Τρίτη, Νοεμβρίου 30, 2010
Πέμπτη, Νοεμβρίου 25, 2010
Πέμπτη, Νοεμβρίου 11, 2010
Τετάρτη, Νοεμβρίου 10, 2010
Τετάρτη, Νοεμβρίου 03, 2010
Κυριακή, Οκτωβρίου 31, 2010
ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΤΗΝ ΑΝΟΙΧΤΗ ΣΗΜΑΣΙΑ
Ζώντας ένα ψυχρότατο μοβ απέναντι του Παρθενώνος
πλησίασα να κατουρήσω σ'ένα φύλλωμα
κι απολάμβανα το φύλλωμα
να αχνίζει
πλησίασα να κατουρήσω σ'ένα φύλλωμα
κι απολάμβανα το φύλλωμα
να αχνίζει
Παρασκευή, Απριλίου 30, 2010
29.04.2010
Αυτές τις ιστορικές στιγμές που ζούμε, της ανελέητης επίθεσης της άρχουσας τάξης ενάντια στις κατακτήσεις του εργατικού κινήματος, που οδηγούν στην οικονομική εξαθλίωση την πλειοψηφία του ελληνικού λαού, να συνεχίζω αυτό το δρόμο που επέλεξα εδώ και τρία χρόνια, γράφοντας και σχολιάζοντας τη ζωή μου, που δεν μπορούσα να ακολουθώ σιωπηλός, είναι τουλάχιστον ουτοπία. Την στιγμή αυτή που ένας ολόκληρος λαός ζει σε καθεστώς οικονομικής ανασφάλειας, να γράφω, είναι τουλάχιστον εγωιστικό και ανεδαφικό. Η δημιουργία βρίσκεται, έτσι κι αλλιώς, στους δρόμους, αλλά τώρα η ανάγκη γίνεται ακόμα πιο επιτακτική.
Ευχαριστώ, όλοι όσοι βρέθηκαν κοντά μου αυτά τα χρόνια της αθωότητας.
Ευχαριστώ, όλοι όσοι βρέθηκαν κοντά μου αυτά τα χρόνια της αθωότητας.
Δευτέρα, Απριλίου 26, 2010
ΜΠΛΑ....ΜΠΛΑ....ΜΠΛΑ....ΜΠΛΑ
ΠΙΟ ΠΛΟΥΣΙΟΙ κατά 30% έγιναν οι πλουσιότεροι Βρετανοί εν μέσω της οικονομικής κρίσης, σύμφωνα με δημοσίευμα των «Sunday Τimes». Μάλιστα το ποσοστό αυτό είναι το υψηλότερο από τότε που άρχισε να δημοσιεύεται η σχετική λίστα (Sunday Τimes Rich List), εδώ και 21 χρόνια.
Αιτία για την πρωτοφανή αυτή αύξηση της περιουσίας των πλουσιότερων Βρετανών είναι η ανάκαμψη που σημείωσαν πέρυσι τα χρηματιστήρια και οι τιμές των ακινήτων, έπειτα από το πακέτο πολλών δισεκατομμυρίων λιρών που διέθεσε η βρετανική κυβέρνηση στις τράπεζες και σε μια σειρά από άλλους κλάδους προκειμένου να σταθεροποιήσει την οικονομία.
Η λίστα που δημοσιεύθηκε χθες αποκαλύπτει ότι οι 1.000 πλουσιότεροι άνθρωποι στη χώρα αύξησαν την περιουσία τους κατά 77 δισ. λίρες, ανεβάζοντας τον συνολικό τους πλούτο στα 333,5 δισ. λίρες, ποσό ίσο ή και περισσότερο από το ένα τρίτο του δημόσιου χρέους της Βρετανίας. Ειδικά οι δισεκατομμυριούχοι, από 43 σε αριθμό το 2008 έφθασαν τους 53 πέρυσι, με εννέα εξ αυτών να βλέπουν την περιουσία τους να αυξάνεται κατά 1 δισ. λίρες ή και περισσότερο. Τουλάχιστον 170 μέλη της λίστας των πλουσίων οφείλουν τη μεγάλη άνοδο της περιουσίας τους στον τραπεζικό τομέα, 246 στην αγορά ακινήτων και 229 από κεφάλαια που απέκτησαν μέσω κληρονομιών.
Εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ" 26.04.2010
Αιτία για την πρωτοφανή αυτή αύξηση της περιουσίας των πλουσιότερων Βρετανών είναι η ανάκαμψη που σημείωσαν πέρυσι τα χρηματιστήρια και οι τιμές των ακινήτων, έπειτα από το πακέτο πολλών δισεκατομμυρίων λιρών που διέθεσε η βρετανική κυβέρνηση στις τράπεζες και σε μια σειρά από άλλους κλάδους προκειμένου να σταθεροποιήσει την οικονομία.
Η λίστα που δημοσιεύθηκε χθες αποκαλύπτει ότι οι 1.000 πλουσιότεροι άνθρωποι στη χώρα αύξησαν την περιουσία τους κατά 77 δισ. λίρες, ανεβάζοντας τον συνολικό τους πλούτο στα 333,5 δισ. λίρες, ποσό ίσο ή και περισσότερο από το ένα τρίτο του δημόσιου χρέους της Βρετανίας. Ειδικά οι δισεκατομμυριούχοι, από 43 σε αριθμό το 2008 έφθασαν τους 53 πέρυσι, με εννέα εξ αυτών να βλέπουν την περιουσία τους να αυξάνεται κατά 1 δισ. λίρες ή και περισσότερο. Τουλάχιστον 170 μέλη της λίστας των πλουσίων οφείλουν τη μεγάλη άνοδο της περιουσίας τους στον τραπεζικό τομέα, 246 στην αγορά ακινήτων και 229 από κεφάλαια που απέκτησαν μέσω κληρονομιών.
Εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ" 26.04.2010
Παρασκευή, Απριλίου 23, 2010
ΣΧΟΛΙΟ
Ρε σεις, λαμόγια της εκδοτικής διαπλοκής, δεν βρήκατε κάποιον από μας, τους μπλογκτραφείς, τους χορτασμένους από επισκεψιμότητα, να προτείνετε για βραβείο; Η εξάρτησή σας από τα εκδοτικά καρτέλ, σας εμπόδισαν να στρέψετε τα μάτια σας εδώ που ακμάζουν τα ηθικά αναστήματα, η μετριοφροσύνη και η απέχθεια για χειροφιλήματα και κατουρημένες ποδιές; Η ματαιοδοξία σάς οδηγεί να βραβεύετε τις επιδοτούμενες πριμαντόνες, αγνοώντας το ήθος, το ταλέντο και την αρχοντιά που βασιλεύει στο διαδίκτυο; Δεν ξέρετε ότι οι διάδρομοι της δημοσιότητας, οδηγούν στους μηχανισμούς των υπουργείων και εμείς δεν θα γίνουμε τα πεινασμένα σκυλιά, φερόμενοι από τα σφυρίγματα της φήμης, αλλά θα παραμείνουμε θεματοφύλακες του ήθους, της σοβαρότητας και της αξιοπρέπειας;
Δευτέρα, Απριλίου 19, 2010
ΜΕ ΕΝΑΝ ΖΟΛΑ ΞΕΧΝΙΕΣΑΙ(του κ. Ηλία Κανέλλη)
Αφού συνομιλήσαμε με τους γείτονες των "τρομοκρατών", μάθαμε σε ποιο μήνα εγκυμοσύνης βρίσκεται η Παναγιώτα Ρούπα, διαβάσαμε τις συνομιλίες των «τρομοκρατών» στα κινητά τους, φιλοξενήσαμε τον αδελφό του Μαζιώτη, που ευτυχώς για μας, είναι παπάς, στην εκπομπή της Τατιάνας Στεφανίδου, την σκυτάλη παρέλαβαν οι διανοούμενοι δημοσιογράφοι, αναλαμβάνοντας το μερίδιο που τους αντιστοιχεί για την ενημέρωσή μας. Επειδή ο ρόλος τους απαιτεί να είναι αντισυμβατικοί, παράλληλα όμως ελκυστικοί στο ευρύ ακροατήριό των μέσων που τους απασχολούν, η πνευματική συγκρότησή τους επιβάλει, να επιλέγουν το μέσο, όπου καταθέτουν τον στοχαστικό σχολιασμό τους, ώστε ο λόγος τους να αποκτά την εγκυρότητα του διαμεσολαβητικού μέσου.
Ο κ. Ηλίας Κανέλλης, στην έγκριτη εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», Σάββατο 17.04.2010 αισθάνθηκε την ανάγκη να μας πληροφορήσει για την βιβλιοθήκη των υπό κατηγορία τρομοκρατών. Με τον γαργαλιστικό τίτλο «Με έναν Ζολά ξεχνιέσαι», γράφει ότι «Αν τα βιβλία καθρεφτίζουν την ταυτότητα των αναγνωστών τους», για φαντάσου να την καθρέφτιζαν, θα είμασταν όλοι ήρωες του Τζορτζ Ρομέρο, οι Ρούπα και Μαζιώτης «διάβαζαν με σύστημα». Συνεπώς οι «τρομοκράτες» είναι συγκροτημένοι πολιτικά και ιδεολογικά, αλλά από λογοτεχνία τίποτα. Ισως η λογοτεχνία να τους απέτρεπε από τις πράξεις τους, λόγω του παιδευτικού χαρακτήρα της. Χάθηκε ο κόσμος, να διάβαζε κι ο Μαζιώτης περισσότερη λογοτεχνία, μπας και γλύτωνε η κοινωνία από τις επιθέσεις; Τι τον ήθελε τον Προυντόν, το Ροβεσπιέρο και το Μάρεϊ Μπούκτσιν; Δεν έμεναν στον Ζολά, τον Μπαλζάκ,τον Έκο, άντε και τον Γκαλεάνο. Ποιος είπε ότι η λογοτεχνία δεν διαπαιδαγωγεί και συμμορφώνει;
Εντάξει κ. Κουνέλι-συγγνώμη Κανέλλη ήθελα να πω- μακριά από μας η Λούξεμπουργκ, γιατί αναλύει «τους οικονομικούς νόμους της καπιταλιστικής παρακμής», "όπως γίνονταν κατανοητοί εκατόν τόσα χρόνια πριν", ο Κροπότκιν, Μπουχάριν, Τσόμσκι, Σαμίρ Αμίν, μέσα η λογοτεχνία, μα πολύ λογοτεχνία.
Ν’ανασάνει κι ο κόσμος από τις τρομοκρατικές επιθέσεις βρε αδελφέ!
Ο κ. Ηλίας Κανέλλης, στην έγκριτη εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», Σάββατο 17.04.2010 αισθάνθηκε την ανάγκη να μας πληροφορήσει για την βιβλιοθήκη των υπό κατηγορία τρομοκρατών. Με τον γαργαλιστικό τίτλο «Με έναν Ζολά ξεχνιέσαι», γράφει ότι «Αν τα βιβλία καθρεφτίζουν την ταυτότητα των αναγνωστών τους», για φαντάσου να την καθρέφτιζαν, θα είμασταν όλοι ήρωες του Τζορτζ Ρομέρο, οι Ρούπα και Μαζιώτης «διάβαζαν με σύστημα». Συνεπώς οι «τρομοκράτες» είναι συγκροτημένοι πολιτικά και ιδεολογικά, αλλά από λογοτεχνία τίποτα. Ισως η λογοτεχνία να τους απέτρεπε από τις πράξεις τους, λόγω του παιδευτικού χαρακτήρα της. Χάθηκε ο κόσμος, να διάβαζε κι ο Μαζιώτης περισσότερη λογοτεχνία, μπας και γλύτωνε η κοινωνία από τις επιθέσεις; Τι τον ήθελε τον Προυντόν, το Ροβεσπιέρο και το Μάρεϊ Μπούκτσιν; Δεν έμεναν στον Ζολά, τον Μπαλζάκ,τον Έκο, άντε και τον Γκαλεάνο. Ποιος είπε ότι η λογοτεχνία δεν διαπαιδαγωγεί και συμμορφώνει;
Εντάξει κ. Κουνέλι-συγγνώμη Κανέλλη ήθελα να πω- μακριά από μας η Λούξεμπουργκ, γιατί αναλύει «τους οικονομικούς νόμους της καπιταλιστικής παρακμής», "όπως γίνονταν κατανοητοί εκατόν τόσα χρόνια πριν", ο Κροπότκιν, Μπουχάριν, Τσόμσκι, Σαμίρ Αμίν, μέσα η λογοτεχνία, μα πολύ λογοτεχνία.
Ν’ανασάνει κι ο κόσμος από τις τρομοκρατικές επιθέσεις βρε αδελφέ!
Κυριακή, Απριλίου 18, 2010
Η ΔΗΛΩΣΗ!!!!!!
«Τα αντανακλαστικά μας, κύριε Τσίπρα, ήταν πατριωτικά γιατί το βούλιαγμα της χώρας δεν θα χτύπαγε τον πλούτο, θα χτύπαγε τον μέσο Ελληνα, τον αδύναμο, τον συνταξιούχο. Πράγματι τα μέτρα πονάνε, αλλά αν η χώρα ερχόταν μπροστά στην αδυναμία να δανειστεί, τότε θα με ρωτάγατε πού είναι τα δικά μου τα αντανακλαστικά.
Τα αντανακλαστικά μου τα σοσιαλιστικά ήταν να προστατέψω την πατρίδα από τη χρεοκοπία και αυτό θα κάνω όσο μπορώ, όσο μπορούμε. Το βιος του ελληνικού λαού. Και από την εμπειρία μου έχω γίνει πιο σοσιαλιστής απ΄ ό,τι ήμουν πριν. Διότι ζω καθημερινά στο πετσί μου τις διεθνείς αγορές».
«ΤΑ ΝΕΑ» 17.04.2010
Τα αντανακλαστικά μου τα σοσιαλιστικά ήταν να προστατέψω την πατρίδα από τη χρεοκοπία και αυτό θα κάνω όσο μπορώ, όσο μπορούμε. Το βιος του ελληνικού λαού. Και από την εμπειρία μου έχω γίνει πιο σοσιαλιστής απ΄ ό,τι ήμουν πριν. Διότι ζω καθημερινά στο πετσί μου τις διεθνείς αγορές».
«ΤΑ ΝΕΑ» 17.04.2010
Τρίτη, Απριλίου 13, 2010
Η ΦΑΡΜΑΚΩΜΕΝΗ
Ο Πολυλάς σημειώνει"Δεν υπάρχει εις τα χειρόγραφα, αλλά ετυπώθηκε ακριβέστατα εις το περιοδικό φύλλο Η Πανδώρα (έτος 1857), όπου την έστειλα τότε με την άδεια και υπαγόρευση του ποιητή"
ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ "ΠΟΙΗΜΑΤΑ"
Επιμέλεια - Σημειώσεις
ΛΙΝΟΥ ΠΟΛΙΤΗ
σ. 347
Πέμπτη, Απριλίου 08, 2010
ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΜΕΡΜΗΓΚΙ
Ένα λευκό μερμήγκι εμφανίστηκε στο πρεβάζι του παραθύρου
μου. Αμέριμνο, καθώς ήταν, περπατούσε σαν κάτι να έψαχνε. Έκανε μερικά
βήματα πάνω κάτω, προχώρησε προς τη μεριά του λευκού αλουμίνιου, προσπάθησε και
τελικά τα κατάφερε να διασχίσει το πλάτος του αλουμίνιου, έφτασε
στο τζάμι που, ευτυχώς, είχα καθαρίσει την προηγούμενη μέρα, κοίταξε έξω τον
δρόμο, όπου τη συγκεκριμένη στιγμή τον διέσχιζε ένα αυτοκίνητο Audi, με τον
οδηγό να μιλά στο κινητό, μάλλον απογοητεύτηκε από το θέαμα, και άρχισε να
κατηφορίζει το παράθυρο, ακολουθώντας, ακριβώς, την ίδια διαδρομή της ανόδου
του, ώσπου έφτασε στον, ας τον ονομάσω
οικείο, χώρο του, όπου το είχα αντιληφθεί. Φαινόταν εκτός από αναποφάσιστο, και
κουρασμένο, ίσως απογοητευμένο από την ατελέσφορη προσπάθειά του, έτοιμο να
εγκαταλείψει την προσπάθειά του. Βάδισε
αργά προς τη γωνιά του παραθύρου, την οποία, άγνωστο πως, είχε εντοπίσει για προστασία
του από την αχτίδα του ήλιου, που φώτιζε το σημείο εκείνο σαν προβολέας
θεατρικής σκηνής.
Σε μια τελευταία προσπάθεια διαφυγής γύρισε το κεφάλι του
προς τη μεριά μου. Πρέπει να ένοιωσε κάποια έκπληξη,
χλώμιασε, ίσως γιατί δεν είχε αντιληφθεί
την παρουσία μου, κοντοστάθηκε για λίγο αναποφάσιστο, σαν να ζύγιζε αν έπρεπε
να συνεχίσει την πορεία του ή να σταθεί να με παρατηρήσει καλύτερα. Αποφάσισε
να συνεχίσει αλλά μετά από δυο τρία
βήματα εξαφανίστηκε. Πλησίασα στο παράθυρο για να δω καλύτερα. Δεν μπορεί να
μην το βλέπω, με τόσο βελτιωμένη όραση και με τους φακούς επαφής να εφαρμόζουν τέλεια
στα μάτια μου. Η χλωμή του όψη σε αντιστοιχία με το χρώμα του ίσως ήταν η
αφορμή που δεν μπορούσα πια να το διακρίνω. Έσκυψα πάνω από το πρεβάζι του
παραθύρου, τόσο κοντά ώστε η εστίαση του βλέμματός μου είχε φτάσει στα 400℅ ζουμ,
αλλά δεν μπόρεσα να διακρίνω τίποτα. Απομακρύνθηκα λίγο μακριά για να έχω
καλύτερα αποτελέσματα. Έριξα μια panoramic ματιά στο χώρο ευθύνης
μου. Τίποτα, καμιά διέξοδος διαφυγής. Δεν μπορούσα να επιμείνω περισσότερο, τα
ρούχα για σιδέρωμα περίμεναν στοιβαγμένα στη λεκάνη, το βίντεο από τη γιορτή
μου περίμενε ανυπόμονο στη βιντεοκάμερά μου, να εκτεθεί στη δημοσιότητα, με την εγγραφή του
στο pc, χώρια που τα έπιπλά μου είχαν πιάσει ένα δάχτυλο σκόνη.
Άρχισα να κάνω τις δουλειές μου κατά σειρά προτεραιότητας,
όπως τις περιγράφω παραπάνω, και κάπου-κάπου έριχνα ματιές στο παράθυρο. Δυο
πράγματα κλωθογύριζαν στο μυαλό μου. Πρώτον, αν έπρεπε ν’αναφέρω το περιστατικό
στους φίλους που εμπιστευόμουν ότι δεν θα με αποπέμψουν μετά βδελυγμίας, και,
δεύτερον, γιατί το λευκό μερμήγκι χλώμιασε μόλις με είδε με αποτέλεσμα να
εξαφανιστεί.
Κατ’αρχήν, σκέφτηκα, κανείς δεν χλωμιάζει μόλις με δει η
τουλάχιστον δεν το δείχνει μπροστά μου. Αυτό μου λέει η πείρα από τότε που έχω
συνείδηση του κόσμου. Άλλωστε δεν το επιτρέπει η εν γένει παρουσία μου, η οποία
είναι αξιοπρεπέστατη.
Μπορεί, πάλι, να φοβήθηκε ότι θα μείνει φυλακισμένο σ’ αυτόν
τον αφιλόξενο χώρο για πάντα, πανικοβλήθηκε, με αποτέλεσμα να χάσει το
ανύπαρκτο χρώμα του.
Ελπίζω κάτι οργανικό να του συνέβη, κάποια δυσπεψία ίσως, να
μην αισθάνθηκε καλά την στιγμή, ακριβώς, που γύρισε και με είδε. Λέω ελπίζω,
γιατί θέλω ν’ απαλλάξω το μυαλό μου από δυσάρεστες σκέψεις. Αν κάτι προφητικό
διέβλεψε, το λευκό, επαναλαμβάνω προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, μερμήγκι, για
μένα, ελπίζω να διαψευστεί η ακατανόητη μελλοντολογία του.
Το δύσκολο ήταν πως θα αναφέρω το γεγονός της ύπαρξής του, κατ’αρχήν, και της
εξαφάνισής του, ακολούθως, στους φίλους μου και σε ποιους. Ο Βασίλης θα με αποπέμψει
αμέσως με το που θα ξεκινήσω τη φράση μου «δεν ξέρεις τι μου συνέβη χθες το
μεσημέρι…..» και θα γυρίσει να κοιτάξει γλυκά τη καινούργια συμβία του, την
Ελεωνόρα, όχι Ζουγανέλη ούτε καν Μελέτη, δυστυχώς γι’αυτόν, αλλά και για όλη
την παρέα, αλλά Βασιλειάδη, ο Γιάννης
θέλει να με ακούει να του λέω ιστορίες αλλά δεν θέλω εγώ, η Λυδία με βαριέται
αφάνταστα, η Μαρία δεν συζητάει μαζί μου, κατ’ιδίαν, παρά μόνο παρουσία τρίτων,
ο Βαγγέλης με προσέχει μόνο όταν είναι μεθυσμένος και μετά δεν θυμάται τίποτα, η Νίτσα δεν πάει πουθενά χωρίς το αμόρε της
το Θάνο, που ούτε να τον δω δεν θέλω, η Ρένα όταν την πάρω τηλέφωνο θα νομίζει,
πριν αρχίσω να της μιλάω, ότι θέλω να την γαμήσω.
Κάτι τέτοια μου συμβαίνουν και με οδηγούν σε αδιέξοδα, με
αποτέλεσμα ν’αναρωτιέμαι αν μπορώ ακόμα να τα αφηγούμαι ή να πάρω μια σκούπα,
και να διώξω από μέσα μου, τον άλλο κόσμο που με βαραίνει.
Κυριακή, Μαρτίου 28, 2010
ΥΠΟ-ΚΕΙΜΕΝΙΚΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
Διαβάζοντας, κατά καιρούς, στις εφημερίδες, άρθρα που με ενδιαφέρουν, διαπιστώνω ότι, δίπλα στο κείμενο που έχει αναρτηθεί, υπάρχει η φωτογραφία του δημοσιογράφου. Η ανάρτηση της φωτογραφίας δίπλα στο κείμενο, είναι σχετικά καινούργιο φαινόμενο, και απ’ότι φαίνεται, το ποσοστό κειμένων που συνοδεύονται από τη φωτογραφία του συντάκτη, διαρκώς αυξάνεται. Δεν γνωρίζω αν είναι απόφαση της σύνταξης των εφημερίδων, όμως, ενδόμυχα να βρίσκεται στις προθέσεις των συντακτών, ώστε η φωτογραφική απεικόνιση τους να αποδίδει την αποκλειστικότητα του κειμένου. Φαίνεται ότι η υπογραφή του συντάκτη δεν είναι επαρκής λόγος για την ανάγνωση του άρθρου, αλλά χρειάζεται η εικόνα του που θα πιστοποιεί την αξία του κειμένου. Ο ρόλος της τηλεόρασης έχει επιδράσει στην εμφάνιση των εφημερίδων, παράλληλα, η αναγνωρισιμότητα που έχουν αποκτήσει οι δημοσιογράφοι από τη συμμετοχή τους σ’αυτή, μεταφερόμενη στην εφημερίδα, γίνεται κριτήριο δημοσιογραφικής επάρκειας και δημιουργικής ικανότητας. Το κείμενο, το οποίο υπογράφουν οι αναγνωρισμένοι από την τηλεοπτική παρουσία τους δημοσιογράφοι ,αποκτά αναγνωστική προτεραιότητα και αξιολογείται με ανισοβαρείς όρους. Ο αναγνώστης διαλέγει λοιπόν να διαβάσει, επιλέγοντας το πρόσωπο που του είναι οικείο. Διαλέγω, κάνω επιλογή ανάγνωσης, μέσω εικόνας και όχι μέσω περιεχομένου, του δημοσιογραφικού λόγου.
Το φαινόμενο διευρύνεται συνεχώς, σε blogs, διαφημίσεις βιβλίων, όπου, εδώ, δίπλα στον τίτλο, και την απαραίτητη διαφημιστική κειμενική προβολή, υπάρχει η φωτογραφία του συγγραφέα ή της συγγραφέως, ως πιστοποίηση, άραγε, της αξίας του βιβλίου. Η ανάρτηση φωτογραφιών των συντακτών του blog, κατά μία εύλογη εξήγηση, διευκολύνει τον αναγνώστη να αναγνωρίσει το συντάκτη, διότι πολλοί χρησιμοποιούν ψευδώνυμα. Ο κίνδυνος της ταυτωνυμίας, επιβάλλει την ανάρτηση της εικόνας του συντάκτη, αλλά ο πληθωρισμός των φωτογραφιών εμπεριέχει τον κίνδυνο να αναδειχθεί η, τυχόν, υποβόσκουσα ναρκισσευτική πλευρά του μπλογκοσιαστή.
Η μεταφορά λοιπόν της εικόνας στον έγγραφο λόγο, λειτουργεί ως υποστηρικτική του κειμένου, προκαλώντας το βλέμμα του αναγνώστη. Την εποχή της εικόνας, ο γραπτός λόγος δανείζεται ιδέες από τη δύναμη των εικόνων. Βέβαια υπάρχουν βιβλία που η εικόνα λειτουργεί ως σχολιασμός του κειμένου, κυρίως η ζωγραφική τους απεικόνιση, αλλά στην πλειοψηφία των σημερινών εκδόσεων, το κείμενο λειτουργεί περισσότερο ως σχολιασμός της εικόνας του συγγραφέα.
Παρατηρούμε ότι κάθε εικονιζόμενος, προβάλει την πιο λαμπερή εικόνα του, την εξιδανικευμένη, την πιο όμορφη, πολλές φορές, σαν μια προσπάθεια αντιγραφής της εικόνας των μοντέλων σε ιλουστρασιόν περιοδικά. Πέρα από τη αυταρέσκεια που τρέφει κάθε εγγράμματος για το πρόσωπό του, οι ασχολούμενοι με τη συγγραφή, προσπαθούν με την αναρτημένη εικόνα τους, να αποδείξουν ότι ένα όμορφο πρόσωπο μπορεί να γράψει ένα όμορφο κείμενο ή το αντίθετο. Διαφορετικά δεν θα βλέπαμε τέτοιες προσεγμένες φωτογραφίες, λες και το κείμενο που τις συνοδεύει είναι το βιογραφικό που δίνουν στον υποφήφιο εργοδότη-αναγνώστη.
Την εποχή της επικοινωνίας μέσω της εικόνας το πρόσωπο πουλάει. Αυτό που λέει ή γράφει, ακολουθεί. Μπορούμε να το δούμε σ’όλες τις εκφάνσεις της δημόσιας ζωής. Οι κανόνες της αγοράς φαίνεται ότι έχουν μπει για τα καλά στο χώρο του γραπτού λόγου, συνεπώς η προβολή της εικόνας είναι λογική συνέπεια της πορείας που επιλέχτηκε να ακολουθηθεί.
Παρασκευή, Μαρτίου 19, 2010
Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΛΑΤΕΙΑ
Κανένα μυθιστόρημα δεν διαβάζεται απνευστί, είτε καλό είναι είτε κακό. Βέβαια το κακό μυθιστόρημα δεν χρειάζεται να διαβαστεί. Αλλά ποια είναι τα κριτήρια που κάνουν ένα μυθιστόρημα αξιόλογο, και ποιο όχι, δεν χρειάζεται να το συζητήσω τώρα. Άλλωστε δεν γνωρίζω ποια είναι αυτά τα κριτήρια. Ένα όμως έχω στο μυαλό μου τώρα που γράφω, ότι δηλαδή υπάρχουν βιβλία που, όταν τα ξαναδιαβάζω, δεν μου δημιουργούν την ίδια εντύπωση, με την προηγούμενη φορά που τα διάβασα. Αυτά τα βιβλία είναι αξιόλογα, γιατί μου δημιουργούν την ανάγκη να επανέρχομαι σ’αυτά, ξεκινώντας από την ανάγκη να νοιώσω την ευφορία της τελευταίας ανάγνωσης. Πάντα αντιλαμβάνομαι ότι κάτι διαφορετικό συμβαίνει, ως προς την τελευταία μου επαφή με το έργο, που με αναγκάζει να γυρίσω στη μνήμη της προηγούμενης ανάγνωσης, η οποία, για ένα περίεργο λόγο, επανέρχεται δίχως την παραμικρή προσπάθεια, για να αντιληφθώ, έκπληκτος, ότι αυτό που μου προσφέρει ο συγγραφέας, τώρα που τον διαβάζω, δεν είναι το ίδιο μ’αυτό που είχα διαβάσει πριν καιρό. Αναλογίζομαι λοιπόν ότι ένα βιβλίο που διαβάζω, πρέπει να συμβαδίζει με αντίληψη που έχω για τη ζωή. Αυτή η ανάγκη δεν είναι η ματαιοδοξία της ανανέωσης, αλλά η επιθυμία μου να καταλάβω, αν αυτό που αλλάζει είναι ο κόσμος ή εγώ. Επειδή όμως ο κόσμος, όπως τον προσλαμβάνω μέσω της συνείδησής μου, δεν είναι ο καθρέφτης ο οποίος θα δώσει λύσεις στο ερώτημά μου, το βιβλίο με το σταθερό του κόσμο, τον ακινητοποιημένο, και ας λένε ότι θέλουνε οι άλλοι, αφού οι λέξεις και γλώσσα παραμένουν στη θέση τους, αιωνίως, είναι η ο καθρέφτης της εξέλιξής μου. Αν το βιβλίο που διαβάζω λοιπόν, ακινητεί τα συναισθήματα και την επιθυμία μου να μετρηθώ με την πραγματικότητα γύρω μου, απορρίπτεται ως επινοημένος καθρέφτης της συνείδησής μου.
Ξεκίνησα όμως να γράφω για κάτι άλλο και ξέφυγα. Έγραφα, λοιπόν, ότι ένα μυθιστόρημα δεν διαβάζεται απνευστί, όπως μας διαβεβαιώνουν οι κριτικοί, ως επιβεβαίωση για την αξία του κρινόμενου βιβλίου. Αντιθέτως ένα καλό βιβλίο καταναλώνεται αργά, όπως πχ το καλό κρασί, κόκκινο φυσικά. Δεν πρέπει να παρασυρθούμε από τη γοητεία του, και πέσουμε με τα μούτρα στην κατανάλωση, γιατί η μέθη θα μας κάνει, όταν τελειώσουμε την ανάγνωσή μας, να μην θυμόμαστε τίποτα από αυτό που απολαύσαμε . Η απόλαυση, άκου λέξη για το διάβασμα, της ανάγνωσης ενός βιβλίου, πρέπει να μεταδίδεται, αφού υιοθετήσουμε τον όρο αυτό, στη σκέψη μας, σταγόνα-σταγόνα, ώστε η δημιουργική προσπάθεια του συγγραφέα, να αντιστοιχεί με τη δική μας προσπάθεια ως αναγνώστες. Ένα βιβλίο που απαιτεί κόπο και γνώση για να γραφτεί, χρειάζεται κόπο για να διαβαστεί. Ο συγγραφέας, επειδή πληρώνεται γι’αυτό που γράφει, ενώ εμείς πληρώνουμε γι’αυτό που διαβάζουμε, κατέχει προνομιακή θέση στην συναλλαγή με τον αναγνώστη, που ενισχύει την ανισότητα μεταξύ παραγωγού-συγγραφέα και καταναλωτή-αναγνώστη, η οποία δεν μπορεί να λυθεί με την γρήγορη διεκπεραίωση ενός ακόμα προϊόντος, που θα δικαιολογεί την ωφελιμότητα της αγοράς του με τη γρήγορη κατανάλωσή του, αλλά από μια σχέση ισοτιμίας, που θα ακυρώνει την κυριαρχία του συγγραφέα, αναδεικνύοντας τον αναγνώστη ισότιμο συνομιλητή, μέσω της διαρκούς επιστροφής του στο έργο.
Το βιβλίο του Νίκου Μπακόλα λοιπόν πέρα από θέση που κατέχει στην Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας, είναι από τα βιβλία που έχουν ωριμάσει αρκετά, ώστε από την ανάγνωσή του, ή θα μεθύσουμε αστραπιαία σαν πρωτάρηδες διεκπεραιωτές μιας ακόμα αναγνωστικής επιθυμίας, χάνοντας τη μαγεία της αφηγηματικής μαστοριάς του ή θα απολαύσουμε το έργο αργά και επίμονα, ανάμεσα στις καθημερινές μας δραστηριότητες, ανακαλύπτοντας τη συγγραφική επιδεξιότητα και ικανότητα του αφηγητή, να αναπλάθει το αισθητικό μας bonus, να μας κρατά σε εγρήγορση, όχι μόνο απέναντι στις συμβάσεις της καθημερινότητας, αλλά στην πνευματική ευτέλεια που μας προσφέρεται αφειδώλευτα.
Σάββατο, Μαρτίου 13, 2010
ΕΙΚΟΣΙ ΛΟΓΟΙ ΠΟΥ ΕΚΟΨΑ ΤΟ ΤΣΙΓΑΡΟ
1. Δεν δίνω εξετάσεις.
2. Δεν ταξιδεύω.
3. Δεν πηγαίνω σε πορείες.
4. Δεν γράφω.
5. Δεν παρακολουθώ τη βροχή από το παράθυρο ή από οπουδήποτε αλλού.
6. Δεν πάω σε γιορτές, γενέθλια, βαπτίσεις, γάμους.
7. Δεν περιμένω σε στάσεις λεωφορείων.
8. Δεν είμαι περιπατητής.
9. Αποφεύγω τα bar, καφετέριες, γήπεδο, συναυλίες.
10. Δεν οδηγώ.
11. Αποφεύγω, όπως ο διάολος το λιβάνι, τις καλλιτεχνικές ανησυχίες.
12. Δεν τηλεφωνώ.
13. Δεν κάνω επισκέψεις.
14. Δεν δέχομαι επισκέψεις.
15. Χώρισα με τη γυναίκα μου.
16. Αισθάνομαι πλήρης.
17. Νοιώθω ασφαλής.
18. Αντιλαμβάνομαι τις ικανότητές μου.
19. Η παρουσία μου είναι ουσιαστική και απαραίτητη.
20. Διάγω βίον απαρατήρητον.
2. Δεν ταξιδεύω.
3. Δεν πηγαίνω σε πορείες.
4. Δεν γράφω.
5. Δεν παρακολουθώ τη βροχή από το παράθυρο ή από οπουδήποτε αλλού.
6. Δεν πάω σε γιορτές, γενέθλια, βαπτίσεις, γάμους.
7. Δεν περιμένω σε στάσεις λεωφορείων.
8. Δεν είμαι περιπατητής.
9. Αποφεύγω τα bar, καφετέριες, γήπεδο, συναυλίες.
10. Δεν οδηγώ.
11. Αποφεύγω, όπως ο διάολος το λιβάνι, τις καλλιτεχνικές ανησυχίες.
12. Δεν τηλεφωνώ.
13. Δεν κάνω επισκέψεις.
14. Δεν δέχομαι επισκέψεις.
15. Χώρισα με τη γυναίκα μου.
16. Αισθάνομαι πλήρης.
17. Νοιώθω ασφαλής.
18. Αντιλαμβάνομαι τις ικανότητές μου.
19. Η παρουσία μου είναι ουσιαστική και απαραίτητη.
20. Διάγω βίον απαρατήρητον.
Τρίτη, Μαρτίου 09, 2010
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
- Αν εξαγοράσετε το ποσόν, τώρα, θα χρεωθείτε με ποινή.
-Τι να με πειράξει η ποινή, κυρία μου. Μια ζωή ποινές. Έμαθα να ζω με αυτές. Στο σχολείο ποινές: βαθμολογίες, γυμναστικές, ωρολόγιο πρόγραμμα, πρωινό ξύπνημα, εξετάσεις. Στο στρατό ποινές: φυλακές, σκοπιές, πορείες, πεδίο βολής, εκπαιδεύσεις, όπλα. Στη δουλειά ποινές: χτύπημα κάρτας προσωπικού, ωράριο, συνάδελφοι απρεπείς. Στους έρωτες ποινές: αποκλειστικότητα, αλαζονεία, έπαρση. Στο γάμο ποινές: συγκεκριμένη ώρα φαγητού, τάξη στο υπνοδωμάτιο, στο μπάνιο, στην κουζίνα, στο σαλόνι, συγκεκριμένος χώρος καπνίσματος, κοινωνικές υποχρεώσεις, επισκέψεις φίλων και συγγενών, συμβιβασμοί. Στο δρόμο ποινές: βιαστικοί οδηγοί, βιαστικοί περιπατητές, βιαστικοί καταναλωτές. Βρώμικα και ακαλαίσθητα κτίρια, δρόμοι επισφαλείς. Στις συναλλαγές ποινές: δύστροποι και αργοπρεπείς υπάλληλοι, καθυστερήσεις, επαναλήψεις, ορυμαγδός.
- Μα τι λέτε, κύριε;
Δευτέρα, Μαρτίου 08, 2010
Πέμπτη, Μαρτίου 04, 2010
Κυριακή, Φεβρουαρίου 28, 2010
ΜΕΡΕΜΕΤΙΑ
Να γράψω, λοιπόν, για την Ιωάννα. Κατ’αρχήν τι γνωρίζω γι’αυτήν. Μετά να βάλω φανταστικά στοιχεία για να ολοκληρώσω ή καλύτερα να μαντέψω τη ζωή της. Αλλά το σημαντικότερο είναι να βρω τι είναι εκείνο που θα κάνει την αφήγηση της ζωής της ή ενός γεγονότος της ζωής της, ενδιαφέρον. Εγώ να μεταποιήσω τα ασήμαντα και τετριμμένα, να επιλέξω ή να κατασκευάσω τα επίλεκτα σημεία, αλλά αν αρέσει στους ακροατές ή τους αναγνώστες δεν εξαρτάται αποκλειστικά από μένα. Πρέπει να βάλει κι εκείνη το χεράκι της.
Όταν λοιπόν γράφουμε μια ιστορία, αυτά που εξιστορούμε είναι τα προσωπικά βιώματά μας, ο τρόπος κατανόησης της θέσης μας στον κόσμο, είτε παραλλαγμένα με το προσωπείο κάποιου άλλου, αφού, ως εγωιστές, δεν θέλουμε να εκθέτουμε το εαυτό μας δημόσια, είτε ως ειλικρινείς, παραθέτοντας τις συμβάσεις του βίου μας, όπως ακριβώς τις αντιλαμβανόμαστε, γυμνές μπροστά στον αδηφάγο καθρέφτη του λευκού χαρτιού. Μπορούμε, όμως, να αφηγηθούμε ιστορίες που επινοήσαμε. Σ’αυτές, ο αφηγητής, όσο κι αν προσπαθεί να φανεί αμέτοχος στην ιστορία που αφηγείται, χρησιμοποιώντας επιδέξια όλους τους γραμματολογικούς κανόνες που διαθέτει, προσθέτει τις δικές του εμπειρίες και τη ματιά του, γιατί λέω, δεν μπορεί όσο ικανός κι αν είναι, έστω αυτό που ονομάζουμε μεγάλος συγγραφέας, να μπορεί να μας μιλήσει για κάτι, χωρίς να βάλει κομμάτια του ευατού του, στην ιστορία που διάλεξε να μας αφηγηθεί.
Ας δούμε τα παραδείγματα διηγηματογράφων, τον Βιζυηνό ή τον Παπαδιαμάντη, ας πούμε, που θεωρούνται θεμελιωτές της διηγηματογραφικής γραφής στην Ελλάδα. Ότι έγραψαν, περιέγραψαν, είναι ότι άκουσαν οι ίδιοι, είδαν με τα μάτια τους, παρατήρησαν, διατήρησαν στη μνήμη τους, και κατάφεραν να το μεταφέρουν στους άλλους με την λογοτεχνική τους ματιά. Τι άλλο είναι τα διηγήματα των μεγάλων συγγραφέων, ας πούμε, , του Τσέχωφ, του Σάλιντζερ, του Μέλβιλ, του Καλβίνο, από μια διείσδυση στον εσωτερικό τους κόσμο, που προσπαθώντας να τον απαλλάξουν από τους δαίμονές τους, έφτιαξαν αυτά τα λογοτεχνικά διαμάντια, που διαβάζοντάς τα, αναγνωρίζουμε τη δική μας πραγματικότητα στην οποία δεν μπορούμε να βάλουμε κάποια τάξη. Για ποιον μίλησαν άραγε, ο Χατζής, ο Χάκκας, ο Ιωάννου, ο Καζαντζής, ο Θεοφίλου, ο Φάις, ο Σωτηρίου, ο Σκαμπαρδώνης, για να ρθω στον οικείο χώρο; Η κρίσιμη απάντηση, ότι μιλώντας για τον εαυτό τους, μίλησαν εκ μέρους χιλιάδων άλλων, αποτύπωσαν την ατμόσφαιρα μιας εποχής, συμπύκνωσαν σε μερικές σελίδες όνειρα και απογοητεύσεις της γενιάς τους, ή μιας κοινωνικής ομάδας, κατέγραψαν κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές μιας ιστορικής περιόδου, μου φαίνεται αρκετά εγωιστικό και υπερφίαλο.
Γιατί λοιπόν να προσπαθήσω να μιλήσω εκ μέρους των άλλων, λές και δεν μπορούν να το κάνουν οι ίδιοι; Να γίνω ο εκπρόσωπός τους, χωρίς την άδειά τους, αν πρώτα δεν τους βάλω σ’ένα καλούπι, για να πουν και να πράξουν τα ανομολόγητα του καθημερινού τους βίου, σχεδιασμένο με υλικά που περιορίζουν την ατομικότητά τους, την ιδιαιτερότητά τους, να αναδείξω, δήθεν, αυτό που οι ίδιοι αποφεύγουν ν’αναδείξουν, λες και θέλουν να κατακτήσουν την αιωνιότητα δια της γραφής. Ρώτησε κανένας, την Φραγκογιαννού, αν ήθελε να καταγραφούν οι πράξεις της, ώστε σήμερα να δικάζεται από δικαστικούς, και να εξετάζεται η παθολογική της κατάσταση από ψυχολόγους, την κυρά Λισάβετ για τα βάσανα που πέρασε, ώσπου να παντρέψει τις κόρες της ή αν ήθελε ο Σέυμουρ να βρισκόμαστε κοντά του τη στιγμή της αυτοκτονίας του ή τον Αμαντέο να πληροφορηθούμε την περιπέτειά του, και τόσοι άλλοι ........
Μα ήταν υπαρκτά πρόσωπα; Αμέ ήταν. Μπορεί να μην ήταν αυτοί που κατεξοχήν περιγράφονται, αλλά κάποιοι άλλοι που δάνεισαν, ερήμην τους, τον εαυτό τους, δίχως να ρωτηθούν. Ποια πνευματικά δικαιώματα λοιπόν. Σε ποιον ανήκουν, ποιος είναι ο ιδιοκτήτης της ιστορίας; Αυτός που τη γράφει ή αυτός για τον οποίο γράφεται η ιστορία. Ούτε λόγος γι’αυτούς που επιμένουν ότι πρέπει να μιλάμε για γλωσσικούς ήρωες, συνεπώς μιλώντας για λογοτεχνία μιλάμε για τη γλώσσα. Γιατί, όμως, μιλάμε για την Μποβαρύ, την Καρένινα, την κυρία ντε Ρενάλ, τη Ναστάσια Φιλίπποβνα; Ξεφεύγω και θα αποκαλυφθεί η αγραμματοσύνη μου. Γρήγορα, επιστροφή στα χωρικά μου ύδατα, άκρη-άκρη στην παραλία, πλατσουρίζοντας.
Μου πέφτει λόγος να γράψω για την Ιωάννα; Μου πέφτει λόγος για τη ζωή της; Για κάτι που έκανε, ώστε να γράψω την δική μου εκδοχή για τις πράξεις της; Γνωρίζω ελάχιστα πράγματα γι’αυτήν. Μαντεύω ότι είναι, περίπου, πενήντα-πέντε χρονών, μέτριου αναστήματος, με γαλανά μάτια, που δεν στοχεύουν στο πρόσωπο όταν σου μιλούν, μαλλιά κοντά, ξανθά, με ρίζες γκρίζες που μαρτυρούν το βάψιμο, παντελόνι, που αφήνει ν’αναδεικνύεται η κοιλιά που φουσκώνει ελαφρά, περιποιημένο πρόσωπο όπου κι αν την συναντήσεις. Της αρέσουν οι φωτογραφίες, φωτογραφίζει ότι δει, φωτογραφίζεται διαρκώς, δουλεύει στο κτηματολόγιο, ζει μόνη της με τον σκύλο της τον Παντελή, παντρεύτηκε αλλά χώρισε μετά πέντε χρόνια, δίχως παιδιά, μένει στον πρώτο όροφο μιας πολυκατοικίας στην Αγ.Αικατερίνη, πηγαίνει όπου υπάρχουν συνεστιάσεις συλλόγων και ομάδων.
Μου φτάνουν αυτά για να γράψω κάτι για την ζωή της; Το βιογραφικό υλικό είναι ανεπαρκές, πρέπει να το γεμίσω. Να κλέψω τις ζωές κι άλλων. Υπαρκτών και ανυπάρκτων. Κλέφτης της ζωής των άλλων; Βαριά κουβέντα, αλλά αληθινή. Αλλά όλα αυτά είναι αληθινά, είναι φαντασία δική της, είναι η φαντασία μου, είναι σύνθεση πραγματικών και φανταστικών γεγονότων, δικών μου ή δικών της;
Τι εννοώ; Επειδή δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τόσους πολλούς ανθρώπους, έστω κι αν ο κοινωνικός μας κύκλος είναι αρκετά μεγάλος, αναρωτιέμαι ποιος συγγραφέας έχει τόσες γνωριμίες και εμπειρίες για να γεμίσει τα βιβλία του με δικές του εμπειρίες. Μπροστά στο αδιέξοδο, ο συγγραφέας, αρχίζει να κλέβει λογοτεχνικούς ήρωες. Όχι βέβαια μεταφέροντας ακριβώς τις λογοτεχνικές του αναγνώσεις, αυτούσιες μέσα στις ιστορίες που γράφει, αλλά με τις αναμνήσεις του από τα διαβάσματά του. Διαβάζοντας μια ιστορία εκείνο που μένει είναι η ατμόσφαιρα της, δίχως τις λεπτομέρειες της, αλλά με τη γεύση της. Μια ιστορία φτιάχνεται με τα υλικά της που είναι οι λέξεις, αλλά κανείς δεν θυμάται λεπτομέρειες, και αν θυμάται κακό κάνει του ευατού του, γίνεται ένας σχολαστικός φιλόλογος. Τα υλικά που είναι φτιαγμένο ένα δημιούργημα, ένα γευστικό φαγητό, παραδείγματος χάριν, το ζητάμε για τη γεύση που μας αφήνει, για τη γευστική ικανοποίηση που προσφέρει, όχι για τα υλικά που είναι φτιαγμένο. Η αναγνωστική γεύση μιας ιστορίας μπορεί να οδηγήσει στην επινόηση μιας άλλης ιστορίας. Η πρακτική πλευρά της της αφήγησης, το λεκτικό της στοιχείο, η γλώσσα, μπορεί να αγνοηθεί ή να πέσει στην λήθη, αλλά κατά ένα ανεξήγητο λόγο μπορεί να μας προσφέρει υλικά, για τη δική μας αφηγηματική προσπάθεια. Είμαστε λοιπόν αυτό που διαβάσαμε, γι’αυτό όταν γράφουμε, η ιστορία που διηγούμαστε, ποτέ δεν είναι η ιστορία του ήρωα, αλλά η δική μας εκδοχή για τη λογοτεχνική ιστορία. Φτιάχνοντας την ιστορία ενός ήρωα, βγάζουμε τον ήρωα μας από την μίζερη πραγματικότητα και τον τοποθετούμε στη λογοτεχνική πραγματικότητα, όπου μπορούμε να διηγηθούμε αυτά, που στην καθημερινότητα δεν τολμούμε, γιατί η πραγματική ζωή μισεί την διαφορετικό, κατασπαράζει το μη αποδεκτό, παράλληλα γοητεύεται γι’ αυτό που συμβαίνει σ’έναν κόσμο διαφορετικό από το δικό της, άσχετα αν συγκινείται ή μένει αδιάφορη από τα πάθη του ήρωα.
Όταν λοιπόν βγει η Ιωάννα από τον κόσμο του πραγματικού, αποκτήσει λογοτεχνική υπόσταση, η ύπαρξή της υπερβαίνει την αντιληπτή πραγματικότητα, γίνεται νοητική «πραγματικότητα». Αυτό της δίνει μια ελευθερία, να κάνει πράγματα που δεν θα πραγματοποιούσε ποτέ στη ζωή της. Μπορεί ακόμα να ονειρεύεται, ότι θα βρεθεί λίγο πριν από τη σύνταξή της, μαζί με κάποιον που θα της προσφέρει αυτό που τόσο στερήθηκε στη ζωή της, να νοιώσει ασφάλεια και γαλήνη. Κάποιος που θα την καλέσει να βγουν μαζί, να ακουμπήσει στην αγκαλιά του, να νοιώσει τη μυρωδιά του ανδρικού σώματος, να ταξιδέψει εκεί που δεν τολμούσε να σκεφτεί ότι θα φτάσει.
Να γίνω, λοιπόν, αυτόκλητος εξομολόγος της; Να εκφορτίσει τη ζωή της στις πλάτες μου και άντε εγώ να συμμαζέψω τ’ασυμμάζευτα. Να μου πει για τον αδελφό της, δημοσιογράφο στη «Ροδιακή», που δεν νοιάζεται καθόλου, ακόμα και στην εγχείρηση που έκανε στη χολή, δεν είναι τίποτα, της είπε, συμβαίνουν αυτά στους ανθρώπους, ούτε που πάτησε το πόδι του στο νοσοκομείο, έχω κανονίσει με τους γιατρούς της παράγγειλε, την προηγούμενη μέρα της επέμβασης, ευτυχώς που βρέθηκε η Λένα, συγκάτοικος στην πολυκατοικία, να της φέρει καθαρά εσώρουχα, νυχτικές καθαρές, μια βδομάδα έκατσε στο νοσοκομείο, μπας και θέλει να με γηροκομήσει, με το αζημίωτο φυσικά, κανά δυο συνάδελφοι πήραν τηλέφωνο, πως πας καλά, αυτό ήταν ξεμπέρδεψαν με την υποχρέωση. Να μου πει για τον Παπαδημητρίου, που της φορτώνει συνεχώς δουλειά, σε τέτοια ηλικία, γιατί κάνει τα γλυκά μάτια στην Λεοντίου, μια συνάδελφο που τα θέλει ο κώλος της τα σιρόπια, αν και παντρεμένη μ’ένα καλό παιδί που δουλεύει στο λογιστήριο της ΒΑΠ, με δυο παιδιά, παλληκαράκια, πάντα περιποιημένη και στολισμένη, λες και πάει σε δεξίωση, για τον αχαίρευτο τον πρώην άντρα της που τις προάλλες είχε το θράσος, μετά από τόσα χρόνια, να απαιτήσει μερίδιο από το σπίτι που έμενε, πεταμένος από τη συμβία του στο δρόμο, μαζί το πήραμε, της είπε στο τηλέφωνο, δεν τόλμησε να πατήσει το πόδι του στο σπίτι, τουλάχιστον τα χρόνια που πλήρωνα τις δόσεις, πρόλαβε να πει, πριν του κλείσει το τηλέφωνο. Να μου πει για τον Γιάννη της, τον μεγάλο έρωτα της ζωής της, που τον σπίτωσε και κείνος δεν της ανέφερε καν ότι ήταν διωγμένος από τη γυναίκα του, στη Σύμη, με δυο παιδιά, το μόνο που τον ένοιαζε ήταν η ασφάλεια της οικογενειακής ζωής, τι ζωή δηλαδή, δυο μαγκούφηδες να πηγαίνουν μόνοι τους για φαγητό, για ψώνια στο SUPER MARKET, να πίνουν τον καφέ τους στο μπαλκόνι, τα καλοκαιρινά δειλινά, με τις μυρωδιές από τις τριανταφυλλιές να τυλίγουν τη μοναξιά τους, να μην της πει τίποτα, ο αλήτης, κι αυτή να του μιλάει ακατάπαυστα, ακουμπισμένη στην αγκαλιά του, για τη ζωή της στο χωριό, από κει είχε ξεκινήσει, για τους νεανικούς της έρωτες, για το γάμο της, τις απέλπιδες προσπάθειες να κάνει ένα παιδί, τον χωρισμό της. Δεν μπορούσα να τον υποφέρω, έλεγε στο Γιάννη, τα μάτια της γίνονταν υγρά όπως τα χείλη της, ακόμα και το κόκκινο των χειλιών της προσπαθούσαν ν’αντιγράψουν, αλλά συγκρατιόταν, το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να βγαίνει με τους φίλους του, δημόσιες σχέσεις τις αποκαλούσε, πως νομίζεις βγαίνει το μαγαζί, ρωτούσε, γυρνούσε μεθυσμένος τα χαράματα, εκείνη με τον καιρό σταμάτησε να τον περιμένει, έπινε ένα ηρεμιστικό, το πρωί είχε πολύ δουλειά, δεν μπορούσε να πηγαίνει ξάγρυπνη, είχε τον μαλάκα τον Παπαδημητρίου να της φορτώνει συνέχεια δουλειά.
Αλλά τι είναι αυτό που κάνει την ιστορία της ξεχωριστή, άξια να την αφηγηθώ, δηλαδή να την καταγράψω, να αποκοπεί από τα δεσμά της ομοιομορφίας και της ισοπέδωσης. Ποιο είναι το κριτήριο της επιλογής της ανάμεσα σε τόσες άλλες ιστορίες; Από την άλλη πλευρά μήπως η καταγραφή μιας ιστορίας, δεν είναι τίποτα άλλο από μια διέξοδο στη μοναξιά του συγγραφέα, ένα άλλοθι στην επιμονή του ότι μπορεί να τα βάλει με τη μέσα ύλη του, να παραπλανήσει τον αναγνώστη φορώντας περούκες, όπως γράφει ο Μηλιώνης, στα πρόσωπά του, ακόμα και ο ίδιος, κλεισμένος το βράδυ στην κάμαρά του, μελετώντας τα πρόσωπα που τη μέρα σε πικραίνουν ή σε εξοργίζουν, όπως ισχυρίζεται ο Ιωάννου, συνεχίζοντας το συλλογισμό μου;
Όλα αυτά στην καμπούρα της Ιωάννας; Εγώ που απεχθάνομαι την εξουσία, που δεν μπορώ να επιβάλω κανόνες σε κανένα, πως θα μπορέσω να ορίσω, να επανατοποθετήσω, να αναδιατάξω, φαντάσου να ψυχογραφήσω, γίνεται κι αυτό, έστω με τη μάσκα του λογοτεχνήματος, τη ζωή κάποιου άλλου, για να μη πω τη ζωή κάποιων άλλων; Είναι νόμιμο, θεμιτό αυτό, ταιριάζει με την εικόνα του συγγραφέα, ως εκτιμητή της ελευθερίας, διακινητή των πιο ακραίων φιλελεύθερων ιδεών, υπερασπιστή της ιδιωτικής ζωής, ακραιφνή κατήγορο της θεότητας του βλέμματος;
Εντάξει να το ρισκάρω, να εμπιστευτώ τα λεγόμενά της, την έμπνευσή μου, τα διαβάσματά μου και να το τολμήσω. Να λεηλατήσω τη ζωή της, που μου εμπιστεύτηκε, τέτοιο κάθαρμα που είμαι. Αν όμως το ενδιαφέρον βρίσκεται σε κείνη τη φωτογραφία, που επιμελώς αποκρύπτει να μου μιλήσει γι’αυτήν, συγκεκριμένα για αυτόν που κάθεται δίπλα της, ξαπλωμένος στο χορτάρι, αφήνοντας το βάρος του σώματός του να πέφτει στον αγκώνα του, το κεφάλι του ελαφρά ακουμπισμένο στο στήθος της. Εκείνη δεν φαίνεται δυσαρεστημένη, αντιθέτως χαμογελά, εξοικειωμένη καθώς είναι στο φακό.
Η Ιωάννα πρέπει να είναι γύρω στα τριάντα, δεν υπάρχει στη φωτογραφία καμμία χρονολογική ένδειξη, τα μαλλιά της μακριά, στο φυσικό τους χρώμα, καστανά, φοράει φουστάνι μπλε σκούρο, τα παπούτσια της είναι αθλητικά, γεγονός που δείχνει ότι ή πεζοπορία έχει προαποφασιστεί. Στο πλάνο δεν διακρίνεται τίποτα άλλο, πέρα από τα δένδρα πίσω τους, που εμποδίζουν να αντιληφθείς την τοποθεσία. Ο άγνωστος, γράφω δε άγνωστος, γιατί δεν εμφανίζεται ξανά στις αναρίθμητες φωτογραφίες που μου έδειχνε τ’απογεύματα, όταν την επισκεπτόμουν, μετά τη γνωριμία μας στη εκδήλωση των βιοτεχνών Ρόδου, φοράει σακκάκι σκούρο καφέ, παντελόνι κλασικό με πένσες, τα δερμάτινα παπούτσια του δίχως κορδόνια, περιέργως, δείχνουν να πιάστηκε απροετοίμαστος. Δεν φαίνεται πάνω από σαράντα χρονών, αλλά η αραίωση των μαλλιών του, αποκαλύπτει ένα δυσανάλογο με το πρόσωπο μέτωπο, που του προσθέτει χρόνια.
Στις φωτογραφίες δεν την έχω ξαναδεί μ’αυτό το φόρεμα, και από αυτή την ηλικία που φαίνεται η Ιωάννα στη φωτογραφία, έχουν τραβηχτεί πολλές. Άλλωστε δεν είναι μανιώδης καταναλωτής ρούχων. Σε πολλές φωτογραφίες που έχουν χρονολογική ένδειξη, μπορείς να δεις οτι ενδυματολογικά δεν έχει αλλάξει για μεγάλες χρονικές περιόδους. Βέβαια παραμένουν δυο ερωτήματα από τα οποία το ένα έχει, μάλλον, απαντηθεί. Το ότι δεν υπάρχει χρονολογική ένδειξη, ενώ σε όλες τις άλλες φωτογραφίες υπάρχει, αλλά κυρίως η ερασιτεχνική λήψη, και εννοώ η εστίαση των εικονιζόμενων, δείχνει ότι ο φωτογράφος δεν βρίσκεται κάτω από την επαγγελματική καθοδήγηση της Ιωάννας. Αφήνει ένα κενό αριστερά στη φωτογραφία, στριμώχνοντας, ας το ονομάσω ζευγάρι, λόγω οικονομίας, στα δεξιά, αναδεικνύοντας σαν πρωταγωνιστή στο κάδρο, τον άγνωστο άντρα. Είμαι πεπεισμένος ότι η φωτογραφία δεν έχει τραβηχθεί από τη φωτογραφική μηχανή της Ιωάννας. Ακόμα δε, η ποιότητα των χρωμάτων είναι εμφανώς καλύτερη από τις δικές της. Εδώ ας κάνω μια παρένθεση για να αναφέρω ότι η Ιωάννα, φαίνεται, να μην ενδιαφέρεται για την ποιότητα της φωτογραφίας, αλλά για το εικονιζόμενο γεγονός. Έχοντας λυμένο το πρώτο ερώτημα, ότι η φωτογραφία δεν προέρχεται από τη φωτογραφική μηχανή της Ιωάννας, αναρωτιέμαι γιατί η Ιωάννα δεν χρησιμοποίησε τη δική της φωτογραφική μηχανή, για την συγκεκριμένη έξοδο. Προς χρήσιν ποιου καταναλώθηκε η φωτογραφία;
Έρχομαι στο δεύτερο και πιο ουσιώδες. Γιατί δεν μου μίλησε ποτέ γι’αυτόν τον άνθρωπο; Τι προσπαθεί να κρύψει; Μήπως όλα τα ορατά και ειπωμένα είναι αιτιάσεις της μυστικής ζωής; Ως γνωστόν ζούμε δυο ζωές, ταυτόχρονα, αυτή που γνωρίζουν όλοι, ή τελοσπάντων, αυτοί που βρίσκονται κοντά μας, από τις πράξεις και τα λόγια μας, και την άλλη, τη μυστική, όπου μαζεύουμε κάθε μέρα τα ανομολόγητα και ιερά, που ούτε είπαμε, πολύ δε περισσότερο πράξαμε, αλλά μας βοηθούν σε ανασυντάξεις, ενίοτε δε, σε παραιτήσεις. Ευτυχείς αυτοί που καταφέρνουν να γράψουν γι’αυτή τη μυστική ζωή, να τη φωτίσουν, ώστε οι παραλήπτες, όσοι δεήσουν να σκύψουν πάνω της, γνωρίζοντας τα καθέκαστα, να παρηγορηθούν από αυτά τα λόγια τα καθαγιασμένα , αφού θα καταλάβουν ότι δεν είναι οι μόνοι που βασανίζονται από περιφορές και ατελέσφορα τολμήματα.
Γιατί τα γράφω εγώ αυτά; Όχι βέβαια, επειδή είμαι κάποιος, ματαιόδοξος, επίδοξος συγγραφέας, που τέτοια μεγαλεία σ’αυτή την ηλικία, με τέτοια υλικά που είμαι φτιαγμένος, με τέτοια εφόδια που έχω στις αποθήκες της γνώσης μου, αλλά γιατί μ’ αυτά τα σφραγίσματα, τα μερεμέτια, προσπαθώ να διορθώσω το ασύντακτο δρομολόγιο της ζωής μου. Αλλά αυτό δεν γίνεται, προσποιούμενος τoν καθοδηγητή της ζωής των άλλων, έστω κι αν αυτοί ζούν μόνο μέσα στις αφηγήσεις. Γίνεται με μιλήματα φανερά, με ομολογίες, με επώδυνες αναρριχήσεις, επώδυνες κατακριμνήσεις, με τις έσχατες παλινδρομήσεις του αδήλωτου κουβαριού που λέγεται ψυχή.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)










