Γυρίζω, μεσημεράκι, στο σπίτι μου, μετά από επίσκεψη στα κρατητήρια της ασφάλειας, όπου είχα πάει να δω ένα φιλαράκι Αλβανό, τον Ταφάν, ελληνιστί Γιάννης. Έτσι τον είχαμε βαπτίσει, αυθαίρετα, στη γειτονιά. Αγανακτισμένος από τη συμπεριφορά και την έπαρση των αστυνομικών που με έκαναν να περίμενω δυο ώρες για να δώσω νερό, σάντουιτς και τηλεκάρτες στο Γιάννη, κι αυτός να φωνάζει, κύριε αστυφύλακα, κύριε αστυφύλακα, χωρίς ανταπόκριση, κάτι ήθελε προφανώς ο «λαθρομετανάστης», απογοητευμένος, λοιπόν, από τη στάση μου, που για μια ακόμα φορά λούφαξα και τους φέρθηκα με ευγένεια, ακόμα και όταν μου έκλεισαν την πόρτα όπου προσπαθούσα, φωνάζοντας, να δώσω κουράγιο στον εγκλεισμένο, ότι δεν ήταν μόνος του, ότι ήμουν κοντά του, μη φοβάται, δεν θα τον εγκαταλείψει η οικογένειά μου, αλλάζοντας σταθμό στο ράδιο, πέφτω πάνω στα «Υπόγεια ρεύματα». Εδώ είμαστε, σκέφτομαι, ανάβω τσιγάρο, αν και το αποφεύγω στο αυτοκίνητο, και προσπαθώ να ηρεμήσω ακούγοντας μουσική. Είναι διασκευές που έχουν κάνει στα πολιτικά τραγούδια του Θάνου Μικρούτσικου. Τραγούδια που εμείς οι πενηντάρηδες μεγαλώσαμε μαζί τους, τα αγαπήσαμε, τα τραγουδήσαμε, σε πορείες και διαδηλώσεις, μοναχικά στο μπάνιο, περιμένοντας το λεωφορείο, περπατώντας για να βρεθούμε στο ραντεβού μας ή στη δουλειά μας, σε συναυλίες, πέφτουν στα χέρια του δημοφιλούς και ποιοτικού συγκροτήματος και γίνονται αθλιότητες.
Ξεκομμένα από την εποχή τους, τραγούδια βαπτισμένα στο πολιτικό κλίμα των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης, γίνονται στα χέρια των βασανιστών τους σκουπίδια. Οι άνθρωποι αυτοί, επειδή δεν συμμετείχαν στις έντονες ιδεολογικές και πολιτικές δεργασίες εκείνης της ιστορικής περιόδου, λόγω ηλικίας, δεν αντιλαμβάνονται ότι ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα, όταν ο δημιουργός του κατορθώσει μέσα από αυτό, να εκφράσει το συλλογικό όραμα, την κοινωνική προσδοκία, φεύγει από τα χέρια του νόμιμου εκπροσώπου του και ανήκει πια στη συλλογική μνήμη, ζει στο κοινωνικό υποσυνείδητο, ταυτίζεται με τις ανάγκες μιας συγκεκριμένης εποχής.
Καλά σκέφτομαι τα παιδιά δεν κατάλαβαν το ρόλο που έπαιξαν τα τραγούδια αυτά εκείνη την εποχή, ο Μικρούτσικος όμως; Μήπως ούτε αυτός κατάλαβε, ότι τα τραγούδια αυτά είναι κλασσικά, γιατί η κοινωνική αποδοχή τους έγινε μέσα σε αγωνιστικές διεκδικήσεις, άρα είναι κάτι τελείως διαφορετικό, ας πούμε με το «Σταυρό του Νότου», ένα έργο που διευρύνεται μουσικά διαρκώς, μη αντιλαμβανόμενος ότι όταν το τραγούδι κατέβει στις πλατείες και στους δρόμους, αποκτά κοινωνική δυναμική, ώστε δεν μπορείς να το βγάλεις αβασάνιστα από το ρεύμα της ιστορίας και να το επαναφέρεις στον σημερινό απολίτικο και ψυχαγωγικό χώρο των συναυλιών.
Αν το κάνεις, χάνει τον πολιτικό πυρήνα που το χαρακτηρίζει, ώστε έχεις τα τραγελαφικά αυτά αποτελέσματα.
Αλλά τι κάθομαι και σκέφτομαι τώρα, σημασία έχει να βρω δικηγόρο για το Γιάννη, να καταφέρουμε να τον στείλουμε πίσω στην Αλβανία, μη τυχόν και τον πετάξουν σε καμμιά φυλακή στην Κω.