Κυριακή, Δεκεμβρίου 22, 2013

FRUITVALE STATION

Υπάρχουν εκπλήξεις που δεν τις περιμένεις.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 19, 2013

ΜΕ ΛΕΝΕ ΣΠΥΡΟ


Πάνω στο γραφείο μου βρισκόταν το βιβλίο του Γκανά με τον τίτλο «Γυναικών». Το είχα δανεισθεί πριν δυο μέρες από τη βιβλιοθήκη. Το παίρνω στην τουαλέτα για να το διαβάσω. Απογευματάκι, καλή ώρα, χαλαρή. Έχω αυτή τη συνήθεια από μικρό παιδί όταν έπαιρνα το «Μικρό Σερίφη» και τον «Μικρό Ήρωα» και ξεχνιόμουνα να βγω. Η μάνα μου χτυπούσε την πόρτα, αδιάκριτα, έτσι ήταν πάντα, αδιάκριτη, ακόμα και τώρα που μεγάλωσα, γιατί ήταν μάνα μου. Ποιος ξέρει τι κακό έβαζε ο νους της πως έκανα κι αργούσα τόσο. Που λέτε, παίρνω το βιβλίο μαζί μου στην τουαλέτα, μικρές ιστορίες ήταν, το πολύ τρεις σελίδες, με διευκόλυνε. Είχα διαβάσει κανα δυο-τρεις ιστορίες, μου άρεσαν. Γκανάς ήταν αυτός, φτάνω στο «Σώ-σε-με" λέει συλλαβιστά», ο τίτλος. Το ψωμί από τον Αρχάγγελο μαζί με το μπρόκολο είχαν κάνει καλά τη δουλειά τους και τελείωσα την αφόδευση πριν η μικρή αυτή ιστορία ολοκληρωθεί. Για να μπω σε λεπτομέρειες ακριβώς τη στιγμή που άρχιζε η παράγραφος «Περιμένω έναν αιώνα....». Μένω έκθαμβος από τη διήγηση και συνεχίζω την ανάγνωση ενώ δεν είχα κανένα λόγο να κάθομαι στη λεκάνη. Τελειώνω, αφήνοντας το χέρι μου κρεμασμένο, με το βιβλίο, να πέσει στο λυγισμένο πόδι μου. Τα μάτια μου ακίνητα, μαρμαρωμένα μπορώ να πω, πέφτουν κι αυτά, για συμπαράσταση στο χέρι μου, στον τοίχο απέναντι, στο τρίτο πλακάκι, όπως τα μετράς από τη μπανιέρα. Σκέφτομαι για λίγο την ιστορία, το μυαλό μου δεν έχει πάψει να λειτουργεί, σαν απόδειξη της ύπαρξής μου, όπως θέλετε πάρτε το, σκέφτεται λοιπόν, τη σύμπτωση να με λένε Σπύρο, αλλά να μην είμαι από τη Λευκάδα, ούτε να βρίσκομαι κοντά σε κάποια παραλία, αλλά στην τουαλέτα του σπιτιού μου. Το κυριότερο να μην βρίσκεται δίπλα μου μισοντυμένη, μισοπνιγμένη η «Ξανθούλα» του Σολωμού αν κι εγώ, άλλη μια σύμπτωση, τη γνωρίζω «παιδιόθεν». Το μόνο που μπορώ να κάνω, να νιώσω καλύτερα, να πλησιάσω τα συναισθήματα του αφηγητή, είναι να πλακωθώ στα τσίπουρα. Βγαίνω, όχι στην παραλία, αλλά στις "Αριστογεύσεις", κι αυτό κάνω.

Ο πίνακας είναι του Egon Schiele

Τρίτη, Δεκεμβρίου 17, 2013

LA GRANTE BELLEZZA


Εγώ τι να πω; Τα είπαν άλλοι.
Αλλά θα σκάσω. Είναι μεγάλη ταινία!!!

Η συνέντευξη του Paolo Sorrentino στο in.gr 8 Δεκεμβρίου 2013


Πώς καταλήξατε να κάνετε μια ταινία που σκαλίζει σε τέτοιο βάθος τον μικρόκοσμο της Ρώμης, μετά την εμπειρία των ταινιών που κάνατε στην Ιρλανδία και στην Αμερική; 

Εδώ και καιρό σκεφτόμουν μια ταινία που ψηλαφίζει τις αντιφάσεις, τις ομορφιές, τις σκηνές που έχω δει και τους ανθρώπους που έχω συναντήσει στη Ρώμη. Είναι μια εκπληκτική πόλη, κατευναστική και ταυτόχρονα γεμάτη από κρυφούς κινδύνους. Λέγοντας κινδύνους, εννοώ τις πνευματικές περιπέτειες που δεν οδηγούν πουθενά. Αρχικά, ήταν ένα φιλόδοξο σχέδιο χωρίς όρια, που το ανέβαλλα συνεχώς μέχρι που βρήκα το συνδετικό στοιχείο που θα μπορούσε να δώσει ζωή σε αυτό το ρωμαϊκό σύμπαν. Και το στοιχείο αυτό ήταν ο χαρακτήρας του Jep Gambardella, το τελευταίο κομμάτι του παζλ, που έκανε την όλη ιδέα της ταινίας δυνατή και λιγότερο συγκεχυμένη. Θεώρησα ότι έχει έρθει η στιγμή να φέρω αυτό το αδιαμφισβήτητα φιλόδοξο φιλμ στη ζωή. Μετά από δυο υπέροχα χρόνια, στη διάρκεια των οποίων ταξίδεψα ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αμερική για να κάνω το Εκεί που Χτυπάει η Καρδιά μου, πραγματικά ένιωσα την ανάγκη να σταματήσω να μετακινούμαι. Ήθελα να διατηρήσω έναν νωχελικό τρόπο ζωής με μια δουλειά που θα μου επέτρεπε να πηγαίνω σπίτι κάθε απόγευμα. Στην πραγματικότητα, όμως, Η Τέλεια Ομορφιά ήταν ένα εξοντωτικό φιλμ, αν και ήταν μια παθιασμένη εμπειρία. 

Ποιος ήταν ο ρόλος του Umberto Contarello στη συγγραφή του σεναρίου; 

Γνωριζόμαστε από τότε που ήμουν νέος, όταν ήθελα να γίνω σεναριογράφος και εκείνος ήταν ήδη ένας αναγνωρισμένος σεναριογράφος. Μαζί με τον Antonio Capuano, με έβαλαν στη δουλειά. Με έφερε σε επαφή με ποιητικούς κόσμους που είχα την τύχη να αναπαράξω αργότερα με τον δικό μου προσωπικό τρόπο, με βάση τη δική μου ευαισθησία. Το αποτέλεσμα ήταν να μοιραζόμαστε τον τρόπο που προσεγγίζουμε τα πράγματα εδώ και μια εικοσαετία. Η μέθοδος συνεργασίας μας είναι ξεκάθαρη. Συνίσταται στο να μιλάμε τακτικά, καμιά φορά βιαστικά, καμιά φορά με βάθος, σε σχέση με τις ιδέες που μας δίνει η καθημερινότητα. Ακόμα και τα μικρά πράγματα, ή η ακαταμάχητη ανάγκη να λέμε ο ένας στον άλλο ένα αστείο που μας κάνει να γελάμε, μπορεί να μας παροτρύνει να γράψουμε ή να τηλεφωνήσει ο ένας τον άλλο, ή να βρεθούμε. Αργότερα, όταν η συγγραφική διαδικασία αρχίζει, οι δρόμοι μας χωρίζονται. Σαν ένα μεγάλο παιχνίδι πινγκ πονγκ, στέλνει ο ένας στον άλλον το σενάριο. Γράφω την πρώτη εκδοχή και του τη στέλνω. Γράφει τη δεύτερη. Κάνω την τρίτη και πάει λέγοντας μέχρι το γύρισμα, γιατί το σενάριο μπορεί πάντα να είναι προϊόν αυτοσχεδιασμού. Η λέξη Τέλος δεν υπάρχει στη συγγραφή. 

Σκηνοθετικά, η ταινία είναι λιγότερο μπαρόκ από τις προηγούμενες φορές. 

Πιθανώς. Προφανώς, είναι μια ταινία που ξεχειλίζει. Κατά την προετοιμασία, πρόσεξα ότι υπήρχε οπτικό υπέρβαρο από τα σκηνικά, τα κοστούμια και τους πολλαπλούς χαρακτήρες που χρειάζονταν για την πλοκή. Όταν άρχισα να σκηνοθετώ την ταινία, αποφάσισα να κρατήσω μια απόσταση από όλο αυτό. Θεώρησα ότι η σκηνοθεσία θα έπρεπε απλώς να συνοδεύει αυτή την πυκνότητα. 

Από διάφορες απόψεις, η ταινία θα μπορούσε να αποκαλείται Sorrentino Roma. Η ιδέα να δανειστείτε την προσέγγιση του La Dolce Vita ήταν ένα από τα σημεία εκκίνησης της ταινίας; Όπως και στην ταινία του Fellini, ο πρωταγωνιστής είναι στην ουσία ένας παρατηρητής. 

Στην πραγματικότητα, ακόμα και στις Συνέπειες του Έρωτα και στο Εκεί που Χτυπάει η Καρδιά μου, χρησιμοποίησα την αφηγηματική δομή που μου ταιριάζει περισσότερο. Ο πρωταγωνιστής είναι πάνω από όλα ένας παρατηρητής του εξωτερικού κόσμου που γίνεται ο κύριος λόγος ύπαρξης της ταινίας. Έτσι, μέσα από διάφορες ανατροπές, συμπτωματικά και συχνά για λόγους που σχετίζονται με τη μοίρα, κάνει ένα προσωπικό ταξίδι. Για την Τέλεια Ομορφιά, δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο, γιατί ο πυρήνας της ταινίας ήταν μια μεγάλη μάζα από αλληλένδετα γεγονότα, χαρακτήρες και ιστορίες με επίκεντρο τη Ρώμη, την οποία ήθελα να μεταμορφώσω σε ταινία. Φυσικά, το Roma και το Dolce Vita είναι έργα τα οποία δεν μπορείς να προσποιηθείς ότι τα αγνοείς, όταν κάνεις μια τέτοια ταινία. Είναι δύο αριστουργήματα και ο χρυσός κανόνας είναι ότι τα αριστουργήματα τα βλέπουμε, δεν τα μιμούμαστε. Προσπάθησα να μείνω πιστός σε αυτό. Αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι τα αριστουργήματα μεταμορφώνουν τον τρόπο που αισθανόμαστε και αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα. Μας καθορίζουν, χωρίς να το ξέρουμε. Οπότε δεν μπορώ να αρνηθώ ότι αυτές οι ταινίες έχουν αφήσει το ανεξίτηλο σημάδι τους σε εμένα και ότι ίσως έχουν καθοδηγήσει την ταινία μου. Ελπίζω απλώς να με έχουν οδηγήσει στη σωστή κατεύθυνση. 

Το γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής, που υποδύεται ο Toni Servillo, είναι μεγαλύτερος σε ηλικία από τον Marcello Mastroianni, αλλάζει τη φύση της ιστορίας: διακρίνουμε πιο έντονη τη διάψευση στη σχέση του με τη δημιουργικότητα. 

Έναν συγγραφέα τον απασχολεί συνεχώς η ιδέα του να εκμεταλλευτεί την ίδια του τη βιογραφία σε καλλιτεχνικό επίπεδο. Αν αυτή η βιογραφία, όπως στην περίπτωση του Jep Gambardella ολισθαίνει συνεχώς προς τη ρηχότητα της υψηλής κοινωνίας, προς την άσκοπη φλυαρία που δεν είναι τίποτα άλλο από θόρυβος, προς το κουτσομπολιό που ανάγεται σε ενστικτώδη μικροπρέπεια, τότε αυτή η κεφαλαιοποίηση είναι πιθανή. Γι΄ αυτό παραθέτει συνεχώς αποσπάσματα του Φλομπέρ. Εντωμεταξύ, τα χρόνια περνάνε για τον Gambardella και η μεγαλύτερη πηγή απόγνωσης του είναι οι συνέπειες των γηρατειών. Ο χρόνος όλο και λιγοστεύει, το ίδιο και η ενέργεια, και η ευτυχία μοιάζει να χάνεται ή να μην έχει υπάρξει ποτέ. Η ηδονή έχει υποβαθμιστεί σε μηχανισμό, που αναιρεί την ίδια την αρχή της ηδονής. Το μόνο που το έχει απομείνει είναι η σχέση του με τη νοσταλγία της αθωότητας που αυτός ο χαρακτήρας ίσως συνδέει με τη στιγμιαία μορφή κάποιου άλλου πράγματος, πολύ μακριά από τη δική του εμπειρία: τη μακαριότητα. Για αυτό η συνάντηση του με την καλόγρια που αφιερώνει τη ζωή της στην πενία και που είναι με κάποιο τρόπο κοντά στη μακαριότητα, ξεκινά σαν μια ακόμα περιστασιακή και ασεβής κοινωνική συναναστροφή. Στο τέλος, με την απλότητα της, τον οδηγεί κάπου αλλού. Όχι κάπου που τον αλλάζει πραγματικά, αλλά τουλάχιστον τον βοηθάει να ρίξει μια φευγαλέα ματιά στο σημείο εκκίνησης μιας νέας καλλιτεχνικής δημιουργίας. 

Είναι η παρουσία του καρδινάλιου, που το μόνο που σκέφτεται είναι να δοκιμάζει καινούριες συνταγές, μια κριτική στην εκκλησία; 

Είναι περισσότερο μια κριτική στη διάδοση της κουλτούρας του φαγητού, της γαστρονομίας, κοκ. Μερικές φορές φαίνεται ότι δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τίποτε άλλο. Επίσης, βρίσκω αυτό το θέμα διασκεδαστικό, η τυραννική άγνοια αυτών που θέλουν να επιβάλλουν αυτά τα θέματα παντού έχει αρχίσει να με ενοχλεί. Για αυτό, λίγο σαν αστείο, ήθελα να δείξω πώς αυτή η μόδα απλώνεται ακόμα και στα πιο αναπάντεχα μέρη, ανάμεσα σε αυτούς που είναι αφιερωμένοι στην πνευματικότητα. 

Η έξοχη έγχρωμη φωτογραφία του Luca Bigazzi είναι η ηχώ του ασπρόμαυρου έργου του Otello Martelli. 

Η σχέση μου με τον Bigazzi είναι μακροχρόνια και στερεή. Του έχω απόλυτη εμπιστοσύνη και είμαστε πολύ τυχεροί που καταλαβαίνει ο ένας τον άλλον χωρίς να μιλάμε. Οπότε, δίνω στον Luca το σενάριο και τον αφήνω να το ερμηνεύσει και να το καταλάβει με φωτιστικούς όρους. Ξέρει ότι προτιμώ να ακολουθήσω νέα, ανεξερεύνητα μονοπάτια από το να βασιστώ σε αυτά που ήδη ξέρουμε και έχουμε δοκιμάσει, και νομίζω ότι και αυτός δουλεύει ανάλογα. Είμαι όλο και πιο ικανοποιημένος με αυτή τη μέθοδο και πάντα χαίρομαι να ανακαλύπτω τον φωτισμό που έχει δημιουργήσει, από να του δίνω οδηγίες από πριν. 

Στην ταινία υπάρχουν πολλές αναφορές στον Φλομπέρ και στην αίσθηση του κενού.

Ο μεγάλος συγγραφέας και σκηνοθέτης Mario Soldati έλεγε ότι η Ρώμη για ευνόητους λόγους ήταν η πρωτεύουσα που περισσότερο από κάθε άλλη μετέδιδε το συναίσθημα της αιωνιότητας. Αλλά, όπως θα συμπλήρωνε ο ίδιος, ποια είναι η αίσθηση της αιωνιότητας αν όχι η αίσθηση του κενού. 

Η Τέλεια Ομορφιά μας θυμίζει το La Terrazza του Ettore Scola με την ατελείωτη ψιλοκουβέντα στην ταράτσα του συγγραφέα. 

Ναι, το κουτσομπολιό, η προσφυγή στα χαμηλά επιπέδου σχόλια, η παροιμιώδης ικανότητα να δείχνουμε κακεντρέχεια ακόμα και για έναν κοντινό φίλο, η δυσφορία και ο κυνισμός που επικρατεί στη ρωμαϊκή αστική τάξη, όλα αυτά είναι δάνεια από το σύμπαν του Scola. Για αυτό ήθελα να του δείξω την ταινία μου και συγκινήθηκα που του άρεσε. Στο τέλος της προβολής, με χάιδεψε στο πρόσωπο για πολλή ώρα επαναλαμβάνοντας πόσο του άρεσε η ταινία. Κι εγώ, μετά από τόσα χρόνια, ένιωσα κάτι που είχα πολύ καιρό να ξανανιώσω, να νιώσω σαν γιος. 

Φαίνεται ότι η ταινία κλείνει το μάτι σε άλλους σκηνοθέτες, χωρίς ακριβώς να τους παραθέτει. 

Κατά τη γνώμη μου η ταινία δεν αναφέρεται σε άλλους σκηνοθέτες με την κυριολεκτική έννοια, αλλά είναι μια ταινία που οφείλει ευγνωμοσύνη στο μεγάλο ιταλικό σινεμά των Scola, Fellini, Ferreri, Monicelli κτλ. 

Η ταινία έχει πολλά διαφορετικά είδη μουσικής. Πώς συνυπάρχουν;

Όσο έκανα σκέψεις για την ταινία, ένα αναπόφευκτο μείγμα του ιερού και του βλάσφημου, για το οποίο είναι διάσημη η Ρώμη, αμέσως σκέφτηκα ότι αυτή η απροκάλυπτη αντίφαση της πόλης, η ικανότητα της να συνδυάζει θαυματουργά το ιερό και το βέβηλο, θα έπρεπε να αντηχεί στη μουσική. Έτσι από την αρχή, μου ήρθε η ιδέα να χρησιμοποιήσω εκκλησιαστικούς ύμνους με ιταλική ποπ. 

Η ταινία ξεκινά με ένα απόσπασμα του Σελίν. Υπονοείτε ότι η ζωή είναι ένα ταξίδι από τη γέννηση στον θάνατο; 

Ναι, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι έχω αυτή τη θεώρηση. Αλλά το απόσπασμα του Σελίν, που είναι η αρχή του βιβλίου Ταξίδι στην Άκρη της Νύχτας, είναι και μια δήλωση για την πρόθεση που είχα κάνοντας την ταινία. Συνοψίζεται στο εξής: υπάρχει η πραγματικότητα, αλλά όλα είναι επινοημένα. Η επινόηση είναι απαραίτητη στο σινεμά, απλώς για να φτάσει στην αλήθεια. Μπορεί να ακούγεται αντιφατικό, αλλά δεν είναι καθόλου. Ο Φελίνι είπε κάποτε: Σινεμά ή αλήθεια; Προτιμώ το σινεμά των ψεμάτων. Το ψέμα είναι η ψυχή του θεάματος. Αυτό που πρέπει να είναι αυθεντικό είναι το συναίσθημα που προκαλείται όταν βλέπουμε μια ταινία ή όταν εκφραζόμαστε». 

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 13, 2013

ΤΡΟΥΜΑΝ ΚΑΠΟΤΕ


«Ειδικός είναι αυτός που κατά κοινή παραδοχή έχει ειδικευτεί σε συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο ή είναι έμπειρος σε μια τέχνη ή τεχνική και θεωρείται αυθεντία στη δουλειά του» (Μπαμπινιώτης). Η ερμηνεία αυτή ενώ ταιριάζει απόλυτα σε διακριτούς κλάδους της επιστήμης,της τέχνης και του συνόλου της παραγωγικής διαδικασίας, παρουσιάζει, όμως, δυσκολίες όσον αφορά την εφαρμογή της στο χώρο της λογοτεχνίας. Εδώ ποιος μπορεί να θεωρηθεί ειδικός; Από που αντλεί την τεκμηρίωσή του ως ειδικός. Από την επικυρωμένη γνώση του και την αποτελεσματικότητα του έργου του, είναι η πρώτη σκέψη που μου έρχεται στο μυαλό. 
 Εξηγούμαι. Αν πάω σ’έναν χειρούργο ή οδοντίατρο δεν του ζητώ να δω το πτυχίο του, γιατί υπάρχουν κανόνες που απαγορεύουν τον οποιοδήποτε να εξασκήσει το επάγγελμά τους. Εντάξει, εδώ παίζει ρόλο ο ανθρώπινος παράγοντας. Κανείς δεν διακινδυνεύει να κάνει τον χειρούργο, τον οδοντίατρο ή τον φαρμακοποιό. Ας έρθω στον υδραυλικό ή τον ηλεκτρολόγο. Και δω δεν ζητώ τα πτυχία του πριν εκτελέσει κάποια εργασία στο σπίτι μου αλλά η κοινωνική του αποδοχή ως ειδικό με κάνει να νοιώθω ασφάλεια ως προς το αποτέλεσμα της εργασίας του . Γνωρίζω ή οι άλλοι γνωρίζουν το έργο του, την αποτελεσματικότητά του και τον εμπιστεύομαι. Τα ενδεικτικά αυτά παραδείγματα συμπυκνώνουν το πλήθος των ειδικοτήτων και των επαγγελμάτων που διαχειρίζονται τον καθημερινό μας βίο. Οι δυσκολίες αρχίζουν όταν ψάχνω να βρω από που ο κριτικός λογοτεχνίας αντλεί την ικανότητα να κρίνει ένα λογοτεχνικό έργο. Τι είναι αυτό που του δίνει ειδικότητα, τι είναι αυτό που τον τοποθετεί ως ξεχωριστή επαγγελματική κατηγορία. Το πτυχίο του, που δεν υπάρχει, αλλά κι αν υπήρχε ποιος θα του το ζητούσε; Η λογοτεχνική κριτική διδάσκεται ή είναι μια εμπειρία που αποκτάται από την διαρκή επαφή με το λογοτεχνικό έργο; Τι είναι αυτό που θα με κάνει τον άνθρωπο αυτό να τον εμπιστευτώ; Είναι ο καθένας που γράφει ή διαβάζει εν δυνάμει κριτικός και η εμπειρία του δίνει τη δυνατότητα να εκφράζει εκτός την αφηγηματική και την κριτική του ικανότητα; Είναι ένας συγγραφέας επαρκής κριτικός και το αντίστροφο; Πως είναι δυνατόν τα εργαλεία του ενός να χρησιμοποιηθούν για τη δουλειά του άλλου; Ποια είναι τα κριτήρια που αποδεικνύουν την αποτελεσματικότητα του κριτικού έργου; 
Και γιατί στην τελική, κανείς δεν είχε γράψει πόσο υπέροχα είναι τα διηγήματα του Καπότε; Γιατί δεν μίλησαν για τον Ρούφους Μακφέρσον, τον Χαμουραμπί, τον κύριο Μάρσαλ, τον Απλσιντ και την Μίντ από το «Η κανάτα με το ασήμι» Την Μίριαμ και την κυρία Μίλερ. Την Μαρτζ, και την Ολίβια-Ανν από το «Η πλευρά του ζητήματος». Την δεσποινίδα Μπόμπιτ, την αδελφή Ροζάμπλα, τον Μπίλυ Μπομπ και τον Πρίτσερ. Τον κύριο Σέφερ και τον Τίκο Φέο, τον Μπάντυ και την Κουίνι, τον Άιβορ Μπελ και την Μαίρη Ο Μίγκαν(Ανάμεσα στα μονοπάτια προς την Εδέμ), τον Οντ και τη δεσποινίδα Σουκ, τον Τζώρτζ Σμιντ, την έρημο Μοχάβε, την Άιβορι, τον Τζωρτζ Ουαιτλόου.
Ε;

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 02, 2013

Παρασκευή, Νοεμβρίου 29, 2013

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Ο συγγραφέας, Ασημάκης Ασημένιος, με ρηξικέλευθο και ανατρεπτικό τρόπο αποτίει φόρο τιμής στην ελληνική πεζογραφική παράδοση. Ο πρωτότυπος τρόπος γραφής,  με σεβασμό στην αφηγηματική γλώσσα  κορυφαίων λογοτεχνικών έργων της ελληνικής πεζογραφίας, αμφισβητεί και  υπονομεύει τις συμβάσεις της πεζογραφικής τεχνικής, με λεκτική ευεξία επικυρωμένη από την επιμελή χαρτογράφηση του λογοτεχνικού κανόνα και ανοίγει νέους δρόμους στη πεζογραφική αφήγηση και τις αναγνωστικές επιθυμίες  .
Ο Θάνος Θάνου, ένας πολλά υποσχόμενος  ποιητής του διαδικτύου, ερευνά τις  συνθήκες  θανάτου του αναγνωρισμένου, βραβευμένου δημοσιοσχεσίτη ποιητή Παχή Φακή μέσα από το έργο του. Το συμπέρασμα που θα καταλήξει, διαμετρικά αντίθετο  με την επίσημη εκδοχή της αστυνομίας, θα καταπλήξει την ποιητική συντροφιά  του διαδικτυακού περιοδικού που διευθύνει στην οποία  ανακοινώνει τα συμπεράσματα της έρευνάς του.
Μόνο που η αποκάλυψη αυτή θα  δημιουργήσει προβλήματα στην προσωπική του ζωή. Κανείς δεν προσφέρεται να τον βοηθήσει. Η απομόνωση θα τον οδηγήσει στην ενδοσκόπηση και την εσωστρέφεια, απαραίτητα εργαλεία για να να κάνει τον απολογισμό της ζωής του, και να τον βοηθήσει να κατανοήσει τη ζωή μ’ένα διαφορετικό, εντελώς προσωπικό τρόπο, που ούτε ο ίδιος πίστευε πως διαθέτει.
Ένα βιβλίο σπονδή για την αλληγορία της ποίησης, όπου λογοτεχνία και ζωή συναντούνται, συμπλέκονται, παράλληλα, όμως,  αλληλοαναιρούνται.

Ο συγγραφέας του «Η επιλεκτική μνήμη ενός ευρυμαθούς» μετά από αρκετά χρόνια συγγραφικής σιωπής, επανέρχεται με το νέο μυθιστόρημα του "Η απώλεια", σημείο αναφοράς στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας.
Ο πίνακας είναι του Man Ray "Self portrait" 1941

Τετάρτη, Νοεμβρίου 27, 2013

Πέμπτη, Νοεμβρίου 21, 2013

Ο ΝΤΙΝΟΣ ΤΗΣ ΜΑΚΡΟΘΥΜΙΑΣ

Εκεί που κάθομαι και μασάω καλαμπόκι ψημένο, ποιον βλέπω;
-Το Ντίνο της Μακροθυμίας!
Στεκόταν στην άκρη του μαγαζιού με τα βότσαλα στα πόδια του. Προσπαθούσε να βγάλει κάτι από την τσέπη του σακακιού του. Έβαζε μέσα την παλάμη του, την τραβούσε μαζεμένη γροθιά, την άνοιγε σιγά-σιγά, την κοιτούσε ερευνητικά, και μετά, πάλι, επαναλάμβανε την ίδια κίνηση.
Τον παρατηρούσα ενώ συνέχιζα να τρώω το καλαμπόκι μου. Που και που τραβούσα καμιά γουλιά κόκα κόλα από το ποτήρι. Ο Ντίνος της Μακροθυμίας εκτελούσε μηχανικά το καθήκον του με την ίδια επιμέλεια και όρεξη.
Γύρισα το βλέμμα μου, διορθώνοντας την οπτικό μου πλάνο, εστιάζοντας προς την πλευρά της πόρτας. Ένας μικρός, περίπου δέκα χρονών, προσπαθούσε να την ανοίξει με τον ώμο του. Δυσκολευόταν, γιατί στην αγκαλιά του κρατούσε ένα σκυλί, το οποίο, επειδή δεν τα πάω καλά με τις ράτσες των σκύλων, θα το ονομάσω κανίς, που του έγλυφε το αριστερό αυτί. Κατάφερε ν’ανοίξει και βάδισε προς το μέρος του Ντίνου, οπότε σαν καλός παρατηρητής και αργόσχολος, γύρισα την κάμερα των ματιών μου προς τη μεριά τους και έκανα ένα μακρινό.
-Μπορείτε να τον προσέχετε για ένα λεπτό, τον ρώτησε και δίχως να περιμένει απάντηση άφησε το λουρί του σκυλιού στο ελεύθερο χέρι του Ντίνου κι απομακρύνθηκε, βαδίζοντας προς την έξοδο. Ο Ντίνος  έβγαλε από την τσέπη του σακακιού του ένα κομμάτι σαλάμι από βοδινό και δημητριακά και το έδωσε στο σκυλί. Εκείνο το άρπαξε, το μύρισε, και άρχισε να το τρώει με βουλιμία. Ο Ντίνος συνέχισε την προσφιλή του απασχόληση σαν να μην είχε συμβεί τίποτα από αυτό που συνέβη.
Κοίταξα το μπολ μου, αφού είχα κάνει cut στο κινηματογραφικό μου βλέμμα. Είχε αδειάσει από  καλαμπόκι. Κάτι υπολείμματα είχαν μείνει, ανάξια λόγου. Κοίταξα το ρολόι μου. Δεν είχε έρθει για μια ακόμη φορά. Αποφάσισα να φύγω. Βγαίνοντας, κοίταξα  πίσω στο τραπέζι μου. Καθόμουν εκεί σκαλίζοντας το άδειο μπολ, περιμένοντας.

Ο πίνακας είναι του Gary Hume "Girl boy, Boy girl"

Κυριακή, Νοεμβρίου 17, 2013

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΜΕΡΑ

                                                                    Φοβᾶμαι...

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι
καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου
βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό».

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ καταλερωμένη τὴ φωλιὰ
πασχίζουν τώρα νὰ βροῦν λεκέδες στὴ δική σου.

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ κλείναν τὴν πόρτα
μὴν τυχὸν καὶ τοὺς δώσεις κουπόνια καὶ τώρα
τοὺς βλέπεις στὸ Πολυτεχνεῖο νὰ καταθέτουν γαρίφαλα καὶ νὰ δακρύζουν.

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γέμιζαν τὶς ταβέρνες
καὶ τὰ σπάζαν στὰ μπουζούκια κάθε βράδυ καὶ τώρα τὰ ξανασπάζουν
ὅταν τοὺς πιάνει τὸ μεράκι τῆς Φαραντούρη καὶ ἔχουν καὶ «ἀπόψεις».

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν
καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.

Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο.

Νοέμβρης 1983
Μανόλης Αναγνωστάκης

Δευτέρα, Νοεμβρίου 11, 2013

11.11.2013

Αφού βρέθηκε εδώ, κάτι έπρεπε να συμβεί. Όταν γράφεις ένα διήγημα, αφηγείσαι μια ιστορία, ένα γεγονός. Γι’αυτό  γράφει ο συγγραφέας, γι’αυτό διαβάζει ο αναγνώστης. Αλλά δεν ήταν δική του απόφαση, τι θα γίνει ή  πότε θα γίνει. Η απόφαση ήταν του συγγραφέα. Αυτός το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν ν’ακούει τους ήχους του ρολογιού από το κωδωνοστάσιο της εκκλησίας. Ήξερε ότι είχε φτάσει το απόγευμα με το τραίνο, ήξερε ότι έβρεχε όταν έφτασε στο σταθμό, γνώριζε ότι βρισκόταν ξαπλωμένος, με τα ρούχα, στο κρεββάτι του ξενοδοχείου. Μόνο αυτά. Τα υπόλοιπα υπήρχαν στο μυαλό του συγγραφέα. Δεν του είχε εκμυστηρευτεί τίποτα, ούτε καν το σκελετό του διηγήματος, το πλαίσιο που λέμε. Μήπως ο συγγραφέας συνομιλεί, ρωτάει τα πρόσωπα της ιστορίας του;  Όχι, γιατί αν το έκανε θα είχαμε γεμίσει τα ράφια της βιβλιοθήκης μας με σπουδαία λογοτεχνία. Ο συγγραφέας είναι ο απόλυτος κυρίαρχος της αφηγηματικής πράξης, όπως αναφέρεται από τους ειδικευμένους στη λογοτεχνική ακροβασία, ένας εγωιστής που νομίζει πως τα ξέρει όλα. Πόσες ιστορίες θα ήταν διαφορετικές, δεν ισχυρίζεται καλύτερες, αν έπαιρναν υπόψη τους την άποψη των προσώπων της ιστορίας τους; Κι ας απαντούν με έπαρση, συνεντευξιαζόμενοι, όταν  τους ρωτούν,  αν τους ακολουθούν οι ήρωες τους μετά το τέλος της ιστορίας, ναι, φυσικά. Εδώ σε θέλω μάστορα, στα δύσκολα, που αφήνεις τον ήρωά σου, μόνο στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, να ακούει τον ήχο από το ρολόι της εκκλησίας. Με τη βαλίτσα  του ακουμπισμένη δίπλα στο κομοδίνο, το φως του μπάνιου ανοιχτό, τη βρύση να στάζει εκνευριστικά, λες και το κάνεις επίτηδες, για να τον εκνευρίσεις περισσότερο, αφού ξέρεις ότι μια βρύση που στάζει είναι ότι χειρότερο μπορεί να συμβεί, μετά την εγκατάλειψή τού ήρωά σου στην αρχή ενός διηγήματος. Αν ήταν στο χέρι του, επειδή δεν γνωρίζει το λόγο που βρίσκεται εδώ, θα έπαιρνε το τραίνο της επιστροφής την επόμενη μέρα, για να γυρίσει που; Ούτε αυτό γνώριζε. Επιτρέπεται ν' αναλάβει πρωτοβουλία και να συνεχίσει την δική του εκδοχή της ιστορίας; Δεν ήξερε αν στέκει αφηγηματικά, διότι το είδος των μυθιστορημάτων ή των διηγημάτων που είχε διαβάσει, δεν του έδιναν το δικαίωμα ή τη δυνατότητα να επέμβει νοηματικά στην εξέλιξή του κειμένου. Μήπως γι’αυτό η λογοτεχνία που διάβαζε, όπως χιλιάδες άλλοι, τη θεωρούσαν οι έγκυροι κριτικοί, αν καμιά φορά ασχολούνταν μαζί της, ελαφρά αναγνώσματα,  για να την καταδικάσουν τελικά; Αλλά και πάλι, αν το έκανε, θα ήταν ο πρώτος που θα έπαιρνε την ιστορία στα χέρια του. Κανένα άλλο αφηγηματικό πρόσωπο δεν τόλμησε ν’αμφισβητήσει την ηγεμονία του δημιουργού του. Θα ήταν ύβρις και γνώριζε πολύ καλά που θα κατέληγε. Από την άλλη πλευρά πως γνώριζε ότι ήταν το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας για να αναλάβει τέτοιο βάρος; Δεν είχε διαβάσει κλασικούς διηγηματογράφους, πχ τον Μπόρχες,  για να αντιληφθεί ότι το πρόσωπο που εισβάλει στις πρώτες γραμμές του διηγήματος, είναι ο πρωταγωνιστής του, αντλώντας επιχειρήματα από το κορυφαίο διήγημά του «Ο νότος» . Ούτε βέβαια τον Τζόυς που στο περίφημο διήγημά του, «Ο νεκρός», αναδεικνύοντας τη μεγαλοφυία του, ο πρωταγωνιστής εμφανίζεται δυο-τρεις σελίδες πριν από το τέλος. Ας προσθέσουμε στα επιχειρήματά μας, το σπουδαίο Έλληνα συγγραφέα, Τόλη Καζαντζή, που στο υπέροχο διήγημά του «Η κυρα- Ελισάβετ» η πρωταγωνίστρια εισβάλει από την πρώτη λέξη. «Στης κυρα-Ελισάβετ έγινε πάλι σκοτωμός», γράφει, ανατρέποντας τις αναγνωστικές μας συμβάσεις. Το μόνο που μπορούσε να κάνει, ήταν να περιμένει, στο ασφυκτικό πλαίσιο μιας παραγράφου, τη συνέχεια. Αλλά για πόσο; Βέβαια ο αφηγηματικός χρόνος δεν είναι ίδιος με το βιωματικό χρόνο. Μπορεί ο αφηγηματικός χρόνος να ήταν ελάχιστος, τόσος όσο να διαβαστεί μια σύντομη παράγραφος, αλλά ο βιωματικός του χρόνος ήταν αρκετός. Είχε φτάσει το απόγευμα με βροχή. Ήπιε ένα καφέ στην καντίνα του σταθμού, ρώτησε τον υπάλληλο ή τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού, ούτε τον ένοιαζε η ιδιότητά του, που βρίσκεται το ξενοδοχείο «Το φιγουρίνι», έφτασε εκεί με τα πόδια, γιατί ήταν καμιά τρακοσαριά μέτρα από το σταθμό, ο κουστουμαρισμένος υπάλληλος της ρεσεψιόν επιβεβαίωσε την κράτησή του, πήρε το κλειδί του δωματίου και ανέβηκε με τα πόδια στο δεύτερο όροφο. Ακούμπησε τη βαλίτσα του, όπως γράφτηκε, δίπλα στο κομοδίνο, κλειστή, άναψε το τσιγάρο του, άνοιξε την μπαλκονόπορτα,  περίπου τριάντα πόντους, τράβηξε την κουρτίνα για να μη τη σπρώχνει προς το μπαλκόνι ο αέρας, που είχε αντικαταστήσει την βροχή, είδε την εκκλησία απέναντι, και κατέβηκε για φαγητό στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Ένα εστιατόριο με δέκα τραπέζια, στρωμένα με άσπρα τραπεζομάντηλα, ένα μικρό βάζο στο κέντρο του, στολισμένο μ’ένα τριαντάφυλλο, ελαφρά μαραμένο. Παράγγειλε «Σαλάτα του Καίσαρα» και φιλέτο χοιρινό με σάλτσα μανιταριών. Ήπιε ανθρακούχο νερό και, παραδόξως, κάπνισε, πράγμα που απέφευγε μετά το φαγητό. Πλήρωσε και ανέβηκε στο δωμάτιο.  Όλα αυτά είχαν συμβεί, αλλά δεν καταδέχτηκε να τα αφηγηθεί ο επηρμένος συγγραφέας, ο οποίος θα τα περιέγραφε πολύ καλύτερα, λόγω γνώσης και συγγραφικής εμπειρίας. Προτίμησε να τον στείλει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου μέσα σε μια μικρή παράγραφο. Φυλακισμένος αφηγηματικά, περίμενε τον παντογνώστη δημιουργό να του δώσει διέξοδο . Δεν μπορούσε παρά να περιμένει. Να ακούει τον ήχο του ρολογιού και να περιμένει. Δεν μπορεί κάτι έπρεπε να συμβεί. Τι  είχε κάνει τον συγγραφέα να σταματήσει το διήγημα στην πρώτη ολιγόλεκτη παράγραφο. Και που ήξερε ότι ήταν παράγραφος και δεν θα υπήρχε συνέχεια; Αυτά ήταν όμως φιλολογικά ερωτήματα, αυτός δεν έχει ιδέα από αυτά και δεν ήθελε να κουράζει το μυαλό του με τέτοιες σκέψεις. Θα ήθελε ν' ανάψει κι άλλο τσιγάρο και να βγει στο μπαλκόνι. Φεγγάρι δρεπανοειδές δεν υπήρχε, ούτε αλλουνού σχήματος, αλλά μια αστροφεγγιά έντονη, τώρα πια, κυριαρχούσε. Η πόλη ήταν ήσυχη, οι δρόμοι έρημοι, εκτός από κάποια αυτοκίνητα που διέκοπταν τη νυχτερινή ηρεμία. Κάποιο προσχέδιο, σκεφτόταν, θα υπήρχε, δεν μπορεί, κανένας συγγραφέας δεν ξεκινάει να γράφει δίχως να έχει έστω ένα σκελετό της ιστορίας του. Μπορεί να μην είναι επεξεργασμένο στην παραμικρή του λεπτομέρεια, να μην είναι ολοκληρωμένο, αλλά η κεντρική ιδέα σίγουρα υπήρχε. Αν ήξερε σε τι είδους ιστορία είχε εμπλακεί, ίσως να μπορούσε να κάνει κάτι, από το να μένει ξαπλωμένος στο κρεββάτι του ξενοδοχείου και να ακούει τα χτυπήματα του ρολογιού, με την επιθυμία να καπνίσει ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι. Αλλά να κάνει τι ένας «χάρτινος» ήρωας; Το μόνο που μπορούσε ήταν να κάνει υποθέσεις. Αν ήταν ο ήρωας μιας ερωτικής ιστορίας, ίσως να είχε φτάσει εδώ για να ξεκαθαρίσει παλιούς λογαριασμούς. Μπορεί η εξέλιξη να μην ήταν βίαιη, σκεπτόμενος τη λέξη «ξεκαθαρίσει», εκεί τον οδηγούσε το μυαλό του, εννοώντας την αμφισημία κάποιων προσωπικών υποθέσεων, και όλα να έληγαν μ’ ένα  χάπυ εντ. Αν ήταν ήρωας κάποιας αστυνομικής ιστορίας, τότε τα πράγματα άλλαζαν. Εδώ δεν μπορούσε να σκεφτεί, καν, την εξέλιξη της ιστορίας του, γιατί οι αστυνομικές ιστορίες, συνήθως έχουν απρόβλεπτο τέλος, το οποίο δεν φαινόταν ικανός να διεκπεραιώσει. Τον βασάνιζε η έκφραση «έφτασε στο σιδηροδρομικό σταθμό, απόγευμα, δίχως κανένας να τον περιμένει». Ένας άνθρωπος μοναχικός, σ’ένα διήγημα, δεν μπορεί παρά να είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, ας ξεχάσουμε τους δασκάλους. Στηριγμένος στην αφηγηματική σύμβαση, έδωσε λύση στο βασικό πρόβλημα που τον βασάνιζε. Σ’αυτόν στηριζόταν η ιστορία. Κάτι ήταν κι αυτό. Όταν βρίσκεσαι φυλακισμένος σε μια πρόταση σαν αυτή « Στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, άφησε τη βαλίτσα του, κλειστή, δίπλα στο κομοδίνο. Ξάπλωσε με τα ρούχα, άναψε τσιγάρο, ενώ έξω ακούγονταν οι χτύποι από το ρολόι του κωδωνοστάσιου», δεν μπορεί ο συγγραφέας να σε εγκαταλείψει. Πρέπει να στηριχθεί πάνω σου, δεν εμφανίζεσαι από το πουθενά της ανωνυμίας, δίχως να κουβαλάς πάνω σου το βάρος της αφηγηματικής ύπαρξης.  Αφού λοιπόν δεν μπορούσε να μπει στο μυαλό του δημιουργού του, γνωρίζοντας ότι μόνο ο συγγραφέας-δημιουργός μπορεί να μπει στο μυαλό του ήρωά του και να κατευθύνει τις πράξεις του, να κάνει ορατή τη συνείδησή του , έπρεπε να ανακαλεί, διαρκώς, τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή του. Ποια ήταν αυτά; Η άφιξή του στην πόλη και η κατάλυση στο ξενοδοχείο. Όλα τακτοποιημένα, αφηγηματικά, ο συγγραφέας τα είχε σχεδιάσει αλλά δεν τα είχε καταγράψει. Σκατά. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τη συνέχεια της ύπαρξης του, χωρίς το μυαλό του συγγραφέα. Ήταν δημιούργημά του, άθυρμα στα χέρια του. Συνέχισε να καπνίζει ακούγοντας τους χτύπους του ρολογιού από το κωδωνοστάσιο της εκκλησίας.
Το μόνο που άλλαξε ήταν ένα σύννεφο που κάλυψε για λίγο την όρασή του.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 06, 2013

Κυριακή, Νοεμβρίου 03, 2013

ΕΡΧΕΤΑΙ ΤΟ ΝΟΕΜΒΡΙΟ!

Αν ήταν στο χέρι του, επειδή δεν γνωρίζει το λόγο που βρίσκεται εδώ, θα έπαιρνε το τραίνο της επιστροφής την επόμενη μέρα, για να γυρίσει, πού; Ούτε αυτό γνώριζε. 

Ο πίνακας είναι του Lucian Freud

Τετάρτη, Οκτωβρίου 30, 2013

ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΟ

Αυτός το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν ν’ακούει τους ήχους του ρολογιού από το κωδωνοστάσιο της εκκλησίας.

Η συνέχεια Κυριακή 3 Νοεμβρίου!

Παρασκευή, Οκτωβρίου 25, 2013

ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ κ.ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΕ

Ἠλίας Παπαδημητρακόπουλος - «Ἐπὶ Πτίλων Αὔρας Νυκτερινῆς»

Πέντε κείμενα γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη, Ἐκδόσεις Νεφέλη, Ἀθήναι 1992

Φλώρα, ἢ Λάβρα;

ΒΡΑΔΑΚΙ, καὶ βρέθηκα στὸ ἐξωκκλήσι τοῦ νησιοῦ. Μεσοκαλόκαιρο, καὶ ἔβραζε ὁ τόπος. Ζέστη, καὶ τουρίστες νὰ ἐλλοχεύουν παντοῦ. Πλὴν σὲ ἀπόκρυφα ὑψωματάκια, σὲ ρεματιὲς καὶ ξέφωτα, παραμονὲς ἀγνώστων ἑορτῶν, συρρέουν κατὰ κύματα οἱ γηγενεῖς. Φθάνουν μεταμορφωμένοι, περίπου ὡς ἱκέτες, ἔχοντας ἀποβάλει (κατὰ ἕναν ἀνεξήγητον τρόπο) τὴν ἐμπορική τους λεοντή. Κουβαλοῦν τεράστιους ἄρτους, μὲ σουσάμι καὶ γλυκάνισο, πρόσφορα γιὰ τοὺς παπάδες, κουτιὰ μὲ παστέλι, γλυκὰ τοῦ ζαχαροπλαστείου τυλιγμένα σὲ ἀλουμινόχαρτο, τυρὶ τῆς ἅρμης κομμένο μὲ ἐπιμέλεια σὲ τετράγωνα μικρὰ τεμάχια, οὖζο καὶ τσίπουρο. Μετὰ τὴ λειτουργία στέκονται κοντὰ στὴν ἔξοδο τοῦ ναοῦ, καὶ φωνάζουν ξαφνικὰ μὲ ἐπίσημο τόνο:
- Πᾶρτε νὰ σχωρέσετε τὸν...
Ὁ καθεὶς τοὺς δικούς του - τὴ μάνα του, τὸν πατέρα του, τὰ πνιγμένα ἀδέλφια. - Ἐλᾶτε νὰ σχωρέσετε τὴ Φλώρα, ἀκούω δίπλα μου ἕνα χούφταλο.
Πλησίασα. Μοῦ πρόσφερε παστέλι καὶ ρακί.
- Θεὸς σχωρέστην τὴ Φλώρα, λέω. Τί σοῦ ἦταν, παπποῦ;
- Τίποτα, μοῦ λέει. Στὴ γειτονιὰ ἔμενε, μὰ δὲν εἶχε κανέναν δικό της.
Τί ἄλλο μοῦ ἀπόμενε νὰ κάνω; Κατέφυγα γιὰ πολλοστὴ φορὰ στὸ διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη Φλώρα ἢ Λάβρα. Ἔχω διαβάσει πολλὲς φορὲς αὐτὲς τὶς τέσσερις σελίδες. Ὁ Παπαδιαμάντης, γεροντοποιὸς πιὰ (κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ Μητσάκη), κάνει περίπατο, κατὰ τὸ σούρουπο, στὴ Μεγάλη Ἀμμουδιά, τέσσερα χρόνια πρὶν πεθάνει. Περίπατος παρὰ θίν᾿ ἀλός, λοιπόν, μὲ τὸν ὁποῖον οὐσιαστικὰ ἀποχαιρετᾷ τὸν τόπο. Μὲ γαλήνια πίκρα θυμᾶται τὰ ἀντίστοιχα βραδινά, τότε ποὺ (εἰς τὸ ἔαρ τοῦ βίου του) ἐρχόταν ἐδῶ. Ὅλα, φυσικά, ἔχουν τώρα ἀλλάξει. Ἀνέρχεται ἕνα δρομίσκον, καὶ χάνεται μέσα στὸ ἄλσος τῶν σχοίνων καὶ τῶν μυρσινῶν. «Ἡ πόλις δὲν μᾶς καλεῖ. Ἡ ἐρημία δὲν μᾶς διώκει», λέει εἰς ἑαυτόν. Βλέπει, τότε, ἀπὸ ψηλὰ τὸ νεκροταφεῖο τοῦ τόπου καὶ μελαγχολεῖ. «Ὤ, κοιμητήριον», ψιθυρίζει.
Μέσα στὴν ἄκρα ἐρημία, βαθεῖα σκιὰ ἁπλοῦται. Ἐξαίφνης, μέσα ἀπὸ ἐρείπιον ἀγροτικῆς οἰκίας, ἐξῆλθε μία ὄψις γραίας. Μία ἀπὸ τὶς ἀμέτρητες γραῖες τοῦ Παπαδιαμάντη, πάμπτωχη καὶ παντέρημη. Ὁ διάλογος ποὺ ἀκολουθεῖ δὲν ὑπερβαίνει τὶς δυὸ ἀράδες, καὶ εἶναι ἀπὸ τοὺς ὡραιότερους καὶ ἀρτιότερους τοῦ Παπαδιαμάντη:
- Βρίσκεσαι ἀκόμη, γριὰ Φλώρα; τῆς εἶπα ὡς ἐν ἐκστάσει.
- Δὲν μὲ λένε πλέον Φλώρα, παιδάκι μου, ἀπήντησε, μὲ λένε Λάβρα.
Λάβρα; Λαύρα; Φλώρα, ἢ Λάβρα;
Μοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ φθάσω στὸ σημεῖο αὐτὸ τοῦ διηγήματος χωρὶς νὰ συγκινηθῶ μέχρι δακρύων.
Ἐξ ἄλλου ἀντιλαμβάνομαι, τώρα πιά, πὼς γιὰ νὰ εἰσέλθουμε στὸν κόσμο τοῦ Παπαδιαμάντη, εἶναι ἀνάγκη νὰ διαθέτουμε τὸ ἀπαραίτητο ἔνδυμα. Αὐτός, ποὺ τριγυρνοῦσε ρακένδυτος, ἐπιχείρησε (ἐπὶ ματαίῳ, καθὼς ἀπέδειξαν μὲ τὰ λόγια τους μερικοὶ ἐπίσημοι γραμματικοί), νὰ μᾶς προειδοποιήσει:
Μερικοὶ λένε, πὼς τὸ Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ ἔγινεν ἀνθός, ἀφρὸς τοῦ κύματος. Κ᾿ ἡ Σπίθα ἐκείνη, ἡ φωτιὰ τοῦ πελάγου ποὺ εἶδες, Μάνο, εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ βασιλόπουλου, ποὺ ἔλυωσε, σβήστηκε στὰ σίδερα τῆς σκλαβιᾶς, καὶ κανεὶς δὲν τὴν βλέπει πιά, παρὰ μόνον ὅσοι ἦσαν καθαροὶ τὸν παλαιὸν καιρόν, καὶ οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι στὰ χρόνια μας.

http://www.papadiamantis.org/articles/51-worksofliterature/55-papademetrakopoulos#01 

 ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ ΑΘΗΝΑ 1985 Σελ. 555-559 
ΦΛΩΡΑ Ἢ ΛΑΒΡΑ
 Ὤ! πόσον μακρά, ἀτελείωτη αὐτὴ ἡ ἀμμουδιά! Ὅταν ἀναλογίζωμαι τὴν πορείαν μου, φεῦ, ἂς εἴπω, τὴν σταδιοδρομίαν μου, εἰς τὴν ζωήν, πάντοτε τὴν ἀμμουδιὰν αὐτὴν ἐνθυμοῦμαι.     Ἐπερπατοῦσα τὴν ἄμμον-ἄμμον, θερινὴν πρωίαν, πρὸς τὰς δυσμάς, ἐκεῖ ὅπου εἶναι σκιαὶ ἀκόμη― ὤ, τί αὔρα δροσερά! Ἐβουλιοῦσα μὲ τοὺς πόδας, ἀργοποροῦσα, ἐσκόνταφτα εἰς τὴν ἄμμον τὴν μαλακήν. Πότε εἰς τὴν ὑγράν, λεπτὴν ἄμμον ― ὤ, τί δροσιά, ὤ, τί γλύκα! ἐκεῖ ὅπου παίζει μὲ τὰς συχνὰς ἐφόδους τὸ κῦμα, παιδίον τοῦ γαλανοῦ πόντου νήπιον, χαϊδευμένον τῆς θαλάσσης μωρόν ― παίζει τὸ †τόμολο† ἢ τὸ σκλαβάκι. Νά, τώρα θὰ σὲ πιάσω! Νά, σ᾿ ἔπιασα! Ἔβρεχε μόλις τοὺς πόδας σου κ᾿ ἔφευγε. Δὲν ἦτο ἱκανὸν νὰ σὲ πιάσῃ, νὰ σὲ σύρῃ εἰς τὰ ἄντρα τῆς Γοργόνος, νὰ σὲ λικνίσῃ καὶ σὲ ἀποκοιμίσῃ μαλακά, νὰ σὲ παραπέμψῃ μαγευμένον εἰς τὰ αἰώνια βασίλεια τῆς Ἀμφιτρίτης. Ὤ! ποία θαλασσία ἀηδών, ψυχὴ πολυπαθὴς καὶ πολύτροπος, ἀκούεται νὰ κελαδῇ ἐκεῖ εἰς τὰ βάθη τοῦ πόντου. 
Πότε ἔφευγα τὴν γειτνίασιν τοῦ ἀτάκτου παιδίου, ἢ ἐζήτουν στερεώτερον πέδον εἰς τὴν ἄμμον τὴν χονδρήν, εἰς τὸ μεσαῖον στρῶμα ὅλου τοῦ πλάτους τῆς ἀμμουδιᾶς. Ἐκεῖ χαλίκια καὶ ὄστρακα καὶ φύκη ξηρά, καὶ γιαλόξυλα θαλασσοποτισμένα, ἐκβρασμένα ἀπὸ τὰς τρικυμίας τοῦ Εὔρου καὶ τοῦ Λιβός. Καὶ ἀνάμεσα εἰς τὰ φύκη καὶ τὰ ξύλα καὶ τὰ ὄστρακα, ράκη ἀπὸ δίκτυα καὶ φελλοί, καὶ σκασμένα στίλβοντα, ὡς ἀπολιθωμένα, μικρὰ ψαράκια. Καὶ ἀνάμεσα εἰς ὅλ᾿ αὐτά, τόπια καὶ πανάκια λευκά, πεταμένα, καὶ μάγια… 
Ἀνέλαβα ἓν ἐξ αὐτῶν ―καὶ μετέπειτα ἔνιψα ἑπτάκις τὴν χεῖρα εἰς τὸ κῦμα― καὶ τὸ ἔσχισα, νὰ ἰδῶ τί εἶχε μέσα. Ἦτον εἶδος τόπι, σφαῖρα ἀπὸ ὕφασμα πυκνὸν καὶ σφιχτόν. Περιεῖχε πανὶ καὶ κλωστήν, καὶ πάλιν πανὶ καὶ παραμέσα πάλιν ἄλλο πανὶ καὶ κλωστήν ― ὅμοια μὲ τὰ κυτία ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παρουσιάζει εἰς τοὺς χάσκοντας θεατὰς ὁ θαυματοποιός, κυτία μικρά, καὶ κυτία μικρότερα ἀλλεπάλληλα ἐπ᾿ ἄπειρον. Τί εἴδους φίλτρα νὰ ἐσήμαινεν ἆρα τοῦτο;
 Ἴσως τὰ φυλλοκάρδια, τὰ μύχια τοῦ ἐραστοῦ, ἐννόει νὰ τὰ δέσῃ ἡ κόρη, ὡς μὲ πανὶ καὶ κλωστήν, μὲ μόνον τ᾿ ὄνομα καὶ τὴν ἐνθύμησίν της ἐπ᾿ ἄπειρον. Καὶ ἡ κόρη, ἥτις ἐκατῴκει βέβαια εἰς τὸ ὕψος τοῦ βράχου ἐκείνου πρὸς ἀνατολάς, εἰς τὴν ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης, εἶχε ρίψει τὸ περίαπτον εἰς τὴν θάλασσαν διὰ νὰ τὴν μαγεύσῃ ― ἢ μᾶλλον μὲ τὴν ἐντολὴν ὅπως τὸ μεταβιβάσῃ αὕτη εἰς τὸν νέον τῶν ὀνείρων της, θαλασσινόν, ἀρμενίζοντα εἰς τὰ πικρὰ κύματα. Καὶ ἡ θάλασσα, ἄτρωτος εἰς τὰ μάγια, καὶ μὴ θέλουσα νὰ ἐπαγγέλλεται τὴν προμνήστριαν, τὸ ἐξέρασε μαζὶ μὲ τόσα ἄλλα περιττὰ πράγματα, καὶ τὸ παρέπεμψεν εἰς τὴν χονδρὴν ἄμμον. 
Πότε ἀνέβαινα εἰς τὴν ἄνω γραμμὴν τῆς ἀμμουδιᾶς, εἰς τὸ ἀκρινὸν στρῶμα. Ἐκεῖ, πέραν καὶ πέραν, εἰς ὅλον τὸ μῆκος τῆς παραθαλασσίας, φραγμοὶ ἀπὸ βάτους καὶ θάμνους ἀκανθοφόρους καὶ αἰγοκλήματα, ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ δίοδοι ὄχι ἀναίμακτοι ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, καὶ ἔσωθεν ἄμπελοι χύνουσαι ἄρωμα μέθης, μὲ τὸ ἡδυπαθὲς φύλλωμά των, καὶ σπάρτα ὠχρὰ καὶ ξανθὰ εἰς τὸν ἄνεμον, καὶ ἐλαιῶνες μὲ τὸ φαιὸν ἀειθαλὲς κράτος τοῦ στολισμοῦ των. Καὶ εἰς τὴν ἄκραν πρὸς δυσμὰς τὸ ρίζωμα τοῦ λόφου, καὶ εἶτα βουνὰ καὶ ἄλλα βουνὰ ἐκεῖθεν. Καὶ ἡ ἀμμουδιὰ ἡ ἀτελείωτη, ἐξηκολούθει ἀκόμη.
                                                                  * * * 
Ἔξω, ἀπὸ τοὺς μακρινοὺς κάμπους τῶν ὀψίμων καρπῶν, ὅπου εὑρίσκονται συνοικισμοὶ ζευγιτῶν καὶ γαιοκτημόνων, κατὰ διαστήματα ἐπὶ τῆς ἄμμου, ὁμάδες ἔρχονται, κατὰ τὸ πλεῖστον γυναικῶν καὶ παιδίων, μὲ ὑποζύγια φορτωμένα. Ἀνάγκη νὰ συμμορφώσῃ τις τὸ βῆμά του καὶ τὸν τρόπον του πρὸς τὰς ἕξεις καὶ τὰς προλήψεις τῶν ἀγροδιαίτων τούτων πλασμάτων. Εὐτυχῶς εἶναι ἀναπεπταμένον τὸ μέρος καὶ δὲν ἀπειλεῖται δυσάρεστόν τι ξάφνισμα ἢ σκιάξιμο, ὅπως δύναται νὰ συμβῇ εἰς σύνδενδρον, ἑλικοειδῆ δρόμον. Μακρόθεν ἅμα ἴδῃ τις τὰ βαδίζοντα συμπλέγματα, ὀφείλει νὰ δείξῃ ὅτι δὲν ἔρχεται κατεπάνω των, ἀλλὰ μὲ ἄνετον καὶ ἀργὸν μᾶλλον βῆμα, νὰ τηρῇ ἀπόστασιν καὶ κατεύθυνσιν ἄλλην, ἐν παρόδῳ στέλλων πόρρωθεν χαιρετισμόν, ἐὰν ἀντιληφθῇ τις καὶ νοήσῃ ὅτι αἱ χωρικαὶ εἶναι γραῖαι ἢ μητέρες τέκνων· ἐὰν ὅμως εἶναι δειλαὶ παρθένοι, τὸ ἀσφαλέστερον εἶναι ν᾿ ἀπέχῃ τις. 
                                                                        * * *
 Ἐκεῖ, εἰς τὸ ἀνώτερον στρῶμα τῆς ἀμμουδιᾶς, ὄχι πλέον ἄμμος, ἀλλὰ χῶμα. Καὶ ἴχνη παλαιῶν ρευμάτων ἀπεξηραμμένων. Ἄλλοτε, εἰς τὸ ἔαρ τοῦ βίου μου, ἠρχόμην πολλάκις τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν Μεγάλην Ἀμμουδιάν. Κ᾿ ἐδῶ ρεύματα, καὶ χείμαρροι, καὶ φλέβες νεροῦ καὶ ρυάκια διέσχιζον τὴν ἄμμον. Τώρα, μετὰ τόσων παλαιῶν ἐνιαυτῶν μακρὰν ξενιτείαν, εἰς τὸ φθινόπωρον αὐτὸ τῆς ζωῆς, ἔρχομαι ἐδῶ τὴν πρωίαν. Τί ἔγιναν τὰ ρεύματα, τὰ ρυάκια, τὰ νάματα τὰ δροσερά, ὅσα κατήρχοντο ἀπὸ τοὺς λόφους καὶ διέσχιζον τὴν ἄμμον; Τί ἔγιναν αἱ πηγαὶ καὶ τὰ νάματα τῆς νεότητος, τὰ ὁποῖα ἀνέβλυζόν ποτε καὶ ἐδρόσιζον τὴν ψυχήν μου; 
Ἐκεῖ, εἰς τὴν ἄκραν, ἡ Μεγάλη Ἀμμουδιὰ κόπτεται ἀπὸ μίαν προβλῆτα κρημνώδη ἀκτὴν πρὸς τὸν αἰγιαλόν. Πέραν αὐτῆς ἀρχίζει ἄλλη ἀμμουδιά, εἶτα νέα ἀκτὴ προβάλλει εἰς τὸ κῦμα, εἶτα πάλιν ἀμμουδιά, μαλακὴ ἀγκάλη, καὶ τέλος ἀκρωτήρια καὶ βράχοι κρημνώδεις. Ἐκεῖ, εἰς τὸ ρίζωμα τοῦ λόφου, πρὶν φθάσωμεν εἰς τὴν πρώτην μικρὰν προβλῆτα, δρομίσκος τερπνός, πλάγιος ἀνέρπει μέσῳ τῶν θάμνων· ὁ τόπος ὅλος μοσκοβολᾷ ἀπὸ μυρσίνας καὶ ἠχολογεῖ ἀπὸ ἀναβάτας τῶν δένδρων τέττιγας, καὶ τὸ ᾆσμα τῶν σπίνων καὶ κοσσύφων μαγεύει καὶ ζωντανεύει ὅλον τὸ δάσος. Πρέπει νὰ ἀνέλθωμεν τὸν δρομίσκον αὐτόν. Ἡ πόλις δὲν μᾶς καλεῖ. Ἡ ἐρημία δὲν μᾶς διώκει.
 Ἂς ἀνέλθωμεν. Ἀνάμεσα εἰς τὸ ἄλσος τῶν σχοίνων καὶ τῶν μυρσινῶν, εἰς τὰ ἐκτυλισσόμενα ἀλλεπαλλήλως τοπία, εἰς τὰ πλάγια καὶ τὰς κλιτῦς τῶν κοιλάδων, παντοῦ βλέπω καὶ ἀκούω χωρικοὺς νὰ ἐργάζωνται. Μονήρης, φεῦ! ἄεργος περιπατητής, μὲ ἀληθῆ συστολὴν καὶ ταπείνωσιν αἰσθάνεται ἑαυτὸν ἐκτοπισμένον εἰς τὴν ἐρημίαν, ὅπως καὶ εἰς τὴν πόλιν. Διατί νὰ μὴν εἶναί τις ζευγηλάτης, γεωργός, ἡμεροδουλευτής; Ἀλλοίμονον, πολὺ ἀργά! 
Ἠρέμα καὶ βραδέως ἀνέρχομαι. Εὑρίσκομαι αἴφνης μετάρσιος εἰς ὕψος, ὁπόθεν βλέπω τὸν μακρὸν αἰγιαλὸν ὅλον, καὶ τὸν ἔρημον πλοίων μεσημβρινὸν κόλπον, καὶ τὰ νησιὰ κατέμπροσθέν των φαιοπράσινα, καὶ τὰ νῶτα τῆς πόλεως ἐρειδόμενα ἐπὶ ὑψηλοῦ βράχου, καὶ τὸ κοιμητήριον ἐπὶ τῆς ἐντεῦθεν ἀποκρήμνου ἀκτῆς, ὄπισθεν τῆς δυσμικῆς ἐσχατιᾶς ταύτης. Ὤ, κοιμητήριον! Ἀπὸ ὅλας τὰς τόσας σκοπιὰς καὶ περιωπὰς τὰς ὑπερκειμένας τῆς θαλάσσης, σὺ μόνον βλέπεις μὲ ἀπτόητον διαυγὲς ὄμμα τὰ παρελθόντα καὶ τὰ μέλλοντα καὶ δὲν τὰ λέγεις! Τέλος, ἀφοῦ κατῆλθον εἰς τὸ βάθος τῆς κοιλάδος, ἔφθασα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς δευτέρας ἀμμουδιᾶς. Ἐστάθην εἰς τὸ βάθος, ὅπου κατήρχετο ρεῦμα. Ἰδοὺ τέλος ἓν ρεῦμα! Ἀνάμεσα εἰς τὴν μελῳδίαν τῶν κλώνων τῶν πευκῶν, σειομένων εἰς τὴν πρωινὴν αὔραν, καὶ εἰς τὸν ψίθυρον τοῦ νεροῦ εἰς τὴν κοίτην του, ἐμορμύριζε βαθὺ μυστήριον. 
Ἦτο ἄκρα ἐρημία. Βαθεῖα σκιὰ ἡπλοῦτο. Μία σκαπάνη γεωργοῦ ἠκούετο μελαγχολικῶς ἠχοῦσα μακράν, καὶ ἀντήχει εἰς τὸ στέρνον μου ὁ κτύπος. Ἐκεῖ ἀπὸ τὴν ἄμμον ἓν ὅραμα ἀνέβη. Μέσα ἀπὸ ἐρείπιον ἀγροτικῆς οἰκίας, ἐξῆλθε μία ὄψις γραίας. Κυρτή, μὲ μαύρην μανδήλαν, ἐκράτει δέσμην λεπτῶν ξηροκλάδων ἐπὶ τοῦ ὤμου τοῦ ἀριστεροῦ. Μὲ ἀνασηκωμένα τὰ κράσπεδα τῆς πενιχρᾶς ποδιᾶς της, καὶ ἀνυπόδητος. 
Μία πτωχὴ γραῖα κουβαλοῦσα ξύλα ἐπὶ τοῦ ὤμου… Ἀλλ᾿ ὄχι! ἦτο Μοῖρα. 
Δὲν τὴν εἶχα ἰδεῖ ἀπὸ τριάκοντα ἐτῶν, ὅταν ἤμην παιδίον. Αὐτὴ δὲ ἦτο καὶ τότε γραῖα καὶ τώρα γραῖα. Ἐντούτοις τὴν ἀνεγνώρισα.
― Βρίσκεσαι ἀκόμη, γρια-Φλώρα; τῆς εἶπα ὡς ἐν ἐκστάσει. 
― Δὲν μὲ λένε πλέον Φλώρα, παιδάκι μου, ἀπήντησε· μὲ λένε Λάβρα.
 Λαύρα; Ἔλεγε τάχα τὸ ὄνομα τῆς Δάφνης τὸ λατινικόν, τὸ ὄνομα σεμνοῦ ἐνδιαιτήματος μοναχοῦ, ἢ τὸ ὄνομα τῆς ἐρωμένης τοῦ Πετράρχα; Πλὴν ἐκείνη ἔλεγε Λάβρα, κ᾿ ἐνόει βέβαια τὴν φλόγα τῆς καρδίας της. Ἐν ἀλλοφροσύνῃ τὸ ὄμμα μου ἀπεσπάσθη πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τῆς γραίας, κ᾿ ἔπεσεν ἐπὶ τοῦ ἐρειπίου ἐκείνου τοῦ παλαιοῦ οἰκίσκου. Φαίνεται ὅτι εἶχα μίαν ἀνάμνησιν, μεμακρυσμένον ὅραμα τῆς παιδικῆς ἡλικίας, ἓν ὄνειρον, ἢ ἓν ὄνομα. 
― Αὐτὸ τὸ χάλασμα ποὺ βλέπεις παιδί μου, εἶπεν ἡ γραῖα ὡς νὰ ἐμάντευσε τὴν ἀπορίαν μου, εἶναι «τοῦ Βασιλιᾶ τὸ σπίτι». 
Ἄ, ναί, τώρα ἐνθυμοῦμαι. Ὅταν ἤμεθα παιδία, μᾶς ὡδήγει συχνὰ ὁ δάσκαλος διὰ νὰ κολυμβῶμεν εἰς τὴν πρώτην ἐκεῖθεν ἐσχατιὰν τοῦ αἰγιαλοῦ ― εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀμμουδιᾶς τῆς μεγάλης. Ἐκεῖθεν ἀγναντεύαμεν μακρὰν πρὸς τὴν ἀγκάλην αὐτὴν τοῦ μικροῦ αἰγιαλοῦ, ἐντεῦθεν τῆς πρώτης ἀκτῆς, ἓν λευκὸν ὄνειρον, ἓν ὡραῖον σπιτάκι, γλυκεῖαν καὶ ποθητὴν καλιὰν ἐν μέσῳ παραδεισίου πρασινάδας, εἰς τὸ χεῖλος τῆς ἄμμου, τοῦ αἰγιαλοῦ, εἰς τὸ φίλημα τοῦ κύματος. Ὁ λευκὸς οἰκίσκος καὶ ἡ ἐξοχὴ ἐκείνη ἐκαλεῖτο «στοῦ Βασιλιᾶ». Διατί ἆρα; Ὁ γέρων φουστανελοφόρος, ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μικροῦ τοπίου, ἐκαλεῖτο καὶ αὐτὸς γερο-Βασιλιάς. Ἀλλ᾿ ἀγνοῶ ἂν τὸ κτῆμα ὠνομάσθη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον ἢ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ κτῆμα.
 Ἐλαχταρούσαμεν τότε ὡς παιδία νὰ ἐκτείνωμεν ἕως τὸ μέρος αὐτὸ τοὺς περιπάτους μας διὰ ν᾿ ἀπολαύσωμεν τὸ ὄνειρον, τὴν μαγείαν. Ἀλλ᾿ ὁ δάσκαλος δὲν ἐπέτρεπε. Τώρα, ὅταν μετὰ τόσα μακρὰ ἔτη ἀσκόπως καὶ ἀμνήμων ἦλθον ἕως ἐδῶ, τώρα ἐξέλιπε πλέον τὸ λευκόν, τὸ περιπόθητον ὄνειρον, τὸ ὁποῖον ἐσάλευε ποτὲ μεταξὺ φάσματος καὶ ὑπαρκτοῦ, μεταξὺ ἄμμου καὶ θαλάσσης. Καὶ βλέπω αὐτὸ τὸ μαυρισμένον ἐρείπιον, τὸ χάλασμα, τὸ κατάλυμα τοῦ χρόνου καὶ τῶν ἀνέμων, ἔσωθεν τοῦ ὁποίου εἶχε φανῆ ὅτι ἐξῆλθεν ἡ γραῖα αὐτή, ἄλλο ἐρείπιον ζῶν καὶ κινούμενον, διὰ νὰ μοὶ ἐνθυμίσῃ τὸ ὄνομα τοῦ παλαιοῦ ὀνείρου, διὰ νὰ τὸ μνημονεύσῃ, αὐτὸ τὸ θαμμένον ὄνειρον. Ἄ! ἐνθυμοῦμαι, ἔμαθα. Ἡ γραῖα αὕτη ἦτον «χαροκαμένη» καὶ δυστυχής. Εἶχε θάψει ὅλα τὰ τέκνα της, καὶ αὐτὴ ἐπέζη ἀκόμη… Καὶ δὲν ἐκαλεῖτο πλέον Φλώρα, ἀλλὰ Λάβρα. (1925) 

http://papadiamantis.org/works/58-narration/418-04-68-flwra-h-layra-1925

Κυριακή, Οκτωβρίου 20, 2013

ΧΑΝΝΑ ΑΡΕΝΤ



«Η προσπάθεια κατανόησης δεν είναι το ίδιο με τη συγχώρεση. Το βλέπω ως ευθύνη μου να καταλάβω.» 
Τα λόγια αυτά είναι από την ομιλία της Χάννα Άρεντ στους φοιτητές του πανεπιστημίου στο τέλος της ταινίας.
Τι είναι αυτό που μετατρέπει συνηθισμένους ανθρώπους σε όργανα του ολοκληρωτισμού;
Στο ερώτημα αυτό προσπαθεί ν'απαντήσει η Χάννα Άρεντ στο βιβλίο της "Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ". Και η φον Τρόττα  τι προσπαθεί να μας παρουσιάσει σ'αυτήν την ταινία; 
Να υπερασπίσει την ανάγκη της  Άρεντ  να κατανοήσει. Αυτήν την ανάγκη της κατανόησης να την δημοσιεύσει. Να την κάνει δημόσια, ορατή. Να κριθεί, να αμφισβητηθεί, να αξιολογηθεί. Αλλά όχι μόνο αυτό. Να κινηματογραφήσει την αντιμετώπισή της από τους πανεπιστημιακούς εβραικούς κύκλους,  που δεν καταλαβαίνουν, ή δεν θέλουν να καταλάβουν, αυτήν την προσπάθεια, κρίνοντας τα κείμενά της με τα κριτήρια των φοβικών ανακλάσεων της εθνικής συνείδησης.
Η ανάγκη της Άρεντ να δει πίσω από την κοινή ομολογία, την κοινή θέση, το βλέμμα, τελικά, της εξουσιαστικής φυλετικής ομοψυχίας, είναι ο βασικός πυρήνας της ταινίας, αλλά και ελευθερία της να υπερασπιστεί τα συμπεράσματά της.
Τα υπόλοιπα στο βιβλίο "Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ" μετάφραση Βασίλης Τομανάς εκδόσεις "Νησίδες".


Δευτέρα, Οκτωβρίου 14, 2013

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Έκλεισε τα μάτια. «Ήτο αι βαθείαι ώραι» της μεταβιβάσεως. Έξω, ακούστηκε ο θόρυβος από το ποδήλατό της που απομακρυνόταν. Ένα πουλί φτερούγισε πάνω από το κεφάλι του. Άπλωσε το πόδι του, διστακτικά, στο κύμα. Βρισκόταν σε καλό δρόμο. Έφτιαξε το μαξιλάρι του, γύρισε το σώμα του,  ώστε η πλάτη του να κοιτάζει προς το παράθυρο, και αποκοιμήθηκε. 


Ο πίνακας είναι του John Singer Sargent "male model resting"1895

Τρίτη, Οκτωβρίου 08, 2013

ΜΙΑ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ


Έριξε μια επιτιμητική ματιά στην κοιλιά μου, στην οποία αναπαυόταν ο προσφάτως καταναλωθείς μόσχος, ο σιτευτός, τροποποιημένος σε γευστική απόλαυση από τον επιμελή και φέρελπι μάγειρα Κωνσταντίνο, κοίταξε με την άκρη του ματιού, φευγαλέα, την δική του, χαμογέλασε ικανοποιημένος - αποφεύγω να γράψω ότι δύο ίχνη γελαστικού μορφασμού εφαίνοντο ακόμη περί το στόμα του μη φανεί ότι αντιγράφω - δείγμα, προφανώς, της σωματικής υπεροχής του, εκτός των άλλων, απέναντι μου, και βάδισε, περίφροντις, με σταθερά, σίγουρα βήματα, ως το ευτυχέστερον, υπό τον τεχνητό φωτισμό των λαμπτήρων, ανθρωπάριο, προς την έξοδο.

Balthus "The room" 1953http://www.wikipaintings.org/en/balthus/the-room