Σάββατο, Μαρτίου 23, 2019

ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ "ΟΠΩΣ ΠΟΤΕ"


Αδυνατώ να βρω υποστηρικτικά λόγια που να τεκμηριώνουν με πειστικότητα και ακρίβεια την γνώμη μου για το τελευταίο βιβλίο του Μισέλ Φάϊς, «Όπως ποτέ». Αισθανόμενος βαθιά απογοήτευση τελειώνοντας τη νουβέλα, η επίγευση της ανάγνωσης επιδεινώνει την εκφραστική μου ικανότητα, η οποία δεν φημίζεται για την γλωσσική της επιμέλεια, ώστε να μην μπορώ να εκφράσω με ευθυέπεια και αναλυτική διάθεση τη συμπερασματική μου βεβαιότητα ότι πρόκειται για ένα λογοτεχνικό κείμενο που κυριαρχείται από  προβλέψιμες αφηγηματικές ευρεσιτεχνίες, επιτηδευμένους λεκτικούς ακροβατισμούς, επιβαρυμένο με στοιχεία αυτάρεσκης λογοτεχνικής ευρηματικότητας, πομπώδης κοινοτοπίες, μια προσομείωση κειμενικής αισθητικής.
Αυθαιρετώ λοιπόν, ελπίζοντας να διαψευστώ, δηλώνοντας ότι η αναμενόμενη καθοδική συγγραφική πορεία του Μισέλ Φάϊς είναι πλέον γεγονός.



ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ "ΟΠΩΣ ΠΟΤΕ"
ΚΩΜΩΔΙΑ ΤΗΣ ΚΟΥΡΑΣΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΠΑΤΑΚΗ"

Κυριακή, Μαρτίου 17, 2019

"Νοέμβριος"


Τελειώνω την ανάγνωση του βιβλίου, σηκώνομαι απ’την καρέκλα, κι αρχίζω να χειροκροτώ ενθουσιασμένος. «Μπράβο! Μπράβο!» φωνάζω, αδιαφορώντας αν ακούγομαι στον δρόμο απ’το ανοιχτό παράθυρο. Ακολουθεί παρατεταμένο χειροκρότημα, στην αρχή επιφυλακτικό, μετά ζεστό, αργότερα κι αυτό ενθουσιώδες, από τους αθέατους συναναγνώστες, οι οποίοι ήθελαν κι αυτοί να χειροκροτήσουν  τελειώνοντας το βιβλίο, αλλά κάτι τους εμπόδιζε, μια σωματοφραγή, ένας φωνητικός αυτοπεριορισμός ας πούμε, βρίσκοντας στη δική μου χειρονομία,  το απελευθερωτικό εναρκτήριο παράγγελμα, για να απελευθερώσουν την χαρά τους, ανακοινώνοντας  την ευεργεσία που τους πρόσφεραν τα διηγήματα του Σκαμπαρδώνη. 
Όλοι μαζί, παρόντες κι απόντες,  αυτή τη στιγμή που χειροκροτούμε όρθιοι τον συγγραφέα, είμαι σίγουρος, ότι αυτός αποδέχεται την αυθορμησία μας, μ’ένα χαμόγελο ικανοποίησης, ψιθυρίζοντας συγκινημένος: «Σας ευχαριστώ, σας ευχαριστώ πολύ», κεκλιμένος ελαφρά μπροστά, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης.


"Νοέμβριος"
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ

Δευτέρα, Μαρτίου 11, 2019

ΤΟ ΑΣΑΝΣΕΡ


Κάθε βράδυ, όταν ξαπλώνω στο κρεβάτι, λίγο πριν κοιμηθώ, ακούω το ασανσέρ να μπαίνει σε λειτουργία. Από τις μετρήσεις που έχω κάνει, σε άλλα σπίτια, υπολογίζω, από το χρόνο που διαρκεί ο θόρυβος, ότι προορισμός του είναι ο τρίτος όροφος. Όταν ο θόρυβος σταματήσει, ας δεχθούμε για την οικονομία και την αληθοφάνεια της αφήγησης, στον τρίτο όροφο, αφουγκράζομαι, μέσα στην ησυχία της νύχτας, ν’ακούσω την πόρτα να ανοίγει, αλλά δεν ακούω τον παραμικρό ήχο, αν και το ομολογώ, ότι λόγω αποστάσεως αυτό είναι αρκετά δύσκολο. Το ίδιο όμως συμβαίνει όταν το ασανσέρ επιστρέφει στο ισόγειο, όπου βρίσκεται το διαμέρισμά μου. Δεν ακούω κάποιον να ανοίγει ή να κλείνει την πόρτα, μέχρι που το ασανσέρ επιστρέφει ξανά στον τρίτο όροφο. Αυτή η διαρκής κίνηση συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια την νύχτας, με σταθερές χρονικά παύσεις, γεγονός που διαπιστώνω ως αυτήκοος μάρτυρας. Έχω ανήσυχο ύπνο, που με κάνει να ξυπνώ, δίχως να σηκώνομαι από το κρεβάτι, διότι όσες φορές το επιχείρησα, όχι για να κατασκοπεύσω τη σκοτεινή διαδρομή τού ασανσέρ, αλλά για να καπνίσω ένα τσιγάρο, το οποίο έλπιζα ότι θα με οδηγούσε στις αγκάλες του Μορφέως το αποτελέσμα είναι ακριβώς αντίθετο από αυτό που περιμένω, οδηγώντας με σε μια άυπνη νύχτα, που έχει καταστροφικές επιπτώσεις στην επαγγελματική μου απόδοση. Το πρωί, με την ανατολή τού ήλιου, παύει κάθε θόρυβος, η ησυχία επανέρχεται,  με το σήμα της αφύπνισης του κινητού μου να δίνει το εγερτήριο παράγγελμα στην κανονικότητα της μέρας.
Ενοχλούμαι φυσικά από τον θόρυβο, αλλά τώρα πια τον έχω συνηθίσει. Αυτό που δεν μπορώ ν’αποδεχτώ είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν ενώ κατοικώ σε μονοκατοικία.



"Elevator Door" 2006
Dan Witz

Τετάρτη, Μαρτίου 06, 2019

BURNING Lee Chang-dong







Υπάρχουν ταινίες που παρ’όλη την εξαιρετική φιλμική τους διαύγεια, δεν τους αποδίδεται η απαραίτητη προσοχή, με αποτέλεσμα να συνθλίβονται στην ομοιομορφία του κινηματογραφικού ανταγωνισμού. Η αφομοίωσή τους από τα κριτήρια του φιλμικού κριτικού λόγου και τους κανόνες της κινηματογραφικής αφήγησης, τα οδηγούν εκτός κάδρου ακόμη και από θεατές που παρακολουθούν επιμελώς την κινηματογραφική εξέλιξη και διαθέτουν την επάρκεια για να διακρίνουν, να στοχεύσουν με τον σχολιασμό τους ταινίες που τα φιλμικά στοιχεία τους δεν εντάσσονται στους όρους της κινηματογραφικής ορθότητας.
Το «Burning» είναι μια ταινία που ξεφεύγει από την οριοθέτηση του φιλμικού ορισμού, ταινία που η ιδιαιτερότητα της προσδιορίζεται από τον αφηγηματικό υπαινιγμό της φιλμικής γλώσσας, που δεν εστιάζεται σ’αυτό που αποτυπώνει η κάμερα στα περιοριστικά όρια της οθόνης, αλλά σ’αυτά που δεν λέγονται, αλλά διαχέονται υπαινικτικά μέσα από την εξέλιξη της ιστορίας. Το φιλμ είναι μια οπτική απορία, για την δυνατότητα της αφήγησης να διηγηθεί ως αληθινή μια ιστορία στα όρια της κινηματογραφικής γλώσσας. Αυτό που μας διηγείται ο αφηγητής ως αληθινό, υπάρχει στην πραγματικότητα, ή πρέπει να ξεχάσουμε ότι δεν υπάρχει ως πραγματικότητα, για να απολαύσουμε την ιστορία που μας αφηγείται;
Τη στιγμή που η Shin Hae-mi ξεφλουδίζει ένα πορτοκάλι που δεν υπάρχει, δείχνοντας το ταλέντο της στην παντομίμα, μπροστά στον Lee Jong-su, σύμφωνα με τη μετάφραση των Γιώργου Βουδικλάρη - Θανάση Δούβρη στο βιβλίο «Ο ελέφαντας εξαφανίζεται», του Χαρούκι Μουρακάμι, λέει: «Το ζήτημα δεν είναι να κάνεις τον εαυτό σου να πιστέψει ότι πράγματι υπάρχει εκεί ένα πορτοκάλι, αλλά πρέπει να ξεχάσεις ότι δεν υπάρχει». Πάνω σ’αυτό τον καταγωγικό ορισμό της αφήγησης στήνεται η ταινία του Lee Chang-dong Ξεκινώντας από αυτή την ιδέα ο σκηνοθέτης στήνει ένα χαρισματικό, αριστοτεχνικό σχόλιο για τη σκοτεινή πλευρά της πραγματικότητας, με τις εκφάνσεις και τις παρεκκλίσεις της, την αποξένωση, τα σκοτάδια της ψυχής, με τρόπο υποβλητικό και διεισδυτικό, έναν κόσμο που δεν θέλει να ξεχάσει αυτό που του έχουν διηγηθεί ότι υπάρχει, και προσπαθεί να ταΐσει ανύπαρκτες γάτες, να τρέχει να δει αν ο αχυρώνας καίγεται, να προσπαθεί να μάθει αν υπήρχε πηγάδι στο πατρικό του σπίτι, θέτοντας την πραγματικότητα ως επικύρωση της αλήθειας της διήγησης, απορρίπτοντας κάθε αμφισημία και αμφιβολία του αφηγηματικού λόγου. Μέσα από μια διαρκή εκκρεμότητα, ο φιλμικός κόσμος δίχως εντάσεις και απειλές, με ελαφρότητα, χαλαρότητα, αλλά με υποβλητικό κινηματογραφικό ρυθμό, παρουσιάζει στην οθόνη την ψευδαίσθηση του φαίνεσθαι και του είναι, μέσα από ένα παζλ επιθυμιών, εγκατάλειψης, εξαφανίσεων και αινιγματικών προσώπων.
Το «Burning” είναι μια ταινία που τα πάθη δεν μεγαλοστομούν, υπονοούνται και αποκρύπτονται από το κινηματογραφικό κάδρο, εμφυτεύοντας ένα απροσδιόριστο φαίνεσθαι της πραγματικότητας, άφατο και άρρητο, που δεν συνομιλεί με την κινηματογραφική παράδοση, αλλά με την ανάγκη της καταβύθισής μας στα γριφώδη, αλλά τόσο ευεργετικά μονοπάτια της αφηγηματικής πραγματικότητας.




Σκηνοθεσία Lee Chang-dong

Σενάριο Oh Jung-mi , Lee Chang-dong

Πρωταγωνιστούν 

Yoo Ah-in

Steven Yeun

Jeon Jong-seo

Μουσική Mowg

Σκηνοθεσία Lee Chang-dong

Σενάριο Oh Jung-mi , Lee Chang-dong

Πρωταγωνιστούν 

Yoo Ah-in

Steven Yeun

Jeon Jong-seo



Μουσική Mowg


 



Κυριακή, Μαρτίου 03, 2019

Ο ΦΛΟΡΕΝΤΙΝ ΣΟΥΣΑΜΙ ΑΚΟΥΕΙ ΤΡΑΓΚΑ(ΤΡΙΤΗ ΕΚΔΟΧΗ)


Ο Φλορεντίν Σουσάμι το πρωί της Τετάρτης, 13 Φλεβάρη 2019, πληροφορείται πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν γνωρίζουν ότι η περίοδος περιστροφής της γης περί τον άξονά της είναι 24 ώρες, 56 λεπτά και 4,09 δευτερόλεπτα, και ότι εκτός από την ημερήσια περιστροφής της γύρω από τον άξονά της, η Γη κάνει και μία ετήσια περιφορά γύρω από τον Ήλιο, που διαρκεί 365,2564 μέσες ηλικιακές ημέρες, δηλ. 365 μέρες, 5 ώρες, 48 λεπτά και 18 δευτερόλεπτα. 
Απογοητευμένος από την είδηση, βάζει σε λειτουργία τη μηχανική τυφλόμυγα, που κατασκεύασε με τόση προσπάθεια, υπομονή και επιστημονική γνώση, την αφήνει να πετάξει, ελεύθερη τώρα πια, στον ομορφοφτιαγμένο ουρανό, ανοίγει το ραδιόφωνο κι ακούει Γιώργο Τράγκα.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 23, 2019

Ο ΦΛΟΡΕΝΤΙΝ ΣΟΥΣΑΜΙ ΑΚΟΥΕΙ ΤΡΑΓΚΑ(ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΧΗ)


Ο Φλορεντίν Σουσάμι το πρωί της Τετάρτης, 13 Φλεβάρη 2019, πληροφορείται πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν γνωρίζουν ότι η περίοδος περιστροφής της γης περί τον άξονά της είναι 24 ώρες, 56 λεπτά και 4,09 δευτερόλεπτα, και ότι εκτός από την ημερήσια περιστροφής της γύρω από τον άξονά της, η Γη κάνει και μία ετήσια περιφορά γύρω από τον Ήλιο, που διαρκεί 365,2564 μέσες ηλικιακές ημέρες, δηλ. 365 μέρες, 5 ώρες, 48 λεπτά και 18 δευτερόλεπτα. 
Απογοητευμένος από την είδηση, φτιάχνει καφέ, ανάβει τσιγάρο, παίρνει στην αγκαλιά του τη μηχανική τυφλόμυγα, που κατασκεύασε με τόση προσπάθεια, υπομονή και επιστημονική γνώση, κι αρχίζει να της  χαϊδεύει τα φτερά, την πλάτη, την κοιλιά(εκεί που της αρέσει περισσότερο), ανοίγει το ραδιόφωνο, κι ακούει Γιώργο Τράγκα.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 16, 2019

Ο ΦΛΟΡΕΝΤΙΝ ΣΟΥΣΑΜΙ ΑΚΟΥΕΙ ΓΙΩΡΓΟ ΤΡΑΓΚΑ


Ο Φλορεντίν Σουσάμι το πρωί της Τετάρτης, 13 Φλεβάρη 2019, πληροφορείται πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν γνωρίζουν ότι η περίοδος περιστροφής της γης περί τον άξονά της είναι 24 ώρες, 56 λεπτά και 4,09 δευτερόλεπτα, και ότι εκτός από την ημερήσια περιστροφής της γύρω από τον άξονά της, η Γη κάνει και μία ετήσια περιφορά γύρω από τον Ήλιο, που διαρκεί 365,2564 μέσες ηλικιακές ημέρες, δηλ. 365 μέρες, 5 ώρες, 48 λεπτά και 18 δευτερόλεπτα. 
Απογοητευμένος από την είδηση, καταστρέφει, αφού αφήνει να πετάξει στο δωμάτιο, για τελευταία φορά, τη μηχανική τυφλόμυγα, που κατασκεύασε με τόση προσπάθεια, υπομονή και επιστημονική γνώση, ανοίγει το ραδιόφωνο κι ακούει Γιώργο Τράγκα.


"Radio-Skulptur" 1962
Jean Tinguely


Πέμπτη, Φεβρουαρίου 14, 2019

ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΕΣ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΕΣ

  -Τι θα θέλατε; Μπορώ να σας εξυπηρετήσω σε κάτι;
Αιφνιδιασμός, αμηχανία, σιωπή. Αυτές ήταν οι αντιδράσεις μου, κατά σειρά εμφανίσεως, στην απρόβλεπτη ερώτηση της ευειδούς κυρίας,  που στεκόταν απέναντί μου, ενώ μία αχτίδα φωτός γλιστρούσε πάνω στο αφρόγαλα του λαιμού της.
- Δεν σας κατάλαβα, απάντησα, μ’ένα χαμόγελο που αποκάλυψε την έκπληξή μου, ξεπερνώντας το αρχικό σοκ.
- Αν χρειάζεστε κάτι κύριε, γιατί σε λίγο κλείνουμε, επανέλαβε την ερώτησή της, προσθέτοντας έναν επιτακτικό τόνο στη φωνή της.
Προσπάθησα να καταλάβω αν είχα απέναντι  κάποια που ήθελε να παίξει μαζί μου ή μήπως βρισκόταν μπροστά μου η σωματόμορφος διάψευση της πραγματικότητας. Δεν ήθελα να γίνω συμμέτοχος στην παιγνιώδη ευεξία της,  προσπαθώντας  μη χάσω την ψυχραιμία μου. Ήμουν αρκετά κουρασμένος και δεν είχα όρεξη για αστεία, κυρίως από κάποια που συναντούσα για πρώτη φορά. Βγήκα στον διάδρομο κι έψαξα τον Ηλία, που εκείνη τη στιγμή είχε τελειώσει τη δουλειά του, και χαλαρός κάπνιζε, περιμένοντας να περάσουν τα δέκα λεπτά που απόμεναν για να σχολάσουμε.
- Ηλία, έλα ένα λεπτό μαζί μου, νομίζω ότι έμπλεξα με κάποια τρελή, του είπα, παίρνοντας το μέρος της συμβατικής λογικής, απορρίπτοντας το κατηγόρημα της ψευδαίσθησης .
Ο Ηλίας έσβησε το τσιγάρο με το σάλιο του, δυσανασχετώντας, και το πέταξε έξω από την πόρτα του μαγαζιού.
- Τι συμβαίνει Μαρία, εξυπηρέτησε τον κύριο, είναι ώρα να φύγουμε, δεν θα ξημερώσουμε εδώ, απευθύνθηκε στην κυρία με το σκυλάκι, φτάνοντας στο βάθος τού μαγαζιού,  που μας περίμενε η επώνυμη, τώρα πια, κυρία.
-Προσπαθώ, Ηλία μου, μα δεν καταλαβαίνει. Τον ρωτάω τι χρειάζεται, κι αυτός  με κοιτάει παράξενα, λες και είναι υπάλληλος του μαγαζιού.
Ο Ηλίας γύρισε προς το μέρος μου, με απροκάλυπτα επιθετικό ύφος, που δεν αρμόζει σε υπάλληλο , παραμερίζοντας, προσωρινά,  το γεγονός ότι τον γνώριζα τόσα χρόνια, και ρώτησε, υιοθετώντας  μια οικειότητα,  που έτρεφε την ακατάληπτη ευρεσιτεχνία  του φλύαρου μυαλού της πραγματικότητας, ελάχιστο δείγμα της οποίας ήταν όσα συνέβαιναν μπροστά στα μάτια μου.
- Πες μου τι θέλεις;
Τώρα πια δεν ήταν απλά ζήτημα επικοινωνίας, ήταν θέμα κατανόησης των άπειρων συνδυασμών του πραγματικού. Τι παιγνίδι ήταν αυτό που παιζόταν εις βάρος μου; Ποιος ήταν ο εμπνευστής και γιατί συμμετείχε ο φίλος και συνάδελφος Ηλίας; Ποια ήταν η κυρία με το σκυλάκι,  με το ωραίο σύμπαν του κορμιού της,  που συμπεριφερόταν σαν υπάλληλος του μαγαζιού, στο οποίο  δούλευα περισσότερα από δέκα χρόνια;
Χαμογέλασα και προσπάθησα να σταματήσω το παιγνίδι, με πρόθεση συμβιβασμού.
- Εντάξει Ηλία, τέρμα η πλάκα, η υπομονή έχει τα όριά της, απευθύνθηκα στον Ηλία, αποφεύγοντας να νομιμοποιήσω την κυρία, που εκείνη τη στιγμή χάιδευε το σκυλάκι της, φέρνοντας την παλάμη της, σαν να το χτένιζε, από κάτω προς τα πάνω στο μέτωπό του, τραβώντας προς την έξοδο, εξαγριωμένος, πέφτοντας σχεδόν πάνω στον Φάνη, το αφεντικό, που εκείνη τη στιγμή έκλεινε την ταμειακή μηχανή, μετρώντας τις εισπράξεις της ημέρας.
Πριν προλάβω να διαμαρτυρηθώ για την συμπεριφορά του Ηλία, που απέφυγα να τον ονομάσω συνάδελφο, δίνοντας, με αστραπιαία απόφαση,  οριστικό τέλος σε μια φιλία χρόνων, και για το ρόλο της αινιγματικής γυναίκας, ο Φάνης, το αφεντικό, με αποτελείωσε με το οριστικό, ρητορικό του ερώτημα.
  -Τελικά δεν βρήκατε αυτό που ψάχνατε; ρώτησε.
Του έριξα μια φαρμακερή ματιά, που έδειχνε όχι μόνο την ενόχλησή μου, αλλά ήταν ένα προοίμιο των αποφάσεών μου, που δεν είχα φυσικά λόγο να παρθούν εν θερμώ, και βγήκα έξω, βαδίζοντας βιαστικά προς τη μηχανή μου. 
-Αύριο δεν θα έρθω στη δουλειά, θα περάσω  να μου δώσεις εξηγήσεις, του φώναξα, πατώντας τη μίζα της μηχανής, ξεχνώντας τις μετριοπαθείς αποφάσεις που είχα πάρει πριν ένα λεπτό.
Κάθε μέρα αυτή την απειλή του πετούσα, αλλά την επόμενη επτάμισι η ώρα το πρωί βρισκόμουν έξω από το μαγαζί, περιμένοντας τον Φάνη, το αφεντικό, να σηκώσει τα ρολά, να μπούμε μέσα να δουλέψουμε, να βγάλουμε το μεροκάματο.



Πίνακας
"The Four Closed Shops" 1982
Jeffrey Smart


Κυριακή, Φεβρουαρίου 03, 2019

Ο ΓΥΠΑΣ


Όταν αισθάνομαι βαρύθυμος και μελαγχολικός βαδίζω στην οδό Νεαπόλεως. Εκεί, στον αριθμό 38, συναντώ τον γύπα. Στέκεται στο παράθυρο τού πάνω ορόφου ενός δίπατου σπιτιού, ακίνητος, ηγεμονικός, με τα γαλανά του μάτια να περιεργάζονται την κίνηση στο δρόμο. Οι περαστικοί για αυτοτελείς λόγους δεν αντιλαμβάνονται την παρουσία του, ή έτσι δείχνουν από τη διάθεσή τους να προσπεράσουν την αποκλίνουσα εικόνα. Οι άνθρωποι έχουν πληθυντικούς λόγους για το που θα σπαταλήσουν το βλέμμα τους. Είμαστε όλοι ανοχύρωτοι στο απρόβλεπτο, γι'αυτό δεν τους αδικώ.
Σταματώ και παρατηρώ το μακρουλό κεφάλι του, το κοφτερό ράμφος, τον κυρτό λαιμό, τα εξαίσια μεγάλα φτερά, τα λεπτά ποδαράκια του με τα γαμψά, αυτοφυλακισμένα νύχια.
Ομόγνωμος με τη σκέψη να συνεχίσω τον περίπατό μου, χάνομαι απ' το λεκτικό μου κάδρο.





 "Chair with the Wings of a Vulture" 1960 Salvador Dali





Κυριακή, Ιανουαρίου 20, 2019

ΤΟ ΟΠΤΙΚΟ ΝΕΥΡΟ

“Το φυσικό σύμπαν σταμάτησε»
«ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΘΑΥΜΑ»
Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Βρίσκομαι στη γωνία των οδών Κολοκοτρώνη και Καραϊσκάκη περιμένοντας ν’ανάψει το πράσινο φανάρι για να διασχίσω το δρόμο. Κρατάω στο χέρι μου το βιβλίο « Το οπτικό νεύρο», της Μαρία Γκάινσα,  που πριν λίγο αγόρασα, και είμαι ανυπόμονος να το διαβάσω. Το οπτικό σήμα που σταματά την πορεία μου, μου δίνει την ευκαιρία να ρίξω μια ματιά,  κι αρχίζω να διαβάζω, ξεκινώντας από το πρώτο διήγημα « ΤΟ ΕΛΑΦΙ ΤΟΥ ΝΤΡΕ». Γνωρίζω ότι ο χρόνος είναι ελάχιστος, σε λίγα δευτερόλεπτα θα περάσω απέναντι, θα συνεχίσω να βαδίζω ανάμεσα στον κόσμο, που δεν ενδιαφέρεται για τις προτεραιότητές μου. Βιάζομαι να γυρίσω σπίτι, δεν έχω σκοπό να βρεθώ σε κάποιο καφέ ή κάποιο άβολο παγκάκι για να συνεχίσω την ανάγνωση.
 «Τον Ντρε τον γνώρισα ένα φθινοπωρινό μεσημέρι• το ελάφι του, ακριβώς πέντε χρόνια αργότερα», διαβάζω. Συνεχίζω την ανάγνωση του διηγήματος, στην αρχή με έκπληξη, μετά με θαυμασμό, γοητευμένος. Απολαμβάνω την αυθαίρετη μετατόπιση της ιστορίας, τη ευρηματική διακλάδωση της αρχικής ιδέας, το αφηγηματικό μοντάζ που φαίνεται τεχνηέντως ακατέργαστο, τις εμβόλιμες μικροϊστορίες που διευρύνουν την αφηγηματική μετρική. Μόλις φτάνω στην καταληκτική πρόταση του τελευταίου διηγήματος του βιβλίου, «LOS PITUCONES», «...Nοιώθω μιαν απαλή ευτυχία μέσα στην μελαγχολία-ποιητική ευτυχία τη λένε, νομίζω. Θα έδινα το δεξί μου χέρι για να θυμηθώ ποιος την είπε έτσι.», ανάβει το πράσινο και ξεκινάω να περάσω απέναντι.


"Το οπτικό νεύρο"
Μαρία Γκάινσα
Μετάφραση Μαρία Μπεζαντάκου
Εκδόσεις "opera"

Παρασκευή, Ιανουαρίου 18, 2019

ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΩΝ ΤΥΨΕΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ



Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό "fractal" την Πέμπτη 17 Γενάρη 2018


Η αφομοίωση του έργου ενός συγγραφέα, στην προκειμένη περίπτωση του Borges, που θα δίνει διέξοδο στη θεματική αφηγηματική στρατηγική και θα απελευθερώνει την έμπνευση, είναι το ζητούμενο του αφηγηματικού σύμπαντος του βιβλίου «Το μουσείο των τύψεων». Δεν είναι φυσικά πρωτόγνωρη η ανίχνευση λογοτεχνικού υλικού στο έργο άλλων συγγραφέων, ειδικά όταν μιλάμε για τον κ.Κυριακίδη, ούτε φυσικά περιοριστικό το εύρημα να συνομιλείς αφηγηματικά μ’έναν συγγραφέα. Αναγκαία όμως προϋπόθεση είναι να υπάρχει η ευφυΐα και η ικανότητα να διαχειριστεί ο συγγραφέας αυτόν τον  παιγνιώδη διάλογο ώστε να μας δώσει ένα κείμενο που θα είναι αυτοτελές και θα ανανεώνει την αφηγηματική εμπειρία. Να παίρνει τις αποστάσεις του και να δημιουργεί μια αυτόνομη μυθοπλασία στο χώρο της λογοτεχνίας.
Είναι λοιπόν η κομψότητα της γραφής, το απρόβλεπτο και αιφνιδιαστικό πετάρισμα της έμπνευσης, το ευφυές λαμπύρισμα της αφηγηματικής διαύγειας, η έκλαμψη του απρόβλεπτου και απροσδόκητου, η ακριβολογία της έκφρασης, η ευεργετική ίχνευση και συνομιλία με τον Άλλον, αυτός ο «προσωπαγής γρίφος» της συγγραφικής ματαιότητας που  κάνει τον κ.Κυριακίδη να ελπίζει ότι θα βγει από την ιδιότυπη κόλαση της ομηρίας, από την καταγωγική μήτρα των εκφραστικών αναζητήσεων και θα οδηγηθεί  στο ξέφωτο του κειμενικού λαβυρίνθου, ονειρευόμενος(;) ότι ο Άλλος θα παραχωρήσει τη θέση του(επιτέλους!) μετά  τη συμβολική  δολοφονία του, δια της γραφής (διαγραφής πήγα να γράψω), ώστε ο συγγραφικός του κόσμος να απαλλαγεί από το βάρος της παρουσίας του. Απαλλαγμένος από το βάρος των αφηγηματικών αντανακλάσεων του λογοτεχνικού καθρέφτη, θα οδηγηθεί στη εκφραστική ανεξιθρησκεία πιστεύοντας στη συγγραφική κάθαρση.
Ο κ. Κυριακίδης δεν αναδεικνύει την αφηγηματική του ευρύτητα και γλωσσική  ευρεσιτεχνία του σ’αυτά τα διηγήματα, γιατί  το βλέμμα του είναι στραμμένο στη θεματολογία του. Αυτό είναι που θέλει να ξορκίσει, κι όχι η επιμονή και αφοσίωσή στη γλωσσική έκφραση, που όλα αυτά τα χρόνια έχει καλλιεργήσει επαξίως  με γλωσσική επιμέλεια και αφηγηματική αυτάρκεια, ενεργοποιώντας, όσο περνούν τα χρόνια, την πυκνότητα, την ακρίβεια και λιτότητα της γλωσσικής ωριμότητας. Ο κάθε συγγραφέας έχει τις προτεραιότητές του, και η σύζευξη θέματος και εκφραστικής απόδοσης  θα ήταν η ιδανική κατάληξη των προσπαθειών του, αλλά ο θεματικός πυρήνας των διηγημάτων του βιβλίου «Το βιβλίο των τύψεων και άλλα διηγήματα» δεν προσφέρονται για να την ανάδειξη της αποδεδειγμένης αφηγηματικής ικανότητας του κ.Κυριακίδη.

Κυριακή, Ιανουαρίου 13, 2019

"τεχνητές αναπνοές και άλλα πεζά της πόλεως» [2003-2010]










Λίγα λόγια για την επιμέλεια της έκδοσης


Κάποιες φορές γινόμαστε φορτικοί γιατί στεκόμαστε σε λεπτομέρειες που για άλλους φαίνονται ασήμαντες, ανάξιες ν'αναφερθούν, για άλλους όμως αποτελούν μέρος της απόλαυσης του βιβλίου.
Επειδή είμαι οπαδός, εκτός του Ολυμπιακού, και της επιμελούς παρουσίασης ενός έργου, στέκομαι σε ορισμένα σημεία, αβλεψίες τις ονομάζουν κάποιοι, για να μη μιλήσουν για την προχειρότητα ορισμένων εκδόσεων, που τώρα πια πλειοψηφούν, που ακυρώνουν  το εκδοτικό αποτέλεσμα, αδικούν τον συγγραφέα και τους συντελεστές της έκδοσης, οι οποίοι προσπαθούν με την αφηγηματική δεξιότητα και κριτική ικανότητα, να δημιουργήσουν το καλύτερο δυνατόν αισθητικό αποτέλεσμα. 
Σημειώνω λοιπόν τα εξής για το βιβλίο του Αχιλλέα Κυριακίδη "τεχνητές αναπνοές και άλλα πεζά της πόλεως " εκδόσεις Πατάκη:
1) Στο κεφάλαιο «Πρώτες δημοσιεύσεις» σ.253-254,  στη σελίδα 254 γράφει: Η σκέψη του Δ.Χ., τυπωμένη με πλάγια, στη σ. 187, είναι στίχος του Tάκη Σινόπουλου από την ποιητική σύνθεση Το γκρίζο φως (Κέδρος, 1982): «Πρόκειται για κείνο το τετραγωνάκι στο δυτικό παράθυρο / και για το γκρίζο φως του απογεύματος στον τοίχο απέναντι».
Γυρίζοντας όμως στη σελίδα 187 δεν βρίσκουμε το παραπάνω απόσπασμα, αλλά στη σελίδα 189
Μεταφέρω: «Ο Δ.Χ. είπε το δεύτερο Ναι της ημέρας του• αυτή τη φορά, με μια ελαφρά ερωτηματική απόχρωση που, αντί να προκαλέσει τη συνέχεια, όπως λογάριαζε, ανάγκασε τον άλλον να επαναλάβει τη φράση του: Πρόκειται για τον κύριο Παπαδημητρακόπουλο. (Και για το γκρίζο φως τον απογεύματος στον τοίχο απέναντι, συμπλήρωσε ο Δ.Χ. άθελά του κι από μέσα του.)»
Το ίδιο συμβαίνει και στην παραπομπή της ίδιας σελίδας(254) όπου αναφέρεται «Στη σ. 194, το «Κάποιος θα πρέπει να με συκοφάντησε» παραπέμπει στην αρκτική φράση της Δίκης του Franz Kafka «Κάποιος θα πρέπει να συκοφάντησε τον Γιόζεφ Κ., γιατί, χωρίς να έχει κάνει τίποτα κακό, ένα ωραίο πρωί συνελήφθη» (μτφρ. Αλέξανδρος Κοτζιάς, Γαλαξίας, 1967)»
Ψάχνοντας τη σελίδα 194 που μας παραπέμπει το απόσπασμα δεν βρίσκουμε πάλι τίποτα, αλλά αν είμαστε πιο προσεχτικοί το διαβάζουμε στη σελίδα 196 
Μεταφέρω το απόσπασμα: «....τι ήταν αυτό που είχε διαρρήξει όλες του τις βεβαιότητες και του ’χε κλέψει τη ζωή, Μα ποια ζωή, σκέφτηκε, κι ύστερα: Γιατί κάποιος θα πρέπει να με συκοφάντησε. σ.196

2) Ο κ. Αριστοτέλης Σαΐνης στο εξαιρετικό, αν και υμνητικό, επίμετρο για το έργο του κ.Αχιλλέα Κυριακίδη αναφέρεται δυο φορές στη νουβέλα «Κωμωδία», αλλά οι παραπομπές που μας δίνονται στις σημειώσεις δεν αντιστοιχούν στις σελίδες του τόμου που κρατάμε στα χέρια μας, αλλά, προφανώς, στην αυτοτελή έκδοση του έργου.
Αντιγράφω από τη σελίδα 228: «46. Θυμίζω ότι η συνάντηση έχει «τηλεοριστεί, στο απομονωμένο και συνήθως μισοάδειο μαγειρείο-cafe “24”, λίγο πριν (ή λίγο μετά) το σταθμό των διοδίων, στο 24ο χιλιόμετρο του εθνικού αυτοκινητόδρομου» (σ. 35). Στο τέλος, ένα 24 «που σήμαινε κάτι κάποτε» θα βρεθεί ισοπεδωμένο στην άσφαλτο (σ. 59) και θα το δρασκελίσει ο Δ.Χ. της τελευταίας εκδοχής... Ανάμεσά τους, τα 24 γράμματα της αλφαβήτου θα σχηματίσουν με όλους τους πιθανούς συνδυασμούς λέξεις, οι λέξεις θα συνδυαστούν με όλους τους πιθανούς συνδυασμούς σε φράσεις και ούτω καθεξής. Ωστόσο,το να ανακατεύεις τα γράμματα του βιβλίου, οποιονδήποτε βιβλίου, ακόμα και του Αναγνωστικού, σημαίνει να ανακατεύεις τον κόσμο, θα έλεγε ένας καββαλιστής σαν τον μεγάλο Αμπουλάφια ή τον μεγάλο μαθητή του, Ουμπέρτο Έκο, προειδοποιώντας μας πως το παιχνίδι με τις λέξεις και η παραποίηση του λεξικού είναι επικίνδυνα.» 
Οι παραπομπές που μας δίδονται δεν αντιστοιχούν στις σελίδες του βιβλίου που κρατάμε στα χέρια μας, δηλαδή στις σελίδες 174 (εκεί που αναφέρεται ως σελίδα 35) και 196 (εκεί που αναφέρεται ως σελίδα 59).
3) Στη σημείωση 56 του επίμετρου αναφέρεται: 56. Βλ. «Γράφω με εικόνες, σκηνοθετώ με λέξεις», ό.π., σημ.42
Βλέπουμε όμως έκπληκτοι ότι η φράση υπάρχει στη σημείωση 43(σελίδα 226)

υγ. Οι φωτογραφίες για αποδεικτικά στοιχεία των σημειώσεών μου , αλλά περισσότερο για τυχόν λάθη της του κειμένου.


ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
"τεχνητές αναπνοές και άλλα πεζά της πόλεως"
[2003-2010]

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 21, 2018

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΠΕΤΡΑΚΗ ΑΛΕΜΑΝΙΑ


Ο Πετράκης Αλεμάνια τις μέρες που είναι στολισμένο το Χριστουγεννιάτικο δένδρο στο σαλόνι του σπιτιού του περιμένει να ωριμάσουν οι κρεμασμένες πολύχρωμες μπάλες στις άκρες των κλαδιών του. Εδώ και δεκαπέντε μέρες ρίχνει κλεφτές ματιές στο δένδρο και παρατηρεί την ωρίμανσή τους. Βλέπει το χρώμα τους να αλλάζει, να παίρνουν το μελαγχολικό φως του δειλινού, το αναδυόμενο άρωμά τους να εκλεπτύνει τον αφυδατωμένο ρου της μοναξιάς του. Η αναμονή τού δημιουργεί άγχος, αν και έχει αποκτήσει αρκετή εμπειρία όλα αυτά τα χρόνια που επαναλαμβάνει την πράξη του. Όπως κάθε χρόνο, τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων, θα φέρει το καλαθάκι που έχει καλά κρυμμένο στην αποθήκη, θα ανέβει στο δένδρο, πατώντας προσεχτικά στα κλαδιά του, και θα αρχίζει να μαζεύει τους χριστουγεννιάτικους καρπούς, προσέχοντας μην ξυπνήσει τους γονείς του. Με το καλαθάκι φορτωμένο ώριμες χριστουγεννιάτικους μπάλες, θα ανέβει στην ταράτσα του σπιτιού και θα τις μοιράσει γενναιόδωρα στις σκοτεινές μορφές, που είναι μαζεμένες εκεί, πρόθυμες να γευθούν τους γλυκερούς καρπούς. 
Σκέφτεται, άλλη μια φορά, πρωί Χριστουγέννων, τη στιγμή που παίρνει το χάπι της μεταμόρφωσης, στο δωμάτιο της κλινικής του Άουγκσπουργκ, τους γονείς του να βρίσκουν, δήθεν έκπληκτοι, το δένδρο άδειο από στολίδια, αποδίδοντας το γεγονός στην παιχνιδιάρικη διάθεση των ξωτικών του σπιτιού, κι αφήνει ένα ομιχλώδες χαμόγελο να καλύψει το πρόσωπό του.

Επεξεργασμένο βράδυ Σαββάτου 22.12.2018


"Décoration du sapin de Noël" Marcel Rieder (1862-1942)


Τρίτη, Δεκεμβρίου 04, 2018

MAMA LOOK


( Δύο τρία πράγματα που ξέρω γι'αυτόν)

Ο Mama Look δεν βάζει τόνους όταν μιλάει• αντίθετα όταν σκέφτεται χρησιμοποιεί το πολυτονικό σύστημα.


Τις ελεύθερες ώρες του ζωγραφίζει πατσάδες και ποδαράκια, σε αναρίθμητες παραλλαγές.

Ο Mama Look δεν διστάζει να προκαλεί, αποκαλώντας το "τσίου τσίου"-απ’όπου κι αν προέρχεται- σολομώντεια λύση.

Ο Mama Look τρώει όλο το φαγητό του. Ποτέ δεν άφήνει υπολείμματα φαγητού στο πιάτο του. 
Πριν αρχίσει να τρώει λέει: “Σήμερα δεν πεινάω καθόλου».

Του αρέσει περισσότερο η Μαντελένια από τη Μανταλένα

Όταν συναντάει στο δρόμο μαστροχαλαστές, εξτρατζήδες και σταχομαζώχτρες δεν τους χαιρετάει.

Πίνει βιταμίνη Χ, εμπιστευόμενος τους απατεώνες του διαδικτύου, για να γίνει διάφανος.

Παρευρέθηκε, ταυτόχρονα, σε δύο αρραβώνες, Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου του 98. Της Μίκας και του Γιάννη, της Τζένιφερ και του Λουκά, στην Αμφιλοχία και Δερβένι αντίστοιχα.

Κολυμπάει σε θάλασσες όπου ζουν μόνο γκριζόφριδα και γουρλομάτηδες.

Τρομοκρατεί τις μύγες στο δωμάτιό του, πλησιάζοντας προσεχτικά από πίσω τους, σκύβει προσεχτικά πάνω τους, και βγάζει μια κραυγή που μοιάζει με του χαμαιλέοντα του Αρκάνσας.

Αντιμετωπίζει τη δυσπιστία του κόσμου, πυροδοτώντας ένα αυτοσχέδιο μηχανισμό λεκτικών εκφράσεων, που τρέπει σε φυγή τους επικριτές του.

Τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του, πάσχοντας από άνοια, δεν θυμόταν τον τρόπο να στέκεται όρθιος, περνώντας όλο το διάστημα, μέχρι το θάνατό του, σε αναπηρική πολυθρόνα.
"Standing Figure"
Nathan Oliveira

Date: 1970

Κυριακή, Νοεμβρίου 25, 2018

Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΩΝ ΖΩΩΝ


Ο "Παράδεισος των ζώων" του Ντέιβιντ Τζέιμς Ποϊσάντ είναι ένα υπέροχο βιβλίο που συνεχίζει τον μοναχικό του δρόμο, ανάμεσα σε άλλα βιβλία που κυκλοφορούν, χρισμένα σε αριστουργήματα και μέγκλες από τους πανταχού παρόντες γραμμματολογούντες, κυρίως του διαδικτύου•ένα βιβλίο που μιλάει για τη μοναξιά, την απώλεια, τον θάνατο, τον έρωτα, τις διαψεύσεις, την ενοχή, τη μνήμη, την προδοσία, την αρρώστια ψυχική και σωματική, τον χωρισμό, τη γεωμετρία της απελπισίας. Αυτά τα αιώνια, ιδρυτικά θέματα, που κατοικοεδρεύουν στην άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής, επανέρχονται διαρκώς στον αφηγηματικό λόγο,ελπίζοντας ότι με τη λογοτεχνική επαναδιατύπωσή τους οι συγγραφείς θα δοκιμάσουν ξανά να ορίσουν τα όρια της ανθρώπινης ματαιότητας, υπενθυμίζοντας το ανεκπλήρωτο σχέδιο της ψυχικής αρχιτεκτονικής.
Ένα ταξίδι μνήμης, εξιλέωσης και συγχώρεσης, στο οποίο συναντάμε τον άνθρωπο-σαύρα, αλιγάτορες που μεταφέρονται στην καρότσα ενός φορτηγού για να βρεθούν στη λίμνη ενός γηπέδου γκολφ, την ακρωτηριασμένη κοπέλα με τη μύτη σαν φιστίκι, με τον ώμο στο σημείο που μπαίνει το ψεύτικο μπράτσο της να είναι ένας κόμπος σάρκα, σαν γλειμμένο χωνάκι παγωτό, τον Άρον, το πληγωμένο πουλί, που του αρέσουν το μέλι και τα αχλάδια, που πεθαίνει ηθελημένα τσιμπημένος από μέλισσες, παιδιά με υψηλό δείκτη IQ που δεν ξέρουν πώς να τα διαχειριστούν οι γονείς τους. Συναντάμε βίσονες, λύκους που μοιάζουν με ανθρώπους να μπαίνουν στην κουζίνα των σπιτιών, να συνομιλούν με τους ιδιοκτήτες, να πίνουν στιγμιαίο καφέ γιατί τους αρέσει, και όταν φεύγουν φοράνε στα πόδια τους μοκασίνια, ελάφια στις αυλές, σκυλιά με μύτη πρεζάκια που τα λένε Τζέιμς Ντιν και πεθαίνουν με ευθανασία, μωρά που δεν πηδούν σκοινάκι, που δεν υπερίπτανται, δεν μπορούν να στήσουν στη σειρά ντόμινο στον πάγκο της κουζίνας, απλώς λάμπουν. Διαβάζουμε για πρωινά που είναι σαν πορτοκάλι ξεφλουδισμένο και κλεισμένο σφιχτά σε μια γροθιά, για ψάρια-παράσιτα που μπαίνουν μέσα στους ανθρώπους και μπορούν να τους φάνε την ουρήθρα, όπως συνέβη στον Τόμπι.
Πάντα θα βρίσκονται οι ευκαιρίες να διαβάσουμε κάτι καλό. Ακόμη κι από που δεν το περιμένουμε.

"Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΩΝ ΖΩΩΝ"
ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΤΖΕΪΜΣ ΠΟΪΣΑΝΤ
Μετάφραση ΟΛΙΑ ΛΑΓΟΥΔΑΚΟΥ
Εκδόσεις "opera"

Παρασκευή, Νοεμβρίου 23, 2018

Η ΞΑΝΘΟΜΕΛΕΤΗΜΕΝΗ(ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΧΗ)


Η ΞΑΝΘΟΜΕΛΕΤΗΜΕΝΗ

- Ξανθομελέτα κι έρχεται, μου λέει.
- Αλήθεια;
- Τότε για ποιο λόγο βρίσκεσαι εδώ;
- Έχεις δίκιο.
Ξανθομελέτησα• είδα την ξανθομελετημένη να έρχεται, με τους οφθαλμούς μου ευγενικώς προσηλωμένους στην αρμονία της θελκτικότητος που δεν δύει ποτέ. Όταν με πλησίασε την άγγιξα για να διαπιστώσω αν ήταν υπαρκτή. Το χέρι μου, στο σημείο επαφής, πήρε ένα ξανθό χρώμα.
-Πήγαινε• η πίστη σου σε έσωσε, είπε, τοποθετώντας τους ξανθοβαφείς δαχτύλους της επί της κεκλιμένης κεφαλής μου.
Έφυγα ξανθοσημαδεμένος, αλλά θεραπευμένος.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΧΗ

Τετάρτη, Νοεμβρίου 21, 2018

"ΞΑΦΝΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ" ALVARO ENRIGUE


Υπάρχουν κάποια λογοτεχνικά βιβλία που η ανάγνωσή τους είναι μια έκπληξη, σαν να βυθίζονται στο μυαλό σου τα νύχια μιας πεταλούδας. Αυτή η απροσδόκητη συνάντηση εύχεσαι και το πραγματοποιείς ταυτόχρονα, να είναι μια διαρκής αναζήτηση καύσιμης ύλης μέσα στις λέξεις, ώστε αυτό το αφηγηματικό ταξίδι των αναγνωστικών απολαύσεων να παραμείνει όσο το δυνατόν παρόν, πραγματοποιώντας επαναληπτικές διαδρομές, επιστροφές στην αφετηρία, ένα ατέρμονο πήγαινε-έλα, που θα ξορκίσει το αναπόφευκτο τέλος• τότε που ο κόσμος θα γίνει ξανά πραγματικότητα και ο ορισμός σου θα είναι αυτό που θα αντιλαμβάνονται όλοι τώρα πια.
Γι’αυτό το λόγο έγραψα αυτά τα λόγια στο περιοδικό, λόγια που τα περισσότερα δεν είναι δικά μου, αλλά είναι μια μοναχική κατεβασιά συναισθήματος σε "παφλάζουσαν έξαρσιν."

Περιοδικό "Φρέαρ "


Κυριακή, Νοεμβρίου 18, 2018

ΤΟ ΦΥΛΑΧΤΟ


ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ "ΞΑΦΝΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ" ΤΟΥ ALVARO ENRIGUE

Η Καταλίνα Ενρίκεθ δε Ριμπέρα ι Κορτές, η πρωτότοκη κόρη της Χουάνα Κορτές  και του Δούκα του Αλκαλά και εγγονή του κονκισταδόρ, στα δεκαέξι της παντρεύεται τον Πέδρο Τέγεθ Χιρόν, μαρκήσιο του Πενιαφέλ, μελλοντικό δούκα της Οσούνα, μελλοντικό προασπιστή της Οστάνδης, μελλοντικό αντιβασιλέα της Νάπολης, και των Δύο Σικελιών, μελλοντικό πειρατή της Αδριατικής θάλασσας, μελλοντικό αφεντικό, σύντροφο στα γλέντια και αδελφό στα μπουρδέλα, του Φρανθίσκο δε Κεβέδο.
Την παραμονή της έναρξης των εορτασμών για το γάμο, η Χουάνα Κορτές, κόρη του Ερνάν Κορτές, φωνάζει τον δούκα και του δίνει ένα σκούρο ματ αντικείμενο, σαν σπουργιτάκι, που αποτελούσε την κορνίζα μιας δυσδιάκριτης, λόγω φθοράς μορφής. 
-Είναι το φυλαχτό του Κορτές, το δώρο σου. Είναι φτιαγμένο με τα μαλλιά που έκοψαν από τον αυτοκράτορα Κουαουτέμοκ μετά τη δολοφονία του από τον Κορτές. Φόρεσέ το για να σε φυλάει,  του λέει.
Είναι αυτό που είχε πλέξει με τα μαλλιά του τελευταίου αυτοκράτορα των Αζτέκων η Μαλίντσε, η οποία το δίνει στον κονκισταδόρ σε μια επίσκεψη αβροφροσύνης μετά το χωρισμό τους, ορκισμένοι εχθροί πλέον, στην Πόλη του Μεξικού, την Ορισάμπα.
Ο δούκας το παίρνει και το  δείχνει στην Καταλίνα. 
-Τι είναι; ρωτάει την αρραβωνιαστικιά του.
-Μια Παναγία από την Εξτρεμαδούρα, η Παρθένος της Γουαδαλούπης, του το φτιάξαν οι Ινδιάνοι, αν το βάλεις δίπλα σε ένα κερί, αρχίζει να λάμπει. 
Ο δούκας το πλησιάζει σε ένα καντηλέρι, και αναγνωρίζει αμέσως τη μορφή μιας Παρθένου με μπλε πέπλο, περιτριγυρισμένης από αστέρια. Ο δούκας βάζει το φυλαχτό κάτω από το πουκάμισό του.

Δεύτερο σετ, πρώτο γκέιμ
Με δύο τρομερά χτυπήματα ο καλλιτέχνης παίρνει το γκέιμ δίχως να χάσει πόντο. Παίζει τόσο ωραία, ήταν άψογος, σχεδόν τέλειος.
-Παίζει θεϊκά, λέει ο Ισπανός στον μάρτυρά του στο διάλειμμα.
Ο δούκας βγάζει από το πουκάμισό του ένα φυλαχτό που είχε κρεμασμένο στο λαιμό.
Το περνάει στο λαιμό του προστατευόμενού του.
-Φέρνει τύχη.  Είναι μια μεξικανή Παρθένος, ιδιαίτερα θαυματουργή, του λέει.
Την τελευταία ημέρα της Αποκριάς του 1525, μετά από 1303 νύχτες βασανιστηρίων, ένας Ινδιάνος ονόματι Κριστόμπαλ Μεξικαλτσίνγκο, μπαίνει στο αυτοσχέδιο κελί του Κουαουτέμοκ και οδηγεί τον αυτοκράτορα ενώπιον του Κορτές.  Το ίδιο πρωί ο αυτοκράτορας εκτελείται δια στραγγαλισμού. Ο Κορτές ζητάει από τον Ινδιάνο Κριστόμπαλ Μεξικαλτσίνγκο, πριν να κόψει το αυτοκρατορικό κεφάλι, να του κόψει τα μαλλιά. 
-Τα μαζεύεις και τα πηγαίνεις στη δόνια Μαρίνα- που δεν είναι άλλη από την Μαλινάλι Τενέμπαλ ή Μαλίτσιν,  πριγκίπισσα των Μάγια, σεξουαλικό αντικείμενο του Κουαουτέμοκ, πριγκίπισσας της Παϊνάλα και εταίρας ενός τοπικού φύλαρχου στο Πατοντσάν, που έγινε διερμηνέας του Ερνάν Κορτές και δεύτερη γυναίκα του, της οποίας εκείνος της άλλαξε το όνομα σε Μαλίντσε και αργότερα σε δόνα Μαρίνα, όταν βαπτίστηκε στους θάμνους με το χριστιανικό της όνομα), η μοναδική γυναίκα που μπορούσε να ασκεί πολιτική και ταυτόχρονα να μαλακίζεται, και της λες να μου πλέξει μ’αυτά ένα φυλαχτό για να με προστατεύουν ο Θεός μου, η Παρθένος μου και τα δαιμόνια του Γκουατεμόσιν.



Μετάφραση 
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Εκδόσεις "αλεξάνδρεια


Παρασκευή, Νοεμβρίου 16, 2018

Η ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ



ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ "ΞΑΦΝΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ" ΤΟΥ ALVARO ENRIGUE

 2ον

4  Οκτωβρίου του 1599 δεν έχουμε στοιχεία ότι ο Κεβέδο βρισκόταν στη Ρώμη, αλλά δεν γνωρίζουμε να βρισκόταν και σε οποιοδήποτε άλλο μέρος. Σύμφωνα με την  πιο διαδεδομένη θεωρία  ο Κεβέδο δεν βρίσκεται στην επίσημη τελετή απονομής πτυχίων στη Σχολή Καλών Τεχνών του Αλκαλά δε Ενάρες, που έπρεπε να βρισκόταν. Έχει τραπεί σε φυγή, λόγω μιας δολοφονίας που δεν εξιχνιάστηκε ποτέ, και την οποία είχε διαπράξει με τον φίλο του και προστάτη Πέδρο Τέγεθ Χιρόν, δούκα της Οσούνα και μαρκήσιου του Πανιαφέλ.
Ο Πέδρο Χιρόν βαρυμένος με τρεις δικαστικές διώξεις το φθινόπωρο του 1599, συναντάει στη Σεβίλη τον Κεβέδο, και από κει πολύ πιθανό να πήγαν στη νότια Ιταλία. Υπό την προστασία του αντιβασιλέα της Νάπολης, μάλλον ταξιδεύουν σε όλη την Ιταλία.

Ο Καραβάτζο, την εποχή εκείνη, γνωρίζουμε ότι δουλεύει στο εργαστήριο του Αντιβεντούτο Γκραμάτικα, ζωγραφίζοντας γιγάντιες κεφαλές με τη σέσουλα. Από τον Τζούλιο Μαντσίνι μαθαίνουμε ότι ο Καραβάτζο έφτασε στη Ρώμη το 1592, στα είκοσι τρία του. Τον Μάρτιο του 1595, ο Καρδινάλιος Φρανθίσκο δελ Μόντε αγοράζει δύο πίνακες του νεαρού καλλιτέχνη, τους «Χαρτοκλέφτες» και τη «Χειρομάντισα» , τα τοποθετεί στο ξακουστό σαλόνι στο Παλάτσο Μαντάμα, και βάζει τον Καραβάτζο να ζήσει μαζί με τους υπηρέτες του Παλάτσο, προκειμένου  να του ζωγραφίζει πίνακες κατά παραγγελία.Αυτή είναι η στιγμή που ο Καραβάτζο μετακινήθηκε στην πλευρά του γηπέδου που είχε το σερβίς.

Είπαμε ότι ο αγώνας είναι μια θυσία, μια μονομαχία με ρακέτες. Αλλά για ποιο λόγο προκαλείται αυτή η μονομαχία; 

Το προηγούμενο βράδυ του αγώνα, 3 Οκτώβρη 1599, οι δυο παρέες, του Κεβέδο και του Καραβάτζο, ενώθηκαν στην ταβέρνα της Αρκούδας. Μετά από τρία βαρετά ποτηράκια γκράπα ο ποιητής και ο καλλιτέχνης γίνονται φίλοι. Η οικειότητα τους είναι τέτοια ώστε ο Λομβαρδός διηγείται ιστορίες στο αυτί του Ισπανού. Η γκράπα ρέει διαρκώς άφθονη. Κάποια στιγμή βγαίνουν κι οι δύο έξω για να κατουρήσουν, στο σεβάσμιο λιθόστρωτο της Βία δελ Όρσο. Ο capo του προτείνει να πάνε στο ποτάμι· το ποτάμι τα θεραπεύει όλα. Ο ποιητής στηριγμένος στον ώμο του καινούργιου φίλου του, φτάνει στο ποτάμι, κάνει εμετό και τον παίρνει ο ύπνος. Τον ξυπνάει ο capo, αφού του δίνει δύο χαστουκάκια, υπέρ του δέοντος ευγενικά, και του τραβάει τα αυτιά.Ο Ισπανός αποκτά την αυτοπεποίθησή του, και στέκεται ξανά στα πόδια του. Αλλά δεν μπορεί να επιστρέψει, ζαλισμένος καθώς είναι, στην ταβέρνα της Αρκούδας. Και οι δυο φτάνουν, περπατώντας στα τέσσερα, μέχρι την κουπαστή. Εκεί ο Ισπανός ζητάει μια γουλιά κρασί· η λήθη ήταν το λίπασμα του θράσους του. Πίνει και κολλάει το στόμα του στο στόμα του Λομβαρδού. Προσπαθεί να βρει σε εκείνη τη γλώσσα κάτι που του είχε λείψει από πάντα. Επιστρέφει  σε ένα τόπο που εδώ και καιρό τον θεωρούσε χαμένο. Ο Λομβαρδός βάζει το σώμα του ποιητή από κάτω και πέφτει πάνω του. Ο Ισπανός νοιώθει διαρκώς  την αυξανόμενη καύλα του Λομβαρδού · αγγίζει το πέος του. Χώνει το άλλο του χέρι κάτω από το ζωνάρι του Λομβαρδού. Το κατεβάζει λίγο ακόμα για να εξερευνήσει και τα αρχίδια του, αυτή την τόσο γενναιόδωρη πηγή θέρμανσης. Εκείνη τη στιγμή φτάνει ο δούκας που ουρλιάζει:
«Τι στο διάολο συμβαίνει εδώ;»
-Το μόνο πράγμα που πήγα να το ληστέψω ήταν η παρθενιά του, κύριε, είναι από αυτούς που γουστάρουν να τον παίρνουν από πίσω και μένα δεν μου στοιχίζει τίποτα να τους κάνω το κέφι, απαντάει ο Λομβαρδός. Ο ποιητής του ορμάει με το σπαθί προτεταμένο για να υπερασπιστεί την τιμή του. Το ίδιο κάνει κι ο capo για να αμυνθεί. Βγάζει κι αυτός το σπαθί και το εγχειρίδιο του.
«Άστο καλύτερα» λέει ο δούκας στον Ισπανό, καταλαβαίνοντας πως οι φιοριτούρες του καλοζωισμένου φίλου του δεν ήταν αρκετές για να νικήσει κάποιον που είναι στρατιώτης, όχι ξιφομάχος του γλυκού νερού.
«Και η τιμή μου;» ρωτάει ο Ισπανός.
«Μάλιστα, τώρα έχουν τιμή και οι κωλομπαράδες», του απαντάει ο Λομβαρδός. Ο Κεβέδο επιτίθεται, αλλά το ξίφος του αντιπάλου του τον συντάραξε σύγκορμο.
 Συμφιλιώνονται, αλλά όταν βρίσκουν ευκαιρία ορμούν και δύο, ο δούκας και ο ποιητής,  επάνω του. Ο Καραβάτζο τους αποφεύγει, για μια ακόμη φορά, και τους προτείνει να σταματήσουν. Ο ποιητής κάνει μια τελευταία προσπάθεια να περισώσει την τιμή του με το σπαθί. Ο Ιταλός τον ρίχνει στο έδαφος και βάζει τη μύτη του σπαθιού του στο λαιμό του. Φτάνει ο καθηγητής, ο Γαλιλέι, παίρνει αγκαλιά τον Λομβαρδό για να τον απομακρύνει, ζητώντας συγνώμη.
«Τον προκαλώ σε μονομαχία» ουρλιάζει ο ποιητής.
«Ποιο θα είναι το όπλο;» ρωτάει ο δούκας.
«Ρακέτες» λέει ο καθηγητής
«Το όπλο θα είναι οι ρακέτες · θα μονομαχήσετε στα τρία σετ, με στοιχήματα. Αυτός που θα πάρει τα δύο σετ, κερδίζει» συμπληρώνει ο καθηγητής.



Alvaro Enrigue
"Ξαφνικός θάνατος"
Μετάφραση
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Εκδόσεις "αλεξάνδρεια"


Τετάρτη, Νοεμβρίου 14, 2018

ΟΙ ΣΑΡΚΩΔΕΙΣ ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΠΛΕΞΟΥΔΕΣ ΤΗΣ ΑΝΝ ΜΠΟΛΕΪΝ


ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ "ΞΑΦΝΙΚΟ ΘΑΝΑΤΟ" ΤΟΥ ALVARO ENRIGUE


H λογοτεχνική περιγραφή ενός αγώνα τένις δεν είναι δυνατόν να προκαλέσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη ενός λογοτεχνικού βιβλίου. Εκτός κι αν οι αντίπαλοι σ’αυτόν τον αγώνα είναι ο Καραβάτζο, ένας άντρας κατάχλομος, με  αχτένιστα κατάμαυρα μαλλιά,  με τα παχιά φρύδια και πυκνό μούσι, που περιέβαλε ακανόνιστα ένα σκούρο κόκκινο στόμα που έμοιαζε με μουνί, κι ο Φρανθίσκο δε Κεβέδο, ένας κουτσός τζιτζιφιόγκος, με κρεμασμένα μάγουλα σαν κωλομέρια. Διαιτητές ο Γαλιλέι, από τη μεριά του ζωγράφου, και ο Πέδρο Τέγεθ Χιρόν, δούκας της Οσούνα, από τη μεριά του ποιητή. Εδώ όμως δεν έχουμε έναν απλό αγώνα τένις, αλλά τη συμμετοχή σε μια θυσία. Είναι μια μονομαχία με όπλα τις ρακέτες. Το μπαλάκι που διεξάγεται ο αγώνας είναι φτιαγμένο από τα μαλλιά την Αν Μπολέιν. Ένα περίεργο μπαλάκι, πολύ φθαρμένο, πολυχρησιμοποιημένο, γαλλικό, που σκάει σαν δαιμονισμένο, σε σύγκριση με τα φουσκωμένα με αέρα ισπανικά μπαλάκια.
Το πρωί της 19ης Μαίου του 1536 ο δήμιος Ζαν Ριμπό, ένας τρελός με το τένις, κόβει με τη μία, πέρα για πέρα, το λαιμό της Αν Μπολέιν, μαρκησίας του Πένμπροκ και βασίλισσας της Αγγλίας. Πριν την εκτέλεσή της, το πρωινό της 19ης Μαίου του 1536 οι κυρίες των τιμών, και κανείς άλλος, κόβουν τις «σαρκώδεις κόκκινες πλεξούδες» και ξυρίζουν τα υπόλοιπα μαλλιά της βασίλισσας. Αυτές λαβαίνει ως αμοιβή ο Ριμπό, απορρίπτοντας την αμοιβή, ένα πουγκί με ασημένια νομίσματα, που του προσφέρει ο Τόμας Κρόμγουελ.Τα μαλλιά των εκτελεσμένων στο ικρίωμα είχαν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και εκείνοι που κατασκεύαζαν μπαλάκια στο Παρίσι ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν εξωφρενικές τιμές για να τα αποκτήσουν. Ειδικά αν ανήκαν σε μια εν ενεργεία βασίλισσα.

Οι πλεξούδες της Αν Μπολέιν παρήγαγαν συνολικά τέσσερα μπαλάκια τένις, που είχαν μέσα τους περισσότερη μαγγανεία από οποιοδήποτε αντικείμενο στην ιστορία της Ευρώπης.  Ας δούμε την διαδρομή τους στην ιστορία, και πώς το τέταρτο μπαλάκι φτάνει να είναι αυτό που διεξάγεται ο αγώνας τένις που διεξάγεται στη Ρώμη το φθινόπωρο του 1599.

Ο Ριμπό αφού παίρνει τα τέσσερα μπαλάκια από τον κατασκευαστή, με τις αποσπερνές πλεξούδες της Αν Μπολέιν, κρατάει το τέταρτο μπαλάκι, ως φυλαχτό, και δίνει τα τρία μπαλάκια στον βασιλιά Φραγκίσκο Α’, βασιλιά της Γαλλίας, με αντάλλαγμα ένα τίτλο ευγενείας και τη θέση του δασκάλου τένις και ξιφασκίας στην Αυλή. 

Ο Ριμπό λίγο πριν αποκεφαλιστεί, με κατηγορία το πώς είναι δυνατόν, όντας ο ίδιος Γάλλος και καθολικός, να πάει να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως δήμιος στον αιρετικό βασιλιά Ερρίκο της Αγγλίας. Για να σώσει τη ζωή του, λίγο πριν ο δήμιος κατεβάσει το ξίφος στο λαιμό του, δίνει το τέταρτο μπαλάκι στον μέγα καγκελάριο Σαμπό. Μόλις ο Σαμπό παίρνει στο τρεμάμενο χέρι του το ελαφρά παραμορφωμένο μπαλάκι με όσα μαλλιά της βασίλισσας είχαν περισσέψει, διατάζει: «Σκοτώστε τον».

Ο βασιλιάς Φραγκίσκος Α΄ δεν είναι άνθρωπος των γηπέδων, υπήρξε μαικήνας ποιητών και μουσικών, πάτρωνας του Λεονάρντο ντα Βίντσι και συλλέκτης βιβλίων, δεν βγάζει τα μπαλάκια από το κουτί τους. Ο βασιλιάς παίρνει τα τρία μπαλάκια στο ανάκτορο του Φοντενεμπλό το 1536.  Από εκεί δεν βγήκαν ποτέ έξω, εκτίθονταν σε σαλόνια μαζί με αθλητικά τρόπαια και σε βιβλιοστάτες. Τα τρία μπαλάκια τα βλέπει σε μια επίσκεψή του ο συγγραφέας στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης, αφού τα έφερε στην Αμερική ο Άντριου Κάρνεγκι, μαζί με μια σειρά από γαλλικά χειρόγραφα και τα χάρισε στην Δημόσια βιβλιοθήκη.

Ωραία καταλήξαμε με τα τρία μπαλάκια, ας δούμε τη πορεία του τέταρτου και πώς καταλήγει στα χέρια του Καραβάτζο.

Αφήσαμε το τέταρτο μπαλάκι στα χέρια του Φιλίπ Σαμπό, που δεν ενδιαφερόταν για την τέχνη,  μόνο για τη δόξα της Γαλλίας, αλλά –σε μικρότερο βαθμό- και για τις λαχταριστές σεξουαλικές πρακτικές με τις φτωχές σε εκτίμηση αλλά πλούσιες σε ελέη πόρνες. Παραγγέλνει να του φτιάξουν μια μικρή κοσμηματοθήκη με επικάλυψη από σεντέφι και χρυσό, όπου τοποθετεί το τέταρτο μπαλάκι, και το στέλνει ως δώρο στον Τζοβάνι Άντζελο των Μεδίκων, άνθρωπο-κλειδί των Παπικών Πολιτειών εκείνη την εποχή στις διαπραγματεύσεις με την Αυτού Αγιότητα.

Ο Τζοβάνι Άντζελο εκτίμησε το δώρο που του έκανε ο φίλος και ομόλογός του Φιλίπ Σαμπό, κι όταν δεχόταν κάποιον με τον οποίο είχε να συζητήσει περίπλοκες υποθέσεις, το πετούσε από το ένα χέρι στο άλλο το μπαλάκι, ώστε να δώσει να καταλάβει, ο συνομιλητής του, ότι έπρεπε να τελειώνει σύντομα. Στα εξήντα του, το 1559, εκλέγεται Πάπας με το όνομα Πίος Δ’.

Προσφέρει το μπαλάκι στον καρδινάλιο Μοντάλντο, το πιο μεγάλο κάθαρμα απ’όλους τους ιεροεξεταστές.

ΠΙΟΣ Δ’

(μασώντας ακόμα, ένα κομμάτι σαλάμι) 

-Σου έχω ένα δώρο Μοντάλντο. Είναι ένα ταπεινό δώρο. 

(το βγάζει από το κουτάκι)
-Ένα μπαλάκι τένις
-Eίναι κάπως παραμορφωμένο. Είναι γιατί το έχουν φτιάξει με τα μαλλιά της Αν Μπολέιν. Να το χρησιμοποιήσεις προς όφελός σου.
Ο Μοντάλντο, παίρνει το μπαλάκι και ύστερα από δεκαεννιά χρόνια εξοστρακισμού, τώρα πια Πάπας Σίξτος Ε’, το χαρίζει στην αδελφή του, Καμίλα Περέτι, μια γυναίκα μορφωμένη και διακριτική. Η Καμίλα αφήνει το μπαλάκι στα διαμερίσματα του υπεύθυνου της λότζια, με το όνομα Παντόλφο Πούτσι, ο οποίος ήταν ο πρώτος που έδωσε δουλειά στη Ρώμη στον Μικελάντζελο Μερίζι από το Καραβάτζο.
Ο Μερίζι σταματάει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Καμίλα Περέτι, και τον Monsignor Insalata της. Πριν φύγει παίρνει, ως αποζημίωση, το μπαλάκι της Μπολέιν. Εκτός από τη ζωγραφική, η pallacorda, ήταν το μεγάλο πάθος της ζωής του και μία από τις πηγές εισοδήματος που είχε.
Τώρα πια θα αντιμετωπίσει τον Κεβέδο. Ποιος θα νικήσει στο τάι μπρέικ έχει ενδιαφέρον γι’αυτούς που παρακολουθούν τένις,  όχι γι’αυτούς που διαβάζουν βιβλία.

Διορθωμένο βραδάκι Πέμπτης


Alvaro Enrigue
"Ξαφνικός θάνατος"
Μετάφραση
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Εκδόσεις "αλεξάνδρεια"