Τετάρτη, Μαΐου 27, 2009

ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΡΙΤΟΝ

Είναι η φλυαρία συνώνυμο της ευφυίας;

Δευτέρα, Μαΐου 25, 2009

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΥΡΟ


"Για καλή του τύχη, βρήκε το θεωρείο της κυρίας στρατάρχου γεμάτο γυναίκες και βρέθηκε στριμωγμένος κοντά, δίπλα στην πόρτα, με τα καπέλα τους σχεδόν να τον κρύβουν. Η θέση αυτή τον έσωσε από τη γελοιοποίηση. Οι θείες νότες απελπισίας της Καρολίνας στο Matrimonio segreto τον έκαναν να αναλυθεί σε δάκρυα. Η κυρία ντε Φεβράκ είδε τα δάκρυα αυτά. Ερχόταν σε τέτοια αντίθεση με την αρρενωπή σιγουριά που μαρτυρούσε συνήθως η όψη του, που η ψυχή της μεγάλης αυτής κυρίας, από καιρό κορεσμένη απ’ότι πιο διαβρωτικό έχει η έπαρση μιας γυναίκας που αναρριχήθηκε στις ανώτερες τάξεις, ένιωσε βαθιά συγκίνηση. Η ελάχιστη γυναικεία ευαισθησία που της είχε απομείνει την έσπρωξε να του μιλήσει. Ήθελε να απολαύσει τον ήχο της φωνής του εκείνη τη στιγμή.
-Είδατε τις κυρίες ντε Λα Μολ, του είπε, βρίσκονται στην τρίτη σειρά των θεωρείων. Στη στιγμή ο Ζυλιέν έσκυψε προς την αίθουσα, ακουμπώντας με αρκετή απρέπεια στην κουπαστή του θεωρείου. Είδε την Ματίλντ. Τα δάκρυα έκαναν τα μάτια της να λάμπουν.
Κι όμως δεν είναι η μέρα που πηγαίνουν στην όπερα, σκέφτηκε ο Ζυλιέν. Πώς τους ήρθε;
Η Ματίλντ είχε πείσει τη μητέρα της να έρθουν στην Opera Buffa, παρότι το θεωρείο, που κάποια φίλη του σπιτιού προθυμοποιήθηκε να τους προσφέρει, δεν ήταν της τάξης τους. Ήθελε να δει εάν ο Ζυλιέν θα περνούσε αυτή την βραδιά με την κυρία στρατάρχου. "

Μετάφραση Καλλιόπη Κάσου

Τα λόγια Libretto IL MATRIMONIO SEGRETO di Giovanni BERTATI, musica di Domenico CIMAROSA (7 Febbraio 1792)

Scena undicesima N.9 Aria

Πέμπτη, Μαΐου 21, 2009

ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΔΗΜΑΡΧΕ! ΠΕΣ ΤΑ ΟΛΑ!


Ο ΤΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ

ΚΩΣΤΑ Δ. ΧΑΤΖΗΑΡΓΥΡΗ

Μπροστά στις δριμύτατες εκείνες παρατηρήσεις του δημάρχου, ο γραφέας Α΄ τάξεως Κουλούμης, τριάντα χρόνια άψογος υπάλληλος του δήμου, έπαθε μιαν ανείπωτη συμφορά. Τρομοκρατημένος ως τα βάθη της ψυχής του από την αυστηρή όψη που είχε ο δήμαρχος, τη γεμάτη αγανάκτηση βροντώδη φωνή του, αφέθηκε δίχως ίχνος κυριαρχίας στα καπρίτσια της ειμαρμένης και του ξέφυγε από πίσω ένας σφυριχτός ήχος, που έκανε όλους τους παριστάμενους να μείνουν άφωνοι από την κατάπληξη. Ο ιδιαίτερος του δημάρχου περιέφερε με ταραχή τη μύτη του, σα να γύρευε να διαπιστώσει και με την όσφρηση την ανήκουστη πράξη του Κουλούμη, μη πιστεύοντας ίσως στ΄ αυτιά του. Οι λοιποί ανώτεροι υπάλληλοι κοίταξαν σαστισμένοι αλλού κι ο δήμαρχος έμεινε για μια στιγμή με το στόμα ανοιχτό. Ο Κουλούμης πάγωσε. Αν σκεφτόταν κανένας χριστιανικά, μπορούσε και να τον πονέσει το δύστυχο, ο δήμαρχος όμως φέρθηκε σκληρά. Βρόντηξε τη γροθιά του στο γραφείο και φώναξε:
- Έξω!
Ο Κουλούμης υποχώρησε τρέμοντας. Έφτασε στην πόρτα, έψαξε στα τυφλά για το πόμολο, άνοιξε και βγήκε στο διάδρομο. Αλλά δεν μπόρεσε να κάνει παραπάνω από λίγα βήματα. Χαμογέλασε ηλίθια σε κάτι υπαλλήλους που περνούσανε μπροστά του και ξαπλώθηκε αναίσθητος στο πάτωμα. Παχουλός όπως ήταν, με μεγάλο κόπο τον σήκωσαν στα χέρια και τον πήγανε στο γραφείο του. Οι συνάδελφοί του εκεί τον ράντισαν με νερό, έχυσαν λίγη γκαζόζα στο στόμα του κι όταν τέλος συνήλθε κάπως, τινάχτηκε να φύγει τρέχοντας. Δυσκολεύτηκαν πολύ να τον κρατήσουν και να τον ξανακαθίσουν στη θέση του. Σήκωσε τότε τα μάτια του, κοίταξε τους γύρω κι έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια του για να βυθιστεί άφωνος στη δυστυχία του.
Ποια κακή μοίρα τον μπέρδεψε κι έγραψε στο πιστοποιητικό «Καραγκιώζης» αντί «Καραβιώζης Δημήτριος»; Από κει ξεκίνησε η συμφορά. Αυτός ο Καραβιώζης δεν ήταν συνηθισμένος άνθρωπος. Αρχισυντάκτης της εφημερίδας Αλήθεια, που είχε υποστηρίξει το δήμαρχο στις εκλογές, παρουσιάστηκε έξω φρενών την άλλη μέρα και δημιούργησε ζήτημα εκ των άνω. Έξω φρενών επίσης και ο δήμαρχος, κάλεσε αμέσως τον ένοχο στο γραφείο του και μπροστά στους επιτελείς του τον ρήμαξε με τις δριμύτατες παρατηρήσεις του, ώσπου ακούστηκε ο σφυριχτός εκείνος.
-Αχ! ξεφώνισε πνιχτά ο Κουλούμης, καθώς αναπολούσε όλ΄ αυτά.
Σήκωσε τα δυο του χέρια και κατέβασε δυο ταυτόχρονες γροθιές στο κεφάλι του.
-Μα τι συμβαίνει, για τ΄ όνομα του Θεού! φώναξαν οι δυο ομόβαθμοι συνάδελφοι και παιδικοί του φίλοι, Ευαγγέλου και Ιωάννου.
Ο Κουλούμης τους κοίταξε με φρίκη και σκέπασε τα μάτια του. Ήταν αδύνατο να διηγηθεί τη δυστυχία του. Ανήσυχοι αυτοί βγήκαν από το γραφείο να ρωτήσουν. Στο μεταξύ το γεγονός είχε μαθευτεί. Ο προσωπάρχης Γκουλέκας, παρών στη σκηνή και μάλιστα κοντά στο δράστη κατά τη στιγμή που ακούστηκε ότι ακούστηκε, βγαίνοντας από το γραφείο του δημάρχου δήλωσε κατακόκκινος ότι ποτέ στα χρονικά της δημαρχίας δεν παρατηρήθηκε παρόμοιο αίσχος. Διηγήθηκε με τα μελανότερα χρώματα το συμβάν σ΄ ένα κύκλο που σχηματίστηκε γύρω του και μάλιστα κύκλο πλαισιωμένο από κατώτερους υπαλλήλους και κλητήρες ακόμα, τόσο μέσα στην ταραχή του είχε ξεχάσει τη θέση του. Έμειναν όλοι άναυδοι.
-Παρουσία του κυρίου δημάρχου! ψιθύρισε με φρίκη ένας κοντός τμηματάρχης.
-Του προσωπάρχου, δύο συμβούλων και του ιδιαιτέρου! συμπλήρωσε αγανακτισμένος ο Γκουλέκας και κλείστηκε στο γραφείο του, δίνοντας αυστηρή εντολή στον κλητήρα να μην επιτρέψει την είσοδο σε κανένα.
Το γεγονός κυκλοφόρησε αστραπιαία. Οι κλητήρες μάλιστα το διόγκωσαν κι έτσι εξηγείται γιατί οι Ευαγγέλου και Ιωάννου πληροφορήθηκαν πως οι σφυριχτοί ήτανε τρεις. Σαν παιδικοί του φίλοι θέλησαν να τον δικαιολογήσουν στον εισηγητή Κλαμένο, που τους πληροφόρησε σχετικά φέρνοντας με σεβασμό το επιχείρημα πως ο καθένας μπορούσε να χάσει την ψυχραιμία του μπροστά στον κύριο δήμαρχο, άνθρωπο που τον έτρεμαν ακόμα και υπουργοί. Ο Κλαμένος όμως τους αποστόμωσε.
-Όλοι μας, είπε, νιώθουμε τα γόνατά μας να τρέμουν μπροστά στον κύριο δήμαρχο, αλλά ποτέ δεν φτάσαμε και ως εκεί. Μη μου λέτε τίποτα, είναι ασυγχώρητος.
Οι Ευαγγέλου και Ιωάννου, ξαναγύρισαν στο γραφείο τους με κεφάλι σκυφτό. Ο Κουλούμης τους κοίταξε με αγωνία.
-Το μάθατε; ρώτησε δακρυσμένος.
-Μην κάνεις έτσι, ησύχασε.
-Μου το κρύβετε! Μαθεύτηκε παντού και τώρα το συζητούν. Έτσι; Το βλέπω στα μάτια σας!
-Αυτοί χαμήλωσαν το βλέμμα και δε βρήκανε τι να πουν. Εκείνη τη στιγμή φάνηκε στην πόρτα ο γραφέας
Β΄ τάξεως Χρηστάκος, συμμαθητής από το δημοτικό. Στάσιμος στον ίδιο βαθμό από την ημέρα που διορίστηκε, για τα λάθη που έκανε εξαιτίας της φοβερής του μυωπίας, ζούσε πάντα με τον εφιάλτη πως κάποια μέρα ίσως τον απολύσουν. Ήτανε λοιπόν ο μόνος που μπορούσε να νιώσει ως το βάθος το δράμα του Κουλούμη. Τον κοίταξε με ρίγος και είπε σχεδόν με θρήνο:
-Τι όνειρο είδες, μαύρε; Τι σου ΄γραψε και σένα η κακούργα μοίρα; Τι;
-Μην τον τρομάζεις, Χρηστάκο, πάψε! φώναξε ο Ευαγγέλου.
-Είχα χάσει την ψυχραιμία μου…. Μου ξέφυγε, ψιθύρισε τσακισμένος ο Κουλούμης.
-Σου ξέφυγαν, θέλεις να πεις. Δεν ήταν ένας, δεν ήταν δυο. Τρεις στη γραμμή, τώρα δα μας το ΄λεγε ο καφετζής. Πώς δεν πέθανες ακόμα, δύστυχε;
Ο Κουλούμης τινάχτηκε από την καρέκλα του.
-Τρεις; ξεφώνισε. Όχι, για τ΄ όνομα του Θεού, δεν ήτανε τρεις! Ένας ήτανε, μάρτυς μου ο Θεός.
Ο Χρηστάκος τον κοίταξε δύσπιστα και χαμήλωσε το κεφάλι. Βυθισμένος στην απόγνωση, ο Κουλούμης σηκώθηκε από τη θέση του και στράφηκε στους δυο παιδικούς του φίλους.
-Ορκίζομαι στο ιερό Ευαγγέλιο. Ένας ήταν! θρήνησε με το χέρι του στην καρδιά.
-Σε πιστεύουμε. Μην κάνεις έτσι, τον ησύχασαν αυτοί. Πίστεψέ τον κι εσύ, Χρηστάκο, έλα.
Ο Χρηστάκος αναστέναξε.
-Μήπως δε θέλω κι εγώ να το πιστέψω; Ρώτησε με πόνο. Όλοι όμως λένε για τρεις.
-Όχι τρεις! ξεφώνισε ο Κουλούμης κι έσφιξε με τις γροθιές τα μηνίγγια του.
Την ίδια στιγμή μπήκε με ορμή στο γραφείο ο γραμματέας Λιλίδης, άμεσος προϊστάμενος του ενόχου.
-Καταστροφή! φώναξε. Ο προσωπάρχης είναι έξω φρενών. Τώρα μόλις βγήκε ο τμηματάρχης μας από το γραφείο του, τον κάλεσε και τον έκανε κουρέλι. Ρίχνει και σ΄ αυτόν την ευθύνη, καθώς και σε μένα και σ΄ όλο το τμήμα. Είχατε, λέει, υποχρέωση να γνωρίζετε τους ανθρώπους σας. Ο προϊστάμενος είναι υπεύθυνος για τον υφιστάμενο, φωνάζει και δεν δέχεται κουβέντα. Ώστε λοιπόν είμαι κι εγώ υπεύθυνος. Έδωσε διαταγή να παρουσιαστώ μπροστά του, σαν άμεσος προϊστάμενος σου, Κουλούμη, καταραμένε άνθρωπε! Δε σεβάστηκες τουλάχιστο την υπόληψη του τμήματός μας;
-Δεν το ΄θελα…μου ξέφυγε, τραύλισε ο Κουλούμης.
-Μου ξέφυγε! Η αιωνία δικαιολογία. Μπερδεύει τις στρατολογικές κλάσεις ο Χρηστάκος, μου ξέφυγε δικαιολογείται. Ξεχνάει να πρωτοκολλήσει τα έγγραφα ο πρωτοκολλητής, μου ξέφυγε δικαιολογείται κι αυτός. Να πω λοιπόν κι εγώ τώρα στον προσωπάρχη ότι σου ξέφυγε; Αλλά γιατί να σου ξεφύγει; Γιατί, άνθρωπε οκνηρέ, δεν προσπάθησες να συγκρατηθείς; Αυτά τα πράματα ελέγχονται από τη θέληση, το ξέρουμε όλοι από πείρα.
-Τα είχα χαμένα…έτρεμα…..
-Και γιατί δεν σφίχτηκες να το προλάβεις;
-Ορκίζομαι στο ιερό Ευαγγέλιο! Μάρτυς μου ο Θεός, σφίχτηκα, αλλά τότε…. Αχ! Τότε βγήκε σφυριχτός….
-Για το κάθε τι και μια δικαιολογία! Έτρεμα, μου ξέφυγε, σφίχτηκα, αλλά! Πουθενά δεν σας πιάνει κανένας εσάς. Αν δεν φταις εσύ, τότε ποιος φταίει, διάβολε; Κανένας; Όλο το τμήμα είναι ανάστατο, στα σχεδιαστήρια της οδοποιίας άρχισαν κι όλας τις ειρωνείες. «Έξις δευτέρα φύσις. Φαίνεται πως άλλη δουλειά δεν κάνουν εκεί μέσα», λένε και εννοούν το τμήμα μας. Δαχτυλοδειχτούμενους μας κατήντησες όλους, από τμηματάρχη μέχρι κλητήρα. Θα μου πεις μήπως και τώρα πως δεν φταίει κανένας; Να το γράψεις στην απολογία σου, όπου να ΄ναι θα κληθείς.
-Αέρα, ψιθύρισε ο Κουλούμης κι έπεσε στην καρέκλα του, έτοιμος να λιποθυμήσει.
Ο Ευαγγέλου πετάχτηκε ν΄ ανοίξει το παράθυρο, ενώ ο Ιωάννου τον αέρισε μ΄ ένα χαρτόνι. Ο Λιλίδης τον κοίταξε ανήσυχος.
-Τον επέπληξα πολύ, ψιθύρισε. Αλλά πάλι μήπως φταίω εγώ; Ποιος τα δημιούργησε όλ΄ αυτά; Και να που πρέπει τώρα να παρουσιαστώ στον προσωπάρχη και να δώσω εξηγήσεις. Τι εξηγήσεις να δώσω; Πώς ν΄ αρχίσω; Τι…..τι να εξηγήσω επιτέλους;
-Δικαιολογήστε τον, για τ΄ όνομα του Θεού! τον ικέτεψαν οι Ευαγγέλου και Ιωάννου.
-Μακάρι να μπορούσα, αλλά πώς; Μήπως δεν το θέλω; Και ο τμηματάρχης μας ακόμα σπάζει το κεφάλι του να βρει κάτι, γιατί το ζήτημα κατήντησε πια προσωπικό για τον καθένα. Ολόκληρο το τμήμα μας κοροϊδεύεται αυτή τη στιγμή στα γραφεία της οδοποιίας. Το καταλαβαίνετε;
-Τίποτα δε θα πιστέψει ο κύριος προσωπάρχης! φώναξε από τη θέση του ο Χρηστάκος. Δεν ήταν ένας, δεν ήταν δυο. Τρεις στη γραμμή και μπροστά στα μάτια του.
Μ΄ όλο που βρισκότανε στα πρόθυρα της λιποθυμίας ο Κουλούμης, τινάχτηκε και φώναξε:
-Όχι τρεις! Ένας ήταν, μονάχα ένας. Θέλει να με πεθάνει, εξήγησε στον Λιλίδη δείχνοντας τον Χρηστάκο.
Ο Λιλίδης συγκεντρώθηκε. Κάτι σαν αστραπή διέσχισε τη σκέψη του.
-Σταθείτε! φώναξε κι άπλωσε τα χέρια. Είσαι βέβαιος γι΄ αυτό που λες Κουλούμη;
-Το βαρύτερο όρκο παίρνω, κύριε προϊστάμενε, ένας ήταν. Πιστέψτε με!
-Αν είναι έτσι….διάβολε! Όλοι νομίζουν για τρεις, κι ο τμηματάρχης μας ακόμη. Γι΄ αυτό και δεν μπορούσαμε να βρούμε άκρη. Τρεις στη γραμμή υποδηλούν οπωσδήποτε μελετημένη πρόθεση και δύσκολα πιστεύει κανείς το αντίθετο, ενώ ένας…. Έ, βέβαια, άνθρωποι είμαστε, στον καθένα μπορεί να συμβεί. Λίγο από φόβο, λίγο από αδιαθεσία…έ; Τι λες κι εσύ, Ιωάννου;
-Ακριβώς αυτό. Λίγο από φόβο, λίγο από αδιαθεσία. Συμφωνείς, Ευαγγέλου;
-Συμφωνώ πολύ. Θα γίνει πιστευτό.
-Αρχίζω να έχω ελπίδες, ψιθύρισε σκεφτικός ο Λιλίδης. Περιμένετε εδώ, τρέχω να συνεννοηθώ με τον τμηματάρχη μας και γρήγορα μάλιστα πριν με ξανακαλέσει επειγόντως ο προσωπάρχης. Κουλούμη, μην το κουνήσεις βήμα. Ούτε λέξη σε κανένα, πριν αποφασισθεί πώς θα παρουσιάσουμε το ζήτημα.
Έφυγε βιαστικός, κλείνοντας πίσω του την πόρτα.
-Όλα θα διορθωθούν, είπε με ελπίδα ο Ιωάννου και χτύπησε ενθαρρυντικά στην πλάτη τον Κουλούμη.
Το ίδιο έκανε κι ο Ευαγγέλου. Ο Χρηστάκος όμως άφησε βαθύ αναστεναγμό. Σηκώθηκε αργά από την καρέκλα του, σίμωσε και είπε με πόνο:
-Τι πάτε να κάνετε, άμυαλοι, μ΄ όλ΄ αυτά; Να ξεγελάσετε τον κύριο προσωπάρχη; Δεν άκουσε τάχα και τους τρεις αφού ήτανε μπροστά; Πέστε του να πει την αλήθεια, το ψέμα θα τον καταστρέψει. Τρέξε, Κουλούμη, να πέσεις στα πόδια του, μπορεί να σε λυπηθεί. Έτσι έκανα κι εγώ όταν μπέρδεψα τις κλάσεις. Τρέξε!
-Κακούργε! ξεφώνισε ο Κουλούμης και ρίχτηκε πάνω του.
Ευτυχώς που τον έπιασαν οι Ευαγγέλου και Ιωάννου, αλλιώς θα τον έπνιγε. Τον ξανακάθισαν στην καρέκλα και στράφηκαν με αγανάκτηση στον Χρηστάκο.
-Αγύριστο κεφάλι, χώνεψέ το επιτέλους. Ένας ήταν, εμείς τον πιστεύουμε! του φώναξε ο Ιωάννου.
-Και ο κύριος Λιλίδης το πίστεψε, στριμμένο άντερο! φώναξε κι ο Ευαγγέλου. Πάψε λοιπόν τα πείσματα και τίποτα μη λες πια. Είμαστε γραφείς άλφα και είσαι γραφέας βήτα, σου απαγορεύουμε να μιλάς. Πήγαινε στη θέση σου!
-Υπακούω. Τίποτα δε λέω πια, είπε ο Χρηστάκος και πήγε στη θέση του.
Η όψη του όμως μιλούσε καθαρά. Αδύνατο να χωρέσει στο κεφάλι του πως δεν ήτανε τρεις. Σε λίγο παρουσιάστηκε ανήσυχος ο Λιλίδης. Κόκκινος και ταραγμένος άρχισε να μιλάει βιαστικά.
-Άσχημα, πολύ άσχημα πάνε τα πράγματα. Έρχομαι από τον τμηματάρχη μας. Ο προσωπάρχης ακύρωσε την εντολή να παρουσιαστώ μπροστά του, κάτι σοβαρό λοιπόν συμβαίνει. Ψιθυρίζονται πολλά. Ένας δημοσιογράφος, λένε, της Νέας Αυγής, που αντιπολιτεύεται τον κύριο δήμαρχο, τριγύριζε στο διάδρομο. Έμαθε τα πάντα και τώρα ετοιμάζεται να γράψει ευθυμογράφημα. Καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό; Ευθυμογράφημα εναντίον του κυρίου δημάρχου τη στιγμή που σ΄ ένα μήνα έχουμε εκλογές. Μπορεί μάλιστα να δημοσιέψουνε και σκίτσα, θεός ξέρει πια τι μας περιμένει όλους μας. Άχ, Κουλούμη, άνθρωπε γρουσούζη, σε τι συμφορές μας έριξες!
-Και τώρα; ρώτησαν με φόβο οι Ευαγγέλου και Ιωάννου.
Ο Λιλίδης ψήλωσε με απελπισία τα μάτια του επικαλούμενος τον Ύψιστο. Ο Κουλούμης σηκώθηκε τρέμοντας, τον πλησίασε και ικέτεψε:
-Σε σας, μόνο σε σας στηρίζομαι, κύριε προϊστάμενε. Πάντα σας αγαπούσα.
-Κι εμείς, βεβαίωσαν οι Ευαγγέλου και Ιωάννου.
-Μήπως κι εγώ δεν σας αγαπώ; ρώτησε συγκινημένος ο Λιλίδης. Αλλά δείξτε μου και μένα πού να στηριχθώ; Είχα την ελπίδα πως κάπως θα μπορούσαμε να το δικαιολογήσουμε. Λίγο από φόβο, λίγο από αδιαθεσία, κάτι επιτέλους θα μπορούσε να γίνει, συμφώνησε κι ο τμηματάρχης μας σ΄ αυτό. Να όμως που η κατάσταση ανατρέπεται άρδην εξαιτίας του καταραμένου του δημοσιογράφου. Τώρα πια δεν ξέρει κανείς πού να στραφεί. Αρχικά είχε αναλάβει την υπόθεση ο προσωπάρχης, αλλά με το μπλέξιμο του δημοσιογράφου αποφάσισε να επιληφθεί προσωπικά ο ίδιος ο κύριος δήμαρχος.
-Τρέξε, Κουλούμη, να γονατίσεις μπροστά του! φώναξε με τρόμο ο Χρηστάκος.
-Δεν πιστεύω να ωφελήσει, είπε ο Λιλίδης και κούνησε με αμφιβολία το κεφάλι του. Ακούστε με! φώναξε κάποια στιγμή. Δεν μας μένει παρά να περιμένουμε. Νου δούμε πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση και προ παντός ούτε λέξη σε κανένα. Σύμφωνοι;
-Σύμφωνοι! φώναξαν όλοι, εκτός από τον Χρηστάκο.
Ο Λιλίδης που το πρόσεξε, τον κοίταξε με υποψία.
-Εσύ τι λες; τον ρώτησε αυστηρά.
-Υπακούω. Πάντα υπακούω εγώ, είπε ταραγμένος αυτός κι ακούμπησε το χέρι στην καρδιά του.

¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨

Την άλλη μέρα η υπόθεση πήρε κρίσιμη στροφή. Η Νέα Αυγή έκανε θραύση. Υπό το δίστηλο τίτλο «ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΗ ΔΗΜΑΡΧΙΑ;» δημοσίεψε το γεγονός με όλες τις δυνατές λεπτομέρειες, καθώς και τις φήμες που κυκλοφόρησαν γύρω απ΄ αυτό. Μετά ήρθανε τα σχόλια. Με τον υπότιτλο «Ο τύραννος» άρχισε μια επίθεση κατά του δημάρχου, του σκληρού, εγωιστού και υπερφίαλου αυτού ανθρώπου (έτσι τον χαρακτήριζε) που κατατυραννούσε τους υπαλλήλους και τους έφερνε στο σημείο να τρέμουν σαν τα καλάμια μπροστά του. Έκανε μάλιστα ο συντάκτης και μια έκκληση στα φιλάνθρωπα αισθήματα του λαού, περιγράφοντας τον Κουλούμη σαν άνθρωπο ισχνό από τη δυστυχία, που η τρομοκρατία του δημάρχου του κατάφερε τη χαριστική βολή, φέρνοντάς τον στο σημείο εκείνο του τρόμου, ώστε να πάθει ότι έπαθε. «…Όχι λοιπόν, ανύποπτοι δημότες, ένοχος δεν είναι ο δυστυχής δράστης. Θύμα και μόνον θύμα είναι, θύμα της τρομοκρατίας του τυράννου, όπως και σεις θύματα της τρομοκρατίας του ιδίου τυράννου είσθε. Τι έπραξεν ως τώρα ο υπερφίαλος δια την ασφαλτόστρωσιν των πλατειών της δυστυχούς μας πόλεως; Τι δια το υδραγωγείον; Τι…. Αλλά προς θεού, από πού ν΄ αρχίσει κανείς και πού να τελειώσει, όπως λέγει και ο λαός; Ελεύσεται όμως ήμαρ! Μετά από ένα μήνα που θα κληθείτε εις τας κάλπας…κ.λπ….κ.λπ…..». Με τέτοιο πολεμικό ύφος προχωρούσε και τελείωνε με το σύνθημα, «Μαύρο στον Τύραννο!».
Ανησυχία και ταραχή σ΄ όλο το δημαρχιακό μέγαρο, από γενικό διευθυντή μέχρι κλητήρα. Το ζήτημα έπαιρνε πια πολιτική χροιά. Ταραγμένος όσο ποτέ άλλοτε ο Λιλίδης, όρμησε στο γραφείο του Κουλούμη κι έπεσε σε μια καρέκλα.
-Οι άτιμοι! φώναξε κραδαίνοντας ψηλά τη Νέα Αυγή. Θέλουν να το εκμεταλλευθούν για τις εκλογές. Κουλούμη, καταραμένε άνθρωπε, αν δε σ΄ ήξερα θα ΄λεγα πως είσαι με την αντιπολίτεψη, τέρας! Δεν μπορούσε τουλάχιστον, γρουσούζη, να γίνει μετά τις εκλογές; Το κεφάλι μου βουίζει…. Αν χάσουμε τις εκλογές χαθήκαμε, την άλλη μέρα κιόλας θα μας πετάξουν από δω. Εκδηλωθήκαμε όλοι υπέρ του κυρίου δημάρχου, δεν θα μας το συγχωρήσουν. Και σεις εκδηλωθήκατε, σας είδα στη συγκέντρωση της Κυριακής, εσύ μάλιστα, Ευαγγέλου, άρχισες πρώτος απ΄ όλους να τραγουδάς τον ύμνο του κυρίου δημάρχου, ενώ εγώ τραγούδησα μόνο μια στροφή, την τελευταία και όχι δυνατά. Το ξέρετε πως κρατήθηκαν κατάλογοι της συγκεντρώσεως; Λένε, και το πιστεύω, πως η αντιπολίτεψη έχει αντίγραφα στα χέρια της. Για όλα είναι ικανοί αυτοί! Θα μου φύγει το μυαλό…. Εκεί που το ΄χαμε σίγουρο να μονιμοποιηθούμε…. Και σεις τ΄ ακούσατε, ο κύριος δήμαρχος το υποσχέθηκε δημοσία. Γιατί τώρα, Κουλούμη, να πληρώσουμε οι αθώοι εμείς τις δικές σου αταξίες; Πες μου, Κουλούμη, γιατί; Ερωτώ!
-Έτρεμα…Μου ξέφυγε…
-Τριάντα χρόνια το ακούω αυτό! Αλλά τι με νοιάζει εμένα αν σου ξέφυγε ή δεν σου ξέφυγε; Τι φταίξανε διακόσιοι τίμιοι υπάλληλοι και μισθωτοί να βρεθούνε ξαφνικά κρεμασμένοι στο σφυριχτό σου και να κινδυνεύουν αυτή τη στιγμή εξαιτίας σου, επειδή σου ξέφυγε ή δεν σου ξέφυγε, που να μην έσωνες να σου ξεφύγει, τύραννε;
-Πάμε όλοι γρήγορα στην αντιπολίτεψη! φώναξε ο Χρηστάκος σακατεμένος από τρόμο.
Ο Λιλίδης βρήκε αμέσως την κυριαρχία του.
-Σιωπή! φώναξε αυστηρά. Φράξε το στόμα σου με τσιρότο, ηλίθιε, και μην τολμήσεις να το ξαναπείς αυτό. Δίνουμε μάχη αυτή τη στιγμή, οι λιποταξίες θα παταχθούν. Εσείς, Ευαγγέλου κα Ιωάννου, ψυχραιμία. Επιτηρείτε τον Κουλούμη και μην τον αφήνετε να μιλήσει με κανένα. Τρέχω στον τμηματάρχη μας να μάθω νέα.
Όταν ξαναγύρισε σε είκοσι λεπτά, σκούπιζε το μέτωπό του.
-Κανένας δεν ξέρει τι γίνεται, είπε με απελπισία. Το ζήτημα βέβαια διαχειρίζεται ο κύριος δήμαρχος, αλλά γιατί ως τώρα έδωσε μία και μόνο εντολή; Κυκλοφορεί εκ των άνω ιεραρχικώς σε όλα τα τμήματα, προφορικά και με απόλυτη μυστικότητα επί λόγω τιμής. Τώρα μόλις μου τη διαβίβασε ο τμηματάρχης μας με την εντολή να τη διαβιβάσω και σε σας. Δώστε μου το λόγο της υπαλληλικής σας τιμής ότι σε κανέναν δεν θα ομολογήσετε πως πήρατε τέτοια εντολή.
-Στην υπαλληλική μας τιμή! ορκίστηκαν όλοι.
-Ακούστε λοιπόν: Απαγορεύεται επί ποινή απολύσεως να μιλάτε για την υπόθεση Κουλούμη. Δεν έγινε τίποτα, δεν ακούσατε τίποτα, δε ξέρετε τίποτα! Επί ποινή απολύσεως, το ακούσατε; Όλα τα τμήματα έχουν ειδοποιηθεί και το εφαρμόζουν. Λένε μάλιστα ότι στην οδοποιία σταμάτησαν πια τις ειρωνείες, κανένας δεν μιλάει γι΄ αυτό. Πώς σκοπεύει να χειρισθεί το ζήτημα ο κύριος δήμαρχος δεν ξέρω, ότι κάτι ετοιμάζει όμως αυτό είναι οπωσδήποτε βέβαιο. Θα νικήσει; Το πιστεύω. Δεν είναι αυτός από εκείνους που χάνουν μάχες. Θα νικήσει για τη σωτηρία όλων μας. Διακόσιες τίμιες καρδιές βρίσκονται στο πλευρό του. Τώρα όμως γρήγορα, να μη μιλάμε γι΄ αυτό. Αμέσως ν΄ αλλάξουμε συζήτηση. Πού είπες θα περάσεις τις διακοπές σου, Ευαγγέλου;
-Δεν είπα….
-Το ξέρω, το ξέρω. Αλλά πού θα τις περάσεις;
-Συμφωνήσαμε με τον Κουλούμη και τον Ιωάννου να εργασθούμε ως απογραφείς σ΄ ένα εμπορικό. Βλέπετε, τα οικονομικά μας….
-Το καταλαβαίνω αυτό, ναι. Ως απογραφείς λοιπόν, θαυμάσια….
Σε τέτοιο τόνο συνεχιζόταν η συζήτηση, όταν μπήκε ο κλητήρας να ειδοποιήσει πως ο κύριος τμηματάρχης ζητούσε επειγόντως τον κύριο Λιλίδη.
-Τρέχω, είπε ο Λιλίδης και βγήκε.
Ξαναγύρισε σε είκοσι λεπτά τελείως σαστισμένος.
-Τίποτα δεν καταλαβαίνω, είπε με βλέμμα θολό. Αν είναι βέβαιο αυτό που ψιθυρίζεται….Άκουσαν, λένε, τον προσωπάρχη να μετανοεί που έφερε το ζήτημα στη δημοσιότητα. «Δεν έπρεπε να μιλήσω», έτσι λένε πως είπε. Τι κρύβουν όλ΄ αυτά; Κι αυτή η διαταγή του τμηματάρχη μας; …Κουλούμη, έλαβα διαταγή να σε οδηγήσω στον τμηματάρχη μας. Δεν ξέρω τίποτα, έλα.
Ο Κουλούμης χλώμιασε.
-Στον κύριο τμηματάρχη!
-Θάρρος, Κουλούμη, θάρρος! προσπάθησαν να τον εμψυχώσουν οι παιδικοί του φίλοι.
Ο Λιλίδης τον έπιασε από το μπράτσο. Αφέθηκε ανίσχυρος να οδηγηθεί.
Στο γραφείο του τμηματάρχη περίμεναν δυο εισηγηταί, μερικοί γραμματείς και ο ιδιαίτερος του προσωπάρχη. Δυνατή ανησυχία διαγραφόταν στα βλέμματα όλων. Μόλις ο τμηματάρχης είδε τον Κουλούμη, σηκώθηκε και πήγε κοντά του.
-Προ παντός θάρρος, του είπε πατρικά. Μην τα χάσεις ούτε στιγμή, τώρα πια όλα κρέμονται από σένα. Έλα, πάμε να σε παρουσιάσω στον κύριο προσωπάρχη.
Τον έπιασε από το δεξί μπράτσο, ο ιδιαίτερος του προσωπάρχη από το αριστερό και τον πήρανε να πάνε. Με τελείως θρυμματισμένη τη θέληση, άφηνε ο Κουλούμης να τον οδηγούν. Κάτι σα λευκό ύφασμα κατέβαινε στα μάτια του, άρχισε να μη βλέπει καθαρά…
Στο γραφείο του προσωπάρχη ήτανε και τρεις διευθυνταί. Του Κουλούμη του φάνηκαν όλοι εκεί μέσα σαν κάτι όντα ξένα, όχι αυτής της γης. Το ύφασμα γινότανε πυκνότερο. Στον ερχομό τους, ο προσωπάρχης που βημάτιζε νευρικά, έτρεξε κοντά. Με δυσκολία συγκρατούσε την ταραχή του.
-Να μείνει μόνο ο τμηματάρχης του και οι λοιποί να φύγουν! διέταξε τους άλλους που ακολουθούσαν από πίσω. Έλα, παιδί μου, κάθισε. Κάθισε, Κουλούμη….. Φαίνεσαι ταραγμένος… Θάρρος, όλα θα διορθωθούν. Συγκεντρώσου και άκουσε. Με ακούς; Λαμπρά. Λοιπόν, Κουλούμη, συμβαίνει αυτό: οι σκώληκες, οι θεσιθήρες, οι άτιμοι που απαρτίζουν τη συμμορία της αντιπολιτεύσεως, κινήθηκαν και πάλι για να υποσκάψουν το γόητρον του ανδρός που διευθύνει σήμερον, τα της πόλεως με φρόνησιν και τιμιότητα, όσην ουδέποτε ετόλμησαν να φαντασθούν και οι ακραιφνείς ακόμη υποστηρικταί του. Κινήθηκαν, Κουλούμη, με τον απώτερο σκοπό να μας εξολοθρεύσουν μέχρις ενός μόλις αναρριχηθούν στη δημαρχιακή εξουσία, μηδενός φειδόμενοι και τα πάντα μετερχόμενοι για να πετύχουν την απαραίτητη για τα άτιμα σχέδια τους μεταστροφή της κοινής γνώμης. Καρακοδούντες επί χρόνια, νομίζουν τα τέρατα ότι κρατούν επιτέλους στα χέρια τους το επιχείρημα, και το επιχείρημα αυτό, Κουλούμη, είσαι συ. Θέλουν να σε παρουσιάσουν ως αντιπροσωπευτικό θύμα της δήθεν θηριωδίας του σεβαστού μας κυρίου δημάρχου. Να εκμεταλλευθούν οι άκαρδοι το ατύχημά σου, διότι ατύχημα το ονομάζω εγώ. Και ατύχημα που υποδηλοί αρετήν, άκρατον δηλονότι σεβασμόν και δέος προς τον προστάτην μας κύριον δήμαρχον, εξ ου και η διασπάθισις της ψυχραιμίας, κατά συνέπειαν δε και το ατύχημα. Να το εκμεταλλευθούν λοιπόν προσπαθούν, γι΄ αυτό και δίνουν τις κατάλληλες για τα σατανικά τους σχέδια ερμηνείες, αλλά σε μας και μόνο απομένει τώρα αν θα τους αφήσουμε να προχωρήσουν. Θα τους αφήσουμε; Ποτέ! Εμπρός λοιπόν, Κουλούμη, ετοιμάσου να τους αντιμετωπίσουμε…. Κουλούμη! ….Γρήγορα νερό!
Πρόλαβαν κι έπιασαν τον Κουλούμη πριν πέσει από την καρέκλα. Το ύφασμα του σκέπασε όλο το κεφάλι.
-Ανεξήγητο, ψιθύρισε ο προσωπάρχης σαστισμένος.
-Ίσως τρόμαξε, παρατήρησε σιγά ένας διευθυντής. Μιλούσατε πολύ δυνατά.
-Ναι; Πιθανόν, ήμουνα ταραγμένος. Ήθελα να τον φανατίσω.
Πλησίασε κι ο ιδιαίτερος.
-Επιτρέψτε μου, κύριε προσωπάρχα. Βλέπετε, είναι απλός γραφεύς, δεν έχει καλή μόρφωση. Ζήτημα αν κατάλαβε πολλά πράγματα. Αν του εξηγούσατε πιο απλά…συγκεκριμένα δηλαδή…
-Συμφωνώ. Τώρα που θα συνέλθει εξήγησέ του εσύ. Συνέρχεται;
-Πλησιάζει.
-Βρέξτε του λίγο και τ΄ αυτιά.
Του βρέξανε και τ΄ αυτιά, συνήρθε κι άνοιξε κάποια στιγμή τα μάτια του. Έσκυψαν όλοι από πάνω του να δούνε αν αισθάνεται καλά. Ο Κουλούμης κοίταξε τα όντα που τον κοιτούσαν και τραύλισε:
-Αφήστε με να φύγω μακριά….στα ξένα…
-Πού είναι ο τμηματάρχης του; φώναξε ανήσυχος ο προσωπάρχης. Αυτού είσθε; Μα ελάτε λοιπόν κοντά. Μιλήστε του, εσάς σας γνωρίζει καλύτερα.
Ο τμηματάρχης πλησίασε βιαστικά. Τον έπιασε από τους ώμους και τον κούνησε.
-Κουλούμη! Εγώ είμαι, ο τμηματάρχης σου. Ψυχραιμία, Κουλούμη, σε αγαπούμε. Προσπάθησε, έλα μπράβο….
Χρειάστηκε να του φέρουν και λεμονάδα για να βρει κάποια ψυχραιμία. Παρ΄ όλ΄ αυτά το ύφασμα δεν είχε τραβηχτεί ολότελα. Είδε κάποιον, που έμοιαζε με τον ιδιαίτερο του προσωπάρχη, να σκύβει πάνω του και να του εξηγεί γλυκά. Άκουσε κάτι για δημοσιογράφους, πως αυτοί οι δημοσιογράφοι δεν έπρεπε να μάθουν, και πολλά άλλα που περνούσαν κι έφευγαν από το δύστυχο κεφάλι του σαν ανεπαίσθητες αύρες. Μετά τον ρώτησαν αν κατάλαβε και κούνησε κάπως το κεφάλι του.
-Δόξα τω Θεώ, ψιθύρισε ο προσωπάρχης που παρακολουθούσε ανήσυχος από μακριά. Ας αναπνεύσουμε… Λοιπόν, κύριοι, να μην αργούμε. Είναι σε θέση να τον παρουσιάσουμε;
-Νομίζω, είπε σιγά ο ιδιαίτερός του. Καλό όμως είναι να μην του βάλουν ερωτήσεις. Δεν ξέρει κανείς….
-Αυτό, βέβαια, πρέπει να το αποφύγουμε. Οι δημοσιογράφοι είναι της Αλήθειας, δικοί μας. Απλώς θα τον φωτογραφήσουν.
-Πολύ χλωμό τον βλέπω, παρατήρησε ανήσυχος ένας διευθυντής.
Ο προσωπάρχης τον ησύχασε.
-Στη φωτογραφία δε θα φανεί. Ευτυχώς όμως που είναι παχουλός. «Ισχνός από τη δυστυχία», έτσι δεν έγραψαν; Τα τέρατα! Θα τρίβουνε τα μάτια τους. Εμπρός τώρα, πηγαίνουμε. Ο τμηματάρχης του να μην τον αφήσει από κοντά!
Έπιασαν τον Κουλούμη από τις μασχάλες, τον σήκωσαν κι άρχισαν πάλι να τον οδηγούν. Είδε μια πόρτα ν΄ ανοίγει, ένα διάδρομο, ενώ την ύπαρξη του γέμιζαν πράματα παράξενα. Στο κεφάλι του περπατούσαν πιστοποιητικά, όπου ξαφνικά παρουσιάστηκε το πόμολο. Αυτό το πόμολο ήταν κίτρινο και λαμπερό, το ήξερε. Όταν το έστριβες άνοιγε η πόρτα, έμπαινες και βρισκόσουνα μπροστά στον άνθρωπο που χτυπούσε τη γροθιά του στο γραφείο και φώναζε «έξω!»
-Σταθείτε! ακούστηκε η φωνή του προσωπάρχη που βάδιζε από πίσω.
Ήρθε και στάθηκε μπροστά στην πόρτα, χτύπησε και περίμενε. Ένα «εμπρός» ακούστηκε από μέσα, δυνατό και γεμάτο αυτοπεποίθηση. Άνοιξε και μπήκε. Πριν κλείσει πίσω του την πόρτα είπε στους έξω:
-Περιμένετε δυο λεπτά. Στο μεταξύ εμψυχώστε τον όσο μπορείτε.
Βγήκε σε λίγο και τους πέρασε όλους μέσα. Πλαισιωμένος από τρεις διευθυντάς και κρατημένος από τις μασχάλες ο Κουλούμης, ανάμεσα στον τμηματάρχη του και τον ιδιαίτερο του προσωπάρχη, οδηγήθηκε μπροστά στον δήμαρχο που καθότανε στο γραφείο του. Όρθιοι πίσω από τον δήμαρχο έστεκαν ακίνητοι ο ιδιαίτερός του και ο γενικός γραμματεύς, ενώ στο πρόσωπο του καθημένου δυνατού ανδρός χυνότανε η επίγνωση της σοβαρότητος που παρουσίαζε η στιγμή. Κοίταξε μερικές στιγμές τον Κουλούμη και στράφηκε στον προσωπάρχη.
-Έχετε τα έγγραφα της προαγωγής;
-Στην τσέπη μου… Ορίστε…
Ο δήμαρχος τα πήρε. Έριξε μια ματιά στον Κουλούμη και βούτηξε την πένα του στο καλαμάρι. Αλλά πριν υπογράψει είπε:
-Κύριοι, πρέπει να νικήσωμεν. Ειδοποιήστε τους δημοσιογράφους να περάσουν.
Στη στιγμή πετάχτηκε ο ιδιαίτερός του κι άνοιξε μια διπλανή πόρτα. Δυο φωτορεπόρτερς και τρεις δημοσιογράφοι μπήκανε μέσα. Ο δήμαρχος άρχισε να υπογράφει. Τα μαγνήσια έλαμψαν και η στιγμή της υπογραφής φωτογραφήθηκε. Ο δήμαρχος σηκώθηκε. Κοίταξε με συγκίνηση τον Κουλούμη και άρχισε να ομιλεί, ενώ οι δημοσιογράφοι κρατούσαν σημειώσεις.
-Γραφέα άλφα τάξεως Κουλούμη, από τη στιγμή αυτή είναι γραμματεύς βήτα. Η δικαία προαγωγή σου δεν ξενίζει ημάς, τους εν αληθεία και δικαιοσύνη προμαχούντας, μηδέποτε δε υπαναχωρούντας προ ουδενός και ποτέ. Θα ξενίσει ίσως τα μίσθαρνα όργανα, άτινα αντιπολιτεύονται την αρετήν επικαλούμενα το υδραγωγείον και την ασφαλτόστρωσιν των πλατειών της όντως δυστυχούς μας πόλεως, αλλά δυστυχούς μόνον και μόνον διότι τρέφει εις τας αγκάλας της τους αποστάτας αυτούς της ευθυκρισίας. Έφθασαν οι φαύλοι εις το έσχατον σημείον να συκοφαντήσουν την συγκίνησιν ήτις σε κατέλαβεν χθες αυτήν ταύτην την αίθουσαν, όταν σοι ανεκοινώθη η ευαρέσκειά μας δια την αφοσίωσιν, ευσυνειδησίαν και τιμιότητα μεθ΄ ης ως δημοτικός υπάλληλος έπραξες πάντα το καθήκον σου. Τρομοκρατίαν ονόμασαν οι κωμικοί πάντα ταύτα. Τρομοκρατίαν; Αλλά τις λοιπόν δύναται να συγκρατήσει τους γέλωτας επ΄ αυτού; Να τον ίδωμεν επιτέλους!
Ο δήμαρχος διέκοψε μερικές στιγμές για να γελάσουν αυθόρμητα οι παρόντες και μετά συνέχισε στο ίδιο και ωραιότερο ύφος. Στο μεταξύ ο Κουλούμης ζούσε μέσα σε όνειρο. Ήξερε πως ο Ευαγγέλου είχε μια ελιά στο δεξί του μάγουλο, ενώ ο Ιωάννου δεν είχε. Το ύφασμα όμως έπρεπε να είναι μεταξωτό και το πόμολο κίτρινο… Ύστερα ήρθαν τα χειροκροτήματα κι άρχισαν πάλι οι αστραπές….
Ήταν τα μαγνήσια. Οι φωτογράφοι απαθανάτιζαν το δήμαρχο στο τέλος του λόγου του. Όταν όμως θέλησαν να φωτογραφήσουν και τον Κουλούμη, συνάντησαν δυσκολίες. Στάθηκε αδύνατο να τον κάνουν να χαμογελάσει. Του λέγανε να πάρει πόζα ευτυχισμένου, αλλά φαινότανε πως δεν άκουγε τίποτα.
-Είναι από τη συγκίνηση, εξήγησε ο προσωπάρχης κι έβαλε τέρμα στις προσπάθειές τους.
Σύστησε να τον φωτογραφήσουν όπως είναι, αλλά να μην ξεχάσουν να σημειώσουν στη λεζάντα ότι πρόκειται περί συγκινήσεως. Το βρήκανε σωστό και του τράβηξαν δύο, μία ανφάς και μία προφίλ. Μετά τον οδήγησαν έξω με τον ίδιο τρόπο που τον έφεραν. Όταν βρέθηκε στο διάδρομο, φάνηκε πως το κουράγιο του είχε στο μεταξύ εξαντληθεί οριστικά. Άρχισε να σβήνει. Αυτή τη φορά το ύφασμα έγινε χοντρή κουβέρτα, τον τύλιξε από παντού και κρεμάστηκε λιπόθυμος από τις μασχάλες στα χέρια του τμηματάρχη του και του ιδιαιτέρου του προσωπάρχη. Τον έβγαλαν μυστικά από την πίσω πόρτα. Τον έβαλαν σε ταξί και τον πήγανε σε κλινική, απ΄ όπου βγήκε ύστερ΄ από δεκαπέντε μέρες με χαρακτήρα αλλοιωμένο.
Στο μεταξύ οι δημοσιογράφοι ζήτησαν από το δήμαρχο συνέντευξη για το επίμαχο ζήτημα του υδραγωγείου, καθώς και για την ασφαλτόστρωση των πλατειών. Ο δήμαρχος δέχτηκε πρόθυμα κι άρχισε τότε εναντίον της αντιπολιτεύσεως την ιστορική εκείνη επίθεση που άφησε εποχή, επίθεση χωρίς προηγούμενο στα δημοτικά χρονικά της τελευταίας εικοσαετίας. Όταν η συνέντευξη τελείωσε, οι δημοσιογράφοι ζήτησαν την άδεια να επισκεφθούν τα διάφορα γραφεία για να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι κατά πόσο ο μύθος περί τρομοκρατίας ευσταθούσε. Η άδεια δόθηκε ευχαρίστως και μάλιστα τιμής ένεκεν τους συνόδεψε ο ίδιος ο προσωπάρχης. Από παντού πήραν απαντήσεις χαρακτηριστικές του αντιθέτου. Κανένας δεν δήλωσε πως είναι τρομοκρατημένος, μερικοί μάλιστα γέλασαν ευχάριστα με την ερώτηση. Ο εισηγητής Κλαμένος συγκεκριμένα γέλασε περισσότερο απ΄ όλους, δάκρυσε από τα γέλια, γεγονός που έκανε τον προσωπάρχη να πει το αμίμητο εκείνο που κυκλοφόρησε αργότερα επί πολύ κι έκανε ακόμα και το δήμαρχο να ευθυμήσει. Είπε δηλαδή ο προσωπάρχης σε δήθεν σοβαρότατο τόνο:
-Ε λοιπόν, Κλαμένε, τι να σου πω; Τη στιγμή αυτή είσαι όνομα και πράμα, βρε παιδί μου, όπως λέγει και ο λαός.
Γέλασε δε με την καρδιά του. Το περιστατικό αυτό, χαρακτηριστικό της εγκαρδιότητας που επικρατούσε μεταξύ ανωτάτων και μέσων υπαλλήλων, σημειώθηκε από τους δημοσιογράφους. Ο Κλαμένος φωτογραφήθηκε. Φωτογραφήθηκαν και άλλοι στα διάφορα γραφεία, αλλά με κανένα τρόπο δε θέλησαν να φωτογραφήσουν και τον Χρηστάκο, παρ΄ όλες τις ικεσίες του. Ισχνός και καχεκτικός και με τους φακούς που είχε στα μάτια του, δεν παρουσίαζε κανένα ενδιαφέρον για τους φωτογράφους. Οι δημοσιογράφοι όμως δέχτηκαν να του πάρουν μια μικρή συνέντευξη.
-Είσθε ευτυχής; τον ρώτησαν.
-Είμαι ο πιο ευτυχής απ΄ όλους! δήλωσε αυτός και κοίταξε με ρίγος τον προσωπάρχη.
Οι δημοσιογράφοι το σημείωσαν και συνέχισαν την έρευνά τους.
Την άλλη μέρα ο ήλιος ανέτειλε για να φωτίσει δυο πράματα: το θρίαμβο του δημάρχου και το βάραθρο της αντιπολίτεψης. Αλλά η όλη υπόθεση είχε έναν περίεργο αντίκτυπο στην οδοποιία. Ο σχεδιαστής Καλαθάς, αμίλητος και σκεφτικός επί δυο μέρες, φώναξε κάποια στιγμή:
-Δεκαπέντε χρόνια στον ίδιο βαθμό! Λοιπόν κι εγώ θα κάνω τούτο: αντί για τσάι αύριο το πρωί, θα κατεβάσω δυο πιάτα φασόλια κι όταν έρθει η στιγμή θα παρουσιαστώ αυθαιρέτως στον δήμαρχο για τα περαιτέρω.


Το διήγημα το έκλεψα από το site του κ.Σαραντάκου εδώ

Κυριακή, Μαΐου 17, 2009

TO VIAGRA

Τώρα που πάτησα αισίως τα πενήντα δύο χρόνια , οι σεξουαλικές μου επιδόσεις, όσο να πεις, δεν είναι και στο φόρτε τους. Βεβαίως το ζήτημα ουδόλως απασχολεί εμένα και τη γυναίκα μου, από όσα μου λέει και δείχνει δηλαδή, διότι δεν έχουμε μέτρο σύγκρισης για την μελέτη τής εμβέλειας του σεξουαλικού μεγέθους. Μιλώ μόνο εκ μέρους μου, φυσικά, γιατί ουδείς μπορεί να πάρει όρκο για το τι μπορεί να συμβαίνει στο έτερο του ήμισυ. Αν πάρει όρκο, φίδι στον κόρφο του.
Για μένα λοιπόν που πάντα απόφευγα τις παρτούζες, αν και μικρός το «τρενάκι» έδινε και παιρνε, μεταξύ ομοφύλων φυσικά, οι μόνες παραστάσεις για το μέγεθος τού ανδρικού οργάνου και την επαναληπτικότητα της σεξουαλικής πράξης, οφείλονται στις περιγραφές των φίλων και συναδέλφων, οι οποίοι παρουσιάζονται πάντα ακμαίοι στις περιγραφές τους, γεγονός το οποίο πέρα από την επιφυλακτικότητα που μου γεννά η σφριγηλή μάζα των πενηντάρηδων, η ομοιομορφία των περιγραφών και των πράξεων που εξιστορούνται , εξασφαλίζει την ομορφιά τής μοναδικότητάς μου. Αφού δεν είχα τη δυνατότητα να συγκρίνω δια ζώσης τη σεξουαλική ακμαιότητα των φίλων, η απαρίθμηση εξωσυζυγικών σχέσεων, η ετοιμότητά τους, ευκαιρίας δοθείσης, να κάνουν μια γρηγοράδα με οποιαδήποτε κουνούσε λιγάκι την ουρά της, πρόθυμη να αντλήσει κι άλλες εμπειρίες εκτός των καθαγιασμένων συζυγικών καθηκόντων, με απορύθμιζε λιγάκι αλλά η συζυγική ραστώνη με έχει καταβάλλει τελείως, ώστε τα κατορθώματα των συνομιλητών μου, αντί να με ξεσηκώνουν, με βύθιζαν ακόμα περισσότερο στη νωχέλεια του μοναστικού συζυγικού βίου.
Φτάνω λοιπόν στο σημείο να θαυμάζω αλλά περισσότερο ν’αναρωτιέμαι πως διατηρούν αυτοί οι θαλεροί, κάθε στιγμή σε ετοιμότητα τη σεξουαλική τους προβοσκίδα. Την αιχμή του δόρατος, όπως την ονομάζουν δημόσια. Βέβαια πολλές φορές τα φαινόμενα απατούν, όπου ακούς πολλά κοκόρια αργεί να ξημερώσει, αλλά τα λόγια αυτά δεν μπορεί να είναι εν κενώ, κάποια βάση θα έχουν.
Οι ανδροπρεπείς συνάδελφοι, φορτωμένοι μέχρι τα μπούνια από σεξουαλική ευεξία, αυτάρεσκοι στον κόσμο που έφτιαξαν στα μέτρα τους, ασφαλείς και σίγουροι, δεν αντιλαμβάνονται όμως, ότι οι ρωγμές του κόσμου τους δημιουργούνται από τα ίδια τους τα έργα. Την ανάγκη της καθημερινής σεξουαλικής επιβεβαίωσης. Ο εισβολέας, ορμητικός, εισβάλει και ανατρέπει όσα με κόπους και θυσίες έφτιαχναν τόσα χρόνια: Το Viagra.
Η πρώτη χαραμάδα στον κόσμο του Λευτέρη, αυτοεκλεγμένου εκπροσώπου τού κόσμου της απόλυτης αρρενωπότητας, παρουσιάστηκε όταν, επιμόνως μεν, διακριτικά δε, ανάφερα την ύπαρξη του θαυματουργού χαπιού, περισσότερο δε, την κατανάλωση του σ’ολόκληρο τον κόσμο, σε μια συζήτηση που είχα με τον πρωτεργάτη της διαρκούς σεξουαλικής ετοιμότητας, στο γραφείο σε στιγμές χαλάρωσης και χαβαλέ, απαραίτητες για μια ελάχιστη διακοπή από τη ρουτινιάρικη εργασίας μας. Η αναφορά μου στα εκατομμύρια χαπιών που καταναλώνονται παγκοσμίως καθημερινά, δεν ήταν βέβαια επαρκές επιχείρημα για την αναγκαιότητα του, αφού εμείς φυσικά βρισκόμαστε πάντα έξω από τις στατιστικές, και η επάρκεια μας αποτελεί άλλοθι για την αμφισβήτηση των τεχνοκρατικών ερευνών και αυθαίρετων, ως εκ τούτου, συμπερασμάτων.
Η έγκυρη όμως άποψη του γιατρού που με παρακολουθούσε για τα νεύρα μου, ο οποίος ήταν και αδελφικός μου φίλος, ότι η χρησιμοποίηση του χαπιού δεν αφορά μόνο τους σεξουαλικά ανενεργούς, αλλά και τους ενεργούς σαν αυτόν, τον Λευτέρη πχ, που να δεις πόσοι νεαροί το καταναλώνουν, μου δήλωσε εμφαντικά, κατάφερε να δώσει ένα ακόμη πλήγμα στη συμπαγή ανδροπρέπεια του Λευτέρη, όταν του ανάφερα τη συνομιλία μου με το γιατρό, χωρίς να τον πληροφορήσω για την ειδικότητα του, μη τυχόν κι αμφισβητήσει τα λεγόμενα του, σε μια άλλη εμπιστευτική συζήτηση μεταξύ μας στο γραφείο, όχι μεσημέρι αυτή τη φορά Επιβεβαίωνε τις πληροφορίες μου ο ξάδελφος του, φαρμακοποιός στο επάγγελμα, ο οποίος όπως δήλωνε, έμενε έκπληκτος από την προσέλευση νεαρών στο φαρμακείο του, που το ζητούσαν δίχως ίχνος ντροπής και ταπεινοφροσύνης.
Το άλλοθι για τη χρησιμοποίηση του Viagra είχε βρεθεί. Έμενε ο χρόνος για την τέλεση της βδελυρής πράξης εκ μέρους του.
Το ζήτημα έμενε στον αέρα ώσπου ένα μεσημέρι η συζήτηση μεταξύ εμού, του assistant manager, και του αυτοχρισμένου εκπροσώπου των καυλιάρηδων, όπως θα τους ονομάζω από δω και πέρα, χάριν συντομίας, έφτασε μετά από άσκοπες περιδινήσεις στον πυρήνα της: το γαμήσι
Ο assistant, λοιπόν, ευτύχησε να βρεθεί κατά τη διάρκεια του χειμώνα στο λαμπερό και χλιδάτο Las Vegas, εκεί όπου μεταξύ άλλων κατάφερε, ο αθεόφοβος, με τη βοήθεια του Viagra, να γαμήσει, όπως ισχυριζόταν, τουλάχιστον τέσσερεις φορές κατά τη διάρκεια της νύχτας μια πόρνη πολυτελείας. Η αποκάλυψη αυτή ήταν ισχυρό πλήγμα στην έπαρση του Λευτέρη που επιβεβαιώθηκε από την καταρχήν έκπληξη στα μάτια του, μετατράπηκε, αμέσως όμως, σε επιφυλακτικότητα, που απλώθηκε σ’όλόκληρο το πρόσωπό του, συμπαρασύροντας τη συνείδηση του να αναφωνήσει.
- Τι λες, ρε; Σοβαρά;
- Αφού στα λεγα , πετάχτηκα εγώ, πάντα πεταγόμαι εκεί που δεν με σπέρνουν, για να τον στείλω στο καναβάτσο.
-Δεν είχες τίποτα πρόβλημα;
- Τι πρόβλημα , ρε Λευτέρη, τόσος κόσμος το παίρνει. Είσαι καρδιοπαθής;
-Όχι
- Έ, τότε τι φοβάσαι;
- Εγώ πήρα μισό βέβαια, πετάχτηκα πάλι σαν την πορδή, και ούτε κατάλαβα τίποτα από τα συμπτώματα που έγραφε το χαρτί. Η γυναίκα μου το κατάλαβε βέβαια, συνέχισα, υψώνοντας υπεροπτικά το δεξί φρύδι μου, με το χαμόγελο να ανθίζει στη άκρη του χειλιού μου.
Ψύλλοι στ’αυτιά μπήκανε του Λευτέρη, αφού ήταν ηλίου φαεινότερον, ότι η ζωή τον προσπερνούσε, η πρωτοκαθεδρία του βρισκόταν σε αμφισβήτηση, η καρέκλα του έτριζε, ο τίτλος του πρώτου σκόρερ απειλούνταν από κάθε τυχάρπαστο νεανία, που ξεπερνούσε τα τρια σκοραρίσματα κατά μέσον όρο στον αγώνα, και έπρεπε να λάβει δραστικά μέτρα για την αντιμετώπιση της τεχνικής κρίσης. Έπρεπε να δράσει, άμεσα μεν, διακριτικά δε, όσο ναναι είχε κι αυτός καβατζάρει τα πενήντα, και με τον ανδρισμό δεν παίζουμε. Η εγρήγορση του ανδρισμού είναι η κορύφωση των οικογενειακιακών παραδόσεων, ο ιεροποιημένος στόχος της κοινωνικής προσμονής, η έκφραση μιας επιτυχημένης ανδροπρεπούς πορείας. Αγαθά τα οποία διέθετε εν αφθονία, παραδόσεις που τηρούσε εν ευλαβεία.
Ευτυχώς που έχω τον ξάδελφο μου, σκέφτηκε, να το τακτοποιήσει. Προπαντός εχεμύθεια, για ένα πρόσωπο ζούμε, και τι πρόσωπο, διατηρημένο με το Homme Retifill της Vichy.
Εγώ τακτοποιημένος σεξουαλικά, αφού σαν πρωτεργάτης είχα πάρει το χαπάκι μου, όπως προείπαμε, με ορατά αποτελέσματα, περίμενα υπομονετικά ο Λευτέρης να μου ξεφουρνίσει το γεγονός της ανατέλλουσας δεκαετίας του.
Μια μέρα λοιπόν, ανατρέποντας τον στοχασμό του, εκτόξευσα τη βόμβα μεγατόνων πάνω στο βαθυστόχαστο κεφάλι του.
-Πέτρα σου λέω, πέτρα, πως είναι ο κορμός του δένδρου, έτσι ακριβώς.
-Ναι έχεις δίκιο, ψιθύρισε.
Νομιμοποιημένος τώρα πια από την κοινωνία, το βραχνά του δηλαδή, ο φίλος μου ο Λευτεράκης, ως άλλος ιθυφαλλικός Σειληνός εκ Δωδώνης, ήταν έτοιμος να συνεχίσει ανδριστί το επιβεβλημένο έργο του. Χωρίς ενοχές, αμφιβολίες ή αμφισβητήσεις θα το έφερνε σε αίσιο τέλος. Έκαστος εφ ω ετάχθη.

Σάββατο, Μαΐου 16, 2009

ΟΤΑΝ ΕΚΛΑΨΕ Ο ΦΑΜΠΡΙΤΣΙΟ

Άξαφνα ένα δοξάρι χτύπησε κάποιο αναλόγιο. Παίξανε μια στροφή και η διάσημη Κυρία Π... τραγούδησε αυτό το σκοπό του Τσιμαρόζα που είταν πασίγνωστος άλλοτε:
Quelle pupille tenere!
Ο Φαμπρίτσιο συγκρατήθηκε στις πρώτες στροφές , αλλά σε λίγο ο θυμός του εξανεμίστηκε κ’ένιωσε μιαν ακατανίκητη ανάγκη να κλάψει.

"ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΜΑΣ"
Μετάφραση Γιάννης Μπεράτης

Libretto opera: GLI ORAZI E I CURIAZI όπου μπορούμε να βρούμε τα λόγια.

Τετάρτη, Μαΐου 13, 2009

ΑΤΥΧΗΜΑ

Έπεσα κάτω από το παπί. Ευτυχώς, το νερό ήταν ζεστό αλλά βρώμικο.

Κυριακή, Μαΐου 10, 2009

ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΜΑΣ

Μετάφραση Γιάννης Μπεράτης

Λίγες μέρες μετά το θάνατο της Κλέλιας υπόγραψε πολλές πράξεις που εξασφάλιζαν μια σύνταξη από χίλια φράγκα σε κάθε του υπηρέτη, προβλέποντας και για τον ευατό του ακριβώς το ίδιο ποσό. Παραχωρούσε διάφορα χτήματα, που θάχαν 100.000 φράγκα περίπου εισόδημα, στην κόμισσα Μόσκα. Ένα όμοιο ποσό στη μαρκησία ντελ Ντόγκο, τη μητέρα του, και ό,τι θ’απόμενε απ’την πατρική περιουσία, σε μιαν απ’τις αδελφές του που είταν κακοπαντρεμένη. Την άλλη μέρα, αφού υπέβαλε την παραίτηση του απ’την αρχιεπισκοπική του έδρα, κι απ’όλες τις θέσεις που μ’αυτές τον είχε τιμήσει η εξαιρετική εύνοια του Ερνέστου V και η φιλία του πρωθυπουργού, αποσύρθηκε στο Μ ο ν α σ τ ή ρ ι τ η ς Π ά ρ μ α ς, που βρίσκεται μες στα δάση που συνορεύουν με τον Πάδο, δυο λεύγες μακριά απ’τη Σάκα.
Η κόμισσα Μόσκα είχε εγκρίνει να ξαναγυρίσει στην πρωθυπουργία ο άντρας της, αλλά ποτέ της δε θέλησε να γυρίσει στις χώρες του Ερνέστου V. Ζούσε στο Βινιάνο, ένα τέταρτο λεύγας πέρα απ΄το Κοζάλ Ματζόρε, στην αριστερή όχθη του Πάδου και συνεπώς σε αυστριακό έδαφος. Σ’αυτό το μεγαλόπρεπο μέγαρό της του Βενιάνο, που της τόχε χτίσει ο κόμης, δεχόταν κάθε Πέμπτη όλη την ανώτατη κοινωνία της Πάρμας, και κάθε μέρα πολυάριθμους φίλους. Δεν περνούσε μέρα που να μην έρθει ο Φαμπρίτσιο στο Βινιάνο. Η κόμισσα, με μια λέξη, συγκέντρωνε όλες τις επιφάσεις της ευτυχίας, αλλά πολύ λίγο επέζησε ύστερ’απ’ το θάνατο του Φαμπρίτσιο που τον λάτρευε. Ο Φαμπρίτσιο δεν είχε προφτάσει να μείνει παρά μονάχα ένα χρόνο στο μοναστήρι του.
Οι φυλακές της Πάρμας είταν άδειες, ο κόμης αφάνταστα πλούσιος, ο Ερνέστος V το λατρεμένο ίνδαλμα των υπηκόων του, που σύγκριναν τη διακυβέρνησή του με τη διακυβέρνηση των μεγάλων δουκών της Τοσκάνης.

ΤΕΛΟΣ



Πέμπτη, Μαΐου 07, 2009

ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΠΑΠΙ

Αναρωτιέμαι αν τα blogs, είναι μια διέξοδος για τη δημιουργία, εννοώ μια πόρτα εξόδου στη μοναχικότητα του δημιουργού ή ένα ακόμη καταναλωτικό προιόν με το ελκυστικό περιτύλιγμα της ελεύθερης δημόσιας κατάθεσης της εκφραστικής αναγκαιότητας.
Με λίγα λόγια, η γραφή στα blogs, είναι μια εσωτερική παρόρμηση απαραίτητη για την ισορροπία ή την τρέλλα του δημιουργού, ή το μέσον δημιουργεί ανάγκες, οι οποίες, ίσως, δεν θα είχαν γεννηθεί στο μυαλό μας ούτε σαν έκφραση αλλά ούτε ως υπαρξιακές προτεραιότητες;
Ακόμα πιο απλά: Αν δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα , αυτά που γράφονται κάθε μέρα που θα είχαν πάει; Στο καλάθι των αχρήστων ή δεν θα είχαν υπάρξει ποτέ;

Τρίτη, Μαΐου 05, 2009

ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΚΟΤΙΑ ΑΥΤΟ; ΡΩΤΩ: ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΚΟΤΙΑ;


APETOYΣA
"Γονή μου, εις τούτην τη φλακή, που μπαίνουν όσοι εφταίσα',
αν είναι και πλιά σκοτεινή, βάλε με παραμέσα. 490
Oυδέ φλακή, ουδέ σίδερα, ουδ' εκατό θανάτοι
θέλουσι κάμει να με πας σα Nύφη στο Παλάτι.
Kι ό,τι κριτήρια βρίσκουνται, δότε τα στο κορμί μου,
κι ας τάξω, πως δε μ' έσπειρες, και τέκνο σου δεν ήμου'.
Ποιός άλλος ήκαμε παιδί, κ' είδεν το κ' εγεννήθη, 495
κ' εις-ε κακόν που το'βρηκε, δεν το μοιρολογήθη;
Ώς και τα ζα, που δε νοούν, λογαριασμό δεν έχουν,
ίντά'ναι ο πόνος του παιδιού γρικούν το και κατέχουν.
234Kαι τη ζωή τως δεν ψηφούν, βοήθεια να τως δώσουν,
και παίρνουσιν-ε Θάνατον, ο-για να τα γλιτώσουν. 500
Ώς κ' εις τα δάση τα θεριά, που λύπηση δεν έχουν,
και ζούσι με την απονιάν, κι Aγάπη δεν κατέχουν,
καλά και θρέφουνται με κρας απ' άλλα ζα στα δάση,
πάντα τως σάρκα ζωντανή σιχαίνουνται να φάσι.
Oμπρός σκοτώνουσι το ζο, και τη ζωή του παίρνουν, 505
κι απόκει από τα μέλη του τρώγουσι, και χορταίνουν.

"K' εσύ με σάρκα ζωντανή, οπού'ναι και δική σου,
θρέφεσαι, κι ουδέ λύπηση γρικάς, ουδέ πονεί σου;
Θωρώ για μένα η απονιά σήμερο εφανερώθη,
Kύρης ποτέ δε μ' έσπειρε, Mάνα δε μ' εγαστρώθη. 510
H Φύση εξαναγίνηκε, κι όλοι επαραστρατίσα',
κι όλα εστραβώσαν ο-για με, εκείνα που'σαν ίσα.
Kαι τυραννάς με έτσι άδικα, και θες να μ' αποθάνεις,
και δε γρικάς τους πόνους μου σ' ετούτα που μου κάνεις;
Aν[-ε] βαρείς στη χέρα σου στο'να δακτύλι μόνον, 515
γρικάς εις όλο το κορμί το βάρος, και τον πόνον.
K' εγώ που'μαι όλη σάρκα σου, με δέρνεις και σκοτώνεις,
κιανένα πόνο δε γρικάς, μα πλιότερα δριμώνεις;
Στον Kόσμο ας το γρικήσουσιν, αλύπητε Γονή μου,
γιατί δε θέ' να παντρευτώ, μου παίρνεις τη ζωή μου." 520






Δευτέρα, Μαΐου 04, 2009

ΚΑΛΟ ΚΟΥΜΑΣΙ ΚΑΙ Ο ΡΗΓΑΣ

Aν ήτον τίβετσι ήμερον εις την καρδιάν του Pήγα,
εδά όλα εξαναγριέψασι, τα μερωμένα εφύγα'.
Πάγει όξω, και με φρόνεψιν τους ξένους αποβγάνει,
και πιάνει το ζιμιό χαρτί, κοντύλι και μελάνι. 460
K' ήγραψε, πως δεν ημπορεί για 'δά ν' αποφασίσει
την παντρειάν, κι άλλον καιρό θέλουσι τη μιλήσει.
Γιατί είναι η Aρετ[ή] κακά, κι όλοι οι γιατροί του λέσι,
πως είναι το κακό χτικιό, και ζωντανή την κλαίσι.
Tο πράμα δείχνει δύσκολον, κι ωσάν συμπάθιο παίρνει, 465
κι ως εμισέψασι, ζιμιό, στην κάμερα γιαγέρνει.
Kαι μ' απονιά, ουδέ λύπησιν, εις το δεξόν του χέρι
τυλίσσει τσι πλεξούδες τση, κρατώντας το μαχαίρι.
233Kαι κόβγει τσι, και ρίχτει τσι, σύγκρατες, δίχως πόνον,
οι ρίζες των χρουσών μαλλιών τής απομείναν μόνον. 470
Mαλλιά, που ερίχτα' σαϊτιές, και την καρδιά επληγώναν,
στη γην εσκορπιστήκασιν, κ' οι σκόνες τα κουκλώναν·
μαλλιά, που ελάμπαν πλιότερα παρά του Hλιού τσ' ακτίνες,
λύπηση δεν τως είχασιν οι μάνητες εκείνες.
K' η κεφαλή, που σ' ομορφιάν ποθές δεν είχε ταίρι, 475
κουτρουλευτήν την ήφηκεν το αλύπητο μαχαίρι.
Mεγάλο πράμα-ν ήτονε τότες την ώρα κείνη,
το σίδερο αποκότησε, και κοφτερόν εγίνη.
Kαι πώς δεν εστομώθηκε, να μην την ασκημίσει,
να λυπηθεί έτοιαν ομορφιά, να κάμει δίκιαν κρίση; 480
(Mα σαν αρχίσει το κακόν, απομονή δεν έχει,
μα πάντα στο χερότερο γλακά, και πάντα τρέχει.)
Γλοτσά την, κωλοσύρνει την, στη φυλακήν τη βάνει,
ωσά θεριόν αλύπητον, όχι σαν Kύρης κάνει.

§Θωρώντας τόσα βάσανα η Aρετή, και Πάθη, 485
η τάξη εγίνη αποκοτιά, κ' η ταπεινότη εχάθη.
Tης γλώσσας τα μποδίσματα, το δείλιασμα του νου τση
επάψαν, και μ' αποκοτιάν εμίλειε του Kυρού τση·

Πέμπτη, Απριλίου 30, 2009

Η ΑΒΛΕΨΙΑ ΚΑΙ Ο ΝΑΝΟΜΥΑΛΟΣ ΜΥΩΠΑΣ

Υπό του Σπυρίδωνος Ταχτίτση

Προ μηνός, ο έμπυρος Γιώργος Μίχος πληροφορημένος, όπως ισχυρίζεται, από τους χαφιέδες αυλοκόλακες του, για μια αβλεψία μου , ανάρτησε το παρακάτω κείμενο το οποίο αναδημοσιεύω σχολιασμένο.
Η ακριβής του διατύπωση βρίσκεται εδω: Γιώργος Μίχος: O Ταχτίτσης (Απεσύρθη από τον συγγραφέα).

Συμπαθής πτωχαλαζών ελληνάκος(εγώ), από αυτούς που ο καιρός έπαιξε καλά(παίζει κι ο καιρός;). Θέλει όμως να γίνει των γραμμάτων(ποιος τι χάρη μου. Πουσαι μάνα να δεις το γιόκα σου). Και γιατί να μη γίνει(έλα ντε). Επιφανειακά τί του λείπει που το έχουν οι άλλοι(για εμένα γράφει, επαναλαμβάνω). Μέχρι και δυο ραφάκια βιβλιοθήκη έχει(ο φτωχούλης). Ξέρει και ονόματα (ευχαριστώ). Ονόματα συγγραφέων από αυτά που ξέρουν οι "ψαγμένοι"(ξανά ευχαριστώ). Ξέρει πως ο ψεύτης κι άδικος ντουνιάς(Καζαντζίδης) το πολύ πολύ σηκώνει λαϊκό άσμα(Τάκης Σούκας πχ), αλλά μια ζωή λαϊκά άσματα(έλα ντε); Του θυμίζουν τη μιζέρια του σπιτιού του(εδώ το παρατράβηξες το σχοινί, αθερίνα). Αυτός θέλει να είναι διανοούμενος(γιατί, κουμάντο θα μου κάνεις;). Να μιλάει όπως αυτοί στα παράθυρα και στις παρουσιάσεις(τι μόνο στον καθρέφτη και στο δρόμο;). Έψαξε και βρήκε(ας είναι καλά το διαδίκτυο) ονόματα που τον κάνουν αξιοσέβαστο(άκου τα, Παντελή!). Ένα όμως το παράκουσε(το ριμάδι το ακουστικό!). Το άρπαξε το αυτί του αλλά όχι καλά(ελαττωματικό θα είναι, έχασα και την εγγύηση). Έτσι αντί Καχτίτσης, του βγήκε Ταχτίτσης(αχ, αχ, θα σε μαλώσω παλιόπαιδο.). Έτσι τον φωνάζαμε από ένα διάστημα και μετά. Ταχτίτση(ούτε καν Ταχτσίδη, να ανέβω και λίγο, αν και Ολυμπιακός). Αλλά προσεχτικά(πολιτικώς ορθόν). Να μην το πάρει χαμπάρι ο καημένος(σνιφ, σνιφ). Γιατί όπως όλοι οι καημένοι(όπα μεγαλοθυμία!) είναι και εύθικτος(για ένα φιλότιμο ζούμε, ρεεεεεε!). Συμπαθής πτωχαλαζών ελληνάκος(την τρίτη καίγεσαι). Αντάλλαξε την λεβεντιά(α ρε γλέντια) που πιθανόν(κρατάμε και μια πισινή) είχε σαν άνθρωπος με τον εξευτελισμό του ημιμαθούς(τώρα τα χαλάμε). Και γίνεται γελοίος(ε, ε, σεμνά) και αποκαλύπτεται, για ένα ταυ(κεφαλαίο έτσι, να το επισημαίνουμε). Του Ταχτίτση, με το όνομα (όχι το επώνυμο)...
Και μην τολμήσετε να του πείτε ότι είναι συμπαθής(Thank you, my Lord), θυμώνει(γκουουουρ, γκουουουρ) ...
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Έλα ντε που μια μικρή λεπτομέρεια του τα χάλασε όλα. Το κλίκ στην εικόνα. Μάλιστα την εποχή που ζούμε για ένα κλικ.

Τρίτη, Απριλίου 28, 2009

ΠΡΩΙΝΟ


-Καλημέρα σας!
-Καλημέρα σας! Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω;
-Ξέρετε τα γυαλιά μου ήταν σφιχτά, εδώ στο αυτί και μ'ενοχλούσαν. Προσπάθησα να τα διορθώσω και μάλλον τα χάλασα.
-Μόνος σας το κάνατε; Δεν ξέρατε ότι έπρεπε να έρθετε, εδώ στο μαγαζί, να τα φτιάξουμε εμείς; Δεν σας το είπα όταν τα αγοράζατε;
-Από το χωριό; Που να βρω χρόνο, τώρα με τη δουλειά;
-Να προσέχατε, κύριε.
-Α, μη με μαλώνετε, δεν έχω πιει και τα χάπια μου.
-Συγνώμη, παρακαλώ δώστε τα γυαλιά σας, θα τα φτιάξουμε αμέσως. Καθήστε εδώ στην καρέκλα και περιμένετε.
-Μάρκοοο!

Δευτέρα, Απριλίου 27, 2009

ΓΙΑ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΥΣ


ΑΛΩΝΑΚΙ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Προειδοποίηση περιεχομένου
Ορισμένοι αναγνώστες αυτού του ιστολογίου επικοινώνησαν με τη Google επειδή θεωρούν ότι το περιεχόμενο αυτού του ιστολογίου είναι απρεπές. Γενικά, η Google ούτε αναθεωρεί ούτε επιδοκιμάζει το περιεχόμενο αυτού ή οποιουδήποτε ιστολογίου. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις πολιτικές περιεχομένου, επισκεφθείτε τους
Όρους υπηρεσίας του Blogger

Κατανοώ και επιθυμώ να συνεχίσω

Κυριακή, Απριλίου 26, 2009

WAITING FOR THE MIRACLE

Στην αγαπητή Lapsus digiti



Baby, I've been waiting,
I've been waiting night and day.
I didn't see the time,
I waited half my life away.
There were lots of invitations
And I know you sent me some,
But I was waiting
For the miracle, for the miracle to come.
I know you really loved me.
But, you see, my hands were tied.
I know it must have hurt you,
It must have hurt your pride
To have to stand beneath my window
With your bugle and your drum,
And me I'm up there waiting
For the miracle, for the miracle to come.

Ah I don't believe you'd like it,
You wouldn't like it here.
There ain't no entertainment
And the judgments are severe.
The Maestro says it's Mozart
But it sounds like bubble gum
When you're waiting
For the miracle, for the miracle to come.

Waiting for the miracle
There's nothing left to do.
I haven't been this happy
Since the end of World War II.

Nothing left to do
When you know that you've been taken.
Nothing left to do
When you're begging for a crumb
Nothing left to do
When you've got to go on waiting
Waiting for the miracle to come.

I dreamed about you, baby.
It was just the other night.
Most of you was naked
Ah but some of you was light.
The sands of time were falling
From your fingers and your thumb,
And you were waiting
For the miracle, for the miracle to come

Ah baby, let's get married,
We've been alone too long.
Let's be alone together.
Let's see if we're that strong.
Yeah let's do something crazy,
Something absolutely wrong
While we're waiting
For the miracle, for the miracle to come.

Nothing left to do

When you've fallen on the highway
And you're lying in the rain,
And they ask you how you're doing
Of course you'll say you can't complain
If you're squeezed for information,
That's when you've got to play it dumb
You just say you're out there waiting
For the miracle, for the miracle to
come

Σάββατο, Απριλίου 25, 2009

ΒΡΑΔΑΚΙ


Ελαφρώς θυμωμένα:
-Γιατί άργησες;
-Άκουγα Leonard Cohen

Τρίτη, Απριλίου 21, 2009

ΣΥΝΤΕΧΝΙΑΚΗ ΕΥΘΙΞΙΑ



Το συνεταιράκι μου, ο άνθρωπος που κρατάει το μαγαζί, που κατ’ευφημισμόν ονομάζεται μπλογκ, τα καλοκαίρια, φεύγοντας, μετά από τις ολιγοήμερες διακοπές του Πάσχα , μου άφησε να δημοσιοποιήσω το παρακάτω κείμενο, το οποίο κάνω με μεγάλη μου χαρά.

«Βάδιζε τον αμυδρά φωτισμένο δρόμο, απογοητευμένος από την αποτυχημένη προσπάθεια μίμησης του νερού κατά τη διάρκεια μιας ακόμη ανώφελης συζήτησης, ανυπόμονος να βρεθεί στο καταφύγιό του, ένα παλιό δίπατο αρχοντικό, με μπαλκόνι στολισμένο γλάστρες με γεράνια, βασιλικό, και μια βαριά δίφυλλη πόρτα πού έτριζε ενοχλητικά. Στο μυαλό του τριγύριζαν τα λόγια των συνομιλητών του για την ανεπάρκεια των μελετητών του θανάτου, όταν από το μισοσκόταδο πρόβαλε ένας ευθυτενής κύριος, με μακρύ βουλιαγμένο πρόσωπο, ριγωτό καλοραμμένο κουστούμι, που επίμονα δίχως να τον χαιρετίσει τον τράβηξε κάτω από το εξαντλημένο φως του τσιμεντένιου στύλου.
-Σίγουρα θα θελήσετε, είπε επιφυλακτικά, ν’ακούσετε μια διαφορετική εκδοχή για την εξαφάνιση της μητέρας σας. Το πάθος σας για την αλήθεια είναι γνωστό. Τις προσπάθειες σας τις γνωρίζουν όλοι από την δημοσιότητα που δώσατε στην υπόθεση. Μην ρωτήσετε όμως ποιος είμαι, αφοσιωθείτε στα λόγια μου.
Ένας ξένος, απρόσκλητος, αναφερόταν σ’ένα θέμα που τον είχε απασχολήσει και είχε γίνει σκοπός της ζωής του. Μα ο τρόπος του ήταν απαγορευτικός για έναν άνθρωπο σαν αυτόν. Προσπάθησε να τον αποφύγει προφασιζόμενος το ακατάλληλο της ώρας και την κούρασή του. Η συνωμοτικότητα τον ενοχλούσε. Υπήρχαν άλλωστε κι άλλοι τρόποι να επικοινωνήσει μαζί του, πιο αξιοπρεπείς. Ένα τηλεφώνημα ίσως, μια επιστολή. Προσπάθησε να τραβηχτεί, μα το τραχύ χέρι του επισκέπτη τον επανέφερε στη θέση του.
-Ήταν μια γλυκιά μέρα, συνέχισε, ο ουρανός σκοτεινός, γαλάζιος, συντρόφευε με το φως του τις ευχάριστες διαθέσεις του κόσμου, που πλήθαινε στους δρόμους. Η μητέρα είχε ξυπνήσει ευδιάθετη από έναν ύπνο δίχως όνειρα. Κατέβηκε στον κήπο να περιποιηθεί τα αγαπημένα της λουλούδια. Μιλούσε με τα πουλιά, ζωγράφιζε καράβια στον ουρανό, καλούσε τη θάλασσα να γίνει κτήμα της, ψιθύριζε γλυκά τραγούδια της πρώτης νιότης. Το λεπτό άρωμα των λουλουδιών τύλιγε το σώμα της, τα δέντρα την έλουζαν με τα φύλλα τους, λύγιζαν τους σκαμμένους κορμούς να την στεφανώσουν.
Ένα λευκό περιστέρι πέταξε και στάθηκε στον μαντρότοιχο. Η μητέρα το κοίταξε εκστατικά, το αγκάλιασε με τα λεπτά χέρια της και χάθηκε μαζί του πετώντας στον ουρανό. Η ανάσα της, σταγόνες γαλαζωπές στο διάφανο φύλλο του κισσού, δεν θεωρήθηκε επαρκές στοιχείο από την αστυνομία κι επεστράφη δίχως κανείς να γνωρίζει μέχρι σήμερα που βρίσκεται φυλαγμένη . Γνωρίζετε ότι το σπίτι μένει σφραγισμένο μέχρι σήμερα αφού αναγκαστήκατε μετά την εξαφάνιση της μητέρα σας να φύγετε, αναζητώντας την μητρική προστασία στα ξεπλυμένα μάτια της θείας Ασημώς.
Η διήγησή του βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με την επίσημη εκδοχή που ήταν αποδεκτή απ’όλους, όπως διηγιόταν αργότερα τα χρόνια της εφηβείας μια μεσόκοπη γυναίκα, αγνώστου προελεύσεως, που γνώριζε, έλεγε, το παρελθόν της οικογένειας. Ισχυριζόταν, επιβεβαιώνοντας την άποψη της αστυνομίας, σύμφωνα με τα αρχεία του αστυνομικού τμήματος, ότι ο θάνατος της μητέρας κι όχι η εξαφάνιση, όπως ισχυριζόταν ο άγνωστος, προήλθε από το γεγονός ότι η καρδιά της δεν άντεξε στην απώλεια της μνήμης, που την συντρόφευε τις ώρες της περισυλλογής, γλυκαίνοντας το αυστηρό πρόσωπο με τα λυτά μαλλιά που χάνονταν στην άκρη τ’ουρανού ζεσταίνοντας τ’αστέρια.
Το σώμα της αναπαμένο στο χώμα του ονείρου, συντροφεύει το ταξίδι του φεγγαριού.
Τον παρακολουθούσε δύσπιστος, έτοιμος να ξεφύγει από το σφίξιμό του αλλά ένοιωθε ενδόμυχα την ανάγκη να παρακολουθήσει τη διήγησή του μέχρι το τέλος.
-Θέλετε να με ακολουθήσετε, υπάρχει ένα μικρό bar λίγο παρακάτω. Άλλωστε έχει λίγο κρύο εδώ πέρα, συνέχισε, και ξεκίνησε με σταθερό βήμα.
Η απαίτηση και ο αυταρχισμός του αγνώστου μετέβαλαν την έντονη επιφύλαξη του σε εχθρότητα. Ήταν έτοιμος ν’αρνηθεί την πρόσκληση όταν ο αυθάδης κύριος γύρισε τον κοίταξε ερευνητικά και με ήρεμη φωνή ρώτησε:
-Πιστεύετε στη θυσία με σκοπό την εξιλέωση;
Το θέμα δεν τον είχε απασχολήσει καθόλου, και φυσικά η απάντησή του υπήρξε αρνητική.
-Οι ήρωες αυτόν τον σκοπό έχουν, θυσιάζονται για ιδέες ακατανόητες στους πολλούς. Αυτό που τους κάνει να ξεχωρίζουν δεν είναι η πράξη τους, αλλά μια εσώτερη επιταγή που τους χαρακτηρίζει. Ένας καθαρός διάλογος με την απλότητα. Μια ματιά στον ερωτισμό της ανυπαρξίας και μετά η συμφιλίωση με την αιωνιότητα.
Φαινόταν παρασυρμένος από την έξαρση της αφήγησης, που είχε ενδιαφέρον, μα η ευχέρεια να συνομιλεί ή καλύτερα να παρακολουθεί παραδομένος τις εκκεντρικότητες ενός άγνωστου άντρα συνέχισε να τον ενοχλεί. Αποφάσισε να τον ακολουθήσει σ’ένα υπόγειο χαμηλό bar, γεμάτο καπνούς, ξύλινη διακόσμηση και χοντροκομμένους καθρέφτες, έτοιμος να αντιμετωπίσει την ματαιοδοξία του αυτόκλητου επισκέπτη.
-Σίγουρα δεν είχατε δει μια φράση που είχε χαράξει στο μπράτσο. Φυσικά όταν χάθηκε, εσείς ήσασταν μικρός. «Το λάθος της παρουσίας του είναι υπαρκτό».
Κανείς δεν γνώριζε που και πότε η μητέρα είχε σκαλίσει την ακατανόητη αυτή φράση, ούτε κάποια μεταγενέστερη αφήγηση επιβεβαίωνε την πληροφορία. Δεν υπήρχαν υπαινιγμοί για ανεξήγητες απουσίες, που θα δικαιολογούσαν την πράξη. Οι ψίθυροι αφορούσαν κάποιον παχουλό κύριο, που επισκεπτόταν το σπίτι, μετά το θάνατο του πατέρα. Συναντούσε τη μητέρα στο σαλόνι, μιλούσαν χαμηλόφωνα, αφού πρώτα του είχαν δώσει την πολυπόθητη άδεια για παιχνίδι . Αποδείχτηκαν όμως αβάσιμοι όσον αφορά την εντιμότητά της, άλλωστε η μελαγχολική φυσιογνωμία της δεν συναινούσε σε ουσιαστικές αλλαγές. Ότι δεν είχε ακούσει τίποτα για τη φράση το θεώρησε απόδειξη εσωστρέφειας, απαραίτητο στοιχείο κάθε ηθικής γυναίκας , αν και μια ακατανίκητη παρόρμηση τον οδηγούσε να παραδεχτεί την εγκυρότητα της μαρτυρίας.
- Γνωρίζετε ότι η μητέρα σας ήταν θαυμαστής του φόβου, τον ρώτησε, κοιτάζοντας το υποψιασμένο πρόσωπό του.
Ένα λεπτό στρώμα χιονιού είχε καλύψει αθόρυβα το πεζοδρόμιο. Το βραδινό αεράκι το ανασήκωσε και το έστειλε να καλύψει το εσωτερικό του χαμηλόφωτου μαγαζιού.
- Διαβάστε αυτό το γράμμα. Έχει σταλεί στη μητέρα σας. Θα αναγνωρίσετε το άρωμα της παρουσίας της.
“Μαδρίτη 12/10/57
Συμφωνώ με τη σκέψη σου, μα πρέπει να καταλάβεις ότι τα όνειρά μας είναι η αιχμαλωσία των ανείπωτων παραστάσεων.
Κάποτε, ξέρεις καλύτερα εσύ, διαλέγαμε τους μύθους μας. Τον κορμό της ύπαρξής μας.
Σε φιλώ ’’

Το γράμμα δεν ήταν απόδειξη φερεγγυότητας του αγνώστου. Αντίθετα περιέπλεκε περισσότερο τα πράγματα. Οι αστυνομικές μέθοδοι αναγνώρισης του αποστολέα, η παραλαβή από τη μητέρα του, και η μυστηριώδης ανεύρεση του γράμματος από τον συνομιλητή του, βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με τον εφησυχασμένο χαρακτήρα του.
-Η μητέρα σας ακολούθησε το δρόμο της διάψευσης. Πίστεψε στη γοητεία του μυστηρίου. Η αναχώρησή της ήταν ένας χλευασμός στη ματαιοδοξία. Η ανυπαρξία της συντηρεί την άγνοιά μας. Η επιστροφή μας κύριε, είναι θέμα επιλογής. Αρκεί να την θεωρήσουμε αναγκαία.
Ο θριαμβευτικός τόνος του συμπεράσματός του και η αναίδειά του ν’αναφέρεται σ’ένα αγαπημένο πρόσωπο που μόνο αυτός είχε την κυριότητα να υπερασπίζεται, τον αναστάτωναν. Ήταν αναγκασμένος να τον εγκαταλείψει κι αν χρειαζόταν με τη βία.
Σκυφτοί οι διαβάτες, περνούσαν βιαστικά, τυλιγμένοι στα βαριά παλτά τους, αφήνοντας τις παγωμένες ανάσες τους στη θολή ατμόσφαιρα. Έκλεισε το παράθυρο, απομάκρυνε με μια κίνηση την ομορφιά του πρωινού, κι ελευθέρωσε το σώμα του.
Από πάνω μας περνάει ο δρόμος του».







Κυριακή, Απριλίου 19, 2009

ΣΟΛΩΜΟΣ FOR EVER

Get this widget Track details eSnips Social DNA



Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ
XXI.
1.
Καθαρώτατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε
τῆς αὐγῆς τὸ δροσᾶτο ἀστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπερνοῦσε
τ᾿ οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη·
καὶ ἀπὸ ῾κεῖ κινημένο ἀργοφυσοῦσε
τόσο γλυκὸ στὸ πρόσωπο τ᾿ ἀέρι,
ποὺ λὲς καὶ λέει μὲς τῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα·
«γλυκειὰ ἡ ζωή κι᾿ ὁ θάνατος μαυρίλα».

2.
Χριστὸς ἀνέστη! Νέοι, γέροι, καὶ κόρες,
ὅλοι, μικροί, μεγάλοι, ἑτοιμαστῆτε·
μέσα στὲς ἐκκλησίες τὲς δαφνοφόρες
μὲ τὸ φῶς τῆς χαρᾶς συμμαζωχτῆτε·
ἀνοίξετε ἀγκαλιὲς εἰρηνοφόρες
ὀμπροστὰ στοὺς ἁγίους, καὶ φιληθῆτε·
φιληθῆτε γλυκὰ χείλη μὲ χείλη,
πέστε· Χριστὸς ἀνέστη, ἐχθροὶ καὶ φίλοι.

3.
Δάφνες εἰς κάθε πλάκα ἔχουν οἱ τάφοι,
καὶ βρέφη ὡραῖα στὴν ἀγκαλιὰ οἱ μανάδες·
γλυκόφωνα, κοιτώντας τὲς ζωγραφι-
σμένες εἰκόνες, ψάλλουνε οἱ ψαλτάδες·
λάμπει τὸ ἀσήμι, λάμπει τὸ χρυσάφι,
ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ χύνουνε οἱ λαμπάδες·
κάθε πρόσωπο λάμπει ἀπ᾿ τ᾿ ἁγιοκέρι,
ὁποῦ κρατοῦνε οἱ Χριστιανοὶ στὸ χέρι.

XXII.
Βγαίνει, γιατί στὰ σωθικά του ἀνάφτει,
καὶ γιὰ πρῶτο ἀπαντᾶ τὸν νεκροθάφτη.

XXIII.
Κανεὶς δὲν τοῦ μιλεῖ, καὶ δὲν τοῦ δίνει
τὸ φιλὶ τὸ γλυκὸ ποὺ φέρνει εἰρήνη.

XXIV.
Πάντα, χτυπάει, σὰν νἄλπιζε ἐκεῖ κάτω
ν᾿ ἀγροικηθεῖ στῆς κόλασης τὸν πάτο.

Πέμπτη, Απριλίου 16, 2009

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ

Get this widget Track details eSnips Social DNA


Διαβάζει: Λαζαρίδου Όλια, Nίκος Ξυδάκης, Hμερολόγιο δεύτερο, Mercury/Universal Music 2005

1. Μοῦ φαίνεται πὼς πάω καὶ ταξιδεύω
Στὴν ἐρμιὰ τοῦ πελάγου εἰς τ᾿ ὄνειρό μου
Μὲ τὸ κῦμα, μὲ τσ᾿ ἄνεμους, παλεύω
Μοναχή, καὶ δὲ εἶσαι εἰς τὸ πλευρό μου·
Δὲ βλέπω μὲ τὸ μάτι ὅσο γυρεύω
Πάρεξ τὸν οὐρανὸ στὸν κίνδυνό μου·
Τόνε τηράω, βόηθα, τοῦ λέω, δὲν ἔχω
Πανί, τιμόνι, καὶ τὸ πέλαο τρέχω.

2. Κι᾿ ὅτι τέτοια τοῦ λέω, μέσα μὲ θάρρος
Νά σου τὰ τρία τ᾿ ἀρσενικὰ πετιοῦνται·
Τοῦ καραβιοῦ τὰ ξύλα ἀπ᾿ τὸ βάρος
Τρίζουν τόσο, ποὺ φαίνεται καὶ σκιοῦνται·
Τότε προβαίνει ἀφεύγατος ὁ χάρος,
Καὶ στρυμωμένα αὐτὰ κρυφομιλιοῦνται,
Κι᾿ ἀφοῦ ἔχουν τὰ κρυφὰ λόγια ᾿πωμένα,
Λάμνουν μὲ κάτι κουπιὰ τσακισμένα.

3. Μ᾿ ἕνα πικρὸ χαμόγελο στὸ στόμα
Ἔρχεται ἡ κόρη ἐκεῖ καὶ μὲ σιμώνει·
Τῆς τυλίζει ἕνα σάβανο τὸ σῶμα,
Ποὺ στὸν ἀέρα ὁλόασπρο φουσκώνει·
Ἀλλὰ πλιὰ χλωμιασμένο εἶναι τὸ χρῶμα
Τοῦ χεριοῦ ποὺ ὀμπροστά μου ἀντισηκώνει,
Καὶ τῆς τρέμει, ὅπως τρέμει τὸ καλάμι,
Δείχνοντας τὸ σταυρὸ στὴν ἀπαλάμη.

4. Καὶ βλέπω ἀπ᾿ τὸ σταυρὸ καὶ βγαίνει αἷμα
Μαῦρο μαῦρο, καὶ τρέχει ὡσὰν τὴ βρύση
Μοῦ δείχνει ἡ κόρη ἀνήσυχο τὸ βλέμμα,
Τάχα πὼς δὲ μπορεῖ νὰ μὲ βοηθήσῃ.
Ὅσο ἐκειὰ τὰ κουπιὰ σχίζουν τὸ ῥέμα,
Τόσο τὸ κάνουν γύρω μου ν᾿ αὐξήσῃ·
Συχνοφέγγει ἀστραπή, σχίζει τὸ σκότος,
Καὶ τῆς βροντῆς πολυβουΐζει ὁ κρότος.

5. Καὶ τὰ κύματα πότε μᾶς πηδίζουν,
Ποὺ στὰ νέφη σοῦ φαίνεται πὼς νἆσαι,
Καὶ πότε τόσο ἀνέλπιστα βυθίζουν,
Ποὺ νὰ μὴν ἀνοίξῃ ἡ κόλαση φοβᾶσαι·
Οἱ κουπηλάτες κατὰ μὲ γυρίζουν.
Βλασφημοῦν, καὶ μοῦ λένε: Ἀνάθεμά σε.
Ἡ θάλασσα ἀποπάνου μας πηδάει,
Καὶ τὸ καράβι σύψυχο βουλιάει.

6. Μὲ χέρια καὶ μὲ πόδια ἐνῷ σ᾿ ἐκείνη
Τὴν τρικυμιά, ποὺ μ᾿ ἄνοιξε τὸ μνῆμα,
Τινάζομαι μὲ βία, καὶ δὲ μ᾿ ἀφίνει
Νὰ βγάλω τὸ κεφάλι ἀπὸ τὸ κῦμα,
Βρίσκομαι ἡ ἔρμη ἀνάποδα στὴν κλίνη,
Ποὺ ἄλλες φορὲς τὴ ζέσταινε τὸ κρῖμα,
Καὶ πικρότατα κλαίω πὼς εἶναι δίχως
Τὸ στεφάνι, ποὺ μὤταξες, ὁ τοῖχος.

Δευτέρα, Απριλίου 13, 2009

Και των μαλλιώνε της τ'ωραίο πλήθος

Μ΄ένα κλικ στην εικόνα μπορείτε να διαβάσετε το ποίημα

Το ποίημα το βρήκα εδώ