Τρίτη, Μαΐου 26, 2020

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΝΕΦΩΝ


"Η Θεωρία των νεφών"
Stephane Audeguy

Στον Αριστοτέλη Σαϊνη που το σύστησε

Ο διάσημος Γιαπωνέζος μαιτρ υψηλής ραπτικής, ονόματι Ακίρα Κούμο, διηγείται στην καινούργια βιβλιοθηκάριο, Βιργινία Λατούρ, την οποία μόλις προσέλαβε, για κάποιους ανθρώπους του δέκατου ένατου αιώνα, που σήκωσαν τα μάτια προς τον ουρανό. Κοίταξαν τα σύννεφα με προσοχή, με σεβασμό˙ και με ένα είδος ήρεμης ευλάβειας τα αγάπησαν.
Της μιλάει για τον Λουκά Χάουαρντ, που έχει αφιερώσει τη ζωή του σε ελάχιστα πράγματα:
τα σύννεφα, τους ανθρώπους, τον ένα και μοναδικό θεό του, για τον ζωγράφο Κάρμαϊκελ, που ζωγράφισε σύννεφα και μόνο σύννεφα, και για το Πρωτόκολλο Άμπερκρομπυ.
Αυτήν την εξιστόρηση καλούμαστε ως αναγνώστες να παρακολουθήσουμε. H Βιργινία Λατούρ, όπως όλος ο κόσμος, ο αναγνώστης του βιβλίου δεν έχει σκεφτεί ποτέ στη ζωή του τα σύννεφα. Αν όμως αγαπάει να σκέφτεται, γιατί η σκέψη είναι ολόκληρη δουλειά, γιατί για να σκεφτεί κανείς απαιτούνται ειδικές συνθήκες: λίγη ησυχία, λίγος χρόνος, λίγο σύστημα, λίγο ταλέντο επίσης, αποφασίζει να εξοικονομεί μισή ώρα την εβδομάδα, αποκλειστικά για να σκεφτεί. Αυτό καλούμαστε να κάνουμε κι εμείς διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, έστω κι αν χρειαστεί μισή ώρα σκέψης.
Η Βιργινία Λατούρ καταγράφει, λοιπόν, ράφι ράφι, τη συλλογή του Ακίρα Κούμο. Δεν πρόκειται για τυπική συλλογή βιβλιόφιλου˙ δεν περιέχει καμία σχεδόν σπάνια έκδοση, αντιθέτως δεν λείπει κανένα σημαντικό σύγγραμμα με θέμα τα σύννεφα και γενικότερα τη μετεωρολογία, που γράφτηκε τους τρεις τελευταίους αιώνες, στις γλώσσες που ξέρει ή καταλαβαίνει ο ιδιοκτήτης της: ιαπωνικά, γερμανικά, αγγλικά και γαλλικά. Αυτό που του λείπει είναι το αινιγματικό Πρωτόλλο Άμπερκρομπυ, το οποίο κατέχει η υπέργηρη, θετή κόρη του Ρίτσαρντ Άμπερκρομπυ, Άμπιγκεηλ, μια απίθανα εκκεντρική και στρυφνή μέγαιρα, η οποία, αρνείται σε όλη τη ζωή της να διαπραγματευτεί την πώλησή του, και, ευτυχώς πεθαίνει σε ηλικία εκατό ετών, στο νοσοκομείο του Ουίττινγκτον, τη στιγμή που η Βιργινία Λατούρ, φτάνει στον έκτο όροφο, δωμάτιο 44, του νοσοκομείου και την βρίσκει νεκρή. Δεν συνεχίζω την εξιστόρηση για να υπάρχει κάποιο σασπένς για όποιον αποφασίσει να διαβάσει το βιβλίο˙ άλλωστε στην παρουσίαση ενός βιβλίου δεν λέμε αυτά που γράφει ο συγγραφέας, αλλά τι λέμε εμείς. Προσοχή σ’αυτό.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί ένας Ιάπωνας σχεδιαστής μόδας στο Παρίσι του 2005 ενδιαφέρεται για τα σύννεφα. Σ’αυτό το θεμελιώδες ερώτημα στηρίζεται ένα μέρος του βιβλίου. Το άλλο αναλώνεται στο γιατί οι τρεις επιλεγμένοι από τον Ακίρα Σούμο πρωταγωνιστές του βιβλίου, ο Λουκάς Χάουαρντ, ο Κάρμαϊκελ και ο Ρίτσαρντ Άμπερκρομπυ στρέφουν το βλέμμα τους στον ουρανό, και κυρίως στα σύννεφα. Ας λάβουμε υπόψη μας πώς καταλήγει ο Ρίτσαρντ Άμπερκρομπυ ξεκινώντας στις 28 Νοεμβρίου 1889, λίγα λεπτά μετά τις δώδεκα το μεσημέρι, από το λιμάνι του Ντάρτμουθ, σε ηλικία σαράντα τριών ετών, ακόμη παρθένος, για το γύρο του κόσμου για να φωτογραφήσει όλα τα σύννεφα του κόσμου, να εκπονήσει έναν «Παγκόσμιο Άτλαντα των νεφών», και από αυτό το εξωφρενικό σχέδιο να φωτογραφίζει με επιστημονική ακρίβεια κοιλιές, αιδοία, οπίσθια. Πώς συνέβη αυτή η μεταμόρφωση, αφού κι ο ίδιος όταν έχει επιστρέψει στο Λονδίνο, και θα ψάχνει στο παρελθόν τις αιτίες για την μεταμόρφωσή του, δεν ξέρει γιατί, δεν το καταλαβαίνει, χωρίς πράγματι να λυπάται που δεν μπορεί να καταλάβει.
Πρέπει να είσαι κάπως άφρων και ισχυρογνώμων για να ενδιαφερθείς για τα σύννεφα. Οι πρόοδοι του δυτικού πολιτισμού μας απομάκρυναν ακόμη περισσότερο από την παρατήρηση του ουρανού˙ στον δυτικό κόσμο οι άνθρωποι συμβουλεύονται το ραδιόφωνο ή την τηλεόραση για να μάθουν πως θα ντυθούν. Σπανίως τους αγγίζει η ομορφιά των νεφών ως απόλυτο μέγεθος. Εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος˙ διότι τίποτα δεν είναι τόσο φρούδο, τόσο απατηλό, τόσο υπνωτιστικό, όσο αυτή η ύλη που συνεχώς μεταβάλλεται, συνεχώς ανανεώνεται. Κάποιοι άνθρωποι αρέσκονται να σκύβουν πάνω από τέτοιες αβύσσους˙ απελπισμένοι, απογοητευμένοι εραστές, μελαγχολικοί μοναχικοί. Οι πιο εύθραυστοι πέφτουν και χάνονται στροβιλιζόμενοι στην αιώνια νύχτα του ιλίγγου, όπως ο ζωγράφος Κάρμαϊκελ. Όσοι άνθρωποι σήκωσαν το κεφάλι να τον κοιτάξουν, το έκαναν από ανάγκη ή ακόμη χειρότερο, για να αποδείξουν, με την περιγραφή ενός ηλιοβασιλέματος να σαγηνεύσουν τις γυναίκες. Δυσκολεύονται να καταλάβουν πώς είναι δυνατόν να θέλησε κάποιος να ταξινομήσει τα σύννεφα, όπως έκανε ο Λούκας Χάρουαρντ, αρχές του 19ου αιώνα˙ γιατί έφτασε ο Γκαίτε να σκέφτεται ότι ο εγκέφαλος των ανθρώπων έχει μορφή νέφους και άρα τα σύννεφα είναι η οιονεί έδρα της σκέψης του ουρανού; Να ονειρεύεται ότι η σκέψη αναπτύσσεται όπως οι νεφελώδεις συστάδες που τόσο θαυμάζει στους αενάως μεταβαλλόμενους ουρανούς, πάνω από τη Βαϊμάρη. Αυτές τις πόρνες σκέψεις που αποφεύγει να τις γράψει, να τις πει σε κανένα.
«Η θεωρία των νεφών» είναι ένα βιβλίο, που μιλάει για τη σχέση φύσης και ανθρώπου. Οι ιστορίες των πρωταγωνιστών εισδύουν η μία στην άλλη, συγχωνεύονται, αντανακλώντας η μία την άλλη, επιστημονικά, διανοητικά, συναισθηματικά. Είναι ένα μυθιστόρημα για τη σύνδεση της φύσης και του ανθρώπινου σώματος. Ο Άμπερκρομπυ παντρεύει μεθοδικά τα σύννεφα με τα πράγματα, τα μέρη του σώματος με τα αντικείμενα της φύσης. Η αισθησιακή συστροφή ενός κύματος του φέρνουν στη σκέψη την καμπύλη ενός στήθους, την ιριδίζουσα σάρκα ενός υπογαστρίου. Τα μεγάλα πλάνα της γυναικείας ανατομίας, τα σκίτσα κοχυλιών και λουλουδιών, η παραληρηματική του εμμονή στο Ένα και το Αυτό. Το μυστικό δεν είναι άλλο από το πάντρεμα των μορφών του κόσμου.
Η επιστημονική επανάσταση επιδιώκοντας τον ορθολογισμό, αντιλαμβάνεται την έννοια της καταστροφικής πλευράς της φύσης, αποφασίζει να κυριαρχήσει στη γη. Η φύση παύει να συμμετέχει στην εξέλιξη και τώρα είναι ώριμη για εκμετάλλευση. Η διαδικασία εμπορευματοποίησης και εκβιομηχάνισης εξαρτώνται από δραστηριότητες που μεταβάλλουν τη γη. Ο λεγόμενοι πρωτόγονοι λαοί βαδίζουν προς το θάνατο, ενόσω η Δύση σφίγγει τον ισχυρό κλοιό της πάνω από τον κόσμο. Ο Κρουκς και ο Ουώλκερ είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα των ανθρώπων που σκοτώνουν παρά φύση, χωρίς να τους το υπαγορεύει η ανάγκη επιβίωσης. Από την άλλη ο Μίας Πάππαν, ο μεγάλος πίθηκος, κοιτάζει τους δολοφόνους του με σοβαρότητα, με προσήλωση, δίχως ίχνος αγριάδας, αγνοώντας το τέλος του.
Ένα βιβλίο ευρηματικό, κομψό στην αφήγησή του, αν και η έκδοση δείχνει προχειρότητα, έντεχνα αρχιτεκτονημένο,αλλά και προφητικό.
¨Προαισθάνεται την έλευση ενός νέου Μεσαίωνα, μιας εποχής βαρβαρικών επιδρομών,ανάμειξης φυλών και πολιτισμών, εκπληκτικών εφευρέσεων. Το γεγονός ότι η αναπόδραστη αυτή εξέλιξη ανοίγει συγχρόνως τη δυνατότητα εμφάνισης νόσων τρομακτικά φονικών, δεν εκπλήσσει καθόλου» σ.276
Και το νέφος της Χιροσίμα; Αυτό ας το αναρωτηθεί ο αναγνώστης διαβάζοντας το βιβλίο.

Σημείωση
Το βιβλίo το έμαθα πριν από ένα χρόνο, περίπου, όταν ο κ.Αριστοτέλης Σαϊνης το σύστησε στο facebook.
Οι γνώσεις του, η κριτική του εμβρίθεια και ικανότητα, αλλά και το ένστικτο μου έδειχναν το δρόμο για την απόκτησή του. Ήταν από τις λίγες φορές που δεν αμφιταλαντεύτηκα από μια βιβλιοφιλική πρόταση. Βοήθησε, βέβαια, και η ελάχιστη αποδοχή της πρότασης, αν θυμάμαι καλά, που έδειχνε μια αμηχανία των αναγνωστών της ανάρτησης. Γεγονός που επιβεβαιώνεται από την ανύπαρκτο διάλογο για το βιβλίο.
Αυτό το χρόνο το διάβασα δύο φορές. Την πρώτη όταν έφτασε στα χέρια μου. Ένα χρόνο το είχα στο μυαλό μου. Σκέφτηκα ότι κάτι πρέπει να γράψω κάτι γι'αυτό το βιβλίο, διαφορετικά θα με στοιχειώσει. Γράφω για βιβλία που αγαπώ πολύ και μισώ πολύ. Μέσος δρόμος δεν υπάρχει. Δεν είμαι κριτικός λογοτεχνίας ούτε βιβλιόφιλος. Δεν αγαπώ τα βιβλία, αγαπώ τις ιστορίες που λένε τα βιβλία και, κυρίως, ο τρόπος που τα λένε. Άλλωστε υπάλληλος ξενοδοχείου είμαι(ως μέχρι πότε άραγε;).

Μετάφραση Μήνα-Πατεράκη Γαρέφη
Εκδόσεις ΚΟΑΝ
Οκτώβριος 2006

Δευτέρα, Μαΐου 11, 2020

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΥ


1η μέρα εγκλεισμού

Αν και φοράω τα παπούτσια μου ανάποδα, για να εμποδίσω την παρόρμησή μου να βγω από το σπίτι, το βάδισμά μου παραμένει αναλλοίωτο, όπως πριν. Βαδίζω μπροστά, με σταθερά βήματα προς την έξοδο. Βρίσκω την πόρτα κλειστή. Κάποιος πρέπει να παίζει μαζί μου.

3η μέρα εγκλεισμού
Βραδάκι, αποκλεισμένος στο σπίτι, σκέφτομαι:
Τον απογευματινό καιρό της Πέμπτης.
Το μέλλον μου.
Την ηλικία μου.
Τους άλλους.
Τη μουσική του Tord Gustavsen.
Τη Θεοδοσία Κουρεμένου που ζει, τώρα πια, με άλλον.
Τον μαθηματικό μου στο γυμνάσιο.
Τη φράση «δεν σε καταλαβαίνω»..
Τον στίχο «Τ’ άλογο, τ’ άλογο Ομέρ Βρυώνη»,
Να είχαμε μια σούμα ακόμη.

Περίεργο, κάποιες από αυτές τις σκέψεις, τις είχα κάνει και την Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2014

4η μέρα εγκλεισμού
Με τσιμπάει μια μέλισσα. Από πού μπήκε; Τα παράθυρα κι οι πόρτες είναι όλα κλειστά. Κι αυτά τα λουλούδια στον πίνακα αναρριγούν από ένα απαλό αεράκι που χαϊδεύει τα πέταλά τους.
Φυσάει ο τοίχος;

5η ημέρα εγκλεισμού
Γλιστράω και πέφτω. Σηκώνομαι και μαζεύω από κάτω το ποδήλατό μου. Μα πώς βρέθηκε το ποδήλατο στο σαλόνι;

6η μέρα εγκλεισμού
Ο γείτονάς μου ο Θέοντορ, μου προσφέρει ένα εξαιρετικό θέαμα, τις ώρες αυτές του εθελοντικού εγκλεισμού, λες και είναι ο ιδιωτικός μου καλλιτέχνης.
Κάθεται, με τον σκύλο του τον Αζόρ αγκαλιά, στην καρέκλα του μπαλκονιού του, και χαζεύει με τις ώρες την ανύπαρκτη κίνηση στο δρόμο.

8η ημέρα εγκλεισμού
Τέτοιες μέρες γίνομαι τόσο αβρός και συγκαταβατικός, ώστε δεν αντιδρώ ακόμη κι όταν βλέπω το πάτωμα τού σπιτιού μου τσαλακωμένο.

10η μέρα εγκλεισμού
Ο «1786» ήταν ο επιτηρητής της γειτονιάς. Στιβαρός, απειλητικός, κραταιός φύλακας, δεξιοτέχνης του δαγκώματος, περιπολούσε για να εντοπίσει παραβάτες των μέτρων προφύλαξης.
Όλα αυτά μέχρι τη στιγμή που κλέφτηκε με την «Faber & Faber”, την προσηνή σκυλίτσα, που συντηρούσαν με τροφή, νερό και κατανόηση οι κάτοικοι της περιοχής.
Λέγεται ότι είχαν κουραστεί να μοιχεύονται λαθραία

11η μέρα εγκλεισμού
Εκλογή από παλιές ημερολογιακές σημειώσεις μου
3 Ιουλίου 2018
Υπάρχει καλαμπόκι
16 Απριλίου 2019
Από την 1η Μαΐου μέχρι 8 Ιουνίου μπορώ να φωτογραφηθώ
22 Ιανουαρίου 2016
Η βρύση στην Κρύα Βρύση
30 Ιανουαρίου 2001
Το σγουρό χιονάκι
22 Σεπτεμβρίου
Τα ανυπεράσπιστα διηγήματα
10 Οκτωβρίου 2005(βράδυ)
Η καυλωμένη μνήμη
1 Ιανουαρίου 2013
Η αλαζονεία των νεκρών
14 Δεκεμβρίου 2015
Ο ιδιωτικός μου φωταγωγός
14 Μαΐου 1998
Ο κουτσοδόντης παπαγάλος

12η μέρα εγκλεισμού
α) Όποιος νομίζει ότι ο δρόμος προς την επιτυχία είναι στρωμένος με αβγοπέταλα, είναι γελασμένος.
β) Όποιος νομίζει ότι ο δρόμος προς την επιτυχία είναι στρωμένος με αβγοπέταλα, δεν είναι καθόλου γελασμένος.
Όλη μου τη ζωή ακολούθησα τη δεύτερη, ας την ονομάσουμε εκδοχή, και βγήκα κερδισμένος, αλλά όχι πετυχημένος

13η μέρα εγκλεισμού
Κάποτε σκεφτόμουν, πως από τη στιγμή που θα σου καρφωθεί η ιδέα ότι η σπονδυλική σου στήλη έχει χρώμα μπλε άντε να ξεμπλέξεις.
Τώρα που υπάρχει αλληλοκατανόηση και αλληλεγγύη-ως πότε;-μπορώ να αποκαλύψω ότι η σπονδυλική στήλη μου έχει χρώμα μπλε και ξεμπέρδεψα.

14η μέρα εγκλεισμού
Αυτό που γράφω δεν έχει αποδεικτική ισχύ ούτε είναι στις προθέσεις μου να πείσω κάποιον για την ορθότητα του συλλογισμού μου. Ισχυρίζομαι λοιπόν ότι αφού η Τζένη-Τζένη δεν είναι το χρυσόψαρό μου, δυνητικά θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε. Από μια τρύπα στο νερό μέχρι ένα σημάδι από πυροβολισμό στον κρόταφο.
Αλλά ποιον ενδιαφέρει ο συλλογισμός μου, από τη στιγμή που αποκλείω κατηγορηματικά ότι η Τζένη-Τζένη δεν είναι το χρυσόψαρό μου;

16η μέρα εγκλεισμού
2-2-63 Αχ! να μπορούσε κανείς να ζει χωρίς ν' αναπνέει!
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΡΑΤΗΣ
"Ο μαύρος φάκελος"
Εκδόσεις Ερμής

17η μέρα εγκλεισμού
Βραδάκι πίνουμε τα ουϊσκάκια μας με τον Μίμη τον Δομάζο σπίτι μου. Θυμόμαστε τα παλιά, εκείνος μιλάει περισσότερο, εγώ ακούω. Αναφέρεται, δίχως έπαρση, στην καριέρα του. Τον παρακολουθώ ενθουσιασμένος. Φεύγοντας βγάζει από την τσέπη του σακακιού του μια ποδοσφαιρική μπάλα.
-Δωράκι, μου λέει, από τον αγώνα Παναθηναϊκός-Έβερτον. Βέβαια είναι η αναπληρωματική, την μπάλα του αγώνα την πήρε ο Καμάρας σπίτι του.

19η μέρα εγκλεισμού
Τώρα οι σκέψεις μου έρχονται, ταυτόχρονα, δυο-δυο στο μυαλό, ζεύγη αξεχώριστα, με αποτέλεσμα να μιλάω, να γράφω, να θυμάμαι, και να προγραμματίζω το μέλλον εις διπλούν.

20η μέρα εγκλεισμού
Λατρεύω το μέλι σου.Το κρατώ στοργικά στην αγκαλιά μου, το γεύομαι, μέσα του κολυμπώ, ξαπλώνω μαζί του και κοιμάμαι.
Αυτό που με στεναχωρεί, είναι ότι τώρα δεν μπορώ να βαδίζω στο δρόμο κρατώντας το απ' το χέρι όπως έκανα τον παλιό καλό καιρό.

21η μέρα εγκλεισμού
Αφήνω τον ιπτάμενο φάκελο να πετάξει. Διαγράφει κύκλους στον αέρα, αποφεύγει εμπόδια, ταξιδεύει στα δωμάτια του σπιτιού, ένα drone εσωτερικού χώρου, και προσγειώνεται ομαλά στη βάση του, στο τραπέζι της κουζίνας.
Τον φορτίζω για την επόμενη πτήση. Κάποιος μπορεί να τον χρειαστεί.Τις μέρες που ζούμε πρέπει να είμαστε γενναιόδωροι.

22η μέρα εγκλεισμού
Γράψτε οτιδήποτε θέλετε, όχι ότι μπορείτε.
Μην αφήσετε τον χώρο της γραφής στους ειδικούς και τους καταξιωμένους γραφιάδες.
Απολαύστε το παιγνίδι της δημιουργίας
Γράψτε τις αξιολογήσεις και τις αποτιμήσεις εκεί που ξέρετε.
Όχι κατ’ανάγκη στα παλιά σας τα παπούτσια
Εξαιρεθείτε οικειοθελώς από την ομοφωνία
Εγκαταλείψτε την ορθοφροσύνη της γραφής
Αποφύγετε τα χτυπήματα στην πλάτη. Κάτι δεν πάει καλά
Αποσχισθείτε από την πραγματικότητα της εξειδίκευσης
Φτιάξετε ιστορίες, φράσεις, λέξεις, σκέψεις, επιφωνήματα, δίχως φραγμούς και υποτέλεια στη γλωσσική παράδοση.
Αποκαρδιώστε τους εχέφρονες
Μην οργανώνετε τον ενθουσιασμό σας
Μην καλουπώνετε την έκφρασή σας
Εκφράστε το ακατανόητο, το ενστικτώδες, το ανέκφραστο
Μην είστε επιμελείς
Αξιοποιείστε, χειριστείτε, εκφράστε τη γραπτή χαρά σας δίχως περιορισμούς, γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες
Εκφράστε το άδικο της αφηγηματικής αδυναμίας,το ασύμφορο των ιδεών και των αγελαίων βεβαιοτήτων
Μισείστε την ορθότητα, τη λογική, την κανονικότητα
Αφήστε την ελευθερία του απαράδεκτου ελεύθερη
Ορίστε δίχως όρια τα όριά σας
Εκφράστε το ανολοκλήρωτο, το ασυνεχές και περιορισμένο
Μη φοβάστε τα λάθη σας και τον εμπαιγμό σας
Μην ακριβολογείτε
Χλευάστε την φράση «σωστό ή λάθος»
Αγαπήστε ένα κακογραμμένο κείμενο. Έτσι κι αλλιώς γνωρίζουμε ότι το σπουδαιότερο σ’ένα κείμενο δεν είναι αν είναι καλά γραμμένο. Αν σας αμφισβητήσουν επικαλεστείτε τον Μπολάνιο.
Να είστε αυθαίρετοι και προκλητικοί στην αρτιότητα της έκφρασης
Να ενοχλείτε την αναγνωστική αντίληψη
Γράψτε κείμενα και όχι συναισθήματα
Κρεμάστε κουδούνια στα γραπτά σας
Μην είστε προσεχτικοί όταν γράφετε
Μη λαμβάνετε υπόψη τον κηδεμόνα σας
Απαλλοτριώστε το ανεκτό
Χλευάστε την ανωτερωτίλα

23η μέρα εγκλεισμού
Οι προμήθειες μειώνονται, τα λεφτά λιγοστεύουν, οι ιδέες αυξάνονται.
Σήμερα για βραδινό θα φτιάξω δερματόσουπα.

24η μέρα εγκλεισμού
Το δίλημμα που με απασχολεί αυτές τις μέρες τις απομόνωσης είναι αν πρέπει να συμφωνήσω με τον λαλήσαντα ή με τον προλαλήσαντα.

25η μέρα εγκλεισμού
Εμένα δεν με ενδιαφέρει πόσο ψηλό είναι, αλλά πόσο είναι το βάρος του.
Αυτό είπα, σήμερα το πρωί, εκνευρισμένος, στον πλανόδιο ψαρά, ο οποίος προσπαθώντας να με πείσει να αγοράσω άλλο ψάρι από αυτό που είχα διαλέξει, επέμενε ότι, εκτός από φρέσκο, είχε 1,87 μέτρα ύψος.
Το ίδιο ύψος με τον Σλούκα,συμπλήρωσε, γνωρίζοντας την οπαδική μου προτίμηση.

26η μέρα εγκλεισμού
Τὸ μελιχρὸν φέγγος της σελήνης ἐπέχριε μόνον τὰς στέγας τῶν οἰκιῶν καὶ τὸ διενέμοντο, ὡς πενιχρὰν κληρονομίαν, τὰ μπαλκόνια καὶ οἱ γάστρες τῶν ἀνθέων. Δι᾽ εμέ κάτω εἰς τὸ δωμάτιον δὲν ἔφθανε νὰ κατέλθῃ εὐμενὴς ἀκτίς.

Πανσέληνος 7ης Απριλίου 2020

27η μέρα εγκλεισμού
Τι αξίζει ένα ποδήλατο χωρίς τη σέλα του; Όσο ένα νόστιμο φαγητό χωρίς τα υλικά του.
Για να γίνω κατανοητός. Όσο αξίζουν οι τηγανιτές πατάτες δίχως τις πατάτες τους, ο καπνιστός σολομός δίχως το σολομό του;
Ή για να φιλολογήσω λίγο. Όσο αξίζει ένα κείμενο δίχως τις λέξεις του.

28η μέρα εγκλεισμού
Πρέπει να μαζέψω το χαλάκι από την εξώπορτα. Έχουμε πολλά κρούσματα τέτοιου είδους κλοπών, δίχως να γνωρίζει κανείς τους δράστες, ούτε το λόγο για τον οποίο το κάνουν. Είναι δώρο της Κάθριν για τα γενέθλιά μου. Μου το αγόρασε γιατί, κάθε φορά που ερχόταν σπίτι, έβλεπε πατημασιές από λάσπη, οι οποίες νόμιζε ότι ήταν δικές μου.

29η μέρα εγκλεισμού
-Ανασαίνεις συνέχεια, μου λέει.
- Είναι αρκετός καιρός που το κάνω.
-Σταμάτα το!
Υπάκουσα.
-Τώρα δεν αισθάνεσαι καλύτερα;
-Πολύ καλύτερα

30η μέρα εγκλεισμού
Αρχίζω να συνηθίζω στην ιδέα πως πρέπει να ξεθάψω τα θρησκευτικά μου παπούτσια. Και είναι τόσο βαθιά θαμμένα.

31η μέρα εγκλεισμού
Αναρωτιέμαι, σε στιγμές αμφιβολίας και αμφισβήτησης, αν αυτά που γράφω είναι σκουπίδια, αυτολογοκρινόμενος, ή σκατά, τότε γιατί δεν έρχεται κάποια μύγα να κάτσει πάνω τους;
Απογευματάκι γύρω στις επτά και μισή.

32η μέρα εγκλεισμού
Μέσα στη ζοφερότητα των ημερών αχνοφέγγει ένα φως ελπίδας, το οποίο όμως αποδεικνύεται  ψευδές.
Ψάχνω λαχειοπώλη και δεν βρίσκω.

33η μέρα εγκλεισμού
Ο Τζορτζ Κλόουν διέσυρε τον αντίπαλό του, αναγκάζοντάς τον να παραδεχθεί δημόσια, ενώπιον πολυπληθούς ακροατηρίου, ότι δεν είναι ο Τζον Μακ Γουέιν, αλλά κάποιος που τον μιμείται, αφού απέτυχε να στρώσει την άσφαλτο του οικισμού Ερθ με τη γλώσσα του, ή εναλλακτικά, να πρσδιορίσει το αζιμούθιο της γεωγραφικής θέσης του, δίχως τη βοήθεια πυξίδας.

34η μέρα εγκλεισμού
Σήμερα χάθηκε ένας σπουδαίος παραμυθάς. Κι όταν χάνεται ένας παραμυθάς χάνεται ένα κομμάτι από τη ζωή σου. Τουλάχιστον έτσι νιώθω εγώ.
Ο Λουΐς Σεπούλβεδα ήταν ένας δικός μου άνθρωπος, που τον αγάπησα από τα βιβλία του, τον ένιωθα διαρκώς κοντά μου από τις αφηγήσεις του.
Σήμερα είναι μια προσωπική ημέρα πένθους.
Μια μέρα σιωπής και μνήμης
Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει.


35η μέρα εγκλεισμού
Αυτές τις μέρες παίρνω υπερβολική δόση του εαυτού μου, με ανυπολόγιστες συνέπειες για την ψυχική μου υγεία.

36 η μέρα εγκλεισμού
Έχω ένα κουνελάκι
ίδια φάτσα με τον Σάκη
αλλά το φωνάζω Μάκη*
Μαζί θα κάνουμε Ανάσταση
δεν είναι αυτό κατάσταση
Μετά το "Χριστός Ανέστη!"
δεν θα μείνουμε και ρέστοι
Θα γευτώ τη μαγειρίτσα
που μαγείρεψε η Λίτσα
Όσο για το κουνελάκι
θα τραφεί με χορταράκι

*Μάκη μην παρεξηγηθεί ο Σάκης

37η μέρα εγκλεισμού

Φυσάω, ξεφυσάω, άρα υπάρχω.

39η μέρα εγκλεισμού
Τώρα πια δεν χρειάζεται να κρύβομαι πίσω από την κουρτίνα του μπάνιου. Η παρασκηνιακή ζωή τελείωσε.
Αφιερωμένο στην Ιουλία Δεσπούνη.
Αυτή ξέρει.

40η μέρα εγκλεισμού
Αχ! Πόσο πεθύμησα τη γαλάζια μακαρονάδα του"Κιτρινολαίμη"!


41η μέρα εγκλεισμού
Αργά το βράδυ χτυπάει το κουδούνι της πόρτας. Έχει γούστο να είναι ο Πιλάβιος με τα τρία γουρουνάκια του, σκέφτομαι. Ανοίγω την πόρτα και η πραγματικότητα δεν με διαψεύδει.
-Ρε συ Νίκο, του λέω, δεν ξέρεις ότι απαγορεύονται οι επισκέψεις; Γιατί ήρθες;
- Ήταν ο δρόμος μου και είπα να σου πω ένα γεια.
Τα τρία γουρουνάκια με κοιτούσαν στα μάτια, περιμένοντας ένα νεύμα μου για να εισβάλουν στο σπίτι. Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά.
- Σε παρακαλώ πήγαινε, λέω, και του κλείνω την πόρτα κατάμουτρα.
Γυρίζω στην κουζίνα και αναλώνομαι στην τέρψη δύο τηγανιτών αυγών, που με περίμεναν ετοιμοπαράδοτα στο τραπέζι.


42η μέρα εγκλεισμού
Πρωινό Παρασκευής βλέπω τον λουστράκο να περιμένει σε μια γωνιά με το κασελάκι του. Περίεργο, σκέφτηκα, με την απαγόρευση της κυκλοφορίας για ποιο λόγο βρίσκεται εδώ;
Αποφάσισα να βάψω τα παπούτσια μου, περισσότερο για να τον βοηθήσω, έστω και μ’ένα μικρό ποσό. Για να στέκεται εδώ, θα το είχε ανάγκη.
-Άντε μικρέ και γρήγορα. Κάνεις καιρό αυτή τη δουλειά;
-Δεν βλέπετε;
-Τι να δω;
-Σβελτάδα, κύριε, σβελτάδα.
- Πώς σε λένε, μικρέ;
-Βασίλη. Εσάς;
-Είσαι και αναιδής!
-Γιατί, κύριε. Εσείς πώς με ρωτήσατε τ’όνομά μου;
-Χα, χα, χα, χα, καλός είσαι. Λοιπόν, εμένα με λένε Σπύρο.
-Και τι δουλειά κάνετε;
-Να’τα μας! Ανάκριση μου κάνεις;
-Κακό είναι που ρώτησα; Κάποια δουλειά θα κάνετε.
-Μα και βέβαια κάνω κάποια δουλειά. Είμαι δικηγόρος, είπα ψευδόμενος.
-Δικηγόρος; Έχω για σας μια δουλειά. Μια σπουδαία δουλειά.
-Ωστόσο αφήνεις τη δική σου κι εγώ βιάζομαι.
-Τελειώνω, τελειώνω. Πείτε μου μόνο πού είναι το γραφείο σας.
Δεν θέλησα να συνεχίσω τον διάλογο. Ένοιωσα παγιδευμένος σ'ένα παιγνίδι, που δεν γνώριζα για ποιο λόγο είχε στηθεί και πως εθελούσια έπαιρνα μέρος σ'αυτό.
Άφησα πέντε ευρώ και συνέχισα το δρόμο μου, δίχως να απαντήσω στις παρακλήσεις του για τα ρέστα.


43η μέρα εγκλεισμού
Ξύπνησα φρεσκοκουρεμένος.

44η μέρα εγκλεισμού
Για να διευρύνω το βλέμμα μου, έγκλειστος σαράντα περίπου μέρες, κοιτάζω τα αντικείμενα του σπιτιού από την πλευρά που σπάνια ή ποτέ δεν έχω δει .
Βάζω το μάτι μου στην κλειδαρότρυπα του υπνοδωματίου και ρίχνω κρυφές ματιές στο άδειο δωμάτιο˙ βλέπω το πίσω μέρος από τους τρεις πίνακες ζωγραφικής που έχω κρεμασμένους στους τοίχους˙ παρατηρώ προσεχτικά την κάτω πλευρά του ψυγείου, φωτίζοντάς την με το φακό του κινητού μου˙ σκύβω και βλέπω το σκοτεινό, εσωτερικό μέρος της βρύσης της κουζίνας, του μπάνιου, του κήπου˙ ρίχνω ματιές σε παλιές φωτογραφίες που κρατώ ανάποδα˙ παρατηρώ πανοραμικά τα δωμάτια και την αυλή τού σπιτιού από ύψος τριών μέτρων, ανεβασμένος στη σκάλα γαλβαλουμινίου˙ βγάζω τα καρφιά από τους τοίχους και ξαναακαλύπω το αθέατο μέρος τους.
Είναι ένας τρόπος να διατηρήσω αλώβητα τα ψυχικά μου αποθέματα.

45η μέρα εγκλεισμού
Αυτές τις μέρες κάνω ασκήσεις δημιουργικής συνομιλίας. Συνομιλώ με απόντες συναδέλφους, φίλους, φίλες, αρκετές φορές διαφωνώ, χειρονομώντας, άλλες φορές συμφωνώ μαζί τους, μιλάω πίσω από τις πλάτες τους, κουτσομπολεύοντας, βάζω τα γέλια με τα αστεία τους, προγραμματίζω ραντεβού, μιλάω για επαγγελματικά σχέδια, φλερτάρω διακριτικά, συμβουλεύω, δίχως ανταπόκριση φυσικά, βάζω τις φωνές όταν με εκνευρίζουν. Κάποιες φορές τους κόβω την καλημέρα, για ελάχιστο χρονικό διάστημα ομολογώ, μετά τους ζητώ συγγνώμη,.
Μας υπόσχονται ότι θα συναντηθούμε ξανά. Πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι, μήπως βρεθούμε άλαλοι.

46η μέρα εγκλεισμού
Απογευματάκι πίνω τον καφέ μου στο σαλόνι. Παρακολουθώ τις ειδήσεις στην τηλεόραση. Από το υπνοδωμάτιο έρχεται ο μικρός μου φίλος Πιγκουίνι, καβάλα στο κουνελάκι της κόρης μου, κρατώντας το απ’ τα αυτιά, σαν χαλινάρια.
-Γιατί τυραννάς το ζωάκι; Κατέβα αμέσως κάτω, του λέω με έντονο ύφος.
Υπακούει, αν και δυσανασχετεί κάπως με την παρατήρησή μου.
Επιστρέφει στο δωμάτιο σιωπηλός. Από το υπνοδωμάτιο ακούω την κόρη μου να παρηγορεί το κουνελάκι, το κλάμα του οποίου φτάνει μέχρι εδώ.
Ο Πιγκουίνι βλέπει έξω απ'το παράθυρο.

47η μέρα εγκλεισμού
Σήμερα δεν ξύπνησα.

48η μέρα εκλεισμού
“Αυτό το παιδί δεν θα καταφέρει ποτέ να δέσει τη γραβάτα μόνος του» ήταν η προφητεία της νονάς μου στη μητέρα μου, όταν με είδε τη μέρα που με επισκέφτηκε στο μαιευτήριο.
Η οικογένειά μου που γνώριζε ότι οι προβλέψεις της νονάς μου δεν είχαν διαψευσθεί ποτέ, θέλησε ν’ αμφισβητήσει τη μελλοντολογική ικανότητά της νονάς, τουλάχιστον για τη συγκεκριμένη πρόγνωση. Άρχισαν λοιπόν, πότε ο πατέρας μου πότε η μητέρα μου, να μου παραδίδουν εντατικά μαθήματα δεσίματος γραβάτας, ξεκινώντας από την παιδική μου ηλικία. Ακόμη κι ο αδελφός μου επιστρατεύτηκε αργότερα, όταν ενηλικιώθηκε, δίχως επιθυμητό αποτέλεσμα.
Συνεχίζω και τώρα, που ο ελεύθερος χρόνος είναι αρκετός, να προσπαθώ, ελπίζοντας να τα καταφέρω, αλλά το αποτέλεσμα μέχρι στιγμής είναι απογοητευτικό.

49η ημέρα εγκλεισμού
Αφού τώρα πια δεν έχω τι να φωτογραφίσω, φωτογραφίζω παλιές φωτογραφίες, σαν τον Αντονίνο Παράτζι, για διαφορετικούς βέβαια λόγους.
Υγ. Αντονίνο Παράτζι, ήρωας του διηγήματος του Ίταλο Καλβίνο "Η περιπέτεια ενός φωτογράφου", από τη συλλογή διηγημάτων "Οι δύσκολοι έρωτες".

50η μέρα εγκλεισμού
Σήμερα το πρωί ανεβαίνω στην ταράτσα ν’απλώσω τα ρούχα. Είναι μια υπέροχη μέρα με καθαρό, γαλάζιο ουρανό κι ένα ήλιο που λάμπει.
Βλέπω απέναντι την κυρία Ρούλα ν’απλώνει τα ρούχα της:
-Καλημέρα κυρία Ρούλα. Τι κάνετε;
-Καλά, εσείς.
-Καλά. Να περάσει αυτή η κατάσταση, να επανέλθει η καθημερινότητά μας.
- Ναι, να περάσει με το καλό.
-Γεια σας! Stay safe, κυρία Ρούλα!
-Γεια σας! Stay safe, κύριε Σπύρο!
Παράξενο, σκεφτόμουν κατεβαίνοντας τα σκαλιά, επιστρέφοντας στο διαμέρισμά μου. Στη συνομιλία μεταξύ μας, η κυρία Ρούλα μιλούσε με τη δική μου φωνή κι εγώ με τη δική της.


51 μέρα εγκλεισμού
(τελευταία, ίσως)
Αραιά και πού αυτές τις μέρες, λόγω των απαγορεύσεων, συναντάω στις πρωινές μου διαδρομές, τον «Βουβό». Μου εξιστορεί το όνειρο που θα δει την επόμενη νύχτα, με άναρθρες κραυγές και χειρονομίες. Στέκομαι υπομονετικά και τον παρακολουθώ. Όταν τελειώσει τη μιμητική αφήγησή του, συνεχίζω τον δρόμο μου για το super market, ελπίζοντας να μην ξεχάσω ν’αγοράσω, εκτός των άλλων, κρέμα καραμελέ, που μου αρέσει τόσο πολύ, σαν να γεύομαι το τρέμισμα των χειλιών σου, τώρα που λείπεις από δίπλα μου .


"Inner Structure no. 5"
Kazuo Nakamura
 1955

Κυριακή, Μαρτίου 22, 2020

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ 14η


Στέκομαι Κυριακή μεσημέρι στη στάση των λεωφορείων. Τον βλέπω να κρατάει από το χέρι του, δεμένο με σκοινί, ένα αρνί. Πλησιάζω και τον ρωτάω:
-Πώς το λένε;
- Αρνάκι, μου απαντάει.
- Ωραίο όνομα, λέω, και χαϊδεύω και τους δυο στο κεφάλι τρυφερά.
Ανεβαίνοντας στο λεωφορείο, που έφτασε πέντε λεπτά αργότερα, δεν μου έριξαν ούτε μια ματιά.

"Sheep" 1952
Milton Avery

Κυριακή, Μαρτίου 15, 2020

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ 13η


Τις Κυριακές επισκέπτομαι το καφενείο «Στου Θωμά το μαγαζί», για να πιω  γάλα που σερβίρεται μόνο εδώ, με υπέροχη γεύση και πορτοκαλί χρώμα. Η παραγωγή του είναι επτασφράγιστο μυστικό, αποκλειστικό προνόμιο της οικογένειας Κορωναίου, η οποία είναι και ιδιοκτήτρια του μαγαζιού. Όταν οι πελάτες ρωτούν, περισσότερο για να πειράξουν τον γερο-Κορωνιό, γιατί το χρώμα του γάλατος είναι πορτοκαλί, αν και γνωρίζουν πως δεν θα έχουν απάντηση, εκείνος με περιπαικτική διάθεση τους απαντά:

«Γιατί οι γελάδες μας τρώνε πορτοκαλί χορτάρι!».

υγ. Το κείμενο αντλεί το έμπνευσή του από την εκπομπή  «Απίθανα ταξίδια με τρένο» που μεταδίδεται από την ΕΡΤ3. Αν δεν είχα παρακολουθήσει, τυχαία, ένα επεισόδιο, δεν θα είχε γραφτεί το κείμενο.


"The milkmaid" 1889
Paul Gauguin

Κυριακή, Μαρτίου 08, 2020

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ 12η



12) Με ύψος 1,62 ο Κυριάκος Κυριακόπουλος, πενηνταοχτώ χρόνια τώρα, έχει αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της ζωής και τα έχει καταφέρει καλά. Τώρα πώς θα μπορέσει να διαχειριστεί τη μεταμόρφωσή του, η οποία συνέβη κατά τη διάρκεια της νύχτας, με αποτέλεσμα ξυπνώντας το πρωί Κυριακής της 8ης Μαρτίου 2020, το ύψος του να φτάνει το 1,83, είναι δικό του θέμα.
Η δημοσίευση της είδησης δεν δίδεται με σκοπό τη δυσκολία προσαρμογής του Κυριακόπουλου στις νέες συνθήκες ζωής, αλλά στην δυσπιστία του αναγνώστη να αποδεχθεί την είδηση ως αληθινή. O αναγνώστης έχει να διαχειριστεί μια πληροφορία που δεν ταιριάζει στην αλληλουχία προκαθορισμένων νοητικών συνειρμών, οι οποίοι καθορίζουν τον τρόπο και τα όρια πρόσληψης του κόσμου, στον οποίο συμμετέχει ως μέλος της κοινωνικής και ταξικής διάρθρωσής του. Η διαχείριση εκ μέρους του δεν είναι εύκολη υπόθεση, διότι δεν προσδιορίζεται από την οικεία και αναγνωρίσιμη εικόνα της πραγματικότητας. Δεν έχει να διανύσει την απόσταση μεταξύ Άνω και Κάτω Ραχούλας Κρητηνίας, ούτε να αλλάξει την τελεία με άνω τελεία ή το αντίστροφο, πράξη η οποία θεωρείται σχετικά προσβάσιμη από την σωματική και νοητική συγκρότησή του, αν και κανείς δεν ξέρει.
Ο αναγνώστης χρειάζεται να διαθέτει ανεπτυγμένη ικανότητα προσαρμογής ευρύτερου γένους, ώστε, παραδείγματος χάριν, από περιπατητής στη λεωφόρο ΝΑΤΟ, να βρεθεί επιβάτης σε ιπτάμενο χαλί στην πτήση Αθήνα-Βουκουρέστι. Μόνο τότε, θα μπορέσει να ακούσει τα κουδουνίσματα μιας παιγνιδιάρας πραγματικότητας, και το μακρόσυρτο "ααααααααααααααααα» που θα εκφωνήσει, δεν θα δηλώνει έκπληξη, αλλά κατανόηση και αποδοχή.



"Winged Old Man with a Long White Beard" 1900
Odilon Redon


Δευτέρα, Μαρτίου 02, 2020

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ


11) Την Κυριακή της Τυροφάγου, ο Πεντοδόλαρος κτυπάει το κουδούνι του σπιτιού μου. Είμαι στο σαλόνι καθισμένος στην πολυθρόνα και διαβάζω εφημερίδα. Το τσιγάρο μου ξεχασμένο στο τασάκι αργοκαίει, ο καφές έχει κρυώσει, κι εγώ βρίσκομαι βυθισμένος στην έντυπη επικαιρότητα. Σηκώνομαι κι ανοίγω την πόρτα. Βλέπω τον Πεντοδόλαρο άσπρο σαν κερί.
-Πέρασε, του λέω, ανήσυχος.
Ο Πεντοδόλαρος μπαίνει στο σαλόνι, στέκεται όρθιος και με κοιτάζει.
-Μα εσύ είσαι χλωμός. Σου συμβαίνει τίποτα; τον ρωτάω, και περιμένω μια καθυσυχαστική απάντηση, η οποία έρχεται αυτοστιγμεί.
- Μα τι έπαθες, μου λέει, και με κοιτάει παράξενα. Α, κατάλαβα, φοβήθηκες για το χρώμα μου; Ησύχασε, μεταμφιεσμένος είμαι · άσπρο κερί. Έχει γιορτή στην πλατεία και πέρασα να σε πάρω.
Εκείνη τη στιγμή μια φλόγα τρεμόσβησε στην κορυφή το κεφαλιού του. Πώς δεν την είχα προσέξει νωρίτερα;
-Γρήγορα, ντύσου, με προτρέπει. Εσύ έχεις δεκάδες στολές, φόρα όποια βρεις και πάμε.
Πήγα στην αποθήκη, δίχως να διαμαρτυρηθώ, έψαξα στη ντουλάπα την κατηγορία «Βλέποντας και κάνοντας», έβγαλα την στολή τού καντηλανάφτη, επέστρεψα στο σαλόνι μεταμφιεσμένος, πλησίασα τον Πεντοδόλαρο, φύσηξα τη φλόγα του κεριού, που λάμπρυνε την κορυφή του κεφαλιού του, ενεργοποιώντας το λόγο της μεταμφίεσής μου. Αφού βεβαιώθηκα ότι έσβησε η φλόγα, πως δεν πρόκειται για ψευδαίσθηση, κάποιο από τα τρικ που συνήθιζε να κάνει ο Πεντοδόλαρος, όταν διακατεχόταν από εορταστική διάθεση, ή κάποιο θαύμα, άναψα το κερί με τον αναπτήρα μου, έβαλα τα τσιγάρα στην τσέπη μου και βάδισα προς την έξοδο.
Άνοιξα την πόρτα και βρεθήκαμε στο δρόμο. Σε λίγο θα ξεφαντώναμε στην πλατεία. Αρκεί να μη έβρεχε κι ο Πεντοδόλαρος γινόταν ημιτελής, παρά την έκδηλη προσπάθειά του να φανεί πειστικός, με τη φλόγα σβησμένη στο κεφάλι του.



"Grand carnival Ostendais" 1934
Felix Labisse

Κυριακή, Φεβρουαρίου 23, 2020

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ



10) Την Κυριακή 22 Ιανουαρίου 1984, ο  Νίκος Τριανταφυλλόπουλος, λιμενάρχης Ευρίπου,  καταβύθισε το σώμα του, με την βοήθεια της ερωμένης του Ελίζε Νταίηλυ, στα παγωμένα νερά του πορθμού Ευρίπου.
Οι αστυνομικές αρχές, μετά από μακρόχρονη έρευνα, ελλείψει στοιχείων που θα οδηγούσαν σε τυχόν εγκληματική ενέργεια, απέδωσε την εξαφάνισή του σε πνιγμό εξ αμελείας, στηριζόμενες στη μαρτυρία του μοναδικού αυτόπτη μάρτυρα, της Ελίζε Νταίηλυ, η οποία ισχυρίστηκε ότι είδε το Νίκο Τριανταφυλλόπουλο να βυθίζεται στα νερά του νύχτιου λιμανιού, το μοιραίο εκείνο βράδυ της Κυριακής, για να διαπιστώσει από πού προερχόταν το κλάμα που σαν βουβός θρήνος ταξίδευε στο βυθό των νερών. Στην ερώτηση των αστυνομικών πώς και γιατί βρέθηκε στην τοποθεσία αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, και πώς γνώριζε το λόγο της καταβύθισης τού αγνοούμενου, η Ελίζε Νταίηλυ ισχυρίστηκε  ότι ως εργαζόμενη στο λιμεναρχείο Χαλκίδας είχε αποκτήσει την πλήρη εμπιστοσύνη του, μετά από αρκετά χρόνια επαγγελματικής συνεργασίας, εμπιστοσύνη που έφτανε μέχρι την εκμυστήρευση των πιο ενδόμυχων σκέψεων του Νίκου, έτσι αποκάλεσε τον αγνοούμενο σε μια αποστροφή του λόγου της. 
«Δεν εμφανίστηκε ποτέ στην επιφάνεια των νερών» έκλεισε την κατάθεσή της.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 16, 2020

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

9) Κάποιες απρόβλεπτες Κυριακές, εισβάλλουν απρόσκλητοι στο διαμέρισμά μου οι φίλοι μου, την ώρα που ασκούμαι στην ορθοφροσύνη.
- Έλα πάμε, μου λένε, αγνοώντας την εξάντλησή μου από την άσκηση.
- Για πού; ρωτάω, δήθεν έκπληκτος, γνωρίζοντας την απάντησή τους.
- Για τη Σάντα Λολίτα, απαντούν, συμμετέχοντας στον λεκτικό εορτασμό, σαν να με  αιφνιδιάζουν.
Φεύγοντας αφήνω στην αντίληψη του θεατή ένα δαγκωμένο μήλο.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 12, 2020

Κυριακή, Φεβρουαρίου 09, 2020

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ


8) Σήμερα Κυριακή συναντάω τον Πέτρο αιωρούμενο μισό μέτρο πάνω από τη γη.Τα μαρμαρωμένα μάτια του κοίταζαν το άπειρο ή μάλλον τον δεύτερο όροφο της απέναντι πολυκατοικίας, συγκεκριμένα το κλουβί με την καρδερίνα της κυρίας Νίτσας, το οποίο δεν είχε σταματήσει, όλη αυτήν την ώρα της παρατήρησης του αιωρούμενου σώματος, να κελαηδάει. Το πρόσωπό του είχε πάρει ένα χαλκοπράσινο χρώμα, ένα κορδόνι σάλιου κυλούσε στα χείλη του, το σώμα του στεκόταν άκαμπτο στον αέρα, εκτός από τα πόδια του που παλινδρομούσαν αμήχανα, σαν να προσπαθούσαν να πατήσουν την άβυσσο της αιωνιότητας.

-Τρελός είσαι; Τι κάνεις εκεί πάνω; του λέω, και με το σουγιά μου κόβω το αόρατο σκοινί που τον κρατούσε απομακρυσμένο από το έδαφος.



Η φωτογραφία δική μου 05,02.2020

Κυριακή, Φεβρουαρίου 02, 2020

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ


7) Μου τηλεφωνεί ότι βρίσκεται στην είσοδο και με περιμένει. 
- Δεν θα ανέβεις επάνω; τη ρωτάω.
- Όχι, μου λέει. Έχω ραντεβού οχτώ η ώρα στο «Γκραν Γκινιόλ» και ξέρεις πώς γίνεται ο Μισέλ όταν δεν είμαι στην ώρα μου. Φρικάρει τόσο που μεταμορφώνεται σε ζόμπι.
Βγαίνω στο μπαλκόνι και την βλέπω να κόβει βόλτες ανυπόμονη.
- Ζωή, της φωνάζω.
Σηκώνει το κεφάλι και μου πετάει το νυχοκόπτη.
-Πρόσεχε, με προειδοποιεί, κόβει.
Παρόλο που μένω στον τέταρτο όροφο, ο νυχοκόπτης φτάνει απαλά στην παλάμη μου, σαν φύλλο ροδακινιάς φερμένο από τον άνεμο.
- Τα φιλιά μου στον Μισέλ, την αποχαιρετώ.
Την παρακολουθώ μέχρι να φτάσει στο αυτοκίνητό της. Μπαίνω στο σαλόνι κι αρχίζω να κόβω τα νύχια μου προσεχτικά.


"The Tenement" 1942


Norman Lewis

Δευτέρα, Ιανουαρίου 27, 2020

Η ΦΡΑΝΝΥ ΚΑΙ Ο ΖΟΥΙ




Ένα σχόλιό μου για το βιβλίο του Τζ.Ντ. Σάλιντζερ "Η Φράννυ και ο Ζούι"

http://frear.gr/?p=26850

Τρίτη, Ιανουαρίου 21, 2020

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΣΚΡΙΠ



Δεν γνώριζα το λογοτεχνικό έργο του κ. Καρακίτσου μέχρι να φτάσει στα χέρια μου το τελευταίο του βιβλίο «Ζαχαρίας Σκριπ». Ευτυχώς δηλαδή, γιατί διαβάζοντας το βιβλίο άρχισα να κολυμπάω σε άγνωστα νερά, τα οποία ασφαλώς είναι ωφέλιμα διότι περιέχουν το μυστήριο και την επικινδυνότητα που γοητεύουν και προκαλούν τον αναγνώστη που θα  διακινδυνεύσει να τα εξερευνήσει και να τα απολαύσει. Μετά τις πρώτες σελίδες σταμάτησα να κολυμπώ, νοιώθοντας εξοικειωμένος με την ανατρεπτική πραγματικότητα,  αφέθηκα στον βυθό αυτής της ευεργετικής αφηγηματικής εκτροπής και αρκέστηκα να θαυμάζω τις ομορφιές του υπόγειου κόσμου του κ.Καρακίτσου. Φτάνοντας μετά το τέλος της ανάγνωσης στην επιφάνεια, ο κόσμος ήταν πια διαφορετικός, ελλειπτικός, αφού στην πλειονότητά του δεν είχε το προνόμιο να είναι κάτοχος της αναγνωστικής απόλαυσης του αφηγηματικού κόσμου που μας προσφέρει η μυθοπλαστική καταγραφή μιας ιστορίας η οποία τον ομορφαίνει έστω με την λογοτεχνική εκδοχή του.
Η διαφορετική εκδοχή του κόσμου είναι, νομίζω, ο κεντρικός στόχος του συγγραφέα. Αυτή η εκδοχή αποτυπώνεται αφηγηματικά με τα όπλα που κάθε φορά ο συγγραφέας διαλέγει για να αναμετρηθεί μαζί του, όχι με μια αντιπαλότητα που θα ήταν αδιάφορη για τον αναγνώστη, ούτε μ’ένα λόγο γλωσσικά και θεματικά αφυδατωμένο, αλλά με ένα σύνολο αφηγηματικής τακτικής που αρχιτεκτονεί την ιστορία με  τελικό στόχο  την οχυρωμένη αναγνωστική εμπειρία των λογοτεχνικών συμβάσεων. Ο κ.Καρακίτσος φαίνεται να αμφισβητεί την επάρκεια των παραδοσιακών λογοτεχνικών αποσκευών για το αφηγηματικό ταξίδι του. Τα κατατεθειμένα είδη της λογοτεχνικής αναδημιουργίας του κόσμου δεν είναι ικανά να οικοδομήσουν το λογοτεχνικό κόσμο του. Οι αφηγηματικές ανάσες που δίνονται από το τελματωμένο σώμα της διακειμενικότητας είναι άπνοες, για να χρησιμοποιήσω ένα λογοπαίγνιο, είναι ατελέσφορες, οδηγούν στη σήψη.
Πόλεμος λοιπόν σε δυο μέτωπα. Με την παράδοση και με την διαβρωμένη αναγνωστική αντιληπτικότητα του αναγνώστη. Μόνο τότε η έμπνευση, η ταχτική, η στρατηγική για την κατάληψη νοητικών εδαφών στην πνευματική επικράτεια του αναγνώστη θα έχει κάποιο νόημα και ελπίζουμε αποτέλεσμα. Διαφορετικά ας μείνουν τα εδάφη αυτά υπό κατάληψη. Σκασίλα μας.
Το βασικό εκπορθητικό λοιπόν όπλο του κ.Καρακίτσου για την κατάληψη των νοητικών εδαφών δεν πηγάζει από την υπερπροσφορά της λογοτεχνικής παραδοσιακής τεχνουργίας, αλλά από το απόθεμα εξωκειμενικών κοιτασμάτων που αφθονούν στον εξωλογοτεχνικό κόσμο, των οποίων η εξόρυξη και μεταφορά στο λογοτεχνικό εργαστήρι είναι μια πρόκληση,  μια ενδιαφέρουσα όσο και επικίνδυνη αποστολή.  Ο κ.Καρακίτσος ως  σύγχρονος Ζαχαρίας Σκριπ αποφασίζει να εισβάλλει και να αναμετρηθεί σε ένα κορεσμένο αφηγηματικό και μυθοπλαστικό κόσμο,  με τους ρομαντισμούς, τις γραφικότητες, τις  επαναλήψεις, τις μνημοραγίες, τους λυρισμούς, τις επιτηδεύσεις, τις λεκτικές ακρότητες, τη ρητορική, την αυτοτροφοδοτούμενη αυταρέσκεια, τις κοινοτοπίες, τα ρητορικά κλισέ που τον χαρακτηρίζουν, προσδοκώντας να μην έχει την κατάληξη του ήρωά του.
Την αφηγηματική στρατηγική του ο κ. Καρακίτσος την χειρίζεται εύστοχα, διαθέτοντας σε πλήρη επάρκεια τα υλικά της σάτιρας, της φαντασίας, αλλά κυρίως της γλωσσικής αίσθησης για την διεκπεραίωση της μυθοπλαστικής ανάπλασης. Η αφηγηματική μυθοπλαστική δεξιοτεχνία του, ο σκηνοθετημένος λογοτεχνικός του κόσμος είναι ένας ευαγγελισμός που στοχεύει στην υπονόμευση της οικειότητας του αναγνωστικού κοινού με τα λογοτεχνικά είδη τα οποία συντηρούν μια λογοτεχνία στάσιμη υφολογικά και θεματολογικά. Το παράτολμο της προσπάθειας είναι μια μοναχική ιχνηλασία σε παρθένα, ανεξερεύνητα λογοτεχνικά μονοπάτια. Ελπίζουμε το ξέφωτο που αναζητά ο συγγραφέας να μην του αποκαλυφθεί ποτέ. Ίσως πάλι μην  υπάρχει ξέφωτο. Έτσι η ατέρμονη περιπλάνηση, ευτυχώς, θα συνεχίζεται στο διηνεκές. Είναι αποκλειστική ευθύνη του κάθε δημιουργού να αποδεχθεί ή να απορρίψει το ατελέσφορο της κειμενικής περιπλάνησης, αλλά για να είμαστε ακριβείς της κειμενικής αποπλάνησης.


"ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΣΚΡΙΠ"
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ
Εκδόσεις "ποταμός"

Πέμπτη, Ιανουαρίου 16, 2020

ΚΑΠΟΙΕΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ


Κάποιες Κυριακές όταν βρέχει φτιάχνουμε μουστοκούλουρα με την Α. Μας αρέσει να φτιάχνουμε μουστοκούλουρα κάποιες Κυριακές όταν βρέχει.
Αναπνέουμε τη μυρωδιά τους καθώς ψήνονται, στεκόμαστε στο παράθυρο και βλέπουμε τη βροχή να πέφτει. Μας αρέσει να αναπνέουμε τη μυρωδιά τους, να στεκόμαστε στο παράθυρο και να βλέπουμε τη βροχή να πέφτει.
Τρώμε τα μουστοκούλουρα κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον. Μας αρέσει να τρώμε μουστοκούλουρα κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον.
Εν τω μεταξύ η βροχή συνεχίζει να πέφτει.



"Gentle Rainstorm" 1974
Norman Ackroyd



Τρίτη, Ιανουαρίου 14, 2020

ΜΑΤΑΜΠΡΕ




Εκεί που δεν το περιμένεις από μια πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέα βρίσκεσαι μπροστά σε μια συλλογή δεκαέξι διηγημάτων που σε εκπλήσσουν ευχάριστα.
Η κ. Μπραϊμάκου με μια γλώσσα που δεν διστάζει να εκτεθεί σε όλη την γκάμα της γλωσσικής περιφέρειας, επαναφέρει ιστορίες που δεν πρωτοτυπούν, δίχως  όμως  να είναι εξαντλημένες αφηγηματικά, παραμένοντας επίκαιρες και ενδιαφέρουσες.
Με τρόπο αιχμηρό, αυθάδικο και αποκαθαρμένο από κάθε γλωσσική σύμβαση, με ρυθμό κάποιες φορές γλωσσικά βίαιο, η συγγραφέας μάς προσφέρει διηγήματα έξοχα αποδοτικά, τόσο αφηγηματικά όσο και υφολογικά.
Οι ήρωες της κ.Μπραϊμάκου ερωτεύονται, συμβιβάζονται, παντρεύονται, χωρίζουν, αρρωσταίνουν, πεθαίνουν, επαναστατούν, μοιχεύουν και μοιχεύονται, επιθυμούν, απογοητεύονται, αγαπούν, δολοφονούν, διακατέχονται απ΄όλα τα συναισθήματα της ανθρώπινης συμπεριφοράς και προσφέρουν με την ύπαρξή τους μια αφηγηματική ανθηρότητα που το τρύγισμά της γίνεται μια όμορφη αναγνωστική εμπειρία.
Τα διηγήματα της συλλογής ¨ΜΑΤΑΜΠΡΕ» είναι μια αφηγηματική κατάκτηση, μια λογοτεχνική γαστρονομική εκδοχή της ανθρώπινης περιπέτειας, όπου η συγγραφέας με υλικά φρέσκα, δροσερά, επιλεγμένα με προσοχή μας προσφέρει ένα αναγνωστικό γεύμα, που η επίγευσή του παραμένει στη μνήμη μας σαν μια κεντημένη δεξιοτεχνικά γλωσσική καμπυλότητα ενός εμπνευσμένου καλλιτεχνικού σώματος, περιμένοντας με ανυπομονησία το επόμενο αφηγηματικό της μαγείρεμα.

*Πολύτιμη ήταν η βοήθεια του Άγη Αθανασιάδη  
http://librofilo.blogspot.com/2019/01/blog-post_9.htmlγια την ανάγνωση του βιβλίου, την αναγνωστική βαθύνοια του οποιίου εκτιμώ απεριόριστα, καθώς και η βράβευσή του βιβλίου από την Εταιρεία Συγγραφέων με το βραβείο "Μένης Κουμανταρέας", αν και εδώ ο ρόλος του βραβείου δεν είχε την ίδια βαρύτητα με τη γνώμη του κ. Άγη Αθανασιάδη.

Τρίτη, Ιανουαρίου 07, 2020

ΔΥΣΤΥΧΩΣ, ΕΙΝΑΙ ΕΞΑΝΤΛΗΜΕΝΟ



Κάνω τον καθιερωμένο, τον χειμώνα, περίπατό μου στα στενά του χωριού ή στις παρυφές του, όταν ο καιρός είναι καλός, το βραδάκι γύρω στις επτά. Σήμερα σ’ένα διάλειμμα καλοκαιρίας, ξεκίνησα παίρνοντας μαζί μου το κινητό, όπου στην κάρτα μνήμης έχω αποθηκεύσει μερικά ποιήματα που μου αρέσουν, κι όταν νοιώθω μοναξιά, περπατώντας στους ίδιους δρόμους χρόνια τώρα, τα διαβάζω για να διώξω την μονοτονία του μυαλού από τις εικόνες που δέχεται καθημερινά. Όταν φτάνω στην οδό Περγάμου σταματώ να διαβάσω ένα ποίημα του Γιάννη Βαρβέρη που μου έχει κάνει εντύπωση. Έχω βάλει την κουκούλα τού μπουφάν στο κεφάλι για να προστατευτώ, το κρύο είναι αρκετό. Βρίσκομαι έξω από τον τοίχο μιας αυλής, σχεδόν ακουμπάω πάνω του, και διαβάζω, περισσότερο προσεχτικά, ένα ποίημα που μου έχει κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, ζητώντας την ακινησία για να νιώσω καλύτερα τη συγκίνηση της ποιητικής τέχνης. Την στιγμή εκείνη ανοίγει η πόρτα και βγαίνει κάποιος από το σπίτι. Καταλαβαίνω, δίχως να τον βλέπω, γιατί του έχω γυρισμένη την πλάτη, ότι παρατηρεί τον κουκουλωμένο άγνωστο που κοιτάζει το κινητό του, ο οποίος δίχως να κάνει την παραμικρή κίνηση να απομακρυνθεί από τη θέση του συνεχίζει να είναι βυθισμένος στην οθόνη του κινητού του. Για να κάνει αισθητή την παρουσία του, ανοίγει την διπλανή πόρτα στου σπιτιού, που βρίσκεται στο ισόγειο του δυόροφου σπιτιού. Καταλαβαίνω ότι δεν την έχει κλείσει, αλλά συνεχίζει να με παρατηρεί, δίχως να έχει το θάρρος να ρωτήσει για την παρουσία μου, γιατί δεν έχει φυσικά κανένα δικαίωμα να το κάνει, φοβάται την αντίδρασή μου, δεν ξέρει με τι άνθρωπο έχει να κάνει βραδιάτικα.

-Μην ενοχλείστε, του λέω για να τον βγάλω από τη δύσκολη θέση, ένα ποίημα του Γιάννη Βαρβέρη διαβάζω. Ακούστε, του λέω, και πριν προλάβει να αντιδράσει αρχίζω να απαγγέλω:

ΚΛΑΔΙΑ ΓΙΑ ΠΟΥΛΙΑ

Είναι κάτι κλαδιά
χορεύουν κι όταν ο άνεμος
καθόλου δε φυσά

Καλούν με το χορό τους τα πουλιά
που διστάζουν.

Είναι κάτι κλαδιά
χορεύουνε τον τρόμο τους
ανάμεσα στο βάρος και στη ρίζα
και διώχνουν όσα ζύγωσαν πουλιά

Τώρα ο άνεμος έχει καθίσει πάνω τους
πουλιά πια δε ζυγώνουν στα κλαδιά
κανείς ποτέ δε γέλασε πουλιά
φαίνεται βλέπουν
ό,τι δε φαίνεται:

πάνω στα έρημα κλαδιά
να ΄χουν ανθίσει
πουλιά

-Κύριε, μπορείτε να μου διαβάσετε άλλο ένα σας παρακαλώ, και πριν ξεκινήσω την απαγγελία, αποδεχόμενος την παράκλησή του,φωνάζει προς το βάθος του σπιτιού:
-Μαρία, έλα να ακούσεις.
Από το διάδρομο του σπιτιού εμφανίζεται μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, με μαύρα μαλλιά που φτάνουν λίγο κάτω από τους ώμους της, πρόσωπο μελαχρινό, μάτια καστανά, φορώντας μια γαλάζια ρόμπα.
-Ο κύριος θα μας διαβάσει ένα ποίημα, της λέει, κι εκείνη τον κοιτάζει απορημένη, δεν αντιδρά, αλλά στέκεται και με κοιτάει με παραξενεμένο ύφος.
Τους διαβάζω το « H ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ TOY ΚΩΝΩΠΟΣ»
-Πώς λέγεται ο ποιητής; με ρωτάει με φανερό ενδιαφέρον ο ένοικος.
-Γιάννης Βαρβέρης, αλλά γιατί ρωτάτε;
--Γιατί μου άρεσαν αυτά που διαβάσατε, έτσι Μαρία;
Η Μαρία συμφωνεί, κουνώντας καταφατικά το κεφάλι της.
-Ξέρετε, εγώ δεν έχω διαβάσει ποτέ ποίηση, το λύκειο το τέλειωσα με δυσκολία, έχω δικό μου τουριστικό στο κεντρικό δρόμο. Μα ελάτε μέσα, να πιείτε κάτι.
-Όχι με περιμένουν σπίτι, απάντησα ψευδόμενος, ενώ είχα προγραμματίσει να δω το “Dronningen” μόνος μου, αφού με την Ελένη το είχαμε αναβάλλει αρκετές φορές με διάφορες προφάσεις αληθινές ή ψεύτικες.
-Θα το αγοράσω αύριο, έτσι Μαρία;
Αυτή τη φορά η Μαρία εκτός την καταφατική κίνηση του κεφαλιού της απάντησε:
-Ναι Μάριε.
-Δυστυχώς ο πρώτος τόμος είναι εξαντλημένος, τον ενημέρωσα.
Ένα πέπλο ομίχλης σκέπασε το πρόσωπό του. Έψαξε την τσέπη του μπουφάν του και έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα και άναψε με τρεμάμενα χέρια.
-Καπνίζετε; με ρώτησε, κι άπλωσε το πακέτο με τα τσιγάρα προς το μέρος μου.
-Ευχαριστώ, αλλά αυτή την ώρα δεν το χρειάζομαι, του λέω.
-Σε ευχαριστώ, μας χάρισες όμορφες στιγμές που δεν θα ξαναζήσουμε, έτσι Μαρία;
Αυτή τη φορά η Μαρία εκτός από την καταφατική κίνηση το κεφαλιού της, μαζί με το Μάριε συμπλήρωσε το κτητικό «μου».
Τους χαιρέτησα δίνοντας το χέρι μου, έβαλα την κουκούλα μου, που είχα βγάλει όλο αυτό το διάστημα, και συνέχισα το δρόμο μου.