Ένα εξαιρετικό site για το Νίκο Μπακόλα, που επιμελείται ο γυιός του Χριστόφορος. Μια προσπάθεια όπου επιχειρείται να παρουσιαστεί το σύνολο του αρχείου του μεγάλου Έλληνα πεζογράφου. Το site εδώ:http://www.macedonia.org.uk/bakolas/
Γυρίζω, μεσημεράκι, στο σπίτι μου, μετά από επίσκεψη στα κρατητήρια της ασφάλειας, όπου είχα πάει να δω ένα φιλαράκι Αλβανό, τον Ταφάν, ελληνιστί Γιάννης. Έτσι τον είχαμε βαπτίσει, αυθαίρετα, στη γειτονιά. Αγανακτισμένος από τη συμπεριφορά και την έπαρση των αστυνομικών που με έκαναν να περίμενω δυο ώρες για να δώσω νερό, σάντουιτς και τηλεκάρτες στο Γιάννη, κι αυτός να φωνάζει, κύριε αστυφύλακα, κύριε αστυφύλακα, χωρίς ανταπόκριση, κάτι ήθελε προφανώς ο «λαθρομετανάστης», απογοητευμένος, λοιπόν, από τη στάση μου, που για μια ακόμα φορά λούφαξα και τους φέρθηκα με ευγένεια, ακόμα και όταν μου έκλεισαν την πόρτα όπου προσπαθούσα, φωνάζοντας, να δώσω κουράγιο στον εγκλεισμένο, ότι δεν ήταν μόνος του, ότι ήμουν κοντά του, μη φοβάται, δεν θα τον εγκαταλείψει η οικογένειά μου, αλλάζοντας σταθμό στο ράδιο, πέφτω πάνω στα «Υπόγεια ρεύματα». Εδώ είμαστε, σκέφτομαι, ανάβω τσιγάρο, αν και το αποφεύγω στο αυτοκίνητο, και προσπαθώ να ηρεμήσω ακούγοντας μουσική. Είναι διασκευές που έχουν κάνει στα πολιτικά τραγούδια του Θάνου Μικρούτσικου. Τραγούδια που εμείς οι πενηντάρηδες μεγαλώσαμε μαζί τους, τα αγαπήσαμε, τα τραγουδήσαμε, σε πορείες και διαδηλώσεις, μοναχικά στο μπάνιο, περιμένοντας το λεωφορείο, περπατώντας για να βρεθούμε στο ραντεβού μας ή στη δουλειά μας, σε συναυλίες, πέφτουν στα χέρια του δημοφιλούς και ποιοτικού συγκροτήματος και γίνονται αθλιότητες. Ξεκομμένα από την εποχή τους, τραγούδια βαπτισμένα στο πολιτικό κλίμα των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης, γίνονται στα χέρια των βασανιστών τους σκουπίδια. Οι άνθρωποι αυτοί, επειδή δεν συμμετείχαν στις έντονες ιδεολογικές και πολιτικές δεργασίες εκείνης της ιστορικής περιόδου, λόγω ηλικίας, δεν αντιλαμβάνονται ότι ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα, όταν ο δημιουργός του κατορθώσει μέσα από αυτό, να εκφράσει το συλλογικό όραμα, την κοινωνική προσδοκία, φεύγει από τα χέρια του νόμιμου εκπροσώπου του και ανήκει πια στη συλλογική μνήμη, ζει στο κοινωνικό υποσυνείδητο, ταυτίζεται με τις ανάγκες μιας συγκεκριμένης εποχής. Καλά σκέφτομαι τα παιδιά δεν κατάλαβαν το ρόλο που έπαιξαν τα τραγούδια αυτά εκείνη την εποχή, ο Μικρούτσικος όμως; Μήπως ούτε αυτός κατάλαβε, ότι τα τραγούδια αυτά είναι κλασσικά, γιατί η κοινωνική αποδοχή τους έγινε μέσα σε αγωνιστικές διεκδικήσεις, άρα είναι κάτι τελείως διαφορετικό, ας πούμε με το «Σταυρό του Νότου», ένα έργο που διευρύνεται μουσικά διαρκώς, μη αντιλαμβανόμενος ότι όταν το τραγούδι κατέβει στις πλατείες και στους δρόμους, αποκτά κοινωνική δυναμική, ώστε δεν μπορείς να το βγάλεις αβασάνιστα από το ρεύμα της ιστορίας και να το επαναφέρεις στον σημερινό απολίτικο και ψυχαγωγικό χώρο των συναυλιών. Αν το κάνεις, χάνει τον πολιτικό πυρήνα που το χαρακτηρίζει, ώστε έχεις τα τραγελαφικά αυτά αποτελέσματα. Αλλά τι κάθομαι και σκέφτομαι τώρα, σημασία έχει να βρω δικηγόρο για το Γιάννη, να καταφέρουμε να τον στείλουμε πίσω στην Αλβανία, μη τυχόν και τον πετάξουν σε καμμιά φυλακή στην Κω.
"Αιωνιότητα και πάλι αιωνιότητα, ρε κουφάλες", φώναξε. Το ζοφερό του βλέμμα καρφώθηκε πάνω μου και στους γύρω, όσοι, τουλάχιστον, βρίσκονταν στο οπτικό του πεδίο και συνωστίζονταν, περιέργως, δίπλα μου. Προσπάθησα να τον αποφύγω, αλλά το μετάνοιωσα. "Δίκιο έχει", σκέφτηκα. Συνέχισα να τον παρακολουθώ, όσο αυτός συνέχιζε να επαναλαμβάνει την επιτυχημένη του ατάκα, γεγονός που τον γέμιζε, σιγά-σιγά, αυτοπεποίθηση. Σιγουρεύτηκα ότι τον άφηνα σε καλά χέρια και του γύρισα την πλάτη με αποφασιστικότητα.
Πάντα στη ζωή αναθεωρούμε τις λογοτεχνικές μας προτεραιότητες. Σ’αυτό, ελπίζω, να συμφωνούν οι ομοούσιοι αναγνώστες, ζηλωτές της αενάου έλξης της ευμορφίας. Διαβάζοντας μια ιστορία, εκείνο που μας προκαλεί ενδιαφέρον, εκτός αν είμαστε φιλόλογοι ή «επαγγελματίες» παντογνώστες, είναι οι αναγωγές στη ζωή μας. Έτσι ένα βιβλίο που κρίνουμε εξαιρετικό, το κριτήριο της αξιολόγησής του δεν είναι η λογοτεχνική του αρετή, αλλά η συνάφεια του με την ιδιαιτερότητά μας. Ο αναγνώστης σαν εγωιστικό πλάσμα, την ώρα της ανάγνωσης, διαβάζει εκείνο που προσδοκά, που ορίζει η «δυσμορφία» της ιδιοτυπίας του, αδιαφορώντας για την έγκυρη αποτίμηση και την κατάταξη του βιβλίου στον «λογοτεχνικό κανόνα». Ο ευδαιμονισμός των κριτηρίων τα οποία έχω προκρίνει για την ανάγνωση ενός βιβλίου, αρκετές φορές με εμποδίζει να βρω βιβλία, που θα αμφισβητούν και θα ανατρέπουν τα κριτήρια αυτά, που η πνευματική μου αυτογνωσία έχει κατατάξει στο απυρόβλητο. Το κακό είναι ότι η εμμονοληπτική αυτή στάση, με οδήγησε να διαβάσω αρκετά βιβλία για τα οποία έκλαιγα τα λεφτά μου και να μη διαβάσω άλλα που, όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων, θα βελτίωναν την κομψότητα της ευπρεπείας μου απέναντι στη ζωή. Ευτυχώς που, κάπου-κάπου, ανακαλύπτω βιβλία που σαρκάζουν αλλά επανακαθορίζουν την "αναγνωστική μου ωριμότητα".
Αναρωτιέμαι γιατί το επίμετρο της Jaqueline de Proyart δεν συμπεριλήφθηκε στην έκδοση του «Βήματος». Ήταν μια ευκαιρία για τους αναγνώστες, να πληροφορηθούν για την ιστορία της έκδοσης του βιβλίου, την αντιμετώπισή του στη Σοβιετική Ένωση, και, δειλά δειλά το γράφω, για τη στάση του ίδιου του Πάστερνακ απέναντι στη Σοβιετική λογοκρισία. Μια ευκαιρία, ακόμη, να διορθωθεί η απαράδεκτη ορθογραφική επιμέλεια του επίμετρου των εκδόσεων «Ποταμός», όπως έγραψα παλαιότερα εδώ
Ήταν επίσης ο Στελλάκης ο Φούσκας, ο Γιάννης ο Τρυπάνης, ο Μανωλάκης ο Φίτζις, η Γιάννα, η γυναίκα του Βίδα, ο Σπύρος ο Πηρούνιας, οπωσδήποτε, ο Τάκης ο Πατάτας, η Ρένα η Εσωτερικού, η Βάσω το Πέτρινο λουλούδι, ο Νικολάκης ο Ρήτορας, ο Στέλιος ο «Γαβαλάς», χωρίς τη «Ρία Κούρτη», δυστυχώς, ο Πέτρος ο Νταβάριτς, ο Νίκος ο Θάμνος, η Αννούλα η Τετράγωνη . Έλειπε μόνο η φλύαρη, μα αβρότατη επιφάνεια της μνήμης
«Αγκίρε, η μάστιγα του Θεού», τα «Πρόσωπα» του Κασσαβέτη, η εγκυμοσύνη της Καριένινα, η ευκολία που έτρωγε τα χοτ-ντογκ η Δέσποινα, ο παρασημοφορημένος έρωτας της Κυριακής, ο ήρωας του γλεντιού Γιώργος Μαργαρίτης, οι ατελείωτες ώρες μπροστά στο «Jules et Jim”, τα «Notorium» που με περιμένουν, η γυναίκα που προσπάθησε να βρει την έξοδο στην ντουλάπα, η φάτσα του Ben Arfa που μου τη δίνει, ο γάμος του Παναγιώτη, δεν είναι λίγα για δέκα μέρες διακοπών.
Όλη μέρα για να συντονίσω τους ελληνικούς υπότιτλους. Τελικά δεν τα κατάφερα, αλλά το είδα τόσες φορές, ώστε αναρωτιέμαι γιατί δεν μου άρεσε, όταν το είχα δει πριν από πολλά χρόνια, στο "EMBASSY", καθηλωμένος αρκετές ώρες, στις προβολές της κινηματογραφικής λέσχης.
Φιλέτο σχάρας(τι φιλέτο; Για να το υπολογίσουμε στην τιμή)
Σολομός σχάρας
****
Καφές ή γλυκό(extra;)
***
Μοσχάτο κρασί (κέρασμα)
Cola cola light φιάλες 2
Τιμή με το φιλοδώρημα 70 ευρώ( Πόσο το φιλοδώρημα;)
Οι "πολιτισμένοι" ομοτράπεζοι, Απόστολος Δοξιάδης και Ηλίας Μαγκλίνης, συζητούν για τους βάρβαρους και αναρωτιούνται τι θα απογίνουν χωρίς αυτούς. Τα ενδιαφέροντα που ειπώθηκαν στο restaurant «Ιντεάλ» στην Καθημερινή της Κυριακής
Ένα μεγάλο τραγούδι που έπαιξε και χορεύτηκε πολύ χθες. Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου Μουσική: Θανάσης Πολυκανδριώτης Πρώτη εκτέλεση: Ντίνος Βρεττός Άλλες ερμηνείες: Γιώργος Μαργαρίτης
Μου ’πανε πως θα μου κάνεις μέχρι δικαστήρια και θα βάλεις δικηγόρους για να περπατώ υπό όρους και να πάρουν οι εχθροί μας τα συγχαρητήρια. Μου ’πανε πως θα μου κάνεις μέχρι δικαστήρια. Πώς εφτάσαμε ως τα άκρα είν’ απ’ τα μυστήρια. Κι όταν είδαν τις πληγές μου κλάψανε κι οι δικαστές μου, και πώς άντεξα ρωτούσαν πόνους και μαρτύρια. Μου ’πανε πως θα μου κάνεις μέχρι δικαστήρια. Η κατάθεσή σου εκείνη τότε με γονάτισε, κι η χαριστική βολή σου της αχάριστης ψυχής σου δίχως να με λογαριάσει μια ζωή τραυμάτισε. Η κατάθεσή σου εκείνη τότε με γονάτισε. Πώς εφτάσαμε ως τα άκρα είν’ απ’ τα μυστήρια. Κι όταν είδαν τις πληγές μου κλάψανε κι οι δικαστές μου, και πώς άντεξα ρωτούσαν πόνους και μαρτύρια. Μου ’πανε πως θα μου κάνεις μέχρι δικαστήρια.
Αγαπημένε μου, Εδώ που έφτασαν τα πράγματα πρέπει να σου εξομολογηθώ την αγάπη που νοιώθω για σένα. Απόφευγα να σου γράψω τόσο καιρό, γιατί η αναμφισβήτητη ικανότητα που έχεις να κρίνεις με απαράμιλλη ευρηματικότητα και πρωτοτυπία την καθημερινότητα και, να αποφαίνεσαι επί παντός επιστητού, νόμιζα ότι ήταν αρκετή για να αντιληφθείς ότι η στάση μου απέναντί σου, ήταν ένα πάθος που γεννήθηκε παρακολουθώντας τη διεισδυτική ματιά σου απέναντι στη ζωή. Η επάρκεια της γνώσης σου, η καταλυτική παρουσία σου, ο ασυμβίβαστος λόγος σου, μου δημιούργησαν την ανάγκη να βρίσκομαι διαρκώς μαζί σου, έστω από μακριά. Να παρακολουθώ κάθε λέξη σου, κάθε φράση σου, κάθε σκέψη σου, αφού δεν μπορούσα να σε πλησιάσω σωματικά. Σιγά-σιγά αυτή η ανάγκη έγινε πάθος, φοβάμαι να το ονομάσω έρωτα, η λέξη αυτή με λυγίζει. Ένα πάθος καταδικασμένο και ανομολόγητο. Όπως αποδεικνύεται ήταν λάθος η εκτίμησή μου και αυτό πληρώνω τόσο καιρό. Δεν είναι η απόσταση που μας χωρίζει, αυτό διορθώνεται, θα βρίσκαμε τον τρόπο να βρεθούμε, αν το θέλαμε. Ούτε οι σχέσεις που έχουμε με τους συντρόφους μας είναι εμπόδιο. Δεν θα μιλήσω για το φόβο του κοινωνικού αποκλεισμού, γιατί η πνευματική σου αυτάρκεια είναι αρκετή για να σε κάνει να ξεπεράσεις αυτές τις μίζερες απαγορεύσεις. Το σφάλμα είναι αποκλειστικά δικό μου, αν μπορώ να μιλήσω για σφάλμα και όχι για αδυναμία να ξεπεράσω όλη την προηγούμενη συμβατική μου πορεία στη ζωή. Όσο διάβαζα στις αναρτήσεις σου, τα λόγια που χρησιμοποιούσες, μαγευόμουνα, ναι, ναι, αυτή είναι η κατάλληλη λέξη. Βαπτιζόμουνα στο ποτάμι της μεγαλοσύνης σου, που πήγαζε από την αταλάντευτη ανάγκη σου να αντισταθείς σε κάθε μορφή εξουσίας, να αποκαλύψεις, αταλάντευτα, με κάθε κόστος, τους πουλημένους στην εξουσία, τους συμβιβασμένους, έμενα εκστασιασμένος από τον ανδρισμό που ξεχείλιζε απο τη λεβέντικη, αυθεντική λαική φωνή σου. Όσο σε διάβαζα τόσο το πάθος μου για σένα μεγάλωνε. Σκεφτόμουν να τα βροντήξω όλα και να έρθω να σε βρω, να σου τα πω όλα Ας μην με δεχόσουν, τουλάχιστον να σ’έβλεπα για μια στιγμή. Θυμάσαι πως σε γνώρισα; Ίσως το έχεις ξεχάσει. Εμένα αυτά τα λόγια με έχουν σημαδέψει. Έγραψα αυτές τις φράσεις, τότε, όχι για να διαφωνήσω μαζί σου αλλά για να σου προκαλέσω την προσοχή. Βέβαια ο τρόπος που χρησιμοποίησα ήταν λάθος, αλλά το πάθος με είχε τυφλώσει. Αυτόν τον τρόπο διάλεξα, καταδίκασέ με αν θέλεις. Η απόφασή σου όποια κι αν είναι θα τη δεχθώ. Η απόγνωσή μου μεγάλωνε όταν σκεφτόμουν ότι κάποια γυναίκα σε διεκδικεί. Δεν ξέρεις πόσο χαιρόμουν για την παλικαρίσια και αντρική στάση που κράτησες στη διένεξή σου με τη μαρούχα, που ήθελε, στην ουσία, να σε τυλίξει. Εσύ το έγραψες, θυμάσαι; Ήθελε να σε πάρει από τα χέρια τα δικά μου, συμβολικά μιλάω, ελπίζω να με καταλαβαίνεις. Τη σύντροφό σου, γιατί δεν μπορεί να είσαι μόνος, είσαι ωραίο παιδί, και καλός γαμιάς απ’ότι λες, συγγνώμη για την έκφραση, για ένα ανεξήγητο λόγο δεν τη ζήλευα. Ίσως γιατί οι κατακτημένοι δεν δημιουργούν αποστροφή. Λιγάκι ζήλεψα όταν την κρατούσες αγκαλιά και πίνατε μπύρες αλλά ένα “XANAX” με επανέφερε στη θέση μου, «έστρωσε ο νους και κατέβηκα πάλι στον ευατό μου», λόγια ξεχασμένα από κάποιον ανώνυμο σχολιαστή. Σκεφτόμουν ότι ένα λαικό παιδί, μορφωμένο, έντιμο, παθιασμένο με το δίκιο των κοινωνικά αποκλεισμένων, που η λαική ψυχή και λεβεντιά ήταν το ιδανικό του, δεν θα ασχολιόταν μ’ένα πρόσωπο μίζερο, ασθενικό, ψυχοπαθολογικό, συμβιβασμένο. Πόσο δίκιο είχες όταν με χαρακτήριζες ανίατη περίπτωση. Όταν όμως με αποκάλεσες συμπαθή, το υπόλοιπο το ξεχνάω, η καρδιά μου σκίρτησε, η φλόγα του έρωτα άρχιζε ξανά να φουντώνει. Είμαι απερίγραπτος, έλεγα, πως είναι είναι δυνατόν ν’ανταποκριθεί, αφού ούτε ένα σημάδι συμπάθειας, έστω, δεν του στέλνω, αλλά, αντίθετα, όπου βρεθεί κι όπου σταθεί τον κρίνω αυστηρά. Γιατί δεν μπορώ να το αρνηθώ, όπου κι αν βρισκόσουν σε ακολουθούσα, με είχες μάλιστα ειρωνευτεί που ξημεροβραδιαζόμουνα στο ιστολόγιό σου, βλέπεις δεν ξεχνώ τίποτα, όλα τα έχω γράψει στο σκληρό δίσκο του πάθους μου. Όλα αυτά τα έκανα, χαζούλη, για να φορτίσω την ψυχή μου από το μεγαλείο που εξέπεμπες, να φωτιστεί το πρόσωπό μου από την ακτινοβολία που σκορπούσες, να βυθιστώ στα κείμενά σου για να εξαγνιστώ, να μην κοιμηθώ χωρίς το νανούρισμα από τα λόγια σου. Τι κι αν με αποκαλούσες μαλακοκαύλη, μήπως δεν ήμουνα, αλλά για διαφορετικούς λόγους από αυτούς που νόμιζες. Μην γίνεσαι αυστηρός, τώρα, καθένας θα μπορούσε να βρεθεί στη θέση μου, οικτίρω τον ευατό μου για τη συμπεριφορά μου. Ίσως αυτό το γράμμα να σου δώσει μια εξήγηση. Όχι, όχι, δεν θέλω μια απάντηση, συνέχισε το δρόμο σου, έχεις οριστεί για σπουδαία πράγματα, κι άσε εμένα να σβήνω τον πόθο μου με όποιους τρόπους βρίσκω πρόσφορους. Άλλωστε τα δάκρυα που έχυσα για σένα, δεν πρόκειται να τα δεις ποτέ. Φιλάκια παντού.
Τα ιστολόγια είναι ένας από τους πολλαπλούς αποδέκτες των κοινωνικών διεργασιών. Είναι τόσο μεγάλη και πολύμορφη η γκάμα της κοινωνικής παρέμβασης στο διαδίκτυο, που δυσκολεύεσαι να την παρακολουθήσεις. Όλα τα πολιτικά, κοινωνικά, πολιτισμικά και ιδεολογικά ρεύματα βρίσκουν έκφραση στο καινούργιο «μέσον». Η πρωτοτυπία και μοναδικότητα του «χώρου», άρα η έλξη που προκαλεί, βρίσκεται στην ελευθερία που προσφέρει, σε οποιονδήποτε θελήσει να εκφράσει την άποψή του. Άποψη που καταγράφεται δίχως καμμιά διαμεσολάβηση ή λογοκρισία, σ’ένα απεριόριστο, εν δυνάμει, ακροατήριο. Η κοινωνία λοιπόν παύει να λειτουργεί δια αντιπροσώπων, όσον αφορά την παραγωγή λόγου, οι πολίτες έχουν πια τη δυνατότητα να εκφράσουν την άποψή τους απ’ευθείας στην αγορά των ιδεών, δίχως το φιλτράρισμα της γνώμης τους από την ιδεολογική και πολιτική επεξεργασία των κομματικών μηχανισμών, ούτε από τη δημοσιογραφική αποτύπωση και σχολιασμό.
Η πρωτόγνωρη αυτή διαδικασία ρίχνει στο παιγνίδι αναρίθμητες δυνάμεις της κοινωνικής ρητορικής, οι οποίες παγιδευμένες μέχρι τώρα στον οικείο χώρο τους, δεν είχαν τις διεξόδους εκείνες που θα τις έκαναν να αποκτήσουν δημόσιο λόγο. Βρίσκοντας λοιπόν ο ιστολόγος στο δημόσιο χώρο του διαδικτύου ένα ακροατήριο διψασμένο ν’ απαλλαγεί από τους αναγνωρίσιμους χώρους παραγωγής λόγου, αποτυπώνει την προσωπική του κατάθεση στη δημόσια σφαίρα δίχως εξουσιαστικές διαμεσολαβήσεις. Αποσπασμένος από την ανωνυμία της εντοπιότητας, τοποθετείται στην οικουμενικότητα της δημοσιότητας.
Η ριζική αυτή μετάσταση του ιδιωτικού σε δημόσιο, σε αρκετές περιπτώσεις οδηγεί σ’ένα λαικισμό, ο οποίος κυριαρχεί στον καινούργιο λυτρωτικό τόπο, μεταφέροντας όλο τον κεντρικό πυρήνα της ιδεολογικής καταγωγής του στο νέο μέσο.
Το λαικισμό σε γενικές γραμμές τον διακρίνει η ρητορική που αποφεύγει ή αγνοεί την πολυπλοκότητα της κοινωνίας. Ο λαικιστικής απλοποιεί τα προβλήματα, κολακεύει την έννοια «λαός», δίνοντας στον όρο μια γενική ερμηνεία, αγνοώντας τις ταξικές διαστρωματώσεις. Ο λαικιστής φορά το διανουμενίστικο αμπέχωνό του, γίνεται κυνικός, αγαπησιάρικος και λεβέντης, ασπαζόμενος την «μικροηδονή του υβρεολογίου» και απευθύνεται στο συναίσθημα του ακροατηρίου του. Λοιδωρεί και πολεμά τις πολιτικές και πολιτισμικές ελίτ, απ’όλο το φάσμα του κοινωνικού χώρου, υπηρετεί την εντιμότητα και τον αντικομφορισμό, βρίσκεται διαρκώς απέναντι σ’αυτούς που συμβιβάστηκαν με την εξουσία. Η γλώσσα του είναι δίχως ιδεολογικό προσανατολισμό, απαραίτητα καταγγελτική, με λεξιλόγιο αρκετές φορές της πιάτσας, ώστε η απόσταση με τον λόγο των καταγγελούμενων όχι μόνο να απέχει αλλά να διαφοροποιείται κοινωνικά. Με επικαιροποιημένα στοιχεία και ευρεία νοηματική χωρητικότητα ώστε να περιλαμβάνει το σύνολο του ακροατηρίου του, ο λόγος του λαικιστή εξαντλείται στην καταγγελία και στιγματισμό των στοχοποιημένων ελίτ, που κατόρθωσαν με το συμβιβασμό και την απεμπόλιση των ιδανικών που κάποτε υπηρετούσαν, να υπηρετούν την εξουσία.
Η γενική αυτή τοποθέτηση μπορεί να χαρακτηριστεί ως ήδη καταχωρημένη ανάγνωση του λαικισμού. Υπάρχει όμως τώρα στα ιστολόγια μια κατηγορία λαικισμού, που εκτός των χαρακτηριστικών που αναφέρθηκαν, εμφανίζει κάποια στοιχεία που διαφεύγουν από τις μέχρι τώρα προσπάθειες καταγραφής του φαινομένου. Πρέπει λοιπόν, να ανιχνεύσουμε ωρισμένα χαρακτηριστικά που τον εμπλουτίζουν αλλά παράλληλα τον διαφοροποιούν από την παραπάνω ανάλυση.
Η ιδιαιτερότητα αυτή του λαικισμού χαρακτηρίζεται από την πολυμορφία της τοποθέτησής του. Με άκριτη ευκολία καταργεί τα όρια παράδοσης – νεωτερισμού, λαικού και ελίτ, κατορθώνοντας να ελίσσεται ανάμεσα σ’αυτά τα αντιθετικά ζεύγη.
Ο λαικιστικής μας αναρτά στο ιστολόγιό του πενιές και σονάτες, Γιώτα Λύδια και άριες, Τσε και Γιανναρά, Sex pistols και Καζαντζίδη, υποστηριζόμενος, προφανώς, από την ευρυμάθειά του, την υποσιτισμένη πνευματική του αυτάρκεια, και την ανάγκη του ν’ αναδείξει την ελευθερία που του προσφέρει η γνώση.
Οι επιλογές του λειτουργούν σαν άλλοθι του συντηρητικού του λόγου. Η προσπάθειά του να επενδύσει σε στοιχεία λαικότητας, αφυδατώνουν τη δυναμική των προτύπων που επικαλείται. Αποσπά τους αυθεντικούς λαικούς δημιουργούς από το χώρο που τους έχει αναδείξει, και τους παρουσιάζει αποδυναμωμένους από τη γνήσια λαική καταγωγή τους. Οι γνήσιοι λαικοί δημιουργοί με την μεταχείρηση του λαικιστή μας, αποκτούν συμβολικό χαρακτήρα, γεγονός που τους απογυμνώνει από τα επενδυμένα όνειρα των λαικών στρωμάτων, και τους καθιστά μνημεία στην ταφική ζώνη του διαδικτύου.
Η διαρκής αυτή μετακίνηση μεταξύ μοντερνισμού και παράδοσης, εθνικισμού και διεθνισμού, φοβισμού και συναδέλφωσης, δεν τον διαφοροποιεί από τον πυρήνα της ιδεολογίας του. Ιδεολογία βαθύτατα συντηρητική που στοχοποιεί κάθε μορφής ετερότητα, η οποία εστιάζει τη δημόσια παρουσία της στη διεύρυνση και διαρκή ρήξη με τη συλλογική αδιαφορία, τη μισαλλοδοξία, την πολιτική και ιδεολογική ορθότητα, την κρατική αναλγησία, την πολιτική και οικονομική κυριαρχία της αστικής τάξης, διατηρώντας στο προσκήνιο την ανάγκη για ριζική ανατροπή του κόσμου που τις εκτρέφει.