Παρασκευή, Νοεμβρίου 29, 2013

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Ο συγγραφέας, Ασημάκης Ασημένιος, με ρηξικέλευθο και ανατρεπτικό τρόπο αποτίει φόρο τιμής στην ελληνική πεζογραφική παράδοση. Ο πρωτότυπος τρόπος γραφής,  με σεβασμό στην αφηγηματική γλώσσα  κορυφαίων λογοτεχνικών έργων της ελληνικής πεζογραφίας, αμφισβητεί και  υπονομεύει τις συμβάσεις της πεζογραφικής τεχνικής, με λεκτική ευεξία επικυρωμένη από την επιμελή χαρτογράφηση του λογοτεχνικού κανόνα και ανοίγει νέους δρόμους στη πεζογραφική αφήγηση και τις αναγνωστικές επιθυμίες  .
Ο Θάνος Θάνου, ένας πολλά υποσχόμενος  ποιητής του διαδικτύου, ερευνά τις  συνθήκες  θανάτου του αναγνωρισμένου, βραβευμένου δημοσιοσχεσίτη ποιητή Παχή Φακή μέσα από το έργο του. Το συμπέρασμα που θα καταλήξει, διαμετρικά αντίθετο  με την επίσημη εκδοχή της αστυνομίας, θα καταπλήξει την ποιητική συντροφιά  του διαδικτυακού περιοδικού που διευθύνει στην οποία  ανακοινώνει τα συμπεράσματα της έρευνάς του.
Μόνο που η αποκάλυψη αυτή θα  δημιουργήσει προβλήματα στην προσωπική του ζωή. Κανείς δεν προσφέρεται να τον βοηθήσει. Η απομόνωση θα τον οδηγήσει στην ενδοσκόπηση και την εσωστρέφεια, απαραίτητα εργαλεία για να να κάνει τον απολογισμό της ζωής του, και να τον βοηθήσει να κατανοήσει τη ζωή μ’ένα διαφορετικό, εντελώς προσωπικό τρόπο, που ούτε ο ίδιος πίστευε πως διαθέτει.
Ένα βιβλίο σπονδή για την αλληγορία της ποίησης, όπου λογοτεχνία και ζωή συναντούνται, συμπλέκονται, παράλληλα, όμως,  αλληλοαναιρούνται.

Ο συγγραφέας του «Η επιλεκτική μνήμη ενός ευρυμαθούς» μετά από αρκετά χρόνια συγγραφικής σιωπής, επανέρχεται με το νέο μυθιστόρημα του "Η απώλεια", σημείο αναφοράς στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας.
Ο πίνακας είναι του Man Ray "Self portrait" 1941

Τετάρτη, Νοεμβρίου 27, 2013

Πέμπτη, Νοεμβρίου 21, 2013

Ο ΝΤΙΝΟΣ ΤΗΣ ΜΑΚΡΟΘΥΜΙΑΣ

Εκεί που κάθομαι και μασάω καλαμπόκι ψημένο, ποιον βλέπω;
-Το Ντίνο της Μακροθυμίας!
Στεκόταν στην άκρη του μαγαζιού με τα βότσαλα στα πόδια του. Προσπαθούσε να βγάλει κάτι από την τσέπη του σακακιού του. Έβαζε μέσα την παλάμη του, την τραβούσε μαζεμένη γροθιά, την άνοιγε σιγά-σιγά, την κοιτούσε ερευνητικά, και μετά, πάλι, επαναλάμβανε την ίδια κίνηση.
Τον παρατηρούσα ενώ συνέχιζα να τρώω το καλαμπόκι μου. Που και που τραβούσα καμιά γουλιά κόκα κόλα από το ποτήρι. Ο Ντίνος της Μακροθυμίας εκτελούσε μηχανικά το καθήκον του με την ίδια επιμέλεια και όρεξη.
Γύρισα το βλέμμα μου, διορθώνοντας την οπτικό μου πλάνο, εστιάζοντας προς την πλευρά της πόρτας. Ένας μικρός, περίπου δέκα χρονών, προσπαθούσε να την ανοίξει με τον ώμο του. Δυσκολευόταν, γιατί στην αγκαλιά του κρατούσε ένα σκυλί, το οποίο, επειδή δεν τα πάω καλά με τις ράτσες των σκύλων, θα το ονομάσω κανίς, που του έγλυφε το αριστερό αυτί. Κατάφερε ν’ανοίξει και βάδισε προς το μέρος του Ντίνου, οπότε σαν καλός παρατηρητής και αργόσχολος, γύρισα την κάμερα των ματιών μου προς τη μεριά τους και έκανα ένα μακρινό.
-Μπορείτε να τον προσέχετε για ένα λεπτό, τον ρώτησε και δίχως να περιμένει απάντηση άφησε το λουρί του σκυλιού στο ελεύθερο χέρι του Ντίνου κι απομακρύνθηκε, βαδίζοντας προς την έξοδο. Ο Ντίνος  έβγαλε από την τσέπη του σακακιού του ένα κομμάτι σαλάμι από βοδινό και δημητριακά και το έδωσε στο σκυλί. Εκείνο το άρπαξε, το μύρισε, και άρχισε να το τρώει με βουλιμία. Ο Ντίνος συνέχισε την προσφιλή του απασχόληση σαν να μην είχε συμβεί τίποτα από αυτό που συνέβη.
Κοίταξα το μπολ μου, αφού είχα κάνει cut στο κινηματογραφικό μου βλέμμα. Είχε αδειάσει από  καλαμπόκι. Κάτι υπολείμματα είχαν μείνει, ανάξια λόγου. Κοίταξα το ρολόι μου. Δεν είχε έρθει για μια ακόμη φορά. Αποφάσισα να φύγω. Βγαίνοντας, κοίταξα  πίσω στο τραπέζι μου. Καθόμουν εκεί σκαλίζοντας το άδειο μπολ, περιμένοντας.

Ο πίνακας είναι του Gary Hume "Girl boy, Boy girl"

Κυριακή, Νοεμβρίου 17, 2013

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΜΕΡΑ

                                                                    Φοβᾶμαι...

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι
καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου
βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό».

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ καταλερωμένη τὴ φωλιὰ
πασχίζουν τώρα νὰ βροῦν λεκέδες στὴ δική σου.

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ κλείναν τὴν πόρτα
μὴν τυχὸν καὶ τοὺς δώσεις κουπόνια καὶ τώρα
τοὺς βλέπεις στὸ Πολυτεχνεῖο νὰ καταθέτουν γαρίφαλα καὶ νὰ δακρύζουν.

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γέμιζαν τὶς ταβέρνες
καὶ τὰ σπάζαν στὰ μπουζούκια κάθε βράδυ καὶ τώρα τὰ ξανασπάζουν
ὅταν τοὺς πιάνει τὸ μεράκι τῆς Φαραντούρη καὶ ἔχουν καὶ «ἀπόψεις».

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν
καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.

Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο.

Νοέμβρης 1983
Μανόλης Αναγνωστάκης

Δευτέρα, Νοεμβρίου 11, 2013

11.11.2013

Αφού βρέθηκε εδώ, κάτι έπρεπε να συμβεί. Όταν γράφεις ένα διήγημα, αφηγείσαι μια ιστορία, ένα γεγονός. Γι’αυτό  γράφει ο συγγραφέας, γι’αυτό διαβάζει ο αναγνώστης. Αλλά δεν ήταν δική του απόφαση, τι θα γίνει ή  πότε θα γίνει. Η απόφαση ήταν του συγγραφέα. Αυτός το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν ν’ακούει τους ήχους του ρολογιού από το κωδωνοστάσιο της εκκλησίας. Ήξερε ότι είχε φτάσει το απόγευμα με το τραίνο, ήξερε ότι έβρεχε όταν έφτασε στο σταθμό, γνώριζε ότι βρισκόταν ξαπλωμένος, με τα ρούχα, στο κρεββάτι του ξενοδοχείου. Μόνο αυτά. Τα υπόλοιπα υπήρχαν στο μυαλό του συγγραφέα. Δεν του είχε εκμυστηρευτεί τίποτα, ούτε καν το σκελετό του διηγήματος, το πλαίσιο που λέμε. Μήπως ο συγγραφέας συνομιλεί, ρωτάει τα πρόσωπα της ιστορίας του;  Όχι, γιατί αν το έκανε θα είχαμε γεμίσει τα ράφια της βιβλιοθήκης μας με σπουδαία λογοτεχνία. Ο συγγραφέας είναι ο απόλυτος κυρίαρχος της αφηγηματικής πράξης, όπως αναφέρεται από τους ειδικευμένους στη λογοτεχνική ακροβασία, ένας εγωιστής που νομίζει πως τα ξέρει όλα. Πόσες ιστορίες θα ήταν διαφορετικές, δεν ισχυρίζεται καλύτερες, αν έπαιρναν υπόψη τους την άποψη των προσώπων της ιστορίας τους; Κι ας απαντούν με έπαρση, συνεντευξιαζόμενοι, όταν  τους ρωτούν,  αν τους ακολουθούν οι ήρωες τους μετά το τέλος της ιστορίας, ναι, φυσικά. Εδώ σε θέλω μάστορα, στα δύσκολα, που αφήνεις τον ήρωά σου, μόνο στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, να ακούει τον ήχο από το ρολόι της εκκλησίας. Με τη βαλίτσα  του ακουμπισμένη δίπλα στο κομοδίνο, το φως του μπάνιου ανοιχτό, τη βρύση να στάζει εκνευριστικά, λες και το κάνεις επίτηδες, για να τον εκνευρίσεις περισσότερο, αφού ξέρεις ότι μια βρύση που στάζει είναι ότι χειρότερο μπορεί να συμβεί, μετά την εγκατάλειψή τού ήρωά σου στην αρχή ενός διηγήματος. Αν ήταν στο χέρι του, επειδή δεν γνωρίζει το λόγο που βρίσκεται εδώ, θα έπαιρνε το τραίνο της επιστροφής την επόμενη μέρα, για να γυρίσει που; Ούτε αυτό γνώριζε. Επιτρέπεται ν' αναλάβει πρωτοβουλία και να συνεχίσει την δική του εκδοχή της ιστορίας; Δεν ήξερε αν στέκει αφηγηματικά, διότι το είδος των μυθιστορημάτων ή των διηγημάτων που είχε διαβάσει, δεν του έδιναν το δικαίωμα ή τη δυνατότητα να επέμβει νοηματικά στην εξέλιξή του κειμένου. Μήπως γι’αυτό η λογοτεχνία που διάβαζε, όπως χιλιάδες άλλοι, τη θεωρούσαν οι έγκυροι κριτικοί, αν καμιά φορά ασχολούνταν μαζί της, ελαφρά αναγνώσματα,  για να την καταδικάσουν τελικά; Αλλά και πάλι, αν το έκανε, θα ήταν ο πρώτος που θα έπαιρνε την ιστορία στα χέρια του. Κανένα άλλο αφηγηματικό πρόσωπο δεν τόλμησε ν’αμφισβητήσει την ηγεμονία του δημιουργού του. Θα ήταν ύβρις και γνώριζε πολύ καλά που θα κατέληγε. Από την άλλη πλευρά πως γνώριζε ότι ήταν το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας για να αναλάβει τέτοιο βάρος; Δεν είχε διαβάσει κλασικούς διηγηματογράφους, πχ τον Μπόρχες,  για να αντιληφθεί ότι το πρόσωπο που εισβάλει στις πρώτες γραμμές του διηγήματος, είναι ο πρωταγωνιστής του, αντλώντας επιχειρήματα από το κορυφαίο διήγημά του «Ο νότος» . Ούτε βέβαια τον Τζόυς που στο περίφημο διήγημά του, «Ο νεκρός», αναδεικνύοντας τη μεγαλοφυία του, ο πρωταγωνιστής εμφανίζεται δυο-τρεις σελίδες πριν από το τέλος. Ας προσθέσουμε στα επιχειρήματά μας, το σπουδαίο Έλληνα συγγραφέα, Τόλη Καζαντζή, που στο υπέροχο διήγημά του «Η κυρα- Ελισάβετ» η πρωταγωνίστρια εισβάλει από την πρώτη λέξη. «Στης κυρα-Ελισάβετ έγινε πάλι σκοτωμός», γράφει, ανατρέποντας τις αναγνωστικές μας συμβάσεις. Το μόνο που μπορούσε να κάνει, ήταν να περιμένει, στο ασφυκτικό πλαίσιο μιας παραγράφου, τη συνέχεια. Αλλά για πόσο; Βέβαια ο αφηγηματικός χρόνος δεν είναι ίδιος με το βιωματικό χρόνο. Μπορεί ο αφηγηματικός χρόνος να ήταν ελάχιστος, τόσος όσο να διαβαστεί μια σύντομη παράγραφος, αλλά ο βιωματικός του χρόνος ήταν αρκετός. Είχε φτάσει το απόγευμα με βροχή. Ήπιε ένα καφέ στην καντίνα του σταθμού, ρώτησε τον υπάλληλο ή τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού, ούτε τον ένοιαζε η ιδιότητά του, που βρίσκεται το ξενοδοχείο «Το φιγουρίνι», έφτασε εκεί με τα πόδια, γιατί ήταν καμιά τρακοσαριά μέτρα από το σταθμό, ο κουστουμαρισμένος υπάλληλος της ρεσεψιόν επιβεβαίωσε την κράτησή του, πήρε το κλειδί του δωματίου και ανέβηκε με τα πόδια στο δεύτερο όροφο. Ακούμπησε τη βαλίτσα του, όπως γράφτηκε, δίπλα στο κομοδίνο, κλειστή, άναψε το τσιγάρο του, άνοιξε την μπαλκονόπορτα,  περίπου τριάντα πόντους, τράβηξε την κουρτίνα για να μη τη σπρώχνει προς το μπαλκόνι ο αέρας, που είχε αντικαταστήσει την βροχή, είδε την εκκλησία απέναντι, και κατέβηκε για φαγητό στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Ένα εστιατόριο με δέκα τραπέζια, στρωμένα με άσπρα τραπεζομάντηλα, ένα μικρό βάζο στο κέντρο του, στολισμένο μ’ένα τριαντάφυλλο, ελαφρά μαραμένο. Παράγγειλε «Σαλάτα του Καίσαρα» και φιλέτο χοιρινό με σάλτσα μανιταριών. Ήπιε ανθρακούχο νερό και, παραδόξως, κάπνισε, πράγμα που απέφευγε μετά το φαγητό. Πλήρωσε και ανέβηκε στο δωμάτιο.  Όλα αυτά είχαν συμβεί, αλλά δεν καταδέχτηκε να τα αφηγηθεί ο επηρμένος συγγραφέας, ο οποίος θα τα περιέγραφε πολύ καλύτερα, λόγω γνώσης και συγγραφικής εμπειρίας. Προτίμησε να τον στείλει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου μέσα σε μια μικρή παράγραφο. Φυλακισμένος αφηγηματικά, περίμενε τον παντογνώστη δημιουργό να του δώσει διέξοδο . Δεν μπορούσε παρά να περιμένει. Να ακούει τον ήχο του ρολογιού και να περιμένει. Δεν μπορεί κάτι έπρεπε να συμβεί. Τι  είχε κάνει τον συγγραφέα να σταματήσει το διήγημα στην πρώτη ολιγόλεκτη παράγραφο. Και που ήξερε ότι ήταν παράγραφος και δεν θα υπήρχε συνέχεια; Αυτά ήταν όμως φιλολογικά ερωτήματα, αυτός δεν έχει ιδέα από αυτά και δεν ήθελε να κουράζει το μυαλό του με τέτοιες σκέψεις. Θα ήθελε ν' ανάψει κι άλλο τσιγάρο και να βγει στο μπαλκόνι. Φεγγάρι δρεπανοειδές δεν υπήρχε, ούτε αλλουνού σχήματος, αλλά μια αστροφεγγιά έντονη, τώρα πια, κυριαρχούσε. Η πόλη ήταν ήσυχη, οι δρόμοι έρημοι, εκτός από κάποια αυτοκίνητα που διέκοπταν τη νυχτερινή ηρεμία. Κάποιο προσχέδιο, σκεφτόταν, θα υπήρχε, δεν μπορεί, κανένας συγγραφέας δεν ξεκινάει να γράφει δίχως να έχει έστω ένα σκελετό της ιστορίας του. Μπορεί να μην είναι επεξεργασμένο στην παραμικρή του λεπτομέρεια, να μην είναι ολοκληρωμένο, αλλά η κεντρική ιδέα σίγουρα υπήρχε. Αν ήξερε σε τι είδους ιστορία είχε εμπλακεί, ίσως να μπορούσε να κάνει κάτι, από το να μένει ξαπλωμένος στο κρεββάτι του ξενοδοχείου και να ακούει τα χτυπήματα του ρολογιού, με την επιθυμία να καπνίσει ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι. Αλλά να κάνει τι ένας «χάρτινος» ήρωας; Το μόνο που μπορούσε ήταν να κάνει υποθέσεις. Αν ήταν ο ήρωας μιας ερωτικής ιστορίας, ίσως να είχε φτάσει εδώ για να ξεκαθαρίσει παλιούς λογαριασμούς. Μπορεί η εξέλιξη να μην ήταν βίαιη, σκεπτόμενος τη λέξη «ξεκαθαρίσει», εκεί τον οδηγούσε το μυαλό του, εννοώντας την αμφισημία κάποιων προσωπικών υποθέσεων, και όλα να έληγαν μ’ ένα  χάπυ εντ. Αν ήταν ήρωας κάποιας αστυνομικής ιστορίας, τότε τα πράγματα άλλαζαν. Εδώ δεν μπορούσε να σκεφτεί, καν, την εξέλιξη της ιστορίας του, γιατί οι αστυνομικές ιστορίες, συνήθως έχουν απρόβλεπτο τέλος, το οποίο δεν φαινόταν ικανός να διεκπεραιώσει. Τον βασάνιζε η έκφραση «έφτασε στο σιδηροδρομικό σταθμό, απόγευμα, δίχως κανένας να τον περιμένει». Ένας άνθρωπος μοναχικός, σ’ένα διήγημα, δεν μπορεί παρά να είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, ας ξεχάσουμε τους δασκάλους. Στηριγμένος στην αφηγηματική σύμβαση, έδωσε λύση στο βασικό πρόβλημα που τον βασάνιζε. Σ’αυτόν στηριζόταν η ιστορία. Κάτι ήταν κι αυτό. Όταν βρίσκεσαι φυλακισμένος σε μια πρόταση σαν αυτή « Στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, άφησε τη βαλίτσα του, κλειστή, δίπλα στο κομοδίνο. Ξάπλωσε με τα ρούχα, άναψε τσιγάρο, ενώ έξω ακούγονταν οι χτύποι από το ρολόι του κωδωνοστάσιου», δεν μπορεί ο συγγραφέας να σε εγκαταλείψει. Πρέπει να στηριχθεί πάνω σου, δεν εμφανίζεσαι από το πουθενά της ανωνυμίας, δίχως να κουβαλάς πάνω σου το βάρος της αφηγηματικής ύπαρξης.  Αφού λοιπόν δεν μπορούσε να μπει στο μυαλό του δημιουργού του, γνωρίζοντας ότι μόνο ο συγγραφέας-δημιουργός μπορεί να μπει στο μυαλό του ήρωά του και να κατευθύνει τις πράξεις του, να κάνει ορατή τη συνείδησή του , έπρεπε να ανακαλεί, διαρκώς, τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή του. Ποια ήταν αυτά; Η άφιξή του στην πόλη και η κατάλυση στο ξενοδοχείο. Όλα τακτοποιημένα, αφηγηματικά, ο συγγραφέας τα είχε σχεδιάσει αλλά δεν τα είχε καταγράψει. Σκατά. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τη συνέχεια της ύπαρξης του, χωρίς το μυαλό του συγγραφέα. Ήταν δημιούργημά του, άθυρμα στα χέρια του. Συνέχισε να καπνίζει ακούγοντας τους χτύπους του ρολογιού από το κωδωνοστάσιο της εκκλησίας.
Το μόνο που άλλαξε ήταν ένα σύννεφο που κάλυψε για λίγο την όρασή του.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 06, 2013

Κυριακή, Νοεμβρίου 03, 2013

ΕΡΧΕΤΑΙ ΤΟ ΝΟΕΜΒΡΙΟ!

Αν ήταν στο χέρι του, επειδή δεν γνωρίζει το λόγο που βρίσκεται εδώ, θα έπαιρνε το τραίνο της επιστροφής την επόμενη μέρα, για να γυρίσει, πού; Ούτε αυτό γνώριζε. 

Ο πίνακας είναι του Lucian Freud

Τετάρτη, Οκτωβρίου 30, 2013

ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΟ

Αυτός το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν ν’ακούει τους ήχους του ρολογιού από το κωδωνοστάσιο της εκκλησίας.

Η συνέχεια Κυριακή 3 Νοεμβρίου!

Παρασκευή, Οκτωβρίου 25, 2013

ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ κ.ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΕ

Ἠλίας Παπαδημητρακόπουλος - «Ἐπὶ Πτίλων Αὔρας Νυκτερινῆς»

Πέντε κείμενα γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη, Ἐκδόσεις Νεφέλη, Ἀθήναι 1992

Φλώρα, ἢ Λάβρα;

ΒΡΑΔΑΚΙ, καὶ βρέθηκα στὸ ἐξωκκλήσι τοῦ νησιοῦ. Μεσοκαλόκαιρο, καὶ ἔβραζε ὁ τόπος. Ζέστη, καὶ τουρίστες νὰ ἐλλοχεύουν παντοῦ. Πλὴν σὲ ἀπόκρυφα ὑψωματάκια, σὲ ρεματιὲς καὶ ξέφωτα, παραμονὲς ἀγνώστων ἑορτῶν, συρρέουν κατὰ κύματα οἱ γηγενεῖς. Φθάνουν μεταμορφωμένοι, περίπου ὡς ἱκέτες, ἔχοντας ἀποβάλει (κατὰ ἕναν ἀνεξήγητον τρόπο) τὴν ἐμπορική τους λεοντή. Κουβαλοῦν τεράστιους ἄρτους, μὲ σουσάμι καὶ γλυκάνισο, πρόσφορα γιὰ τοὺς παπάδες, κουτιὰ μὲ παστέλι, γλυκὰ τοῦ ζαχαροπλαστείου τυλιγμένα σὲ ἀλουμινόχαρτο, τυρὶ τῆς ἅρμης κομμένο μὲ ἐπιμέλεια σὲ τετράγωνα μικρὰ τεμάχια, οὖζο καὶ τσίπουρο. Μετὰ τὴ λειτουργία στέκονται κοντὰ στὴν ἔξοδο τοῦ ναοῦ, καὶ φωνάζουν ξαφνικὰ μὲ ἐπίσημο τόνο:
- Πᾶρτε νὰ σχωρέσετε τὸν...
Ὁ καθεὶς τοὺς δικούς του - τὴ μάνα του, τὸν πατέρα του, τὰ πνιγμένα ἀδέλφια. - Ἐλᾶτε νὰ σχωρέσετε τὴ Φλώρα, ἀκούω δίπλα μου ἕνα χούφταλο.
Πλησίασα. Μοῦ πρόσφερε παστέλι καὶ ρακί.
- Θεὸς σχωρέστην τὴ Φλώρα, λέω. Τί σοῦ ἦταν, παπποῦ;
- Τίποτα, μοῦ λέει. Στὴ γειτονιὰ ἔμενε, μὰ δὲν εἶχε κανέναν δικό της.
Τί ἄλλο μοῦ ἀπόμενε νὰ κάνω; Κατέφυγα γιὰ πολλοστὴ φορὰ στὸ διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη Φλώρα ἢ Λάβρα. Ἔχω διαβάσει πολλὲς φορὲς αὐτὲς τὶς τέσσερις σελίδες. Ὁ Παπαδιαμάντης, γεροντοποιὸς πιὰ (κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ Μητσάκη), κάνει περίπατο, κατὰ τὸ σούρουπο, στὴ Μεγάλη Ἀμμουδιά, τέσσερα χρόνια πρὶν πεθάνει. Περίπατος παρὰ θίν᾿ ἀλός, λοιπόν, μὲ τὸν ὁποῖον οὐσιαστικὰ ἀποχαιρετᾷ τὸν τόπο. Μὲ γαλήνια πίκρα θυμᾶται τὰ ἀντίστοιχα βραδινά, τότε ποὺ (εἰς τὸ ἔαρ τοῦ βίου του) ἐρχόταν ἐδῶ. Ὅλα, φυσικά, ἔχουν τώρα ἀλλάξει. Ἀνέρχεται ἕνα δρομίσκον, καὶ χάνεται μέσα στὸ ἄλσος τῶν σχοίνων καὶ τῶν μυρσινῶν. «Ἡ πόλις δὲν μᾶς καλεῖ. Ἡ ἐρημία δὲν μᾶς διώκει», λέει εἰς ἑαυτόν. Βλέπει, τότε, ἀπὸ ψηλὰ τὸ νεκροταφεῖο τοῦ τόπου καὶ μελαγχολεῖ. «Ὤ, κοιμητήριον», ψιθυρίζει.
Μέσα στὴν ἄκρα ἐρημία, βαθεῖα σκιὰ ἁπλοῦται. Ἐξαίφνης, μέσα ἀπὸ ἐρείπιον ἀγροτικῆς οἰκίας, ἐξῆλθε μία ὄψις γραίας. Μία ἀπὸ τὶς ἀμέτρητες γραῖες τοῦ Παπαδιαμάντη, πάμπτωχη καὶ παντέρημη. Ὁ διάλογος ποὺ ἀκολουθεῖ δὲν ὑπερβαίνει τὶς δυὸ ἀράδες, καὶ εἶναι ἀπὸ τοὺς ὡραιότερους καὶ ἀρτιότερους τοῦ Παπαδιαμάντη:
- Βρίσκεσαι ἀκόμη, γριὰ Φλώρα; τῆς εἶπα ὡς ἐν ἐκστάσει.
- Δὲν μὲ λένε πλέον Φλώρα, παιδάκι μου, ἀπήντησε, μὲ λένε Λάβρα.
Λάβρα; Λαύρα; Φλώρα, ἢ Λάβρα;
Μοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ φθάσω στὸ σημεῖο αὐτὸ τοῦ διηγήματος χωρὶς νὰ συγκινηθῶ μέχρι δακρύων.
Ἐξ ἄλλου ἀντιλαμβάνομαι, τώρα πιά, πὼς γιὰ νὰ εἰσέλθουμε στὸν κόσμο τοῦ Παπαδιαμάντη, εἶναι ἀνάγκη νὰ διαθέτουμε τὸ ἀπαραίτητο ἔνδυμα. Αὐτός, ποὺ τριγυρνοῦσε ρακένδυτος, ἐπιχείρησε (ἐπὶ ματαίῳ, καθὼς ἀπέδειξαν μὲ τὰ λόγια τους μερικοὶ ἐπίσημοι γραμματικοί), νὰ μᾶς προειδοποιήσει:
Μερικοὶ λένε, πὼς τὸ Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ ἔγινεν ἀνθός, ἀφρὸς τοῦ κύματος. Κ᾿ ἡ Σπίθα ἐκείνη, ἡ φωτιὰ τοῦ πελάγου ποὺ εἶδες, Μάνο, εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ βασιλόπουλου, ποὺ ἔλυωσε, σβήστηκε στὰ σίδερα τῆς σκλαβιᾶς, καὶ κανεὶς δὲν τὴν βλέπει πιά, παρὰ μόνον ὅσοι ἦσαν καθαροὶ τὸν παλαιὸν καιρόν, καὶ οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι στὰ χρόνια μας.

http://www.papadiamantis.org/articles/51-worksofliterature/55-papademetrakopoulos#01 

 ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ ΑΘΗΝΑ 1985 Σελ. 555-559 
ΦΛΩΡΑ Ἢ ΛΑΒΡΑ
 Ὤ! πόσον μακρά, ἀτελείωτη αὐτὴ ἡ ἀμμουδιά! Ὅταν ἀναλογίζωμαι τὴν πορείαν μου, φεῦ, ἂς εἴπω, τὴν σταδιοδρομίαν μου, εἰς τὴν ζωήν, πάντοτε τὴν ἀμμουδιὰν αὐτὴν ἐνθυμοῦμαι.     Ἐπερπατοῦσα τὴν ἄμμον-ἄμμον, θερινὴν πρωίαν, πρὸς τὰς δυσμάς, ἐκεῖ ὅπου εἶναι σκιαὶ ἀκόμη― ὤ, τί αὔρα δροσερά! Ἐβουλιοῦσα μὲ τοὺς πόδας, ἀργοποροῦσα, ἐσκόνταφτα εἰς τὴν ἄμμον τὴν μαλακήν. Πότε εἰς τὴν ὑγράν, λεπτὴν ἄμμον ― ὤ, τί δροσιά, ὤ, τί γλύκα! ἐκεῖ ὅπου παίζει μὲ τὰς συχνὰς ἐφόδους τὸ κῦμα, παιδίον τοῦ γαλανοῦ πόντου νήπιον, χαϊδευμένον τῆς θαλάσσης μωρόν ― παίζει τὸ †τόμολο† ἢ τὸ σκλαβάκι. Νά, τώρα θὰ σὲ πιάσω! Νά, σ᾿ ἔπιασα! Ἔβρεχε μόλις τοὺς πόδας σου κ᾿ ἔφευγε. Δὲν ἦτο ἱκανὸν νὰ σὲ πιάσῃ, νὰ σὲ σύρῃ εἰς τὰ ἄντρα τῆς Γοργόνος, νὰ σὲ λικνίσῃ καὶ σὲ ἀποκοιμίσῃ μαλακά, νὰ σὲ παραπέμψῃ μαγευμένον εἰς τὰ αἰώνια βασίλεια τῆς Ἀμφιτρίτης. Ὤ! ποία θαλασσία ἀηδών, ψυχὴ πολυπαθὴς καὶ πολύτροπος, ἀκούεται νὰ κελαδῇ ἐκεῖ εἰς τὰ βάθη τοῦ πόντου. 
Πότε ἔφευγα τὴν γειτνίασιν τοῦ ἀτάκτου παιδίου, ἢ ἐζήτουν στερεώτερον πέδον εἰς τὴν ἄμμον τὴν χονδρήν, εἰς τὸ μεσαῖον στρῶμα ὅλου τοῦ πλάτους τῆς ἀμμουδιᾶς. Ἐκεῖ χαλίκια καὶ ὄστρακα καὶ φύκη ξηρά, καὶ γιαλόξυλα θαλασσοποτισμένα, ἐκβρασμένα ἀπὸ τὰς τρικυμίας τοῦ Εὔρου καὶ τοῦ Λιβός. Καὶ ἀνάμεσα εἰς τὰ φύκη καὶ τὰ ξύλα καὶ τὰ ὄστρακα, ράκη ἀπὸ δίκτυα καὶ φελλοί, καὶ σκασμένα στίλβοντα, ὡς ἀπολιθωμένα, μικρὰ ψαράκια. Καὶ ἀνάμεσα εἰς ὅλ᾿ αὐτά, τόπια καὶ πανάκια λευκά, πεταμένα, καὶ μάγια… 
Ἀνέλαβα ἓν ἐξ αὐτῶν ―καὶ μετέπειτα ἔνιψα ἑπτάκις τὴν χεῖρα εἰς τὸ κῦμα― καὶ τὸ ἔσχισα, νὰ ἰδῶ τί εἶχε μέσα. Ἦτον εἶδος τόπι, σφαῖρα ἀπὸ ὕφασμα πυκνὸν καὶ σφιχτόν. Περιεῖχε πανὶ καὶ κλωστήν, καὶ πάλιν πανὶ καὶ παραμέσα πάλιν ἄλλο πανὶ καὶ κλωστήν ― ὅμοια μὲ τὰ κυτία ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παρουσιάζει εἰς τοὺς χάσκοντας θεατὰς ὁ θαυματοποιός, κυτία μικρά, καὶ κυτία μικρότερα ἀλλεπάλληλα ἐπ᾿ ἄπειρον. Τί εἴδους φίλτρα νὰ ἐσήμαινεν ἆρα τοῦτο;
 Ἴσως τὰ φυλλοκάρδια, τὰ μύχια τοῦ ἐραστοῦ, ἐννόει νὰ τὰ δέσῃ ἡ κόρη, ὡς μὲ πανὶ καὶ κλωστήν, μὲ μόνον τ᾿ ὄνομα καὶ τὴν ἐνθύμησίν της ἐπ᾿ ἄπειρον. Καὶ ἡ κόρη, ἥτις ἐκατῴκει βέβαια εἰς τὸ ὕψος τοῦ βράχου ἐκείνου πρὸς ἀνατολάς, εἰς τὴν ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης, εἶχε ρίψει τὸ περίαπτον εἰς τὴν θάλασσαν διὰ νὰ τὴν μαγεύσῃ ― ἢ μᾶλλον μὲ τὴν ἐντολὴν ὅπως τὸ μεταβιβάσῃ αὕτη εἰς τὸν νέον τῶν ὀνείρων της, θαλασσινόν, ἀρμενίζοντα εἰς τὰ πικρὰ κύματα. Καὶ ἡ θάλασσα, ἄτρωτος εἰς τὰ μάγια, καὶ μὴ θέλουσα νὰ ἐπαγγέλλεται τὴν προμνήστριαν, τὸ ἐξέρασε μαζὶ μὲ τόσα ἄλλα περιττὰ πράγματα, καὶ τὸ παρέπεμψεν εἰς τὴν χονδρὴν ἄμμον. 
Πότε ἀνέβαινα εἰς τὴν ἄνω γραμμὴν τῆς ἀμμουδιᾶς, εἰς τὸ ἀκρινὸν στρῶμα. Ἐκεῖ, πέραν καὶ πέραν, εἰς ὅλον τὸ μῆκος τῆς παραθαλασσίας, φραγμοὶ ἀπὸ βάτους καὶ θάμνους ἀκανθοφόρους καὶ αἰγοκλήματα, ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ δίοδοι ὄχι ἀναίμακτοι ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, καὶ ἔσωθεν ἄμπελοι χύνουσαι ἄρωμα μέθης, μὲ τὸ ἡδυπαθὲς φύλλωμά των, καὶ σπάρτα ὠχρὰ καὶ ξανθὰ εἰς τὸν ἄνεμον, καὶ ἐλαιῶνες μὲ τὸ φαιὸν ἀειθαλὲς κράτος τοῦ στολισμοῦ των. Καὶ εἰς τὴν ἄκραν πρὸς δυσμὰς τὸ ρίζωμα τοῦ λόφου, καὶ εἶτα βουνὰ καὶ ἄλλα βουνὰ ἐκεῖθεν. Καὶ ἡ ἀμμουδιὰ ἡ ἀτελείωτη, ἐξηκολούθει ἀκόμη.
                                                                  * * * 
Ἔξω, ἀπὸ τοὺς μακρινοὺς κάμπους τῶν ὀψίμων καρπῶν, ὅπου εὑρίσκονται συνοικισμοὶ ζευγιτῶν καὶ γαιοκτημόνων, κατὰ διαστήματα ἐπὶ τῆς ἄμμου, ὁμάδες ἔρχονται, κατὰ τὸ πλεῖστον γυναικῶν καὶ παιδίων, μὲ ὑποζύγια φορτωμένα. Ἀνάγκη νὰ συμμορφώσῃ τις τὸ βῆμά του καὶ τὸν τρόπον του πρὸς τὰς ἕξεις καὶ τὰς προλήψεις τῶν ἀγροδιαίτων τούτων πλασμάτων. Εὐτυχῶς εἶναι ἀναπεπταμένον τὸ μέρος καὶ δὲν ἀπειλεῖται δυσάρεστόν τι ξάφνισμα ἢ σκιάξιμο, ὅπως δύναται νὰ συμβῇ εἰς σύνδενδρον, ἑλικοειδῆ δρόμον. Μακρόθεν ἅμα ἴδῃ τις τὰ βαδίζοντα συμπλέγματα, ὀφείλει νὰ δείξῃ ὅτι δὲν ἔρχεται κατεπάνω των, ἀλλὰ μὲ ἄνετον καὶ ἀργὸν μᾶλλον βῆμα, νὰ τηρῇ ἀπόστασιν καὶ κατεύθυνσιν ἄλλην, ἐν παρόδῳ στέλλων πόρρωθεν χαιρετισμόν, ἐὰν ἀντιληφθῇ τις καὶ νοήσῃ ὅτι αἱ χωρικαὶ εἶναι γραῖαι ἢ μητέρες τέκνων· ἐὰν ὅμως εἶναι δειλαὶ παρθένοι, τὸ ἀσφαλέστερον εἶναι ν᾿ ἀπέχῃ τις. 
                                                                        * * *
 Ἐκεῖ, εἰς τὸ ἀνώτερον στρῶμα τῆς ἀμμουδιᾶς, ὄχι πλέον ἄμμος, ἀλλὰ χῶμα. Καὶ ἴχνη παλαιῶν ρευμάτων ἀπεξηραμμένων. Ἄλλοτε, εἰς τὸ ἔαρ τοῦ βίου μου, ἠρχόμην πολλάκις τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν Μεγάλην Ἀμμουδιάν. Κ᾿ ἐδῶ ρεύματα, καὶ χείμαρροι, καὶ φλέβες νεροῦ καὶ ρυάκια διέσχιζον τὴν ἄμμον. Τώρα, μετὰ τόσων παλαιῶν ἐνιαυτῶν μακρὰν ξενιτείαν, εἰς τὸ φθινόπωρον αὐτὸ τῆς ζωῆς, ἔρχομαι ἐδῶ τὴν πρωίαν. Τί ἔγιναν τὰ ρεύματα, τὰ ρυάκια, τὰ νάματα τὰ δροσερά, ὅσα κατήρχοντο ἀπὸ τοὺς λόφους καὶ διέσχιζον τὴν ἄμμον; Τί ἔγιναν αἱ πηγαὶ καὶ τὰ νάματα τῆς νεότητος, τὰ ὁποῖα ἀνέβλυζόν ποτε καὶ ἐδρόσιζον τὴν ψυχήν μου; 
Ἐκεῖ, εἰς τὴν ἄκραν, ἡ Μεγάλη Ἀμμουδιὰ κόπτεται ἀπὸ μίαν προβλῆτα κρημνώδη ἀκτὴν πρὸς τὸν αἰγιαλόν. Πέραν αὐτῆς ἀρχίζει ἄλλη ἀμμουδιά, εἶτα νέα ἀκτὴ προβάλλει εἰς τὸ κῦμα, εἶτα πάλιν ἀμμουδιά, μαλακὴ ἀγκάλη, καὶ τέλος ἀκρωτήρια καὶ βράχοι κρημνώδεις. Ἐκεῖ, εἰς τὸ ρίζωμα τοῦ λόφου, πρὶν φθάσωμεν εἰς τὴν πρώτην μικρὰν προβλῆτα, δρομίσκος τερπνός, πλάγιος ἀνέρπει μέσῳ τῶν θάμνων· ὁ τόπος ὅλος μοσκοβολᾷ ἀπὸ μυρσίνας καὶ ἠχολογεῖ ἀπὸ ἀναβάτας τῶν δένδρων τέττιγας, καὶ τὸ ᾆσμα τῶν σπίνων καὶ κοσσύφων μαγεύει καὶ ζωντανεύει ὅλον τὸ δάσος. Πρέπει νὰ ἀνέλθωμεν τὸν δρομίσκον αὐτόν. Ἡ πόλις δὲν μᾶς καλεῖ. Ἡ ἐρημία δὲν μᾶς διώκει.
 Ἂς ἀνέλθωμεν. Ἀνάμεσα εἰς τὸ ἄλσος τῶν σχοίνων καὶ τῶν μυρσινῶν, εἰς τὰ ἐκτυλισσόμενα ἀλλεπαλλήλως τοπία, εἰς τὰ πλάγια καὶ τὰς κλιτῦς τῶν κοιλάδων, παντοῦ βλέπω καὶ ἀκούω χωρικοὺς νὰ ἐργάζωνται. Μονήρης, φεῦ! ἄεργος περιπατητής, μὲ ἀληθῆ συστολὴν καὶ ταπείνωσιν αἰσθάνεται ἑαυτὸν ἐκτοπισμένον εἰς τὴν ἐρημίαν, ὅπως καὶ εἰς τὴν πόλιν. Διατί νὰ μὴν εἶναί τις ζευγηλάτης, γεωργός, ἡμεροδουλευτής; Ἀλλοίμονον, πολὺ ἀργά! 
Ἠρέμα καὶ βραδέως ἀνέρχομαι. Εὑρίσκομαι αἴφνης μετάρσιος εἰς ὕψος, ὁπόθεν βλέπω τὸν μακρὸν αἰγιαλὸν ὅλον, καὶ τὸν ἔρημον πλοίων μεσημβρινὸν κόλπον, καὶ τὰ νησιὰ κατέμπροσθέν των φαιοπράσινα, καὶ τὰ νῶτα τῆς πόλεως ἐρειδόμενα ἐπὶ ὑψηλοῦ βράχου, καὶ τὸ κοιμητήριον ἐπὶ τῆς ἐντεῦθεν ἀποκρήμνου ἀκτῆς, ὄπισθεν τῆς δυσμικῆς ἐσχατιᾶς ταύτης. Ὤ, κοιμητήριον! Ἀπὸ ὅλας τὰς τόσας σκοπιὰς καὶ περιωπὰς τὰς ὑπερκειμένας τῆς θαλάσσης, σὺ μόνον βλέπεις μὲ ἀπτόητον διαυγὲς ὄμμα τὰ παρελθόντα καὶ τὰ μέλλοντα καὶ δὲν τὰ λέγεις! Τέλος, ἀφοῦ κατῆλθον εἰς τὸ βάθος τῆς κοιλάδος, ἔφθασα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς δευτέρας ἀμμουδιᾶς. Ἐστάθην εἰς τὸ βάθος, ὅπου κατήρχετο ρεῦμα. Ἰδοὺ τέλος ἓν ρεῦμα! Ἀνάμεσα εἰς τὴν μελῳδίαν τῶν κλώνων τῶν πευκῶν, σειομένων εἰς τὴν πρωινὴν αὔραν, καὶ εἰς τὸν ψίθυρον τοῦ νεροῦ εἰς τὴν κοίτην του, ἐμορμύριζε βαθὺ μυστήριον. 
Ἦτο ἄκρα ἐρημία. Βαθεῖα σκιὰ ἡπλοῦτο. Μία σκαπάνη γεωργοῦ ἠκούετο μελαγχολικῶς ἠχοῦσα μακράν, καὶ ἀντήχει εἰς τὸ στέρνον μου ὁ κτύπος. Ἐκεῖ ἀπὸ τὴν ἄμμον ἓν ὅραμα ἀνέβη. Μέσα ἀπὸ ἐρείπιον ἀγροτικῆς οἰκίας, ἐξῆλθε μία ὄψις γραίας. Κυρτή, μὲ μαύρην μανδήλαν, ἐκράτει δέσμην λεπτῶν ξηροκλάδων ἐπὶ τοῦ ὤμου τοῦ ἀριστεροῦ. Μὲ ἀνασηκωμένα τὰ κράσπεδα τῆς πενιχρᾶς ποδιᾶς της, καὶ ἀνυπόδητος. 
Μία πτωχὴ γραῖα κουβαλοῦσα ξύλα ἐπὶ τοῦ ὤμου… Ἀλλ᾿ ὄχι! ἦτο Μοῖρα. 
Δὲν τὴν εἶχα ἰδεῖ ἀπὸ τριάκοντα ἐτῶν, ὅταν ἤμην παιδίον. Αὐτὴ δὲ ἦτο καὶ τότε γραῖα καὶ τώρα γραῖα. Ἐντούτοις τὴν ἀνεγνώρισα.
― Βρίσκεσαι ἀκόμη, γρια-Φλώρα; τῆς εἶπα ὡς ἐν ἐκστάσει. 
 Δὲν μὲ λένε πλέον Φλώρα, παιδάκι μου, ἀπήντησε· μὲ λένε Λάβρα.
 Λαύρα; Ἔλεγε τάχα τὸ ὄνομα τῆς Δάφνης τὸ λατινικόν, τὸ ὄνομα σεμνοῦ ἐνδιαιτήματος μοναχοῦ, ἢ τὸ ὄνομα τῆς ἐρωμένης τοῦ Πετράρχα; Πλὴν ἐκείνη ἔλεγε Λάβρα, κ᾿ ἐνόει βέβαια τὴν φλόγα τῆς καρδίας της. Ἐν ἀλλοφροσύνῃ τὸ ὄμμα μου ἀπεσπάσθη πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τῆς γραίας, κ᾿ ἔπεσεν ἐπὶ τοῦ ἐρειπίου ἐκείνου τοῦ παλαιοῦ οἰκίσκου. Φαίνεται ὅτι εἶχα μίαν ἀνάμνησιν, μεμακρυσμένον ὅραμα τῆς παιδικῆς ἡλικίας, ἓν ὄνειρον, ἢ ἓν ὄνομα. 
― Αὐτὸ τὸ χάλασμα ποὺ βλέπεις παιδί μου, εἶπεν ἡ γραῖα ὡς νὰ ἐμάντευσε τὴν ἀπορίαν μου, εἶναι «τοῦ Βασιλιᾶ τὸ σπίτι». 
Ἄ, ναί, τώρα ἐνθυμοῦμαι. Ὅταν ἤμεθα παιδία, μᾶς ὡδήγει συχνὰ ὁ δάσκαλος διὰ νὰ κολυμβῶμεν εἰς τὴν πρώτην ἐκεῖθεν ἐσχατιὰν τοῦ αἰγιαλοῦ ― εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀμμουδιᾶς τῆς μεγάλης. Ἐκεῖθεν ἀγναντεύαμεν μακρὰν πρὸς τὴν ἀγκάλην αὐτὴν τοῦ μικροῦ αἰγιαλοῦ, ἐντεῦθεν τῆς πρώτης ἀκτῆς, ἓν λευκὸν ὄνειρον, ἓν ὡραῖον σπιτάκι, γλυκεῖαν καὶ ποθητὴν καλιὰν ἐν μέσῳ παραδεισίου πρασινάδας, εἰς τὸ χεῖλος τῆς ἄμμου, τοῦ αἰγιαλοῦ, εἰς τὸ φίλημα τοῦ κύματος. Ὁ λευκὸς οἰκίσκος καὶ ἡ ἐξοχὴ ἐκείνη ἐκαλεῖτο «στοῦ Βασιλιᾶ». Διατί ἆρα; Ὁ γέρων φουστανελοφόρος, ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μικροῦ τοπίου, ἐκαλεῖτο καὶ αὐτὸς γερο-Βασιλιάς. Ἀλλ᾿ ἀγνοῶ ἂν τὸ κτῆμα ὠνομάσθη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον ἢ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ κτῆμα.
 Ἐλαχταρούσαμεν τότε ὡς παιδία νὰ ἐκτείνωμεν ἕως τὸ μέρος αὐτὸ τοὺς περιπάτους μας διὰ ν᾿ ἀπολαύσωμεν τὸ ὄνειρον, τὴν μαγείαν. Ἀλλ᾿ ὁ δάσκαλος δὲν ἐπέτρεπε. Τώρα, ὅταν μετὰ τόσα μακρὰ ἔτη ἀσκόπως καὶ ἀμνήμων ἦλθον ἕως ἐδῶ, τώρα ἐξέλιπε πλέον τὸ λευκόν, τὸ περιπόθητον ὄνειρον, τὸ ὁποῖον ἐσάλευε ποτὲ μεταξὺ φάσματος καὶ ὑπαρκτοῦ, μεταξὺ ἄμμου καὶ θαλάσσης. Καὶ βλέπω αὐτὸ τὸ μαυρισμένον ἐρείπιον, τὸ χάλασμα, τὸ κατάλυμα τοῦ χρόνου καὶ τῶν ἀνέμων, ἔσωθεν τοῦ ὁποίου εἶχε φανῆ ὅτι ἐξῆλθεν ἡ γραῖα αὐτή, ἄλλο ἐρείπιον ζῶν καὶ κινούμενον, διὰ νὰ μοὶ ἐνθυμίσῃ τὸ ὄνομα τοῦ παλαιοῦ ὀνείρου, διὰ νὰ τὸ μνημονεύσῃ, αὐτὸ τὸ θαμμένον ὄνειρον. Ἄ! ἐνθυμοῦμαι, ἔμαθα. Ἡ γραῖα αὕτη ἦτον «χαροκαμένη» καὶ δυστυχής. Εἶχε θάψει ὅλα τὰ τέκνα της, καὶ αὐτὴ ἐπέζη ἀκόμη… Καὶ δὲν ἐκαλεῖτο πλέον Φλώρα, ἀλλὰ Λάβρα. (1925) 

http://papadiamantis.org/works/58-narration/418-04-68-flwra-h-layra-1925

Κυριακή, Οκτωβρίου 20, 2013

ΧΑΝΝΑ ΑΡΕΝΤ



«Η προσπάθεια κατανόησης δεν είναι το ίδιο με τη συγχώρεση. Το βλέπω ως ευθύνη μου να καταλάβω.» 
Τα λόγια αυτά είναι από την ομιλία της Χάννα Άρεντ στους φοιτητές του πανεπιστημίου στο τέλος της ταινίας.
Τι είναι αυτό που μετατρέπει συνηθισμένους ανθρώπους σε όργανα του ολοκληρωτισμού;
Στο ερώτημα αυτό προσπαθεί ν'απαντήσει η Χάννα Άρεντ στο βιβλίο της "Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ". Και η φον Τρόττα  τι προσπαθεί να μας παρουσιάσει σ'αυτήν την ταινία; 
Να υπερασπίσει την ανάγκη της  Άρεντ  να κατανοήσει. Αυτήν την ανάγκη της κατανόησης να την δημοσιεύσει. Να την κάνει δημόσια, ορατή. Να κριθεί, να αμφισβητηθεί, να αξιολογηθεί. Αλλά όχι μόνο αυτό. Να κινηματογραφήσει την αντιμετώπισή της από τους πανεπιστημιακούς εβραικούς κύκλους,  που δεν καταλαβαίνουν, ή δεν θέλουν να καταλάβουν, αυτήν την προσπάθεια, κρίνοντας τα κείμενά της με τα κριτήρια των φοβικών ανακλάσεων της εθνικής συνείδησης.
Η ανάγκη της Άρεντ να δει πίσω από την κοινή ομολογία, την κοινή θέση, το βλέμμα, τελικά, της εξουσιαστικής φυλετικής ομοψυχίας, είναι ο βασικός πυρήνας της ταινίας, αλλά και ελευθερία της να υπερασπιστεί τα συμπεράσματά της.
Τα υπόλοιπα στο βιβλίο "Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ" μετάφραση Βασίλης Τομανάς εκδόσεις "Νησίδες".


Δευτέρα, Οκτωβρίου 14, 2013

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Έκλεισε τα μάτια. «Ήτο αι βαθείαι ώραι» της μεταβιβάσεως. Έξω, ακούστηκε ο θόρυβος από το ποδήλατό της που απομακρυνόταν. Ένα πουλί φτερούγισε πάνω από το κεφάλι του. Άπλωσε το πόδι του, διστακτικά, στο κύμα. Βρισκόταν σε καλό δρόμο. Έφτιαξε το μαξιλάρι του, γύρισε το σώμα του,  ώστε η πλάτη του να κοιτάζει προς το παράθυρο, και αποκοιμήθηκε. 


Ο πίνακας είναι του John Singer Sargent "male model resting"1895

Τρίτη, Οκτωβρίου 08, 2013

ΜΙΑ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ


Έριξε μια επιτιμητική ματιά στην κοιλιά μου, στην οποία αναπαυόταν ο προσφάτως καταναλωθείς μόσχος, ο σιτευτός, τροποποιημένος σε γευστική απόλαυση από τον επιμελή και φέρελπι μάγειρα Κωνσταντίνο, κοίταξε με την άκρη του ματιού, φευγαλέα, την δική του, χαμογέλασε ικανοποιημένος - αποφεύγω να γράψω ότι δύο ίχνη γελαστικού μορφασμού εφαίνοντο ακόμη περί το στόμα του μη φανεί ότι αντιγράφω - δείγμα, προφανώς, της σωματικής υπεροχής του, εκτός των άλλων, απέναντι μου, και βάδισε, περίφροντις, με σταθερά, σίγουρα βήματα, ως το ευτυχέστερον, υπό τον τεχνητό φωτισμό των λαμπτήρων, ανθρωπάριο, προς την έξοδο.

Balthus "The room" 1953http://www.wikipaintings.org/en/balthus/the-room

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 30, 2013

ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ

Μη λησμονείτε τ'ανθάκια του ύπνου.
Παίζουν κι αυτά το ρόλο τους.


Ο πίνακας είναι "Therese dreaming" του Balthus 1938
Πηγή: http://www.wikipaintings.org/en/search/dream/1#supersized-search-244812

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 27, 2013

A DEADEND MIND



Hard to bring out some things with a deadend mind
Oh, don't you know there is no credential
Oh, not at all essential
Hard to bring out small things with a deadend mind
Oh, you didn't feel the sea or invent the moon
How did it all occur so soon

So I finally fall behind
With a deadend mind
I wasted all this time
With a deadend mind
A deadend mind
A deadend mind

Hard to come up with some things with a deadend mind
Oh, don't you know it is no credential
Oh, not at all essential
These small things
Like your sealed body and your sealed face
Oh, not at all essential
Oh, not at all essential, so

So I finally fall behind
Fall behind with a deadend mind
Oh, I wasted all this time
With a deadend mind
A deadend mind
A deadend mind

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 23, 2013

Ο «ένας στους δέκα» και οι υπόλοιποι εννιά

Του Παντελή Μπουκάλα
                                 
                                Θυμώνουμε. Πικραινόμαστε. Ντρεπόμαστε. Και 
                                φοβόμαστε. Χωρίς να το κρύβουμε πια. Κοκαλώσαμε 
                                μετά το καρτέρι των χρυσαυγιτών στο Πέραμα, 
                                εναντίον μελών του ΚΚΕ, και τη δολοφονία του 
                                αριστερού, αντιφασίστα μουσικού της χιπ χοπ 
                                Παύλου Φύσσα, που έπεσε μαχαιρωμένος στην καρδιά 
                                από δεδηλωμένο οπαδό της νεοναζιστικής αγέλης, 
                                σε άλλο καρτέρι στο Κερατσίνι. Και πια φοβόμαστε 
                                περισσότερο. Για τον κίνδυνο που απειλεί τη ζωή 
                                όσων αντιδρούν λόγω ή έργω στη δράση ενός 
                                μορφώματος που αποκτά όλο και σαφέστερα 
                                γνωρίσματα συμμορίας, στα πρότυπα των 
                                προπολεμικών ναζιστών της Γερμανίας, και 
                                επιπλέον βρίσκει μιμητές που δεν είναι ανάγκη να 
                                είναι μέλη της Χ.Α., απλώς αναγνωρίζονται σε 
                                αυτήν και ακολουθούν το παράδειγμά της - περίπου 
                                όπως συμβαίνει με την Αλ Κάιντα.
                                Φοβόμαστε για τις μαχαιριές στο σώμα της ήδη 
                                στενεμένης δημοκρατίας. Για τον πολιτισμό της 
                                καθημερινότητάς μας, που τον απειλεί το ερπετό 
                                του μίσους για οτιδήποτε ξένο ή διαφορετικό: στο 
                                χρώμα, τη γλώσσα, το ντύσιμο, τη θρησκεία. 
                                Γέμισε ο τόπος τρομαγμένους. Γιατί πρώτα αφέθηκε 
                                να γεμίσει μελανοχίτωνες τρομοκράτες από τις 
                                συνένοχα ραθυμούσες διωκτικές αρχές, από την 
                                αργοπορούσα Δικαιοσύνη και από μεγάλη μερίδα του 
                                πολιτικού κόσμου, που περισσότερο νοιάζεται πώς 
                                θα κερδίσει οπαδούς κλείνοντας το μάτι στους 
                                θιασώτες της Χ.Α., όπως γείτονας σε γείτονα, 
                                παρά για την ανάσχεση του νεοφασισμού και του 
                                ρατσισμού. Και δεν πρέπει να αποσιωπήσουμε ή να 
                                υποβαθμίσουμε τη σοβαρή ευθύνη μερίδας (μεγάλης 
                                και πάλι) του έντυπου και του ηλεκτρονικού Τύπου 
                                στη σχετική νομιμοποίηση της φιλοναζιστικής 
                                ακρο-ακροδεξιάς, μέσα από την ανάδειξη της 
                                ατζέντας της και την προβολή των στελεχών της ως 
                                καλών καγαθών ηρώων του λάιφ στάιλ. Ενα κόμμα 
                                που αλαζονεύεται ότι τυγχάνει αντισυστημικό 
                                ευνοείται στα όρια της πρόκλησης από πολλούς και 
                                ποικίλους μηχανισμούς του συστήματος. Κι αυτά 
                                δεν γίνονται βέβαια «από καλή καρδιά» αλλά βάσει 
                                του νόμου της αντιπαροχής. Πού να χρωστάει άραγε 
                                η Χ.Α. τη φανερή οικονομική της άνεση και έναντι 
                                ποίων υπεσχημένων εκδουλεύσεων την απέκτησε;
                                Μαυρίζει η ψυχή μας στη σκέψη πως ένα τμήμα του 
                                κράτους ενδέχεται να κατασκεύασε και να επέβαλε 
                                σαν επικράτος τα τάγματα εφόδου. Μαυρίζει με την 
                                εκπόρθηση του κέντρου της πολιτικής ζωής από 
                                ό,τι χυδαιότερο, σκαιότερο, περισσότερο 
                                απαίδευτο και εντέλει ανθελληνικότερο (με τους 
                                όρους που το ίδιο το υπό κατασυκοφάντηση και 
                                σφετερισμό ελληνικό πνεύμα μάς υπαγορεύει) 
                                εμφανίστηκε σαν κομματικό σχήμα στα 
                                μεταπολιτευτικά χρόνια· το ΛΑΟΣ, η ΕΠΕΝ και τα 
                                ομοειδή φαίνονται πια καρικατούρες, παρότι 
                                ακριβώς η νομιμοποίηση της ακροδεξιάς με την 
                                προσφορά κυβερνητικών θέσεων σε στελέχη του ΛΑΟΣ 
                                οδήγησε στη χαλάρωση των κριτηρίων, στην ύπνωση 
                                του δημοκρατικού ενστίκτου και στην εξοικείωση 
                                με το αδιανόητο. Και ματώνει ο νους προσπαθώντας 
                                να καταλάβει πώς αυτό το χυδαιότερο και πλέον 
                                ανάγωγο βρήκε τέτοια ανταπόκριση στο κοινωνικό 
                                σώμα.
                                Για να ψευτοπαρηγορηθούμε, λέμε ο ένας στον 
                                άλλον πως δεν μπορεί, κάπου λαθεύουν οι 
                                δημοσκοπήσεις. Μόνο που και πολλές είναι πια, 
                                και από διαφορετικές εταιρείες (ώστε να 
                                αποκλείεται η «επεξεργασία» που υποθέτουμε όχι 
                                από καχυποψία αλλά χάριν αυτοπαραμυθίας), και 
                                μεγάλο διάστημα καλύπτουν - πάνω από χρόνο πια. 
                                Αν όμως τις πιστέψουμε θα πρέπει να δεχτούμε ως 
                                γεγονός πως είναι χρυσαυγίτης ο ένας στους δέκα 
                                γύρω μας - στη γειτονιά, στο χωριό, στη δουλειά, 
                                στον κινηματογράφο, στο γήπεδο, στο λεωφορείο, 
                                στην ταβέρνα, στο στοιχηματατζίδικο, στην 
                                καφετέρια. Οχι καλά και σώνει ενταγμένος. Οχι 
                                μέλος αυτοφενακιζόμενο με τη στρατιωτική του 
                                στολή, τάχα νέος και ενδυματολογικά 
                                εκσυγχρονισμένος Λεωνίδας. Οχι στρατιωτάκι σε 
                                τάγματα εφόδου, υπό τας διαταγάς των 
                                λοχαγίσκων-βουλευτών που, αφιονιζόμενοι με την 
                                ίδια τους τη θορυβοποιό εικόνα στην τηλεόραση, 
                                ανταγωνίζονται ποιος θα αναδειχθεί 
                                υβριστικότερος, βιαιότερος, 
                                αντιδημοκρατικότερος. Οχι μαυροντυμένος, 
                                κοντοκουρεμένος και μουσκουλάκιας, που έχει 
                                κουράσει τον ίδιο του τον καθρέφτη με τις 
                                ηρωικές πόζες που παίρνει ολοένα μπροστά του. 
                                Τίποτ’ απ’ όλα αυτά. Απλώς φίλος της Χ.Α. Οπαδός 
                                εξ αποστάσεως. Που μπορεί και να μη συμφωνεί με 
                                όλα όσα διαπράττουν οι χρυσαυγίτες, μολαταύτα, 
                                στις δημοσκοπήσεις, και δήθεν «για να 
                                ταρακουνήσει το σύστημα», ρίχνει υπέρ τους το 
                                εικονικό ψηφαλάκι του. Που εντέλει δεν είναι 
                                καθόλου εικονικό. Επειδή γράφει. Προκαλεί βαθιά 
                                εντύπωση. Επιδρά. Επηρεάζει. Νομιμοποιεί. 
                                Πολλαπλασιάζει.
                                Ενας στους δέκα λοιπόν. Μπορεί και παραπάνω. Και 
                                καμιά σημασία δεν έχει αν τάχα «συμμερίζεται 
                                κριτικά», αν «εγκρίνει εν μέρει» και όχι εν όλω 
                                την ιδεολογία και την πρακτική της Χ.Α., αν, ας 
                                πούμε, αποδέχεται τα υπέρ ξενηλασίας φανατικά 
                                κηρύγματά της, αλλά πιστεύει σαν καλός 
                                χριστιανός και γονιδιοφιλόξενος Ελληνας ότι 
                                αρκούν πεντέξι σφαλιάρες στους σκούρους 
                                «υπανθρώπους», δεν χρειάζονται μαχαιρώματα. Αλλά 
                                σ’ αυτά τα πράγματα, και σε τέτοιους 
                                σκοτεινιασμένους καιρούς, τα «εν μέρει» και τα 
                                «υπό όρους» δεν χωράνε, άλλωστε πολιτικά 
                                μεταφράζονται σε «απολύτως» και σε 
                                «ανυπερθέτως». Μπορεί να μην είναι φασίστες, ή 
                                να λένε πως δεν είναι φασίστες, όσοι πρώτα σε 
                                δύο εκλογές και ύστερα σε δεκάδες δημοσκοπήσεις 
                                υπερψήφισαν τη Χ.Α. Μπορεί να μη θέλουν να 
                                καταντήσουν φιλοναζιστές, γιατί και στην 
                                οικογένειά τους ή στο χωριό τους μέτρησαν θύματα 
                                των ναζιστικών και φασιστικών στρατευμάτων και 
                                των προθυμότατων ημεδαπών υπηρετών τους, που 
                                μεταπολεμικά αριθμήθηκαν και αυτοί στους 
                                εθνικόφρονες νικητές. Μπορεί να μην πιστεύουν 
                                πως η τωρινή Ελλάδα είναι μια Ελλαδίτσα (ή ένα 
                                ελληνώνυμο κρατίδιο σε δήθεν φιλοσοφικότερη και 
                                πάντως μεγαλοϊδεάτικη ορολογία), που για να 
                                ολοκληρωθεί ως έθνος και ως γένος πρέπει να 
                                «ανακαταλάβει» περίπου όσα εδάφη είχε υπό τον 
                                έλεγχό του ο Μεγαλέξανδρος και οι επίγονοί του ή 
                                οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες. Μπορεί να 
                                ανατριχιάζουν μπροστά στη βιαιότητα και την 
                                ωμότητα των πρωτοκλήτων του κ. Μιχαλολιάκου (που 
                                μένει συστηματικά σε κάποια απόσταση από τις 
                                δημόσιες σκαιότητες, ίσως για να επιτρέψει στους 
                                καιροσκόπους να ποντάρουν κάποια στιγμή πάνω του 
                                σαν να ποντάρουν σε μετριοπαθή, υπεύθυνο και 
                                σοβαρό, αλά Καρατζαφέρη). Μπορεί να κρύβονται 
                                και από τον εαυτό τους ή να του λένε ψέματα. 
                                Μολαταύτα, έστω με τη δημοσκοπική υποστήριξή 
                                τους, ευνοούν τους σχεδιασμούς του 
                                χρυσαυγιτισμού και νομιμοποιούν την αγελαία 
                                δράση του εις βάρος μεταναστών, εν γένει 
                                αδύναμων αλλά και πολιτικών αντιπάλων του. Αλλη 
                                μια φορά, η ανοχή είναι συνενοχή.

  Πηγή: " Η Καθημερινή της Κυριακής"
  http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_22/09/2013_519678                            

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 16, 2013

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ΣΙΣΣΥ



*Μια πρώτη ένδειξη εδώ: http://spirospv.blogspot.gr/2007/05/blog-post_17.html

-Άσε ρε, θα το κανονίσω εγώ.
 -Λες να δεχθεί; 
-Σίγουρα!
 -Εγώ δεν την ξέρω καλά. 
-Ντρέπεσαι; 
-Όχι, αλλά... 
-Τα λέμε το απογευματάκι. 
Κάθισα κοντά της στον τσιμεντένιο διάδρομο με το πρόσωπο γυρισμένο πάνω της. Ο Ηλίας, πως τα κατάφερε, καθόταν δίπλα της σε καρέκλα πάνινη, αναπαυτική. Ο κινηματογράφος ήταν γεμάτος. Αυτό με βοήθησε να δικαιολογήσω τη θέση μου, που δεν ήταν η πλέον κατάλληλη. Περισσότερο έβλεπα τα πρόσωπα των θεατών, λουσμένα στο χλωμό φως της σελήνης, παρά την οθόνη. Ο Ηλίας, αγνοώντας την αφοσίωση των θεατών στην ιστορία της «Σίσυ», άπλωσε τα χέρια του στα μπούτια της Ρένας, και άρχισε να τα χαιδεύει. Η Ρένα, χωρίς να αντιδράσει, παρακολουθούσε τη Ρόμυ Σνάιντερ και απ' ότι φαινόταν την θαύμαζε. Εγώ, αντιθέτως, θαύμαζα τον Ηλία, που είχε χώσει τις παλάμες του, βαθιά στα πόδια της και τα κινούσε σαν να ήθελε να πιάσει κάτι από το βυθό της. Ο Ηλίας με κοίταζε μ’ένα βλέμμα σαν να μου έλεγε «πιάσε και συ». Η χαριτωμένη στάση του σώματός της δεν έδειχνε κάτι απαγορευτικό, προσπαθούσα, όμως, να διακρίνω ένα σημάδι ενθάρρυνσης στο πρόσωπό της. Ο αφέτης φαίνεται είχε αφοσιωθεί στην ταινία ή περίμενε να ξεκινήσω χωρίς την πιστολιά του. Κι αν με έβγαζε άκυρο στην εκκίνηση;
       Ο Ηλίας, σαν αληθινός φίλος που ήταν, αποφάσισε να δώσει αυτός το εναρκτήριο λάκτισμα. Έβγαλε τα χέρια του από το αλωνάκι της ευτυχίας, με μια κίνηση που θύμιζε βασικό ποδοσφαιριστή όταν γίνεται αλλαγή στο εξήντα πέντε, αφήνοντας ελεύθερο το ερωτικό κάλεσμα της Ρένας. Ακούμπησα τις παλάμες μου στα ηλιοκαή πόδια της, πνευστιών βαθέως. Λαμβάνοντας θάρρος από την σιωπηλή αποδοχή , άρχισα να βυθίζομαι στ' ανεξερεύνητα βάθη του ερωτικού μυστηρίου. Το ξανθό χνουδάκι, που στόλιζε τα ιδεώδη μέλη της αναδεύτηκε σαν μια αποπλανημένη θαλασσινή αύρα να πέρασε τρυφερά από πάνω της, πρώτη ένδειξη ευμένειας. Παραδομένος στο ανεπαίσθητο, αλλά συναινετικό άνοιγμα των ποδιών της, συνέχισα τις περιποιήσεις και τρυφερότητες . Αισθανόμουν τα νοτισμένα μέλη της να με καλούν να συνεχίσω την εξερεύνηση της εξαίσιας σάρκας της. Εξακολούθησα, ευτόλμως, τις θωπείες, νοιώθοντας μια γλύκα, πρωτοφανέρωτη, στο σώμα μου, ευρισκόμενο εν εκστάσει. Η έκνομη απόλαυση δεν κράτησε για πολύ. Τα φώτα του κινηματογράφου άναψαν και έπρεπε να επανέλθω στην προτεραία κατάσταση του θεατή.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 09, 2013

ΤΟ 16ο!

Μετά από τόσα χρόνια ανάγνωσης, είμαι σε θέση να υποστηρίξω ότι έχω τη ικανότητα να κρίνω με  δικές μου αξιολογικές αναφορές την επιλογή για την ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων. Ικανότητα  που πηγάζει από την ύπαρξη προσωπικών κριτηρίων που ορίζουν την αναγνωστική μου συγκρότηση, επαρκή για να στηρίξουν την  κριτική κατανόηση των λογοτεχνικών κειμένων.  Η επάρκεια αυτή μου δίνει τη δυνατότητα, στο μέτρο της διανοητικής μου διαύγειας, να αποδέχομαι  τα βιβλία που κυκλοφορούν και προτείνονται, πολλά απ’αυτά σαν αριστουργήματα, με επιφύλαξη και κριτική ματιά όσα, τελικά, από αυτά αποφασίσω να διαβάσω. Βιβλία Ελλήνων συγγραφέων δεν διαβάζω πια, περιμένω, όμως, τον Μισέλ Φάις να δημοσιεύσει, για να πάω στο βιβλιοπωλείο ν’αγοράσω το καινούργιο του βιβλίο. Αρκετές φορές, όταν θέλω να επιδείξω τις γνώσεις μου, όσον αφορά το λογοτεχνικό βιβλίο, στις παρέες μου, που με θεωρούν ένα συνδυασμό μέντορα και εξωγήινου, αν καμιά φορά το φέρει η συζήτηση, με δική μου πρωτοβουλία φυσικά, με ύφος παντογνώστη αποφαίνομαι, τελεσιδίκως, ότι τα βιβλία που πρέπει να διαβάσουμε στη ζωή μας δεν είναι παραπάνω από δεκαπέντε. Πάντα λέω δεκαπέντε για να ξεφύγω από τα κλισέ που κατακλύζουν την δημοσιογραφική οικογένεια, όταν ρωτούν λογοτέχνες φορτωμένους λογοτεχνικά βραβεία, εξαιρετικές κριτικές από ομότεχνούς τους, απαραιτήτως αναγνωρίσιμους από το τηλεοπτικό και μιντιακό κοινό. «Ποια είναι τα δέκα καλύτερα βιβλία που διαβάσατε;», δίχως να μπαίνουν στον κόπο να καινοτομήσουν, ρωτώντας, ποια είναι τα δεκαπέντε, τα είκοσι, τα τριάντα κ.ο. κ. Φαίνεται η απόφαση για σύντομα κείμενα στις εφημερίδες, ακόμα και στα βιβλιογραφικά ένθετα, όταν υπήρχαν, πρέπει να βρει και δω την εφαρμογή της. Που να διαβάζει ο αναγνώστης, έστω ο μυημένος, ολόκληρο κατεβατό. Μην κοιτάτε στο διαδίκτυο όπου υπάρχουν βιβλιόφιλοι που διαβάζουν ένα βιβλίο, άνω των τριακοσίων σελίδων, κάθε τρεις μέρες και το κρίνουν με παραλλαγές δελτίων τύπου των εκδοτικών οίκων! Αλλά ξεφεύγω.
Έλεγα, λοιπόν, ή μάλλον έγραφα, ότι, σαν απόλυτος κάτοχος της γνώσης, το σύνολο των βιβλίων που αξίζει να διαβάσει κάποιος στη ζωή του, με προσδόκιμο ζωής τα εξήντα πέντε χρόνια, να έχουμε, βρε αδελφέ, κάποια πνευματική διαύγεια, αν την έχουμε αποκτήσει ποτέ,  δεν υπερβαίνουν τα δεκαπέντε βιβλία, τα οποία όταν μου δινόταν η ευκαιρία, ή και χωρίς να μου δοθεί, τα απαριθμούσα στο έκθαμβο αλλά συγχρόνως αδιάφορο ακροατήριο.
1. «Δον Κιχώτης» μετάφραση, οποσδήποτε, Ηλία Ματθαίου
2. «Έγκλημα και τιμωρία»
3. «Άννα Καρένινα»
4. «Το μοναστήρι της Πάρμας»
5. «Βιζυηνός, Άπαντα πεζά»
6. «Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ»
7. «Εννέα ιστορίες» Τζ.Ντ.Σάλιντζερ
8. «Χέρτσογκ»
9. «Μεγάλες προσδοκίες»
10. «Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης»
11. «Διηγήματα, 2 τόμοι» Ρομπέρτο Μπολάνιο
12. «Νοστρόμο»
13. «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο», όλοι οι τόμοι σαν ένα βιβλίο.
14. «Ιστορία του κόσμου σε 10 ½ κεφάλαια»
15. «Το σόλο του Φίγκαρο»
¨Ετσι περνούσα τη ζωή μου, διαβάζοντας βιβλία, που τα θεωρούσα βιταμινούχα βιβλιογραφικά συμπληρώματα, που επιβεβαίωναν τον «λογοτεχνικό κανόνα» μου. Βιβλία τα οποία πέρα από την συνεισφορά τους στην πνευματική μου αλαζονεία, την οποία ως αυθεντικός πνευματικός άνθρωπος μεταμόρφωνα σε μετριοφροσύνη και δημοκρατικότητα στο περιορισμένο κοινό μου, δίνοντας τη δυνατότητα, ως αρωγός της περιορισμένης γνώσης τους, ο αλιτήριος, οι άσχετοι συνομιλητές μου να αμφισβητήσουν την αδιαπραγμάτευτη λίστα, ένα είδος μνημονίου δηλαδή, προτάσσοντας το δημοκρατικότατο διαλεκτικό ερώτημα, βγαλμένο μέσα από τις μνημονιακές, τάχα, διαπραγματεύσεις. Έχετε να προτείνετε κάτι καλύτερο; Σίγουρος, βέβαια, για την άφωνη επιβεβαίωσή μου.
Ώσπου τα τελευταία χρόνια τα πράγματα δυσκόλεψαν, όταν το κοινό, με το οποίο συνομιλώ, διευρύνθηκε επικίνδυνα, στην προσπάθειά μου να επικοινωνήσω με περισσότερους ανθρώπους, επαρκείς γνώστες την λογοτεχνικής αγοράς. Μετά από πέντε χρόνια κατάφερα, νομίζω, να διαχωρίσω την ήρα από το στάρι, και να παρακολουθώ διαδικτυακά  δεκαπέντε(πάλι;) ανθρώπους που τα κείμενα και τα σχόλιά τους είναι ικανά να βελτιώσουν, να αμφισβητήσουν, να ανατρέψουν, να επιβεβαιώσουν τον, έτσι κι αλλιώς, ακλόνητο κανόνα μου.
Έτσι λοιπόν, πριν από δεκαπέντε(Φτού! Πάλι δεκαπέντε!) μέρες, η διαδικτυακή φίλη Lapsus digiti μου πρότεινε να διαβάσω το βιβλίο «Ο Σόλομον Γκάρσκυ ήταν εδώ». Οι γνώσεις της για την λογοτεχνία, τα εύστοχα σχόλιά της, παρά την σπάνια αλλά  ουσιαστική παρουσία της, επανακαθόρισαν  τον  λογοτεχνικό μου κόσμο, το οποίο  μετά από τριάντα πέντε(εδώ τη γλύτωσα κατά το ήμισυ, με έσωσε το τριάντα) χρόνια ανάγνωσης είχα δημιουργήσει . Ήμουν σίγουρος για την ευστοχία της όχι όμως και για την διεύρυνση της λίστας μου.
Έτρεξα μετά από τέσσερις μέρες και δανείστηκα το βιβλίο από τη βιβλιοθήκη. Το διάβασα, και η λίστα αυξήθηκε στα δεκάξι.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 06, 2013

ΚΑΛΟΚΑΙΡΑΚΙ! ΤΙ ΑΛΛΟ;


Τα τρέιλερ των ταινιών που αναρτώ αυτό το καλοκαίρι, δεν είναι μια αναφορά στην κινηματογραφική ιστορία ούτε αφορούν την καλλιτεχνική αξία τους. Είναι ταινίες μνήμης. Ταινίες που, πριν πολλά-πολλά χρόνια, προσπαθούσα να δω μαζί με τους φίλους μου, καλοκαιράκι, πάνω σε μάντρες κινηματογράφων, πίσω από τις χαραμάδες της σιδερένιας πόρτας που χρησιμοποιούνταν σαν είσοδος για τον εφοδιασμό του κυλικείου του κινηματογράφου, σε ταράτσες πολυκατοικιών, πάνω σε δέντρα, εικόνες λειψές, από χώρους που είχαν πρόσβαση, έστω και ελάχιστη, στην κινηματογραφική οθόνη. Σχεδόν παιδιά, τότε που παίζονταν σε καλοκαιρινούς κινηματογράφους, απαγορευμένες ταινίες για μας τους ανήλικους, αλλά παθιασμένους «κινηματογραφόφιλους», μετά από μια μέρα γεμάτη παιγνίδι όπου οι πρωταγωνιστές της ζωής ήμασταν εμείς, οι ταινίες αυτές, και κάποιες άλλες, ήταν η μαγευτική εκδοχή της ζωής που ούτε να ζήσουμε μπορούσαμε ούτε να την φανταστούμε, μια γλυκιά νυχτερινή ανταπόδοση στις περιπέτειες μας και τους εφηβικούς μας έρωτες. Αντιμέτωποι με κάθε λογής δυσκολίες, από τον στριφνό και δύστροπο ελεγκτή της εισόδου του κινηματογράφου, την υποκριτική απαγόρευση της παρακολούθησης ταινιών κάτω των 13 ετών, με την ανήθικη εκείνη επιγραφή «ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟΝ», την ταφόπλακα των κινηματογραφικών ονείρων μας, την έλλειψη χρημάτων, εμείς με την επιμονή και την αγάπη μας για τους κινηματογραφικούς ήρωες, βλέπαμε κατακερματισμένες εικόνες από όποια ευρηματική γωνία είχαμε επιλέξει. Αυτή την ανάμνηση, που κουβαλώ χρόνια τώρα, παράξενο αλλά ο νους μου από αυτήν πολιορκείται όποια ταινία κι αν δω από τότε, την αφήνω εδώ πάνω στη λευκή οθόνη του υπολογιστή, μήπως ξεφύγω από τα κινηματογραφικά μου φαντάσματα. Αν και πολλές φορές το επιχείρησα, σε προηγούμενες αφηγήσεις μου, απέτυχα. Ευτυχώς!

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 01, 2013