Τρίτη, Απριλίου 21, 2009

ΣΥΝΤΕΧΝΙΑΚΗ ΕΥΘΙΞΙΑ



Το συνεταιράκι μου, ο άνθρωπος που κρατάει το μαγαζί, που κατ’ευφημισμόν ονομάζεται μπλογκ, τα καλοκαίρια, φεύγοντας, μετά από τις ολιγοήμερες διακοπές του Πάσχα , μου άφησε να δημοσιοποιήσω το παρακάτω κείμενο, το οποίο κάνω με μεγάλη μου χαρά.

«Βάδιζε τον αμυδρά φωτισμένο δρόμο, απογοητευμένος από την αποτυχημένη προσπάθεια μίμησης του νερού κατά τη διάρκεια μιας ακόμη ανώφελης συζήτησης, ανυπόμονος να βρεθεί στο καταφύγιό του, ένα παλιό δίπατο αρχοντικό, με μπαλκόνι στολισμένο γλάστρες με γεράνια, βασιλικό, και μια βαριά δίφυλλη πόρτα πού έτριζε ενοχλητικά. Στο μυαλό του τριγύριζαν τα λόγια των συνομιλητών του για την ανεπάρκεια των μελετητών του θανάτου, όταν από το μισοσκόταδο πρόβαλε ένας ευθυτενής κύριος, με μακρύ βουλιαγμένο πρόσωπο, ριγωτό καλοραμμένο κουστούμι, που επίμονα δίχως να τον χαιρετίσει τον τράβηξε κάτω από το εξαντλημένο φως του τσιμεντένιου στύλου.
-Σίγουρα θα θελήσετε, είπε επιφυλακτικά, ν’ακούσετε μια διαφορετική εκδοχή για την εξαφάνιση της μητέρας σας. Το πάθος σας για την αλήθεια είναι γνωστό. Τις προσπάθειες σας τις γνωρίζουν όλοι από την δημοσιότητα που δώσατε στην υπόθεση. Μην ρωτήσετε όμως ποιος είμαι, αφοσιωθείτε στα λόγια μου.
Ένας ξένος, απρόσκλητος, αναφερόταν σ’ένα θέμα που τον είχε απασχολήσει και είχε γίνει σκοπός της ζωής του. Μα ο τρόπος του ήταν απαγορευτικός για έναν άνθρωπο σαν αυτόν. Προσπάθησε να τον αποφύγει προφασιζόμενος το ακατάλληλο της ώρας και την κούρασή του. Η συνωμοτικότητα τον ενοχλούσε. Υπήρχαν άλλωστε κι άλλοι τρόποι να επικοινωνήσει μαζί του, πιο αξιοπρεπείς. Ένα τηλεφώνημα ίσως, μια επιστολή. Προσπάθησε να τραβηχτεί, μα το τραχύ χέρι του επισκέπτη τον επανέφερε στη θέση του.
-Ήταν μια γλυκιά μέρα, συνέχισε, ο ουρανός σκοτεινός, γαλάζιος, συντρόφευε με το φως του τις ευχάριστες διαθέσεις του κόσμου, που πλήθαινε στους δρόμους. Η μητέρα είχε ξυπνήσει ευδιάθετη από έναν ύπνο δίχως όνειρα. Κατέβηκε στον κήπο να περιποιηθεί τα αγαπημένα της λουλούδια. Μιλούσε με τα πουλιά, ζωγράφιζε καράβια στον ουρανό, καλούσε τη θάλασσα να γίνει κτήμα της, ψιθύριζε γλυκά τραγούδια της πρώτης νιότης. Το λεπτό άρωμα των λουλουδιών τύλιγε το σώμα της, τα δέντρα την έλουζαν με τα φύλλα τους, λύγιζαν τους σκαμμένους κορμούς να την στεφανώσουν.
Ένα λευκό περιστέρι πέταξε και στάθηκε στον μαντρότοιχο. Η μητέρα το κοίταξε εκστατικά, το αγκάλιασε με τα λεπτά χέρια της και χάθηκε μαζί του πετώντας στον ουρανό. Η ανάσα της, σταγόνες γαλαζωπές στο διάφανο φύλλο του κισσού, δεν θεωρήθηκε επαρκές στοιχείο από την αστυνομία κι επεστράφη δίχως κανείς να γνωρίζει μέχρι σήμερα που βρίσκεται φυλαγμένη . Γνωρίζετε ότι το σπίτι μένει σφραγισμένο μέχρι σήμερα αφού αναγκαστήκατε μετά την εξαφάνιση της μητέρα σας να φύγετε, αναζητώντας την μητρική προστασία στα ξεπλυμένα μάτια της θείας Ασημώς.
Η διήγησή του βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με την επίσημη εκδοχή που ήταν αποδεκτή απ’όλους, όπως διηγιόταν αργότερα τα χρόνια της εφηβείας μια μεσόκοπη γυναίκα, αγνώστου προελεύσεως, που γνώριζε, έλεγε, το παρελθόν της οικογένειας. Ισχυριζόταν, επιβεβαιώνοντας την άποψη της αστυνομίας, σύμφωνα με τα αρχεία του αστυνομικού τμήματος, ότι ο θάνατος της μητέρας κι όχι η εξαφάνιση, όπως ισχυριζόταν ο άγνωστος, προήλθε από το γεγονός ότι η καρδιά της δεν άντεξε στην απώλεια της μνήμης, που την συντρόφευε τις ώρες της περισυλλογής, γλυκαίνοντας το αυστηρό πρόσωπο με τα λυτά μαλλιά που χάνονταν στην άκρη τ’ουρανού ζεσταίνοντας τ’αστέρια.
Το σώμα της αναπαμένο στο χώμα του ονείρου, συντροφεύει το ταξίδι του φεγγαριού.
Τον παρακολουθούσε δύσπιστος, έτοιμος να ξεφύγει από το σφίξιμό του αλλά ένοιωθε ενδόμυχα την ανάγκη να παρακολουθήσει τη διήγησή του μέχρι το τέλος.
-Θέλετε να με ακολουθήσετε, υπάρχει ένα μικρό bar λίγο παρακάτω. Άλλωστε έχει λίγο κρύο εδώ πέρα, συνέχισε, και ξεκίνησε με σταθερό βήμα.
Η απαίτηση και ο αυταρχισμός του αγνώστου μετέβαλαν την έντονη επιφύλαξη του σε εχθρότητα. Ήταν έτοιμος ν’αρνηθεί την πρόσκληση όταν ο αυθάδης κύριος γύρισε τον κοίταξε ερευνητικά και με ήρεμη φωνή ρώτησε:
-Πιστεύετε στη θυσία με σκοπό την εξιλέωση;
Το θέμα δεν τον είχε απασχολήσει καθόλου, και φυσικά η απάντησή του υπήρξε αρνητική.
-Οι ήρωες αυτόν τον σκοπό έχουν, θυσιάζονται για ιδέες ακατανόητες στους πολλούς. Αυτό που τους κάνει να ξεχωρίζουν δεν είναι η πράξη τους, αλλά μια εσώτερη επιταγή που τους χαρακτηρίζει. Ένας καθαρός διάλογος με την απλότητα. Μια ματιά στον ερωτισμό της ανυπαρξίας και μετά η συμφιλίωση με την αιωνιότητα.
Φαινόταν παρασυρμένος από την έξαρση της αφήγησης, που είχε ενδιαφέρον, μα η ευχέρεια να συνομιλεί ή καλύτερα να παρακολουθεί παραδομένος τις εκκεντρικότητες ενός άγνωστου άντρα συνέχισε να τον ενοχλεί. Αποφάσισε να τον ακολουθήσει σ’ένα υπόγειο χαμηλό bar, γεμάτο καπνούς, ξύλινη διακόσμηση και χοντροκομμένους καθρέφτες, έτοιμος να αντιμετωπίσει την ματαιοδοξία του αυτόκλητου επισκέπτη.
-Σίγουρα δεν είχατε δει μια φράση που είχε χαράξει στο μπράτσο. Φυσικά όταν χάθηκε, εσείς ήσασταν μικρός. «Το λάθος της παρουσίας του είναι υπαρκτό».
Κανείς δεν γνώριζε που και πότε η μητέρα είχε σκαλίσει την ακατανόητη αυτή φράση, ούτε κάποια μεταγενέστερη αφήγηση επιβεβαίωνε την πληροφορία. Δεν υπήρχαν υπαινιγμοί για ανεξήγητες απουσίες, που θα δικαιολογούσαν την πράξη. Οι ψίθυροι αφορούσαν κάποιον παχουλό κύριο, που επισκεπτόταν το σπίτι, μετά το θάνατο του πατέρα. Συναντούσε τη μητέρα στο σαλόνι, μιλούσαν χαμηλόφωνα, αφού πρώτα του είχαν δώσει την πολυπόθητη άδεια για παιχνίδι . Αποδείχτηκαν όμως αβάσιμοι όσον αφορά την εντιμότητά της, άλλωστε η μελαγχολική φυσιογνωμία της δεν συναινούσε σε ουσιαστικές αλλαγές. Ότι δεν είχε ακούσει τίποτα για τη φράση το θεώρησε απόδειξη εσωστρέφειας, απαραίτητο στοιχείο κάθε ηθικής γυναίκας , αν και μια ακατανίκητη παρόρμηση τον οδηγούσε να παραδεχτεί την εγκυρότητα της μαρτυρίας.
- Γνωρίζετε ότι η μητέρα σας ήταν θαυμαστής του φόβου, τον ρώτησε, κοιτάζοντας το υποψιασμένο πρόσωπό του.
Ένα λεπτό στρώμα χιονιού είχε καλύψει αθόρυβα το πεζοδρόμιο. Το βραδινό αεράκι το ανασήκωσε και το έστειλε να καλύψει το εσωτερικό του χαμηλόφωτου μαγαζιού.
- Διαβάστε αυτό το γράμμα. Έχει σταλεί στη μητέρα σας. Θα αναγνωρίσετε το άρωμα της παρουσίας της.
“Μαδρίτη 12/10/57
Συμφωνώ με τη σκέψη σου, μα πρέπει να καταλάβεις ότι τα όνειρά μας είναι η αιχμαλωσία των ανείπωτων παραστάσεων.
Κάποτε, ξέρεις καλύτερα εσύ, διαλέγαμε τους μύθους μας. Τον κορμό της ύπαρξής μας.
Σε φιλώ ’’

Το γράμμα δεν ήταν απόδειξη φερεγγυότητας του αγνώστου. Αντίθετα περιέπλεκε περισσότερο τα πράγματα. Οι αστυνομικές μέθοδοι αναγνώρισης του αποστολέα, η παραλαβή από τη μητέρα του, και η μυστηριώδης ανεύρεση του γράμματος από τον συνομιλητή του, βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με τον εφησυχασμένο χαρακτήρα του.
-Η μητέρα σας ακολούθησε το δρόμο της διάψευσης. Πίστεψε στη γοητεία του μυστηρίου. Η αναχώρησή της ήταν ένας χλευασμός στη ματαιοδοξία. Η ανυπαρξία της συντηρεί την άγνοιά μας. Η επιστροφή μας κύριε, είναι θέμα επιλογής. Αρκεί να την θεωρήσουμε αναγκαία.
Ο θριαμβευτικός τόνος του συμπεράσματός του και η αναίδειά του ν’αναφέρεται σ’ένα αγαπημένο πρόσωπο που μόνο αυτός είχε την κυριότητα να υπερασπίζεται, τον αναστάτωναν. Ήταν αναγκασμένος να τον εγκαταλείψει κι αν χρειαζόταν με τη βία.
Σκυφτοί οι διαβάτες, περνούσαν βιαστικά, τυλιγμένοι στα βαριά παλτά τους, αφήνοντας τις παγωμένες ανάσες τους στη θολή ατμόσφαιρα. Έκλεισε το παράθυρο, απομάκρυνε με μια κίνηση την ομορφιά του πρωινού, κι ελευθέρωσε το σώμα του.
Από πάνω μας περνάει ο δρόμος του».







Δεν υπάρχουν σχόλια: