Σάββατο, Ιουνίου 16, 2007

ΚΑΛΟΚΑΙΡΑΚΙ


ΕΡΧΟΜΑΣΤΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Παρασκευή, Ιουνίου 15, 2007

ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ

Διά χειρός Γιώργου Χειμωνά

"Αλίμονο στον ποιητή που ξέρει
τι είναι και τι δεν είναι λόγος"




Πέμπτη, Ιουνίου 14, 2007

ΑΝΤΙΓΡΑΦΕΣ

…..γεννάει στον αναγνώστη μιαν αίσθηση, που ολοένα μεγαλώνει, ότι έχει πέσει θύμα μιας βιβλιοθήκης που άξαφνα ξεχύθηκε με ιλιγγιώδη ορμή, και που όλοι οι τόμοι της θ’αρχίσουν να προσφέρουν τα εκατομμύρια τις λέξεις τους την ίδια στιγμή, κι ότι όλοι οι φάκελλοι θ’αδειάσουνε μονομιάς τα σχέδια και τους πίνακες που κλείνουν. «Έχει διαβάσει πολύ», λένε για το συγγραφέα, όπως λένε «έχει πιεί πολύ», για το μεθυσμένο.

Paul Valery "Varietes" τόμος Ι
Για την αντιγραφή Bouvard

Τρίτη, Ιουνίου 12, 2007

ΛΟΓΟΚΛΟΠΗ;

O λόγος γάλα της ψυχής
Λαιμός εντός μου
Επιστροφή επιμελής
Νεοιδρυμένων οριζόντων

Το ένοιωθες όταν ομολογούσες
Ότι το ποίημα είναι
Άχνη από σώμα
Που διδάσκεται το θάνατο

Δευτέρα, Ιουνίου 11, 2007

ΣΚΕΨΕΙΣ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟ ΠΑΠΙ

Διάβασα πριν δυο τρεις βδομάδες, στο λογοτεχνικό ένθετο «Βιβλιοδρόμιο» την πρόταση του Γιώργου Βέη για την έκδοση του βιβλίου «Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου» του Φλωμπέρ, σε μετάφραση Γιώργου Ξενάριου από τις εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα». Ο ποιητής για να δικαιολογήσει την επιλογή του, έγραψε ότι είναι ένα πολυπρισματικό έργο, ενίοτε σιβυλλικό, αριστούργημα του ύστερου ρομαντισμού(καλά τώρα, μην παπαγαλίζουμε κιόλας).
Συλλογίζομαι γιατί αυτή η έκδοση τώρα. Ποιος θα σπεύσει να αγοράσει τον «Πειρασμό...» ενώ παράλληλα κυκλοφορούν πλήθος αριστουργημάτων που το κοινό τα επιβραβεύει με την αγορά τους; Είμαι σίγουρος ότι καιροφυλακτεί η Σώτη Τριανταφύλλου να μας παρουσιάσει το καινούργιο της βιβλίο, καλοκαίρι έρχεται, η Φακίνου συνομιλεί με τον Γονατά, άκουσον άκουσον. Με τη συνδρομή της λιβανίστριας Χαρτουλάρη, μαθαίνουμε ότι έγραψε ένα αφήγημα, σύμφωνα με την Μικέλα, με ταπεινότητα!λιτότητα!λακωνικότητα! και πειθαρχία!!!, όπου η Φακίνου εντελώς ανερυθρίαστα λέει ότι ενώ σκέφτεται μεγαλειώδη πράγματα, αρκείται στα μικρά, αλλά μακρυγορώ, λέω λοιπόν ότι έχουμε τα φαβορί για να μας λιμάρουν τα νεύρα, τη Γαλανάκη, την Δούκα(ποιος δεν θυμάται την «Ουράνια μηχανική», το πρόσφατο «Αθώοι και Φταίχτες», την αγαπημένη μας(τους) Καρυστιάνη, το πουλαίν Τατσόπουλο, που οργώνει όλη τη χώρα , με το βιβλίο του «Η καλοσύνη των ξένων», μπορεί να μας εμφανιστεί από το πουθενά κανένας Σταμάτης, Μιχαηλίδης(ά ρε Κούρτοβικ ξύλο που το χρειάζεσαι), ο Χειμωνάς υιός φυσικά, για να αναφέρω τους πρωτοκλασσάτους. Α ξέχασα, ο Αύγουστος Κορτώ, που θα πάει θα βγάλει κι άλλο βιβλίο, βρε μη το ξεχάσω τη διαρκώς υπότροφη Μιχαλοπούλου, τον Νίκο Θέμελη που σκίζει τη γάτα, και την εμβληματική Παυλίνα Νάσιουτζικ.
Που πας βρε Καραμήτρο με τέτοιον καιρό, και μου εκδίδεις τον «Πειρασμό....»;
Για να τον βρούμε μετά από κανα δυο τρία χρόνια, πεταμένο πάνω στους πάγκους των προσφορών, στο δεκαήμερο εκπτώσεων τον Φεβρουάριο, στην παράγκα της Πλατείας Κλαυθμώνος και πάλι να μην τον αγγίζει χέρι;

Παρασκευή, Ιουνίου 08, 2007

Η ΚΟΙΛΙΑ ΜΟΥ Η ΤΡΩΓΩΝΤΑΣ ΑΝΟΙΓΕΙ Η ΟΡΕΞΗ

Αναρωτιόμουν το τελευταίο διάστημα, τι λέω, τα τελευταία περίπου δύο - τρία χρόνια, που οφείλεται αυτή η αιφνίδια όρεξή μου για φαγητό. Εγώ, σκεφτόμουν, που πάντα ήμουν λιτοδίαιτος, επιλεκτικός στα φαγητά μου, πως στο καλό αυτή η αλλαγή; Να φτάσω δηλαδή στο σημείο, από το αθώο πείραγμα της κόρης μου, μπαμπά πότε θα γεννηθεί το μωράκι, ρωτούσε, στην εύστοχη, ελπίζω, απάντηση που έδωσα στον διευθυντή του ξενοδοχείου που εργάζομαι, όταν με ρώτησε, με περιπαικτική διάθεση, πιστεύω, για το μέγεθος της κοιλιάς μου, ότι στόχος μου είναι το βάρος του Κραουνάκη, μην πω του Πάγκαλου που τον έχω στην μπούκα, για να αποφύγω τον σκόπελο, γι’αυτόν εννοείται, της επιμήκυνσης της συζήτησης, που θα κατέληγε αν συνεχιζόταν φυσικά σε θρίαμβο μου, και δεν ήθελα να δω την σκιά της απογοήτευσης να σκεπάζει, σαν τσαχπινιάρικο σύννεφο που παίζει με τον ήλιο , το ροδαλό πρόσωπο του γεραλέου αλλά κραταιού όπως φαινόταν διευθυντή, μέχρι τις φρενοβλαβικές εκλάψεις του μάγειρα όταν φωνάζει με μακρόσυρτη φωνή που με αφοπλίζει, όταν μπαίνω στην κουζίνα για φαγητό, γιατί εκείνη την ώρα το στόμα του είναι μπουκομένο με την τηγανισμένη γλώσσα παγκάσιους, πάλι θα φας Σπύρο...!, φωνάζει επαναλαμβάνω, αφήνοντας το όμικρον να κυλάει στον ουρανίσκο του μαζί με την καημένη την γλωσσίτσα. Βέβαια ήθελα να δώσω ένα σκληρό και τελειωτικό μάθημα σ’όλους τους αυτόκλητουςσχολιαστές της προσωπικής μου εμφάνισης αλλά τελικά το ανέβαλα , όπως και τόσα άλλα στη ζωή μου, γι’αυτό πληρώνω αυτά που πληρώνω τώρα. Τι να του λεγα δηλαδή, ότι τα Zoloft ήταν η αιτία που είχα αρχίσει να αποκτώ βάρος, να τον στείλω δηλαδή; Είχα καταλήξει σ’αυτό το συμπέρασμα με την ερασιτεχνική διάγνωση που είχα βγάλει, μετά από τόσους προβληματισμούς, ερωτήματα και στοχασμούς.
Είχα καταλήξει δηλαδή και είχα αποδεχτεί την παρουσία μου στον μάταιο τούτο κόσμο, συμβιβασμένος με το σαρκίο που μου ‘λαχε, όταν διαβάζοντας την εγκυκλοπαιδικό έργο του Φλωμπέρ «Μπουβάρ και Πεκυσέ», έφτασα στο σημείο όπου οι δυο παντογνώστες, όπως νομίζουν, και προσπαθεί να τους βοηθήσει σ’αυτήν την ατέρμονη αναζήτηση και ο Φλωμπέρ, για να γελάει, ή να θλίβεται άραγε, από την ματαιοδοξία της διαρκούς απόκτησης γνώσης από τους ανθρώπους, αναζητούν στην κασίδα την δική τους και των άλλων συγχωριανών τους, τη λύση για τα προβλήματα που τους απασχολούσαν. Αντιγράφω για όσους δεν το γνωρίζουν ή το έχουν ξεχάσει μέσα σ’αυτό τον ποταμό των πληροφοριών και φυσικά των προσωπικών αναγκών. Εδώ πριν ξεκινήσω την αντιγραφή θα αναφέρω ότι ήταν αδύνατον να εφαρμόσω αυτό που αναφέρεται στο ίδιο βιβλίο, ότι δηλαδή ο Σανκτόριους ξόδεψε μισόν αιώνα να ζυγίζει την τροφή του μαζί μ’όλα τ’απεκκρίματα, και ζυγιζόταν κι ο ίδιος, μη παίρνοντας ανάπαυλα παρά για να γράψει τους υπολογισμούς του, γιατί θα με παίρναν με τις λεμονόπουπες. Επανέρχομαι λοιπόν και αντιγράφω: “ Έπειτα μετάφεραν την εξέτασή τους στον Μαρσέλ. Το πιο μεγάλο του ελάττωμα, που δεν αγνοούσαν άλλωστε, ήταν η υπερβολική όρεξη. Ωστόσο, ο Μπουβάρ κι ο Πεκυσέ τρόμαξαν όταν βρήκαν, πάνω απ’το αυτί, στο ύψος του ματιού, το εξόγκωμα το σχετικό με τη θρέψη. Με τα χρόνια, ο υπηρέτης τους θα γινόταν σαν εκείνη τη γυναίκα της Σαλπετριέρ που έτρωγε καθημερινά οχτώ λίβρες ψωμί, κατέβασε μια φορά δεκατέσσερις σούπες και μιαν άλλη εξήντα κούπες καφέ. Δεν μπορούσαν ν’ανταποκριθούν σε τέτοια έξοδα.” Κι λογικό άλλωστε, συμπληρώνω εγώ.
Ως όχι εντελώς καραφλός έτρεξα στον μπαρμπέρη μου και στήθηκα μισή ώρα πριν ανοίξει το μαγαζί , περιμένοντας τον κατά φαντασίαν λυτρωτή μου, δίχως ο απέριττος επαγγελματίας να φαντάζεται τι συνέβαινε εκείνη την ώρα στην κρεμασμένη μέχρι το στήθος γκλάβα μου, γιατί η αγωνία μου είχε κορυφωθεί. Εάν έβρισκα κι εγώ κάποιο εξόγκωμα στο κεφάλι μου, στο ύψος του ματιού, αφού το χρονικό διάστημα που η αφόρητη όρεξή που με καταδυνάστευε ήταν αρκετά μακρύ, άρα σκέψεις για κάτι κακό έπρεπε να αποκλειστούν, είχα μπροστά μου, καλύτερα πάνω στο κεφάλι μου, μια άλλη εκδοχή και μάλιστα επιστημονική, για την επίλυση του φαινομένου. Προσπαθούσα λοιπόν να διακρίνω κάποιο σημάδι την ώρα που με κούρευε, αλλά μάταιος κόπος , γιατί ο μπαρμπέρης μού είχε βγάλει τα γυαλιά , για να δουλεύει καλύτερα το ψαλίδι στις δύσκολες περιοχές, και ώς γνωστόν με 5,5 βαθμούς μυωπίας είναι αδύνατο να διακρίνεις σ’ένα καθρέφτη που είναι τοποθετημένος σε απόσταση 1,5 μέτρπυ, λεπτομέρειες του κεφαλιού σου, αλλά ούτε να διακρίνεις πως βάδιζε το κούρεμα, γι’ αυτό κι εγώ πάντοτε όταν τελείωνε ο μπαρμπέρης, όταν με ρωτούσε πως σου φαίνονται, δίχως να μου δώσει να φορέσω τα γυαλιά μου, γιατί ίσως προέβλεπε ότι θα χρειαζόταν κανένα μερεμετάκι, του απαντούσα πάντα, τέλεια-τέλεια,δις, και ξεμπέρδευα.
Δεν ξέρω ή μάλλον ξέρω τι κατάληξη είχαν οι μάταιες προσπάθειες των αγαπητών μου Μπουβάρ και Πεκυσέ, αλλά η συγκεκριμένη προσπάθεια μέσα στις τόσες άλλες αποτυχημένες, τουλάχιστον για μένα είχε ευτυχή κατάληξη. Η έγγραφη διάγνωσή τους, καλύτερα να πω βοήθειά τους , μπορεί στον Μαρσέλ να απέτυχε, αλλά εμένα με βοήθησε να αποτινάξω τις βεβαιότητές μου ή τις αποκυρυγμένες αμφιβολίες μου, και να χρησιμοποιήσω τα αποτελέσματα της έρευνάς τους, σε οποιονδήποτε μου επέβαλε στον μέλλον το τοξοβόλο ερώτημα: Πως επάχυνες έτσι, ρε παιδί μου, τι κοιλιά είναι αυτή που έκανες;
Κοντεύεις να γίνεις τροφαντός!

Τρίτη, Ιουνίου 05, 2007

ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΠΑΠΙ

Η λεξιλαγνεία και η λεξιπενία, αλλά όχι, βεβαίως-βεβαίως, η λεξιπενιά, οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα. Στην αποδυνάμωση του κειμένου.

Δευτέρα, Ιουνίου 04, 2007

ΚΙ ΑΛΛΟΣ ΚΟΛΟΣΣΟΣ!



Στον Κολοσσό της φωτογραφίας δεν χρειάζεται κανένα σχόλιο, εκτός της διαφοράς της θέσης του δεξιού χεριού, που λυγισμένο ακουμπά σφιχτά στη μέση του, δίνοντας ένα τόνο αποφασιστικότητας, σε συνδυασμό με το αυστηρό, και ίσως γελοίο πρόσωπο, και τους έντονα σμιλεμένους κοιλιακούς μύες, που νομίζω ότι κάνουν το άγαλμα αυτό μοναδικό στο είδος του.

Κυριακή, Ιουνίου 03, 2007

Η ΑΤΑΚΑ!!!


" Έχω το ελάττωμα να παράγω πολιτική,
δεν είμαι πολιτικός της μπαρούφας, της
επανάληψης και της αερολογίας"
Θεόδωρος Πάγκαλος
"Βήμα της Κυριακής"
03.06.2007
Άλλο ήθελα να ποστάρω, αλλά ελώλησα όταν διάβασα την μεγαλειώδη αυτή δήλωση!
Στην υγειά μας!

Τετάρτη, Μαΐου 30, 2007

ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΠΑΠΙ

Όταν βλέπω τον Τόμυ τον θυρωρό, να κάθεται νωχελικός στη καρέκλα του, καπνίζοντας με το βλέμμα ακουμπισμένο στον απέναντι δρόμο, πραγματικά τον ζηλεύω. Είναι ένας εν δυνάμει αναγνώστης του Προυστ. Δίχως καταναγκασμούς.

Δευτέρα, Μαΐου 28, 2007

ΟΙ ΚΟΛΟΣΣΟΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ



Έλλειψη νέου αναστυλωμένου Κολοσσού της Ρόδου που επίμονα προσπαθώ να ανακαλύψω, ποστάρω αντ'αυτού τους Κολοσσούς της Ορθοδοξίας(μέρα που'ναι!).

Κυριακή, Μαΐου 27, 2007

ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΠΑΠΙ

Σήμερα το πρωί στο περίπτερο ρώτησα αν μαζί με το «Βήμα» υπήρχε και το βιβλίο της προσφοράς. «Ποιο βιβλίο» με ρώτησε η περιπτερού με απορία. Κόμπιασα λίγο αλλά το ξεστόμισα μέσα, σχεδόν, από τα δόντια μου, μ’ένα ελαφρύ χαμόγελο για να χαλαρώσω λίγο την ένταση της στιγμής. «Η αβάσταχτη ελαφρότητα του Είναι» ψιθύρισα. Με κοίταξε με έκπληξη, σαν να μην είχε ακούσει καλά. «Δεν έχω κοιτάξει ακόμα» απάντησε συγκαταβατικά.
Ένοιωσα τόσο άσχημα για την ερώτησή μου. Αναδιπλώθηκα, ευχαριστώ καλημέρα σας, την χαιρέτησα και έφυγα ντροπιασμένος.

Σάββατο, Μαΐου 26, 2007

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

Εφτασε μέχρι τα πόδια μου
Δεν μ'έβρεξε
Θέλησε μονάχα να δει τι κάνω
Το χάιδεψα τρυφερά
Σηκώθηκε κι μ' έπνιξε
Ουρλιάζοντας

Πέμπτη, Μαΐου 24, 2007

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΤΟΛΗ ΚΑΖΑΝΤΖΗ


Αυτές τις μέρες έχουμε συχνή αναφορά στο έργο του πεζογράφου Τόλη Καζαντζή. Αφιέρωμα του περιοδικού «Εντευκτήριο». Στην εβδομαδιαία στήλη «Λόγου χάριν» στην «Ελευθεροτυπία» της περασμένης Παρασκευής, ο κ. Χατζηβασιλείου αναφέρεται στο αφιέρωμα του περιοδικού, ομολογώντας ότι ο Τόλης Καζαντζής «είναι ένας από τους συγγραφείς για τους οποίους δεν μιλάμε πια πολύ συχνά». Έχουμε επίσης την αναφορά του Νίκου Δαββέτα στον συγγραφέα, όπου το όνομά του συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των συγγραφέων που του αρέσουν, απαντώντας στο ερωτηματολόγιο του Προυστ, στο ένθετο της εφημερίδας «Τα νέα» του Σαββάτου. Βέβαια ο κ. Χατζηβασιλείου προσπερνά το έργο του Καζαντζή με κρίσεις όπως «...Οι μαύρες κωμωδίες του, οι περίπλοκες και πολύχρωμες σκηνοθεσίες με τις οποίες περιβάλλει κατά κανόνα τους ήρωές του, το κοροϊδευτικό ύφος με το οποίο αντιμετωπίζει (και ξεμπροστιάζει) τις συμβάσεις της λογοτεχνικής πιάτσας και, πάνω απ' όλα, το μείγμα λογιοσύνης και λαϊκότητας το οποίο συνέχει κάθε του λέξη...», βιαστικός να κλείσει το συμβατικό κείμενο του πιεζόμενος προφανώς από το όριο των λέξεων που επιβάλεται να χρησιμοποιήσει.
Τα γράφω όλα αυτά γιατί η επαναφορά του ονόματος Τόλη Καζαντζή μου θύμισε ένα γράμμα που έγραψα πριν από αρκετά χρόνια απευθυνόμενο στον συγγραφέα, με συμβολικό χαρακτήρα αφού ο συγγραφέας είχε ήδη πεθάνει. Χρησιμοποιήσα αυτόν τον τρόπο για λόγους λογοτεχνικής σύμβασης. Το ποστάρω για τον ίδιο λόγο που το έδωσα τότε για δημοσίευση στην εφημερίδα «Ροδιακή». Νομίζω ότι και σήμερα διατηρεί την επικαιρότητά του. Το γράμμα αυτό δεν δημοσιεύτηκε ποτέ.
ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

Στον Τόλη Καζαντζή
Αγαπητέ Τόλη,
Εδώ τα πράγματα είναι όπως τ’άφησες. Καλά έλεγες ότι οι πεθαμένοι δεν μιλάν και δεν δαγκώνουνε. Ότι ελέχθη, ελέχθη και πάει σχόλασε. Κάποια παιδόπουλα, αιθέρια αερικά της εποχής , ψιθυρίζουν τις μεγαλοστομίες τους, με μυαλουδάκι κοφτερό κι εύστοχο, πανταχού παρόντα, με τη φάτσα τους χαλκομανία, κολλημένη παντού. Λαλίστατοι, λοιπόν, ωοτοκούν το χρυσό αυγό προς χάριν μας, καλοκαθισμένοι στις πρωτοκαθεδρίες τους, οι τυχεράκηδες, βολεύουνε τη φήμη και την υστεροφημία τους, αλληλολιβανιζόμενοι κι αυτάρεσκοι. Όσο για μας, έχουμε μάτια και βλέπουμε αλλά και πετσί ν’ανατριχιάζουμε σαν ξεπουπουλιασμένα κοτόπουλα, καταβροχθίζουμε με τη σέσουλα όλες αυτές τις αηδίες. . Η πολύτιμη αυτή συνομοταξία, οι ξεμωραμένες καρακάξες των σεντερ φορ της εξουσίας, εισβάλει με το σημαντικό ύφος των επαιόντων, εκλεπτυσμένοι και εκλεκτικοί, προορισμένοι για εντυπωσιασμούς και ηχητικές τυμπανοκρουσίες, μιας αχαλίνωτης και σπουδαιοφανούς τιποτολογίας. Καρύδια τα λογάκια τους στις καρδούλες του κοσμάκη, για να σε αντιγράψω. Γιατί αυτό κάνω σ’αυτό το γράμμα, τα δικά σου λόγια χρησιμοποιώ, για να σου πω ότι τίποτα δεν άλλαξε από αυτά που έγραφες. Ανίσχυροι, τι να κάνουμε, ακουμπάμε τις ελπίδες μας σε κάθε καινούργιο κουμάσι, μέχρι να καταλάβουμε την ασημαντότητά του, και επιστρέψουμε στο σίγουρο λιμάνι, στο καταφύγιό μας, αγανακτισμένοι από το χρόνο που χάσαμε, για την διάψευση που νοιώσαμε για μια ακόμη φορά.
Είναι θαυμάσιο και άκρως τηλεοπτικό, να βλέπεις βυθισμένος στην πολυθρόνα σου, με το ουίσκυ και τους ξηρούς καρπούς δίπλα σου, τη λυσίκομη νέα με τις ηδονικές της καμπυλότητες, να προκαλεί το σαρκοβόρο βλέμμα σου, ίδιο κάρβουνο αναμμένο, να προσπαθεί να διαπεράσει τους γαργαλιστικούς πέπλους, κι άντε να μαζέψεις τους νταλκάδες που σε ζώνουν. Παίρνεις το γαργαλιστικό υγρό από δίπλα σου, και το αφήνεις ανεξέλεγκτο στον καταπιόνα σου, να σφενδονίζεται στα μέλη σου και να σε παραλύει. Βλέπεις το τεκνάριο, να εισβάλει συνάμενο-κουνάμενο, βεργολυγερή, και πρέπει σαν έμπειρος τηλεθεατής να πατικώνεις τους συναισθηματισμούς σου, πριν γίνουνε επικίνδυνες γλυκάντζες και γίνεις ρεντίκουλο των χασοπόσκυλων που παραμονεύουν.
Ή πρέπει να γίνεις σοβαρός, θυμίσου τον Σκαρίμπα, αναρωτιέμαι τώρα που σου γράφω, αν εσύ ήσουν που πέρασες μια μέρα μαζί του, ν’αλλάξεις συχνότητα, για να βρεθείς στο πλάνο ενός ανθρώπου με βαθυστόχαστο ύφος, σακουλιασμένο πρόσωπο, ελαφρά αξύριστο, για να σχηματιστεί μια σαφέστατη σκιά στο πρόσωπο και λίγο κατεβασμένο το σαγόνι του, γιατί ένα ταυτόχρονο σκύψιμο όλου του κεφαλιού θα φανέρωνε το κρανίο του, που είχε αρχίσει να φεγγρίζει επικίνδυνα, παρ’όλες τις προσπάθειες να σταματήσει τη ραγδαία τριχόπτωση, με όλα τα θαυματουργά φάρμακα που του συστήνανε οι γιατροί, και διάφοροι κομπογιαννίτες. Το φουλάρι που τόσο πολύ τον δυσκόλεψε να το σιάξει, σε κείνη τη συνέντευξη, που δεν έγινε, ή έγινε τελικά, επτά δεσίματα είχε προσπαθήσει, τώρα έχει αντικατασταθεί από τα μαύρα γυαλιά, που δίνουν αέρα καλλιτεχνικής αφροντισιάς, μοντερνισμού, όλα. Ο κεντρικός άξονας του πορτραίτου, όπως έγραψες.
Από την άλλη αποφασίζεις ότι η τηλεοπτική εικόνα σε καθιστά άβουλο, ανενεργό πολίτη, και συμμορφούμενος με τις πιο έγκυρες κοινωνιολογικές αναλύσεις , ανάβεις το ραδιόφωνο. Ψάχνεις φυσικά για εκπομπές υψηλής ποιότητας και υψηλότερου λόγου και πέφτεις πάνω σ’ένα ενοχλητικό και επίμονο παιδόπουλο, από εκείνους τους καλά πληροφορημένους αγράμματους, με την κουτσουρεμένη πονηριά, την ανυποχώρητη φωνή, που όλα του μυρίζουνε και όλα του βρωμάνε. Άδικα ο συνεντευξιαζόμενος πασχίζει να τον κάνει να το βουλώσει, δίνοντας ο φουκαράς εντυπωσιακές απαντήσεις. O αυτόκλητος εισαγγελεύς κάνει παρατηρήσεις, κοινόχρηστες υποδείξεις, με μια αυστηρότητα και υπεροψία, λες και κρέμασε μια αρμαθιά κονσερβοκούτια στον πισινό του για να χαλάνε τον κόσμο.
Αναγκάζεσαι να παραδεχτείς ότι η μοίρα σου είναι προδιαγραμμένη. Μέσα στις τακτοποιημένες ιδέες σου, απόλυτα σύμφωνες φυσικά με τις ιδέές του περιβάλλοντός σου, μια ζωή εξασφαλισμένη, ανιαρή, συμμαζεύεις το κλουβιασμένο μυαλό σου, γεμάτο από ανοησίες, τους στομφώδεις και κούφιους λόγους, και τουμπανιασμένος από τους σαλιάρηδες της δόξας, αλλάζεις σταθμό. Να βρεις, βρε αδελφέ, ένα μουσικό σταθμό, να στανιάρεις, να ξεδώσεις. Εδώ πέφτεις σε κάθε μαραζωμένο από τα δεκάξι θηλυκό, που έχει τη ζωή με τα κουτάλια, να ξέρει που τον πονά και που τον σφάζει τον κακόμοιρο τον κοσμάκη. Είναι, που λες, ακαθόριστης ηλικίας, ζωηρή κι αεικίνητη, ντυμένη ανέμελα, αφού εμείς κρεμόμαστε από τη φωνή και όχι από το γαιώδες πετσί. Άτομο με λίγα λόγια, πιο μπασμένο στα πράγματα από σένα, πιο περπατημένο που λένε.
Αλλάζεις διάθεση με έντονη την επιθυμία να ξεφύγεις από δύσοσμες και καπνογόνες φούσκες, βρε αδελφέ, να ξεφυλλίσεις μια εφημερίδα, ένα περιοδικό, τελοσπάντων. Εδώ η φιγούρα σ’όλη τη λαμπρότητα, η «επικοινωνία με το λαό» σ’όλο το μεγαλείο. Ξεχειλίζει το μυστηριακό βάθος που χαρίζει στον άνθρωπο, η συνεχής κι επίμοχθη εσωτερική ζωή του. Εδώ δεν έχεις τον σμιχτοφρύδη ξερακιανό παρουσιαστή, με τις κρεατοελιές σήμα κατατεθέν. Η φαντασία σου όμως οργιάζει. Φαντάζεσαι τον αρθρογράφο, να εξασκείται στα κεφάλια τόσων κασιδιάριδων, στρογγυλοκαθισμένο μ’όλη του την άνεση στη φαρδιά περιστρεφόμενη πολυθρόνα του, δίπλα στο παράθυρο, τυλιγμένο στο απερίγραπτο ντουμάνι καπνού από το τσιγάρο που καίει δίπλα του, γνωρίζοντας ότι ο πολυφίλητος εαυτός του είναι ο μοναδικός αναγνώστης και μόνιμος θαυμαστής του. Τι σημασία έχει, τώρα πια, εσύ ένας παρείσακτος που έχει στρώσει έτσι τη ζωή του, που είναι πολύ αργά να αλλάξεις ρότα, αν και ξέρεις πολύ τι κουράδες ξεραμένες είναι όλοι τους. Εσένα σε ξεπερνούνε οι έξωμες εσθήτες, τα ακριβά μπιζού, τα τσιτωμένα από αβάσταγα καλλυντικά πρόσωπα, τα παλιοσκουπίδια που μας περιτριγυρίζουνε και αποκτούν κάθε δικαίωμα μετά από όλα αυτά να σνομπάρουνε τους πάντες και τα πάντα. Έτσι εξηγείται η ανεξήγητη περιφρόνησή τους, γιατί ενώ όλα γίνονται προς χάρη σου, αυτοί λογαριάζονται για υπεύθυνοι. Διότι ποιος είναι υπεύθυνος παρά εκείνος που πουλάει ξεδιάντροπα πόζες, πιπιλώντας του κόσμου τις ανοησίες, αποβλέποντας στον έπαινο.
Λοιπόν από το τελευταίο μου καταφύγιο στα γράφω όλα αυτά. Κι εγώ στο λαχανιασμένο κι αγωνιώδες κυνηγητό του μίζερου επιούσιου, σ’ένα διαμέρισμα θορυβώδες, δίχως τη θέλησή μου. Ενώ έχω καταφέρει η οικογένειά μου να σέβεται την ησυχία, ένα πολύτιμο αγαθό που κανείς δεν λογαριάζει, πάνω ακριβώς από την κρεβατοκάμαρά μου ζουν, ενοχλητικά, οι καλοζωισμένοι ένοικοι, ασχημονώντας ανερυθρίαστα, δίχως να δίνουν σημασία στην αναστάτωσή μου. Άσε που με θεωρούν, το καταλαβαίνω εγώ, όταν κοιτάζω την απέραντη φάτσα τους, ματαιόδοξο και υπερόπτη, εξυπνάκια άνευ αντικρύσματος, δηλαδή. Εσύ τα έγραφες, θυμάσαι.
Έχω πάψει να είμαι ο καλόβολος και πειθήνιος ακροατής που οι άλλοι θα μου φορτώσουν την απέραντη πλήξη τους. Πάλεψα κι εγώ εναντίον όλων αυτών των απρόσκλητων, των παρείσακτων, που με το σιχαμερό και οικείο αέρα τους, εισβάλλουν στο σπίτι μου, και μου τα κάνουν μαντάρα, στέλνοντας στον αγύριστο τη δικιά μου βολή. Δίχως χοντροκοπιές ολοφάνερες, όπως θέλεις πάρτο, ίδιος πυγμάχος της ξεφτίλας, μεταχειρίστηκα ποικίλους τρόπους. Τους υποδεχόμουνα με ξινισμένα μούτρα, με χασμουρητά, κατάφερνα να τους κάνω να ξεκουμπιστούν. Αποσύρθηκα κι εγώ στα χωρικά ύδατα των βιβλίων μου, μακριά από τους ηλίθιους και σιχαμερούς ρόλους που αναγκάζομαι να υποδύομαι για να ζήσω, βρίσκοντας παρηγοριά στη δική σου παρουσία.
Χρησιμοποίησα και με το συμπάθειο δικά σου λόγια, γιατί νομίζω ότι θα χαρείς, αν και τα βλέπεις όλα από κει πάνω, ότι αυτό που άφησες δεν πήγε χαμένο. Τα βάσανά σου, οι αναζωογονητικές στιγμές, οι μπαταριές της μνήμης, που είναι και δικές μας, όλο αυτό το σμάρι των ψευδαισθήσεων, που σε ευδαιμονούσαν προσωρινά, μα και πραγματικά, μπόλιασαν αρκετές συνειδήσεις. Μην το ξεχάσεις εκεί που βρίσκεσαι.

Δευτέρα, Μαΐου 21, 2007

Η ΚΥΡΑ ΚΑΤΙΝΑ


Μπαίνει στο καφενείο
με το γιατρό της
η Κυρά-Κατίνα
μπαίνει στο καφενείο
στο Τεπελένι
με το γιατρό της
και τα κουφέτα της
μπαίνει στο φέρετρο
η Κυρά-Κατίνα
με το γιατρό της
και τις κουφέτες της
Την δείχνει
μια κουκουβάγια
γιατί η Κυρά-Κατίνα
χέζει
χέζει
γιατί δεν ήρθαν
να τήνε πάρουν
στο φέρετρό της
στο Τεπελένι
με το γιατρό της
και τις κουφέτες της
την Κυρά-Κατίνα

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Κυριακή, Μαΐου 20, 2007

ΣΕΞΥ ΚΑΙ ΟΠΟΙΟΣ ΑΝΤΕΞΕΙ


Τέλος τα ενδόμυχα ερωτήματα, οι αμφιβολίες και το άγχος.(Σαν διαφήμηση ακούγεται)! Το μηχάνημα που βλέπετε στην φωτογραφία δίνει απαντήσεις σ’όλα αυτά με το άγγιγμα ενός δαχτύλου.
Η αξιοπιστία του είναι διαπιστωμένη διότι δυο φορές που δοκίμασα να επιβεβαιώσω, όχι να μάθω τι είμαι, το αποτέλεσμα ήταν επιτυχές. Και τις δυο φορές έδειξε αυτό που είμαι: Σεξουλιάρης! Με ήτα και όχι με γιώτα.

Παρασκευή, Μαΐου 18, 2007

ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗ

Επιτέλους ο Μονσινιόρε Φαμπρίτσιο δραπέτευσε!

Πέμπτη, Μαΐου 17, 2007

ΣΤΙΓΜΕΣ Ν

Ο Μπεμπίνης έκλεισε το ραντεβού. Η Ρένα με τον Πάσσαρη θα συναντιόντουσαν στο σπίτι της. Η μάνα της δούλευε και ο χώρος ήταν κατάλληλος. Ο Πάσσαρης ειδοποιημένος από εμάς ήρθε λίγο καθυστερημένος. Μετά την αρχική αμηχανία άρχισε να φιλάει τη Ρένα άγαρμπα, αδέξια. Εμείς αποσυρθήκαμε και κρυφτήκαμε στη γωνιά της αυλής βλέποντας τις νεανικές ερωτικές διαχύσεις. Είμασταν χαρούμενοι και αυτό φαινόταν στα πρόσωπά μας που έλαμπαν. Είχαμε βρεθεί μάρτυρες σε κάτι απαγορευμένο και μάλιστα οργανωμένο από εμάς. Σε ανταπόδοση η Ρένα μας άφησε να χαιδεύουμε τα μπούτια της ενώ εκείνη έβλεπε τη «Σίσυ» στον κινηματογράφο «Αιολία».












Ότι απέμεινε από τον κινηματογράφο"Αιολία"

Τρίτη, Μαΐου 15, 2007

ΕΝΑΣ ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ




«Αρχίζοντας να περιγράφω τη ζωή του ήρωά μου, του Αλεξέι Φιοντόροβιτς Καραμάζοβ, νιώθω κάπως άβολα. Να τι συμβαίνει: Αν αποκαλώ τον Αλεξέι Φιοντόροβιτς ήρωά μου, το καταλαβαίνω ωστόσο και μόνος μου πως τούτος δω δεν είναιι δα κάνας μεγάλος άνθρωπος, έτσι προβλέπω μερικές αναπότρεπτες ερωτήσεις σαν κι αυτή: Τι άξιο λόγου έχει ο Αλεξέι Φιοντόροβιτς και τον διαλέξατε για ήρωά σας; Τι έξαιρετικό έχει κάνει; Σε ποιον και πως είναι γνωστός; Για ποιο λόγο εγώ ο αναγνώστης πρέπει να χάσω τον καιρό μου για να μάθω τα γεγονότα της ζωής του;» Αυτά γράφει ο Ντοστογιέφσκι στον πρόλογό του με τον τίτλο «Δυο Λόγια του Συγγραφέα» στο βιβλίο του «Αδελφοί Καραμάζοβ».
Το ερώτηματα είναι κρίσιμα και κεφαλαιώδη. Αφορούν την αγωνία του δημιουργού για την συγγραφική πράξη. Συμπυκνώνουν την αμφιβολία του συγγραφέα για την αναγκαιότητα της γραφής. Στον πρόλογό του ο Ντοστογιέβσκι προσπαθεί να βρει ορισμένους λόγους γιατί πρέπει να διαβάσουμε για τη ζωή του Αλεξέι Καραμάζοβ, και κατ’επέκταση ουσιαστικά γιατί έγραψε αυτό το βιβλίο. Κατά τη γνώμη μου ο ήρωάς μου, γράφει, είναι αξιοπρόσεχτος. Αναρωτιέται πως όμως θα το αποδείξει στον αναγνώστη. Είναι άνθρωπος αλλόκοτος, παράξενος, συνεχίζει, αποτελεί τον πυρήνα της ολότητας που κάποτε αποκοπήκαμε από αυτήν. Πως μπορούμε να γράφουμε για ασήμαντους και ακαθόριστους ήρωες; Ο Ντοστογιέφκσι δεν μπορεί να βρει λύση σε αυτά τα προβλήματα. Αποφασίζει να τα προσπεράσει. «Έχανα τα λόγια μου και τον πολύτιμο καιρό πρώτον από ευγένεια και δεύτερον από σιγουριά» γράφει. Επειδή λοιπόν είναι ευγενής σημειώνει ότι δεν είναι κανείς υποχρεωμένος να το διαβάσει και μπορεί να το παρατήσει από τη δεύτερη σελίδα. Βέβαια πιστεύει ότι υπάρχουν αναγνώστες με πολύ τακτ που θα το διαβάσουν μέχρι το τέλος για να μην λαθέψουν στην αντικειμενική τους κρίση. Ετσι μας παραδίδει το αριστούργημά του ο Ντοστογιέφσκι μέσα στην αβεβαιότητα και τα ερωτήματα που τον κατατρύχουν.
Η απάντηση στα έρωτήματα αυτά έρχεται από ένα άλλο μεγάλο συγγραφέα τον Σωλ Μπέλοου, εκατό περίπου χρόνια αργότερα και μάλιστα μέσα σε μια πρόταση με την οποία ξεκινά το βιβλίο «Χέρτσοκ». «Κι αν μου χει στρίψει,τι μ’αυτό, σκέφτηκε ο Μόοουζες Χέρστοκ
Τα διλήμματα, οι αμφιβολίες, τα ερωτήματα παύουν να υπάρχουν για τον συγγραφέα μέσα σε αυτές τις γραμμές. Ο αναγνώστης βουτάει στην ανάγνωση και δεν απογοητεύται ποτέ.
***Στην προσφορά της εφημερίδας «Το Βήμα της Κυριακής» περιλαμβάνεται και το «Χέρτσοκ» του Σωλ Μπέλοου.

Κυριακή, Μαΐου 13, 2007

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ

Διαβάζοντας τις περιπέτειες του Φαμπρίτσιο, και όχι του Φαμπρίς, ντελ Ντόνγκο, λέω: Καλά περνάς, Σπύρο. Μην έχεις παράπονο γιατί υπάρχουν και χειρότερα!