23, 2019

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ;


Τρίτη εκδοχή

Με βλέμμα πολυεδρικό, προφίλ εκλογικού αντιπρόσωπου, δόντια εντόμου εν κυήσει, φωνή αεροπορικού μεταφορέα, πόδια πιθανόν ποταμίσια, μάτια λαδερά , δεν το λες άφυλο σαλιγκάρι, ούτε καν ενικό αριθμό σε νυχτερινή βάρδια.

Φυσάει κάτω από τη γλώσσα σου;

Δευτέρα, Νοεμβρίου 18, 2019

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ;


Με χαμόγελο μύγας, προφίλ κουναβιού, δόντια εντόμου, φωνή αηδονιού, πόδια τραχανί, μάτια αναρριχώμενα, δεν το λες πρόβατο, αλλά ούτε φυσικά corn flakes με γάλα.

Φυσάει μέσα στο μυαλό σου;

"2 Sheep's Heads" 
Joseph Beuys

Κυριακή, Νοεμβρίου 17, 2019

ΑΞΥΠΝΗΤΟΣ



" Έφτασα στο ξενοδοχείο «Manifesto» αργά το απόγευμα. Η κράτηση είχε γίνει από το πρακτορείο «Οδύνη» στο όνομα  Θανάση Ανεξύπνητου, όπως μου ανακοίνωσε ο receptionist του ξενοδοχείου, με τον οποίο συμφώνησα. Ο George, έτσι έγραφε η χρυσαφί ταμπέλα που είχε καρφιτσωμένη στο μπλε σακάκι του, με τη σειρά του επιβεβαίωσε τ' όνομά μου, όταν έλεγξε τα στοιχεία της ταυτότητάς μου. Πήρα το κλειδί του δωματίου και ανέβηκα στον δεύτερο όροφο. Το δωμάτιο 234 ήταν ένα τυπικό δωμάτιο ξενοδοχείου, όπως όλοι μας, ή σχεδόν όλοι μας, γνωρίζουμε. Άφησα το σακίδιό μου στο εντοιχισμένο ξύλινο ράφι και τράβηξα τις κουρτίνες. Άνοιξα το παράθυρο και βγήκα στο μπαλκόνι. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει•τα φώτα του κήπου είχαν ανάψει. Στον ουρανό ταξίδευαν, νωχελικά, βαριά σύννεφα. Δεν σκέφτηκα ότι θα βρέξει, δεν ήταν προτεραιότητά μου να το σκεφτώ εκείνη τη στιγμή. Ανάπνευσα βαθιά κι άφησα ανακουφισμένος τον αέρα να βγει από τους πνεύμονές μου, ααααχχχ! κι αισθάνθηκα καλύτερα· ήρεμος και χαλαρός. Γύρισα στο δωμάτιο, έκλεισα την μπαλκονόπορτα, τράβηξα τις κουρτίνες, ξάπλωσα στο κρεβάτι όπως ήμουν, με τα ρούχα και τα παπούτσια, και κοιμήθηκα βαθιά, ακαριαία. Δεν ξύπνησα ποτέ."

Διήγηση Θανάση Ανεξύπνητου, ξημερώματα Σαββάτου στα επείγοντα του μπαρ "Help"

Από την ανέκδοτη συλλογή "Συναντήσεις με τους φίλους μου"

Κυριακή, Νοεμβρίου 10, 2019

ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟ


Η μητέρα μου τερμάτισε στην τέταρτη θέση του μαραθωνίου της Αθήνας μεταξύ των Ελλήνων αθλητριών που συμμετείχαν στον αγώνα. Γνώριζα ότι θα τερμάτιζε σε μια καλή θέση, μετά από τόση προσπάθεια που κατέβαλε στις προπονήσεις, τους χρόνους που είχε φέρει, οι οποίοι, ειδικά  τους τελευταίους μήνες,  συνεχώς μειώνονταν, με αποτέλεσμα τις τελευταίες εβδομάδες να σταθεροποιηθεί ο χρόνος της γύρω στο τρεις ώρες και δεκαπέντε πέντε λεπτά.  Η κατάταξή της οφείλω να ομολογήσω με εξέπληξε, όπως και ο χρόνος τερματισμού, που κατέβηκε κάτω από τα τρεις ώρες και δέκα λεπτά,  συγκεκριμένα τρεις ώρες, πέντε λεπτά και πενήντα δύο δευτερόλεπτα.
Όταν επιστρέψαμε σπίτι φορούσε ακόμη τα αθλητικά ρούχα με τα οποία έλαβε μέρος στον αγώνα. Μπλε σορτσάκι, μπλε φανέλα με άσπρα γράμματα, που έγραφαν «Hellas», τον αριθμό 69 στην πλάτη,  παπούτσια “Adidas”, τα οποία είχε δοκιμάσει στις δύο τελευταίες προπονήσεις, και της ταίριαζαν απόλυτα, όπως ισχυριζόταν. Την βοήθησα να κάνει μπάνιο, κι όταν ήρθε στην κουζίνα, ενώ εγώ της στέγνωνα τα μαλλιά με το σεσουάρ, εκείνη έπινε τον καφέ της με απολαυστικές γουλιές, τραβώντας βαθιές ηδονοφόρες ρουφηξιές από το τσιγάρο της, φυσώντας τον καπνό από τα ρουθούνια, στοχαστικά κι ονειροπόλα.
Μπορεί η υγεία της να ήταν κλονισμένη, τα χάπια της τοποθετημένα  στο κουτάκι με τις διαχωριστικές θήκες στο τραπέζι της κουζίνας, η ηλικία της να μην της επέτρεπε υπερβολές, αλλά δεν μπορούσα να της στερήσω το όνειρο να συμμετάσχει, έστω μία φορά, στον διεθνή μαραθώνιο της Αθήνας. 
«Πόσα χρόνια μου έμειναν;» ήταν το διαρκές, ρητορικό της ερώτημα, «μια επιθυμία έχω, και συ θέλεις να μου την στερήσεις» συνέχιζε τον ασυμμάζευτο μονόλογό της, κοιτάζοντας το κενό με θλιμμένο βλέμμα.
Μόλις τελείωσε τον καφέ, πήγε στο υπνοδωμάτιό της, φόρεσε ένα ροζ νυχτικό, που πρώτη φορά έβλεπα, και ξάπλωσε στο κρεββάτι. Την σκέπασα προσεχτικά, τακτοποιώντας το μαξιλάρι στην κατάλληλη θέση. Ακουγόταν η ανάσα της, χαμηλή,ανεπαίσθητη, σιγά σιγά όμως έσβησε. Το κορμί της χάθηκε, σκεπασμένο από τα λουλούδια των κλινοσκεπασμάτων.
Δεν την είδα ποτέ ξανά.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 04, 2019

ΚΑΔΟΣ ΑΠΟΡΡΙΜΑΤΩΝ


Να πετάς τα σκουπίδια  στον κάδο απορριμάτων κάθε βράδυ δεν είναι κάτι ιδιαίτερο. Χιλιάδες άνθρωποι επαναλαμβάνουν την ίδια πράξη με σένα την ίδια στιγμή. Αυτό που σε κάνει να ξεχωρίζεις είναι, την ώρα που είσαι έτοιμος να πετάξεις τη σακούλα με τα σκουπίδια, να ακούς από το βάθος του κάδου τη σειρήνα ενός περιπολικού, τη βαριά ανάσα του κυνηγημένου που τρέχει να γλυτώσει, την απελπισμένη φωνή του που σε καλεί για βοήθεια. Είναι η απρόβλεπτη στιγμή που δεν ξέρεις τι να κάνεις, τι να αποφασίσεις, μπροστά σ’αυτή την αναπάντεχη εμπλοκή, να βρίσκεσαι σε αδιέξοδο και να παραμένεις ακίνητος μπροστά στον κάδο. Από τον πανικό σου αρχίζεις να καλείς και συ για βοήθεια, ακούγεται τώρα η απεγνωσμένη έκκληση από δύο φωνές, η σειρήνα του περιπολικού συνεχίζει να ουρλιάζει από τα έγκατα του κάδου, σιγά-σιγά ανοίγουν τα παράθυρα από τα γύρω σπίτια, οι ένοικοι σε κοιτούν παράξενα, προσπαθώντας να καταλάβουν τι συμβαίνει. Τότε αποφασίζεις να επιστρέψεις πανικόβλητος σπίτι σου. Όταν φτάνεις κτυπάς το κουδούνι, δεν σε ακούει κανείς ή κάνει πως δεν σε ακούει, εσύ χτυπάς πιο έντονα , αρχίζεις να βαράς  την πόρτα με τις γροθιές σου, φωνάζεις το όνομα της γυναίκας σου, των παιδιών σου, δεν ακούγεται τίποτα από μέσα, κανένας ψίθυρος, καμιά ομιλία, ενώ τα φώτα είναι αναμμένα, σαν έχουν εγκαταλείψει το σπίτι την ώρα που εσύ πήγαινες να πετάξεις τα σκουπίδια. Τότε είναι που αισθάνεσαι μοναδικός, αλλά απροστάτευτος,  κάθεσαι στα σκαλοπάτια και περιμένεις να λήξει ο συναγερμός.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 28, 2019

ΒΡΑΔΥ 6 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2018


Το βράδυ της 6ης Νοεμβρίου 2018 η Α. μου τηλεφωνεί ότι έρχεται. Με κυνηγάει η θλίψη μού λέει. Θα σε περιμένω, της απαντώ και κλείνω το τηλέφωνο.  
Συνεπής στην υπόσχεσή της ή Α. φτάνει στις 20:15. Βιάζεται να προφυλαχτεί πίσω από την πλάτη μου. Εκεί νομίζει ότι θα βρει ασφάλεια. Την ακούω να κυλάει στον γκρεμό. 
Δυστυχώς δεν είχα προλάβει να την ειδοποιήσω.

Απαραίτητη διόρθωση: Επειδή δεν θυμάμαι καλά την επίμαχη λέξη που μου είπε η Α. στο τηλέφωνο, αν την κυνηγάει η απελπισία ή η θλίψη, για να είμαι ακριβής, θα γράφω Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή τη λέξη "απελπισία" και Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο τη λέξη "θλίψη".
Την Κυριακή μέρα αργίας και ξεκούρασης η θέση της  λέξης θα  παραμένει κενή.


Παρασκευή, Οκτωβρίου 25, 2019

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ


-Εσύ τι κάνεις εδώ;
-Τίποτα·κοιτάζω.
-Τι κοιτάζεις;
-Τον δρόμο, τα αυτοκίνητα, τους ανθρώπους, τα βουνά, τα δένδρα, τα σπίτια, τη θάλασσα, τα λουλούδια, τα σύννεφα, τον ουρανό, τον αέρα, τα χρώματα, τα πουλιά, την άσφαλτο, τις πέτρες, το χώμα, τα σκουπίδια, το κενό.
-Και μετά;
-Γυρίζω σπίτι. Πίνω καφέ, τηλεφωνώ, δέχομαι φίλους, φίλες, ακούω μουσική, βλέπω κάπου-κάπου καμιά ταινία, πίνω τσίπουρο ή κόκκινο κρασί, τρώω, διαβάζω λίγο, γράφω λιγότερο, κοιμάμαι. Όχι βέβαια με την σειρά που τα είπα.
-Κτίζεις μ’αυτά;
-Κτίζω.
-Τι;
-Τη ζωή μου.
-Σου αρκούν;
-Ναι.
-Θα τη βγάλεις καθαρή έτσι;
-Δεν ξέρω·μπορεί.
-Υπάρχει κάτι άλλο που επιθυμείς;
-Υπάρχει.
-Τι;
-Να εκτελώ κόρνερ.
-Μπορείς;
-Δεν ξέρω·επιθυμία είναι μόνο.
-Γιατί δεν προσπαθείς;
-Φοβάμαι.
-Τι φοβάσαι;
-Τις γωνίες.
-Αν φύγω θα νιώθεις καλύτερα;
-Δεν ξέρω·ίσως.
-Σε ενοχλούν οι ερωτήσεις μου;
-Ούτε με ενοχλούν ούτε μου είναι ευχάριστες.
-Τότε γιατί απαντάς;
-Γιατί με ρωτάς.
-Πάντα έτσι κάνεις;
-Ναι.
- Με οποιονδήποτε;
-Ναι.
-Να σε ρωτήσω γιατί;
-Όχι.
-Φεύγω.
-Φεύγεις;
-Ναι, μήπως θέλεις να μείνω;
-Όχι.
-Θα νοιώσεις μοναξιά;
-Όχι.
-Θλίψη;
-Όχι.
-Χαρά;
-Όχι.
-Ανακούφιση;
-Μπορεί.
-Φεύγω.
-Κλείδωσε.





"Conversion" 1912
Egon Schiele




Παρασκευή, Οκτωβρίου 18, 2019

ΔΙΑΚΟΣΙΕΣ ΠΕΝΗΝΤΑ!



«Όλο ξεχνάω να φέρω πλαστικές σακούλες. Ξέρετε πόσες έχω; 249!».
Ο υπάλληλος δεν φάνηκε να εκπλήσσεται από τον αριθμό. Συνέχισε να περνάει το barcode των προϊόντων από την ταμειακή μηχανή.
«Μην νομίζετε, έχω κι εγώ αρκετές στο σπίτι, όχι βέβαια τόσες, αλλά αρκετές. Δεν τις μετράω βέβαια όπως εσείς» μου απάντησε, κι ένα απορημένο συννεφάκι που σχηματίστηκε  στο πρόσωπό του δεν στάθηκε ικανό να κρύψει το αίσθημα μειονεξίας, για τον αριθμό από πλαστικές σακούλες που διέθετα, κατά δήλωσή μου.
«Δεν πειράζει, κάποτε θα μου τελειώσουν» ισχυρίστηκα μονολογώντας, περισσότερο για να παρηγορήσω τον εαυτό μου, παρά τον υπάλληλο. «Τις χρησιμοποιώ σαν σακούλες σκουπιδιών, ταιριάζουν απόλυτα» συνέχισα τη συνομιλία, ανεβάζοντας ελαφρά τον τόνο της φωνής μου, νοιώθοντας ενδόμυχα την αποτυχία του στόχου που είχα θέσει να τις μηδενίσω, γνωρίζοντας, ο επαρκής αυτογνώστης, την αδυναμία της μνήμης μου.
«Δώσε μου μία, σε παρακαλώ, να βάλω τα πράγματα» του ζήτησα με σεμνότητα, λες και φοβόμουν μη με ακούσει κάποιος παράνομος ωτακουστής.
Ο υπάλληλος φαίνεται ότι διασκέδαζε με τον απολογητικό τόνο της ομιλίας μου, και δίνοντάς μου την σακούλα, είπε θριαμβευτικά: «Και μία ακόμη, διακόσιες πενήντα!», κτυπώντας με το χέρι του την παλάμη μου, ένα είδος σύγχρονου χαιρετισμού, που συνόψιζε τον ενθουσιασμό του, για μια επιτυχία στην οποία είχε συμβάλλει κι ο ίδιος.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 10, 2019

"ανάσκελα" Rita Bullwinkel


Λίγα λόγια από τον ετερώνυμο στο περιοδικό Fractal:

Κατ’ αρχάς να ευχαριστήσω τις εκδόσεις «Χαραμάδα» για το θάρρος τους να εκδώσουν τα έξοχα διηγήματα της πρωτοεμφανιζόμενης πεζογράφου Rita Bullwinkel, με τον τίτλο «ανάσκελα». Γράφω έξοχα, όχι τόσο για την αφηγηματική τους αρτιότητα, ούτε για την γλωσσική τους κομψότητα, αλλά για την θεματική τόλμη των ιστοριών που μας αφηγείται η Βullwinkel. Η συγγραφέας ανοίγει νέους αφηγηματικούς δρόμους, δημιουργώντας μέσω της γραφής έναν κόσμο ανοίκειο, προκλητικό, ενδιαφέροντα και ελκυστικό, που η απορρόφηση των κραδασμών του είναι μια συνεχής, πυρετώδης διαπραγμάτευση με τη αναγνωστική εμπειρία. Τα διηγήματά της είναι μια ενοχλητική και ρηξικέλευθος πρόταση στην καταθλιπτική ομοιομορφία και ομοφωνία των βιβλίων που κυριαρχούν στην λογοτεχνική εκδοτική παραγωγή. Αντιλαμβάνομαι ότι η Bullwinkel θέλει να δώσει μια απάντηση στην πλήξη, την ανία, την ισοπέδωση της λογοτεχνικής παραγωγής, να μας πει ότι, ευτυχώς, δεν έχουν ειπωθεί όλα, όπως ισχυρίζονται πολλοί, στην διαδρομή της λογοτεχνικής παράδοσης, εδώ είμαι εγώ για να αμφισβητήσω το δόγμα σας. Βγάζει τη γλώσσα της στο παρελθόν, κοιτάζει αισιόδοξα το μέλλον, και αρχίζει να γράφει πετώντας κατάμουτρα στην φιλάρεσκη λογοτεχνική κοινότητα ιστορίες που αμφισβητούν τις αναγνωστικές βεβαιότητες, γνωρίζοντας ότι θα προκαλέσει τη δυσαρέσκεια, την έκπληξη, και την δυσπιστία των αφυδατωμένων ναυαγών της λογοτεχνικής συντεχνίας. Δείτε είναι σαν να τους λέει, εσείς μπορεί να γράφετε για την αγάπη, τον έρωτα, τη μνήμη, την μοναξιά, την απελπισία, για τις αξίες του πολιτισμού, κι εγώ θα γράφω για παιδιά που βάζουν την γλώσσα τους στην πρίζα, γλείφουν τα καλώδια που μοιάζουν με μακαρόνια, η γλώσσα τους γίνεται αστραφτερή, καυστική, μαύρη. Για ανθρώπους που κοιμούνται στα κρεβάτια χηρών πενθούντων, την πρώτη βραδιά μετά την τελετή ταφής, προσφέροντας ζεστή σοκολάτα, κέικ καφέ, ένα ταψί κολοκυθάκια, κοτόπουλο με δενδρολίβανο, μπισκότα φασκόμηλου, και μπάρες λεμονιού για επιδόρπιο. Γράφω για φαντάσματα που συζητούν μεταξύ τους, παλεύουν με τους ζωντανούς, μέχρι να καταλήξουν διπλωμένοι στα τέσσερα σ’ένα κουβά. Γράφω για ένα παιδί που μεγαλώνει ανάμεσα σε νεκρούς, αλλά και διηγήματα, όπως το «Τι θα ήμουν αν δεν ήμουν αυτό που είμαι», για την αυτογνωσία, την επικοινωνία, το μέλλον, την απώλεια, τη μοναξιά, τις διαταραχές του μυαλού, τα υπαρξιακά ερωτήματα, για οικογενειακές σχέσεις που φυλλορροούν, για τη δυσκολία να κατανοήσουμε το μυαλό των ανθρώπων που βρίσκονται πολύ κοντά μας, αλλά και για την κατανόηση του εαυτού μας. Φτιάχνω ιστορίες, και δεν φοβάμαι να τις διηγηθώ, για εκκλησίες που έχουν κοιλιά, πεινούν, γουργουρίζουν, και τις ταΐζουν με μπάρες δημητριακών και κρακεράκια. Γράφω για έφηβες που θέτουν ερωτήματα για το τι σημαίνει να έχεις την επιθυμία να φας τον εαυτό σου, συζητούν για την ικανότητα να αυτοκαταστραφείς, διαβάζουν βιβλία με θέμα τον κανιβαλισμό, συνομιλούν για την επιθυμία να κατέχεις κάποιον άλλον τόσο ολοκληρωτικά που να θέλεις να τον καταστρέψεις. Μου αρέσει να γράφω προκλητικά, ενοχλητικά διηγήματα για στηθοκράτες, για κοπέλες που αλληλογραφούν με καταδικασμένους για παιδεραστία, για τον Καρλ, το φίδι, που παίρνει σχήμα αχλαδιού, τον Καρλ που προσποιείται πως είναι αχλάδι και δαγκώνει τα παιδιά που προσπαθούν να το φάνε, συμπεριφορά που αποδίδεται στην ξενική καταγωγή του ή σε κάποιο παιδικό τραύμα, διηγήματα στα οποία συνομιλούν μεταξύ τους αράχνες, σκίουροι, αρουραίοι, ζωύφια και γάτες, που πιστεύουν ότι ο Καρλ είναι τρελός και μπερδεμένος, «τον έχει βαρέσει η ζέστη».
Η Bullwinkel μπορεί να γράψει μια υπέροχη ιστορία αγάπης για δυο άσχημους έφηβους που λαμβάνει χώρα σε ντονατσάδικο, που η αντίληψή τους για τον κόσμο έχει ταρακουνηθεί, ψάχνουν κάτι αλλά δεν είναι σίγουροι τι, έχουν μεγάλες φαντασιώσεις, θέλουν να βρουν άλλον έναν άνθρωπο που θέλει να βιώσει τον κόσμο μαζί τους, αισθάνονται πως δεν θα είναι ποτέ κάτι παραπάνω από το σύνολο των πραγμάτων που κατέχει και τις λέξεις που αρθρώνουν, τους αρέσει όταν τους βλέπουν σαν κάτι άλλο από αυτό που είναι, κάθε αντίληψη του κόσμου που διαμορφώνουν είναι δυνατή μόνο και μόνο επειδή κάθονται μαζί, σκέφτονται μαζί, ότι μόνο μαζί θα μπορέσουν να καταλάβουν τον κόσμο, και, ίσως, τον δαμάσουν, ώστε να τους παραχωρήσει ένα μικρό μέρος στο οποίο θα μπορούν να μείνουν για πάντα μαζί. Έφηβοι που τακτοποιούνται μέσα στον ίδιο τους τον εαυτό, κι ο ένας μέσα στον άλλο, και μέσα στους ανθρώπους που τους περιτριγυρίζουν, διαβάζουν φωναχτά, ουρλιάζοντας, ένα απόσπασμα από ένα βιβλίο, που της κοπέλας της φάνηκε ομορφότερο από οτιδήποτε άλλο της είχαν παρουσιάσει σαν ομορφιά στο παρελθόν, Σ’αυτή την υπέροχη και εκλεκτική ιστορία οι έφηβοι δεν δίνουν δεκάρα, γιατί η ανάγνωση εκεί μέσα, στο ντονατσάδικο, είναι ένα αίσθημα απόλυτης ευτυχίας, όταν διαβάζουν όλοι μαζί, διαβάζουν την ίδια σελίδα, ουρλιάζουν τις λέξεις σαν χορωδία και μετά, στο τέλος, ανεβαίνει ο πελάτης της πουτάνας σε μια καρέκλα και κάνει υπόκλιση, ενός ανθρώπου που έχει εισέλθει σε αυτόν τον χώρο στη ζωή του, όπου δεν υπήρχε ομορφιά και, ξαφνικά, η ομορφιά φάνηκε από θαύμα.
Διαβάζουμε ιστορίες για δυο εξορισμένα αδέλφια, τον Γκλεμπ, που είναι χειρουργός, και τον Όλεγκ, που είναι γλύπτης, στο αναρρωτήριο των φυλακών, οι οποίοι κάνουν επανασυγκολλήσεις δαχτύλων κρατουμένων, ακόμη και μεταμόσχευση ματιών από κούκλα σε κρατούμενο, που προηγουμένως του έχουν βγάλει τα μάτια, για να αποδειχθεί ότι η επέμβαση πέτυχε, κι ο κρατούμενος βλέπει με εικόνες που είναι πιο ευσεβείς, ώσπου στο τέλος σ’ένα πανδαιμόνιο χορού, αποθέωσης, και τραγουδιού τα δύο αδέλφια ανακηρύσσονται προφήτες από τους κρατούμενους.
Η Bullwinkel δεν διστάζει να μεταφέρει, αφηγηματικά, στην πλάτη της, έναν ασθενή με τεχνητό λάρυγγα και φιάλη οξυγόνου, σε μια λίμνη, όπου τα ψάρια κολυμπούν, ως και στο στόμα σου, αν το έχεις ανοιχτό. Ένα διήγημα που ο ασθενής κάνει φουσκάλες με το νερό από την τρύπα του λαιμού του, και απολαμβάνει το κολύμπι, απελευθερωμένος από σωληνάκια και φιάλες οξυγόνου. Γράφει για να πει ότι αφηγηματικά μπορεί να υπάρξουν κορίτσια που μπορούν να φτιάξουν μέσα σε μια νύχτα εκατό καρέκλες, για να πραγματοποιήσουν την επιθυμία του ξαδέλφου τους. Τέλος, δεν δυσκολεύεται να επαναφέρει τα πνεύματα των πεθαμένων συγγενών σε μια συγκέντρωση, μ’ένα υπονομευτικό και σαρκαστικό τρόπο, που αναδεικνύει την ευφυΐα και την ικανότητά της να παίζει με τις προκαταλήψεις και την αφέλεια του κόσμου.
Η γραφή της Bullwinkel είναι στοχαστική, ειρωνική, παιγνιώδης, σατιρική, υπονομευτική, προκλητική, ρομαντική, μην ξεχνάμε την υπέροχη ερωτική ιστορία «Τηγανητό ζυμάρι», δείγμα σύγχρονης, φρέσκιας, τολμηρής και ανατρεπτικής γραφής, κυρίως όμως ο αφηγηματικός της προσδιορισμός συνοψίζεται σε μια λέξη. Μια λέξη που δύσκολα μπορείς να προφέρεις για αρκετούς σύγχρονους συγγραφείς. Η Rita Bullwinkel, όταν γράφει είναι εύστροφη. Και αυτό μας ενδιαφέρει, πρωτίστως, ως αναγνώστες.

https://www.fractalart.gr/anaskela/

Δευτέρα, Οκτωβρίου 07, 2019

ΚΑΡΛΟΣ ΦΟΝΣΕΚΑ "Ο ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΟΥ ΝΑ ΚΛΑΨΕΙ"





Σκέφτηκα να γράψω λίγα λόγια γι’αυτό το βιβλίο, αλλά προσπαθώντας να βρω τις κατάλληλες λέξεις για να αποδώσω γραπτά τις σκέψεις μου είδα ότι αυτό είναι αδύνατον.”Ο συνταγματάρχης δεν έχει που να κλάψει”  είναι ένα τόσο πληθωρικό βιβλίο, τόσο επιβλητικό έργο, ένα έργο ώριμο και επιδραστικό, αλλά ταυτόχρονα ας το ονομάσω κρυπτικό, αν φοβίζει η  λέξη ας πω πολυσχιδές, στην κατανόηση και αποκρυπτογράφηση της μυθοπλασίας του, που οποιαδήποτε προσπάθεια καταγραφής της επιρροής και διασποράς της εξεγερτικής χαράς που προσφέρει η ανάγνωσή του είναι μια ατελέσφορη παρηγορία.  Το βιβλίο του Κάρλος Φονσέκα άφοβα και με θράσος μπορείς να το ονοματίσεις ως μια διδακτική πράξη ανάγνωσης, όπου η πυκνογραμμένη γραφή, το αισθητικό διανοητικό πεδίο της αφήγησης είναι υποστηρικτικό της ανησυχαστικής σκέψης, ότι η αναγνωστική κουλτούρα δεν θεωρείται επ’ουδενί λόγω αρκετή  να το προσεγγίσει, να αφομοιώσει και αποδεχθεί το διδαχτόν του λογοτεχνικού κειμένου. Η εμβρίθειά του είναι αποτρεπτική κάθε προσπάθειας διερμηνευτικής κριτικής των αφηγηματικών προσδιορισμών που συνθέτουν τον μυθοπλαστικό κόσμο του βιβλίου. Η γλωσσική πρόνοια και η αναγνωστική αντιληπτικότητα αδυνατεί να φανεί επαρκής για την ερμηνεία και παρουσίαση του βιβλίου. Αντίθετα αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα, διότι δεν διαθέτει  την ικανότητα να ανελκύσει τον μυστήριο φωτισμό που σκορπίζουν οι γενέθλιες ιδέες και αφηγηματικοί δρόμοι των διηγηματικών προθέσεων και χειρισμών, στερείται την δραστική μέθοδο που θα σταθεί αντιμέτωπη με την γλωσσική και μυθοπλαστική εμβέλεια ενός τέτοιου βιβλίου,  που αντιδρά και εμπαίζει την αναγνωστική νομιμοφροσύνη κάθε εθιμοτάκτου αναγνώστη.
Αν κάποτε αποφασιστεί να πραγματοποιηθεί η καταδικασμένη προσπάθεια καταγραφής και αποδελτίωσης της αφηγηματικής αυτάρκειας και εκφραστικής αρτιότητας του βιβλίου είναι σίγουρο ότι δεν θα καταφέρει να μεταφέρει την ηδύτητα του κειμένου, αυτή την άπιαστη γεύση μιας λογοτεχνικής ευρεσιτεχνίας, που γράφτηκε για να είναι ένα αφηγηματικό σούρουπο που ερωτοτροπεί με την μελαγχολία των ιδεών και προκαλεί παιγνιωδώς την μεγαλοπρέπεια των εκλεκτικών  αφηγηματικών απολαύσεων.


Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 25, 2019

ΣΠΥΡΟ!ΣΠΥΡΟ!



Ανεβαίνω τα σκαλοπάτια του εστιατορίου στο ξενοδοχείο «Ο ίσκιος του ονείρου». Τη στιγμή  που βρίσκομαι στο κατώφλι της εισόδου ακούω να με φωνάζουν: «Σπύρο!Σπύρο!». Είναι μια γυναικεία φωνή προστακτική κι απαιτητική. Γυρίζω να δω ποια με φωνάζει, αλλά δεν βλέπω κανένα οικείο πρόσωπο, κανείς δεν φαίνεται ν’απευθύνεται σε μένα. Μόνο ένα μικρό κοριτσάκι, δύο-τριών χρονών, με κίτρινο φορεματάκι, τρέχει και χώνεται στην αγκαλιά της μητέρας του. 
«Σπύρο, δεν σου είπα να μην απομακρύνεσαι από κοντά μου;», ακούω να της λέει επιτιμητικά, καθώς βαδίζουν προς το εσωτερικό του εστιατορίου, ενώ  παράλληλα της χαϊδεύει καθησυχαστικά τα ξανθά μαλλιά  με το λευκό της χέρι.

" Жизнь в большой гостинице"
Kazimir Malevich
1914


Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 20, 2019

ΒΑΔΙΖΩ ΑΡΓΑ, ΠΕΤΑΩ ΓΡΗΓΟΡΑ




Βαδίζω αργά, πετάω γρήγορα. Όταν αισθανθώ απειλή δεν τρέπομαι σε άτακτη φυγή, αλλά με ψυχραιμία, συντεταγμένους ελιγμούς, παράτολμες καταβυθίσεις, περιστροφικές ακροβασίες, θριαμβευτικές ανυψώσεις,  ριψοκίνδυνες αναστροφές, εμπνευσμένες προσποιήσεις, εναλλακτικές διαδρομές, με όλα τέλος πάντων τα αναβαθμισμένα τεχνάσματα που επινοώ, αυτοσχεδιάζοντας πειθαρχημένα, απομακρύνομαι από το πεδίο βολής, μέχρι να βρω το κατάλληλο σημείο να προφυλαχθώ• θάμνους, τοίχους, δένδρα, κι από κει ανταποδίδω τα πυρά. 
Αποτέλεσμα της συμπλοκής είναι να έχουμε θύματα. Εγώ, προς το παρόν, βρίσκομαι από την πλευρά των ζωντανών.




υγ. Αντιγράφω λέξεις, φτιάχνω ιστορίες.



"Person Throwing a Stone at a Bird"
Joan Miro
Date: 1926





Σάββατο, Σεπτεμβρίου 14, 2019

ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΚΟΙΜΑΜΑΙ ΣΙΩΠΗΛΟΣ


Στριφογυρνώντας στο κρεβάτι μου, κατά τη διάρκεια του ύπνου REM, ακούω κρωξίματα γλάρων. Αντιλαμβάνομαι ότι πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα και πρωτόγνωρη εικόνα, που πρέπει οπωσδήποτε να αποθανατίσω. Ερασιτέχνης, αλλά φανατικός φωτογράφος, δεν αφήνω την ευκαιρία να πάει χαμένη. Η υπνική αδράνεια δεν είναι πολύ έντονη για να με εμποδίσει να πάρω το κινητό μου, που είναι αφημένο δίπλα στο κομοδίνο, να καδράρω στο σημείο απ'όπου έρχονται οι ήχοι, να πατήσω το κλείστρο στην οθόνη αφής, και να περιμένω να τελειοποιηθεί η φωτογραφία. Αυτό όμως που εμφανίζεται στην οθόνη είναι τσαλακωμένα σεντόνια, ένα μέρος του τοίχου, και τα δάχτυλα των ποδιών μου που είναι ξεσκέπαστα. Απογοητευμένος από την επιμονή της πραγματικότητας να φυτρώνει εκεί που δεν τη σπέρνουν, κλείνω τα μάτια και κοιμάμαι τώρα σιωπηλός. Τίποτα πια δεν διαταράσσει τον ύπνο μου.

Οριστικό, Τρίτη μεσημέρι 17.09.2019



"Landscape with seagulls" 1889
Lev Lagorio


Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 11, 2019

Η ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΑΠΙΘΑΝΟΣ


Βαδίζω εξόριστος στην κεντρική λεωφόρο. Ξαφνικά νοιώθω ένα τσίμπημα στο δεξί μου πόδι. Γυρίζω και βλέπω τον δηλητηριώδη άντρα ν’ απομακρύνεται έρποντας. Δεν φοβήθηκα. Γιατί να φοβηθώ; Εξόριστος ήμουν. 
Συνεχίζω τον περίπατό μου, όσο απίθανος κι αν φαίνομαι.


"Santo versus Second Avenue" 1982
Jean-Michel Basquiat

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 08, 2019

ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ



Πίστεψα πολύ σ' αυτό το κείμενο, γι' αυτό το έστειλα στο περιοδικό “ΑΣΣΟΔΥΟ», το οποίο εκτιμώ για το κειμενικό του παράδοξο. Ένα περιοδικό πρωτότυπο και αντισυμβατικό, θεματικά μετέωρο και απρόβλεπτο, ώστε να με κάνει να ονειρεύομαι, όλον αυτόν τον καιρό που το διαβάζω, να δημοσιεύσω κάποτε ένα κείμενο μου στις στήλες του. Τώρα που το όνειρό μου έγινε πραγματικότητα, θα ξεκουραστώ, γιατί νομίζω ότι αυτό που γράφω εδώ, είναι το επιστέγασμα της σκέψης μου για το είδος της λογοτεχνίας που αγαπώ. Μετά αν τα καταφέρω και γράψω ένα κείμενο, που θα γίνει αποδεκτό από ένα ακόμη περιοδικό για αποφυλακισμένους φαντασιόπληκτους, το οποίο δεν θα αποκαλύψω, τότε μπορώ να πω ότι τόσα χρόνια δεν πήγαν χαμένα.

Το δημοσιευμένο κείμενο εδώ:


http://1-2.gr/2019/09/06/ena-paraxeno-symvan-sthn-ag-dhmhtrioy/

Σάββατο, Αυγούστου 24, 2019

Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΓΙΑΣΙΝ

Ο φίλος μου ο Γιασίν βρίσκεται υπό  παρακολούθηση από τον τερματοφύλακα της Χόνβεντ Κορυδαλλού. Η ομάδα του Κορυδαλλού έχει δημιουργηθεί από Ούγγρους πολιτικούς πρόσφυγες, οι οποίοι διωγμένοι την εποχή του κομμουνιστικού καθεστώτος, βρήκαν πολιτικό άσυλο στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή, όπου έφτιαξαν μια πολυπληθή κοινότητα.  Ο τερματοφύλακας της Χόνβεντ, γνωστός από τον τοπικό αθλητικό τύπο ώς  «ο πορτιέρο με τα κίτρινα γάντια», παρακολουθεί τον Γιασίν από το παράθυρο του δευτέρου ορόφου της  πολυκατοικίας της οδού Στρατηγού Παπάγου,  κάθε φορά που ο Γιασίν βγαίνει από το σπίτι του. Εξοπλισμένος με πλήρη εξάρτηση ασύρματης ενδοεπικοινωνίας, δίνει εντολές για τις κινήσεις του Γιασίν σε κάποιον αόρατο αποδέκτη, ο οποίος στη συνέχεια τις μεταδίδει  σε κάποιον άλλον, ο οποίος τις μεταφέρει  στον επόμενο  κ.ο.κ. Όλα αυτά σύμφωνα με τα λόγια του Γιασίν, όταν βρίσκει τρόπο να επικοινωνήσει μαζί μας, πράγμα εντελώς επικίνδυνο και τολμηρό.
Αποτέλεσμα αυτής της ενδελεχούς και επίμονης παρακολούθησης είναι o Γιασίν να μην βρίσκεται ποτέ στον προορισμό τον οποίο έχει επιλέξει, αλλά σε κάποιον άλλον, ο οποίος είναι αναντίστοιχος με τη βούλησή του. Περιπλανιέται ατέρμονα, με ελιγμούς και παραπλανητικές διαδρομές , προσπαθώντας να βρει τρόπο να παραβρεθεί στον  χώρο των επιθυμιών και των αναγκών του, δίχως να γίνεται αντιληπτός απ’τους διώκτες του.
Η προσπάθειά του αυτή τον έχει οδηγήσει σε οικονομικό και κοινωνικό αδιέξοδο και οι προσπάθειές μας να τον βοηθήσουμε να βρει μια λύση, ώστε να τελειώσει αυτή η απρόσμενη διαταραχή της ζωής του, έχει εδώ και καιρό βαλτώσει. Πρέπει να αποδεχθούμε ότι,  πρώτον  η παρακολούθηση είναι πραγματική, πράγμα  για το οποίο έχουμε αρχίσει να αμφιβάλουμε τον τελευταίο καιρό, διότι τα στοιχεία που μας παρουσιάζει ο Γιασίν γίνονται όλο και πιο αντιφατικά,  δεύτερον,  οι αποδείξεις  για την στήριξη καταγγελίας να είναι πειστικές, τεκμηριωμένες, ώστε να ζητήσουμε τη βοήθεια των αστυνομικών αρχών. Στηριζόμαστε στις αφηγήσεις του, όταν τον συναντούμε, πράγμα σπάνιο, μετά από μια σειρά ευρηματικών σχεδίων και συνωμωτικών κανόνων, κατάλοιπο του πάλαι ποτέ επαναστατικού μας παρελθόντος, αλλά η μονοκρατορία του λόγου του δεν είναι ισχυρό κίνητρο για να πείσει τις αρχές να αναλάβουν την υπόθεση.
Είμαστε  μαζεμένοι εδώ οι φίλοι του, στο μπαρ «Το ναυάγιο» και τον περιμένουμε,  μπλεγμένοι και μεις σ’αυτό το ακατανόητο παιχνίδι, προσπαθώντας να ανακεφαλαιώσουμε και να μελετήσουμε την μέχρι τώρα πορεία μας, να συζητήσουμε τις επόμενες κινήσεις μας, ώστε ο Γιασίν να απαλλαγεί από το άχθος της παρανομίας , αλλά η ώρα περνάει κι ο Γιασίν δεν φαίνεται πουθενά. Κάπου αλλού βρίσκεται, κάτι δεν πήγε καλά στην προσπάθειά του να ξεφύγει από την παγίδα που του έχουν στήσει, κι εμείς έπρεπε να το είχαμε αντιληφθεί .
Από το διπλανό τραπέζι ακούω ένα ψηλό, με περιποιημένο μούσι, απρόσχετο ντύσιμο, ελαφρά καραφλό, να αναφέρεται  στο όνομα του Γιασίν. Στήνω αυτί και προσπαθώ να πιάσω τη συνομιλία. Μιλάει για κάποιον που βρίσκεται υπό  παρακολούθηση, από τον τερματοφύλακα της Χόνβεντ Κορυδαλλού. Τα λόγια του  αποκτούν ενδιαφέρον, «ο τερματοφύλακας της Χόνβεντ, γνωστός από τον τοπικό αθλητικό τύπο ώς  «ο πορτιέρο με τα κίτρινα γάντια», παρακολουθεί τον Γιασίν από το παράθυρο του δευτέρου ορόφου της  πολυκατοικίας της οδού Στρατηγού Παπάγου,  κάθε φορά που ο Γιασίν βγαίνει από το σπίτι του. Εξοπλισμένος με πλήρη εξάρτηση ασύρματης ενδοεποικινωνίας, δίνει εντολές για τις κινήσεις του, σε κάποιον αόρατο αποδέκτη, ο οποίος στη συνέχεια τις μεταδίδει  σε κάποιον άλλον, ο οποίος τις μεταφέρει  στον επόμενο  κ.ο.κ,» αφηγείται , οι άλλοι τον κοιτούν δύσπιστα, και για να τεκμηριώσει τη διήγησή του βγάζει  από την τσέπη του το κινητό του τηλέφωνο και κάτι τους δείχνει στην οθόνη. Οι άλλοι αρχίζουν να διαβάζουν, περνώντας το τηλέφωνο από χέρι σε χέρι. Η ανάγνωση διαρκεί ελάχιστα λεπτά και μόλις τελειώνουν, κοιτάζουν τον ψηλό αμίλητοι. «Και σου αρέσει αυτό που διαβάσαμε;» τον ρωτά, σπάζοντας  την αμήχανη σιωπή, αυτός που κάθεται δίπλα του, με το ρολόι Bergstern στο δεξί του χέρι, καπνίζοντας συνέχεια. Εκείνος στρέφει το βλέμμα του σε μένα, με κοιτάζει σαν να βλέπει κάποιον που γνωρίζει, αλλά δεν μπορεί να θυμηθεί πού.
«Καλό είναι, αλλά δεν δίνει διέξοδο, αφήνει την ιστορία μετέωρη» τους απαντά. 
Τα πράγματα περιπλέκονται περισσότερο, ο Γιασίν δεν φαίνεται πουθενά, και η ώρα περνά.

"Goalkeeper" 1950
Sergiy Grigoriev