Πέμπτη, Μαΐου 28, 2015

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ



ΑΝΑΜΝΗΣΗ

Μια ζεστή μυρωδιά είχε απομείνει στις μασχάλες τού
         πανωφοριού της.
Το πανωφόρι στην κρεμάστρα του διαδρόμου σαν κλει-
         σμένη κουρτίνα.
Ό,τι γινόταν πια, είταν σ’άλλο χρόνο. Το φως άλ-
          λαζε πρόσωπα,
όλα άγνωστα. Κι αν κάποιος έκανε να μπει στο σπίτι
εκείνο τ’άδειο πανωφόρι σήκωνε αργά, πικραμένα τα
χέρια του
Κ’έκλεινε σιωπηλά ξανά την πόρτα.


ΤΟ ΑΛΛΟΘΙ

Κοιτάχτηκε στη σκοτεινή βιτρίνα του απόμερου δρόμου
κ’έτσι, καθώς τη χτυπούσε απ’τη μια το πρωινό φως,
κι απ’την άλλη το πικρό της χαμόγελο,
φάνηκαν οι βαθιές ρυτίδες πλάι στα μάτια της.
«Γερνάω», είπε· κ’ένιωσε μια γλυκειά παράλυση στα
μέλη της.
Άνοιξε τότε την τσάντα της να βάλει μιαν ελεημοσύνη
στην παλάμη του επαίτη. Όμως κανένας επαίτης
δε φαινόταν στο δρόμο. Διέκρινε μες στη βιτρίνα
την ίδια της χειρονομία-πιθανόν μια αντιστροφή,
μια αθώα, ευγενική αυταπάτη-ίσως κι απάτη-
και χαμογέλασε πάλι στο φάσμα της. Έβγαλε τότε
τη χτένα της
και χτενιζόταν ήσυχη, βεβαία, για ένα άλλοθι.
Αν δεν υπήρχε πια ένας δρόμος για πιο εδώ η πιο
πέρα,
υπήρχαν στο βάθος της σκοτεινής βιτρίνας οι φωτισμέ-
νες ρυτίδες της
σαν μια μικρή, όρθια σκάλα. Μπορούσε ν’ανέβει.
Αν όμως πίσω απ’το τσάμι, πίσω απ’το
είδωλό της

παρατηρούσε αόρατος ο υπάλληλος του καταστήματος;

Κυριακή, Μαΐου 24, 2015

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΜΟΥ


Η δουλειά μου είναι να μεταφέρω κουπόνια.  Είμαι, λοιπόν, ένας κουπονοφόρος.
Ο κουπονόδρομος, έτσι τον ονόμασα,  που στεγάζονται τα γραφεία στα οποία μεταφέρω τα κουπόνια, δεν είναι μακρύς, περίπου χίλια μέτρα και κάτι ψιλά, αλλά επειδή τον διανύω κάθε μέρα, μπορώ να χαρακτηριστώ κουπονοδρόμος. Το τμήμα του δρόμου ανήκει αποκλειστικά στην κουπονομεταφορική εταιρεία στην οποία  εργάζομαι. Δουλεύω στον «Ταχυκουπονοδρομέα», περίπου δύο χρόνια. Τα κουπονοδρομεία της χώρας με τη γραφειοκρατική τους δομή παραχώρησαν επαγγελματικό χώρο στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Έτσι  μεγάλο μερίδιο της αγοράς το κατέκτησαν οι κουπονομεταφορικές εταιρίες. Η δουλειά μου, αν και φαίνεται, δεν είναι βαρετή. Παίρνω τα κουπόνια από το γραφείο «Το κουπονάκι» πχ, που βρίσκεται στον κουπονόδρομο και τα μεταφέρω στο λογιστήριο, επί της ιδίας οδού, όπου γίνεται το μέτρημά τους. Φεύγω και επιστρέφω στο γραφείο μου. Περιμένω να με καλέσουν από τα άλλα κουπονογραφεία επαναλαμβάνοντας την ίδια διαδρομή σε όλη τη διάρκεια του οχταώρου μου. Η κουπονοδιαδρομή  έχει γίνει μέρος της ζωή μου, αλλά οι ευκαιρίες επαγγελματικής εξέλιξης είναι μεγάλες. Αρκεί να είσαι συνεπής, εργατικός και έντιμος.
 Πιστέψτε με, σας μιλά ένας κουπονοσοφιστής.

Το έργο είναι του Paul Feeley

Παρασκευή, Μαΐου 22, 2015

WHITE GOD




Μετά από αρκετές φάπες μια ταινία βάλσαμο.

Δευτέρα, Μαΐου 18, 2015

Ο ΑΛΙΜΕΝΤΑ


Ο μάγος Αλιμέντα ήταν ο πιο διάσημος μάγος της εποχής του. Η φήμη του είχε εξαπλωθεί σ’όλο τον κόσμο, και οι προσκλήσεις για παραστάσεις στα πιο απόμακρα μέρη της γης ήταν αμέτρητες.
Ο μάγος Αλιμέντα μπορούσε, γι’αυτό ξεχώριζε από τους άλλους μάγους της εποχής του, να σηκώσει έναν ελέφαντα από τη γη, να τον κάνει να πετάξει, τουλάχιστον τέσσερα – πέντε μέτρα από το έδαφος, για δύο τρία λεπτά πτήσης. Να μετατρέψει ένα αυγό βραστό σε τηγανιτό και αντίστροφα. Να κρεμαστεί από το μικρό δάχτυλο ενός δίχρονου παιδιού και να τραμπαλιστεί για όση ώρα διαρκούσε η μουσική ή το ρυθμικό χειροκρότημα των θεατών. Να εξαφανίσει τις Πέμπτες από το ημερολόγιο του χρόνου, χωρίς καμία επίπτωση στην κοινωνική ζωή. Να μιλάει χωρίς να χρησιμοποιεί το κατηγορούμενο και να γίνεται κατανοητός από όλους τους συνομιλητές του. Μπορούσε επίσης να σταθεί διπλωμένος κάτω από ένα αναποδογυρισμένο ποτήρι του Μartini για τέσσερα λεπτά. Ο μάγος Αλιμέντα  έτρεχε τα 100 μέτρα σε 7,56 δευτερόλεπτα, καθ’όλη τη διάρκεια του βίου του, ενώ τα 70 πρώτα μέτρα είχαν χρονομετρηθεί στα 6,42 δευτερόλεπτα. Αρκούσαν ένα δευτερόλεπτο και δεκατέσσερα  δεύτερα για να διανύσει τα τελευταία τριάντα μέτρα.
Φημολογείται ότι σε μια ιδιωτική παράσταση για τον πρωθυπουργό της χώρας, παρουσία της οικογένειά του, της γυναίκας του και των δύο παιδιών του, κατάφερε να περάσει από τη τρύπα μια βελόνας. Το γεγονός ούτε επιβεβαιώθηκε ούτε διαψεύστηκε.
Αυτό όμως που δεν κατάφερε ν' αποφύγει, εν είδει μαγικού εξαγνισμού, ήταν η απαράβατη αρχή της θνητότητάς του. Τις έσχατες στιγμές  των στοχασμών του, παραδεχόταν ενώπιον των λιγοστών φίλων του, ότι οι μαγικές του ικανότητες δεν ήταν αρκετά ικανές να ξεγελάσουν τη φθορά του χρόνου, αν και προσπάθησε κάποιες φορές να το επιτύχει. 
Σ’έναν από τους στοχαστικούς περιπάτους του στην εξοχή, που συνήθιζε να κάνει τις ελεύθερες ώρες του, το βλέμμα του στάθηκε σ’ ένα φύλλο πεσμένο από τον ουρανό. Ο Αλιμέντα μπόρεσε να το ξεχωρίσει ανάμεσα στα χιλιάδες πεσμένα φύλλα του φθινοπώρου. Γνώριζε ότι  κάθε φύλλο από τον ουρανό ήταν μια επιθυμία του Θεού. Είχε και ο Θεός επιθυμίες, που διέφεραν από τις ανθρώπινες, όχι μόνο επειδή ήταν Θεϊκές, αλλά γιατί μπορούσαν να πραγματοποιηθούν χωρίς καμία άλλη μεσολάβηση. Ο Αλιμέντα το πήρε στα χέρια του, το αποκρυπτογράφησε και  το έστειλε φυσώντας το ξανά στον ουρανό. Το φυλλαράκι παρασυρμένο από ένα ξαφνικό άνεμο που έβγαινε από το στόμα του Αλιμέντα, αλλά ουσιαστικά βαθιά από το στήθος του, χάθηκε στο απέραντο γαλάζιο, δίχως κάποιος από τους περιπατητές να το αντιληφθεί.
Το γεγονός δεν ξέρω αν σχετίζεται με το τραγικό και απρόβλεπτο τέλος του Αλιμέντα. Το συμπέρασμα δικό σας. Εγώ απλά  αναφέρω ότι ο Αλιμέντα χάθηκε στα σκοτεινά, ζοφερά νερά της Μάγχης, όταν προσπάθησε να διαπλεύσει το στενό πάνω σ’ένα φύλλο δάφνης. Μετά από πεντέμιση μίλια ο Αλιμέντα χάθηκε στο βυθό του  καναλιού χωρίς το σώμα του να βρεθεί ποτέ.

Ο πίνακας "The magician" είναι του Rene Magritte

Πέμπτη, Μαΐου 14, 2015

ΑΣΤΕΙΟ


Ευτυχώς, εδώ έχουμε αρτιμελή αφηγηματικό λόγο και επινόηση. Αρκετά για να συνυπάρξουν με την προσωπική μας περιπέτεια. 

Κυριακή, Μαΐου 10, 2015

ΣΧΟΛΙΟ ΠΑΝΩ Σ' ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ


Το διήγημα «Αστυνομικό διήγημα» αντλεί το περιεχόμενό του από το συμπέρασμα του επιθεωρητή Πιερ Ωγκρατέν, ο οποίος, μετά από ενδελεχή έρευνα επτά μηνών, έγραψε στο πόρισμά του προς το διευθυντή ασφαλείας του αστυνομικού τμήματος στο οποίο υπηρετούσε.
«Ο δολοφόνος είναι αθώος».


Ο πίνακας "Portrait of Pierre Broodcoorens" είναι του Rene Magritte


Πέμπτη, Μαΐου 07, 2015

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ


Ο δολοφόνος ήταν αθώος.



Ο πίνακας "The murderer in the Lane " είναι του Edvar Munch

Τρίτη, Μαΐου 05, 2015

ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΠΟΔΗΛΑΤΟ


Τι να κάνουμε; Αυτή είναι η λογοτεχνία μας.
Θεματικά συντηρητική, γλωσσικά επιτηδευμένη, υφολογικά στεγνή, αφηγηματικά υπνοφόρα.

Πέμπτη, Απριλίου 30, 2015

ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΜΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ


 «Ο αγώνας ακυρώνεται λόγω ενοχλήσεων στην καρδιά ενός εκ των συμμετεχόντων», έγραφε η ανακοίνωση στο τζάμι του πρακτορείου στοιχημάτων.
Έξαλλος από οργή μπήκα μέσα και ρώτησα τοv Μπάμπη που στεκόταν πίσω από τον πάγκο στην αναπηρική του καρέκλα.
-Αληθεύει; τον ρώτησα.
-Ποιο; ρώτησε και κείνος.
-Η ανακοίνωση, είπα κοφτά.
-Αληθεύει, απάντησε κι αυτός κοφτά.
Δίχως να πω άλλη λέξη βγήκα από το μαγαζί, αποφασισμένος να τραβήξω την πόρτα με δύναμη πίσω μου, αλλά εκείνη ήταν σφηνωμένη με προστατευτικό γάντζο που την εμπόδιζε να κλείνει, έτσι ώστε το μόνο που έμεινε από την αποφασιστικότητά μου ήταν να τρανταχτεί βίαια και να παραμείνει στη θέση της. Βγήκα στο δρόμο και τράβηξα για το χωράφι του Δημάκη. Τα νεύρα μου ήταν τεντωμένα. Μέχρι να φτάσω στη φωλιά τους κλότσησα δυο τρεις απ’ αυτές, καταστρέφοντάς τες. Παράπλευρες απώλειες, σκέφτηκα και συνέχισα. Έφτασα στη δική του φωλιά στην άκρη μιας ελιάς. Δύο μερμήγκια κουβαλούσαν, νωχελικά, ένα κλαδάκι σε άγνωστη κατεύθυνση. «Είναι μέσα ο Θανάσης ο Μέρμηγκας;», ρώτησα. «Ναι, μέσα είναι», απάντησαν και τα δυο με μια φωνή, συγχρονισμένα, πράγμα που με εξέπληξε.
-Πέστε του να βγει έξω, απαίτησα.
-Θανάση, κάποιος σε ζητάει, είπε το ένα από τα δύο μερμήγκια, βάζοντας το κεφάλι του μέσα στην τρύπα.
-Ποιος με ζητάει;
-Δεν ξέρω, είπε το μερμήγκι. Φαίνεται σε αυτόν μιλούσε μόνο ένα από τα δύο.
-Καλά, έρχομαι.
Ο Θανάσης μετά από λίγο φάνηκε στην άκρη της τρύπας.
-Εσύ είσαι ο Θανάσης ο Μέρμηγκας; ρώτησα για επιβεβαίωση.
Ναι, εγώ είμαι. Τι με θέλεις;
Έβγαλα το όπλο και τον σημάδεψα στο κεφάλι. Το πρόσωπό του άλλαξε χρώμα. Χλώμιασε και μερικές σταγόνες ιδρώτα άρχισαν να σχηματίζονται στο μέτωπό του. Τον πυροβόλησα δυο φορές στο πρόσωπο. Τα μυαλά του τινάχτηκαν στον αέρα και σκορπίστηκαν στο χώμα.
-Αυτό για να μην κοροϊδεύετε αυτούς που σας εμπιστεύτηκαν, ψιθύρισα, ενώ τα δυο μερμήγκια έτρεχαν να προφυλαχτούν πίσω από ένα δέντρο.


Ο πίνακας "The ants" είναι του Salvador Dali





Δευτέρα, Απριλίου 27, 2015

A GIRL WALKS HOME ALONE AT NIGHT



Ένα βαμπίρ πάνω σε skateboard; Ή ένα "Middle Eastern feminist vampire romance"; Ή ένα βραδινό spaghetti western; Η μια απλή ιστορία αγάπης; ; Ή ένα νεο-νουάρ φιλμ; 
 Δεν ξέρω, το μόνο που μένει είναι η ικανοποίηση ότι υπάρχει. Ευτυχώς. Για να μας θυμίζει ότι υπάρχει ελπίδα.

Πέμπτη, Απριλίου 23, 2015

ΠΡΟΣΘΗΚΗ


Να προστεθεί στην προηγούμενη ανάρτηση ότι «ένα μεταθανάτιο μελαγχολικό ανθάκι φύτρωσε στην άκρη των χειλιών του με  μορφή  σαλιωμένου αίματος.»
Το κείμενο θα γίνει ως εξής:

"Άνοιξε το φάκελο που ήταν τοποθετημένος στο γραφείο του. Ήταν το πρώτο πράγμα που παρατήρησε μπαίνοντας σπίτι του. "Μην κάνεις καμιά κίνηση, στάσου ακίνητος", διάβασε.
Μετά από δυο ώρες ακινησίας μια σφαίρα καρφώθηκε στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Έπεσε μπροστά, πειθαρχώντας σε μια κόκκινη κηλίδα αίματος που ζωγραφίστηκε στο σώμα του. Ένα μεταθανάτιο μελαγχολικό ανθάκι φύτρωσε στην άκρη των χειλιών του με  μορφή  σαλιωμένου αίματος. Είχε κάνει το μοιραίο λάθος."

Τρίτη, Απριλίου 21, 2015

ΤΟ ΜΟΙΡΑΙΟ ΛΑΘΟΣ


Άνοιξε το φάκελο που ήταν τοποθετημένος στο γραφείο του. Ήταν το πρώτο πράγμα που παρατήρησε μπαίνοντας σπίτι του. "Μην κάνεις καμιά κίνηση, στάσου ακίνητος", διάβασε.
Μετά από δυο ώρες ακινησίας μια σφαίρα καρφώθηκε στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Έπεσε μπροστά, πειθαρχώντας σε μια κόκκινη κηλίδα αίματος που ζωγραφίστηκε στο σώμα του. Είχε κάνει το μοιραίο λάθος.


Το έργο "Green and purple Painting with Blue Disc: May 1960" είναι του Patrick Heron

Τρίτη, Απριλίου 14, 2015

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΙΚΟΛΑΣ


-Μαμά, μαμά την έλεγε ακόμα και τώρα που πάτησε τα σαράντα, βρήκα ένα νεκρό στο φλιτζάνι μου με το τσάι!
-Μα τι έχεις πάθει Νικόλα, προχθές μας έλεγες ότι βρήκες αυγά τηγανιτά στις κάλτσες σου. Το άλλο με τον Περπέρογλου στο λεωφορείο, το ξέχασες; Την Τετάρτη που σου τηλεφώνησε ο πατέρας σου, του είπες ότι ο Περπέρογλου πήρε τη θέση σου στο λεωφορείο, αν και είχες προτεραιότητα. Ναι, ο αθλητής. Ξέρεις, βέβαια, ότι ο παίζει μπάσκετ στην Τουρκία, αλλά το παραβλέπω. Αλλά ο Περπέρογλου σε λεωφορείο; Ανησυχώ, μαζί και ο πατέρας σου. Προσπάθησε να συγκεντρωθείς, σε παρακαλώ.
Ο Νικόλας έκλεισε το τηλέφωνο, απογοητευμένος από μια ακόμη απόρριψη,  έλυσε τον Loucarno από το πόδι της αράχνης, που τον είχε δεμένο όση ώρα τηλεφωνούσε, και βγήκαν για την βραδινή τους βόλτα.

Το έργο "RM 669" είναι του Doug Wheeler 


Τρίτη, Απριλίου 07, 2015

ΟΤΑΝ Ο ΜΑΞ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΗ ΡΟΖ



Έπρεπε να στρίψεις τη Βαλαωρίτου για να σε συναντήσω. Με τα μαλλάκια σου όμορφα χτενισμένα απ’ το αεράκι και το παλτό σου να φτερουγίζει στον άνεμο. 
Το πόδι σου πάντα κρεμασμένο απ’το παράθυρο του μυαλού μου, έτοιμη να πηδήξεις στο κενό της λήθης.

Τα ίδια πάθη παντού. 

Κυριακή, Απριλίου 05, 2015

10000 Km




Μπορεί η τεχνολογία ν'αντικαταστήσει την ανθρώπινη επικοινωνία; Μπορεί να διατηρηθεί η αγάπη δύο ανθρώπων όταν βρίσκονται μακριά; Η τεχνολογία μειώνει την απόσταση; Ο χώρος μεταφέρεται από την εικόνα ενός υπολογιστή, ο έρωτας και το πάθος όμως; Όταν δύο ερωτευμένοι δεν είναι κοντά σκέφτονται διαφορετικά; Μήπως όταν είμαστε δίπλα στο αγαπημένο μας πρόσωπο δεν είμαστε αυτό που δείχνουμε; Μήπως χρειαζόμαστε τον χώρο και το χρόνο για να επιβεβαιώσουμε ή ν'αναθεωρήσουμε τις αποφάσεις μας ;
Αυτά και άλλα πολλά σ'αυτήν την υπέροχη ταινία των τριών πρωταγωνιστών: Ενός ζευγαριού και του υπολογιστή τους.

Δευτέρα, Μαρτίου 30, 2015

Η ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΩΝ ΣΚΥΛΩΝ


Γνώριζα, πριν διαβάσω το βιβλίο, ότι ο Κώστας Μαυρουδής είναι σπουδαίος λογοτέχνης. Έχω διαβάσει αρκετά βιβλία του ώστε είμαι βέβαιος πως κάθε καινούργιο βιβλίο του  ανανεώνει την άποψή μου για την αφηγηματική ικανότητά του. Βέβαια υποψιαζόμουν για ένα λόγο, όχι απροσδιόριστο, αλλά εξ αιτίας της αφηγηματικής ωριμότητάς του, στην οποία οδηγούσε η ανανεούμενη συγγραφική του εξέλιξη ότι το τελευταίο βιβλίο του  θα ήταν η συμπύκνωση της συγγραφικής πορείας του. Η κορύφωση του αφηγηματικού λόγου του. Λοιπόν, όχι έπεσα διάνα, αλλά το βιβλίο ξεπέρασε την αισιοδοξία μου. Είναι τόσο ωραίο, τόσο όμορφο, που ξεφεύγει από την αναγνωστική ευφορία που αισθάνεσαι όταν διαβάζεις ένα σπουδαίο βιβλίο και γίνεται μέρος του κόσμου. Τουλάχιστον του δικού μου. Υπαρκτού και πνευματικού. Το βιβλίο αυτό δεν είναι ένα ακόμα βιβλίο που μετά την ανάγνωσή του θα πάρει τη θέση του στη βιβλιοθήκη, που ίσως επανέλθω κάποτε στη μαγεία του, αλλά ένα κομμάτι από τον κόσμο που με περιβάλλει και τον περιβάλλω με την συνείδησή μου. Είναι πλέον μέρος του πνευματικού κόσμου μου, ένα βιβλίο που δεν έχει αφομοιωθεί, όπως τόσες άλλες αφηγήσεις, αλλά διατηρείται αυτόνομο σαν οδηγός σε μελλοντικές αναγνωστικές αποφάσεις μου.
 Έχουν γραφτεί τόσα πολλά γι’αυτό το βιβλίο ώστε είμαι σίγουρος ότι μια ακόμη «κριτική αποτίμηση» έχει εξαντληθεί. Άσε που δεν έχω την παραμικρή ικανότητα και όρεξη να κρίνω ένα βιβλίο. Δόξα τω Θεώ υπάρχουν αρκετοί επαγγελματίες και ερασιτέχνες που εξασκούν την κριτική τέχνη με αρκετή επιτυχία. Εμένα ένα βιβλίο  μου αρέσει ή δεν μου αρέσει. Like ή dislike. Αν καταφέρω να μεταφέρω με δικά μου λόγια και όχι αποστηθίζοντας το κριτικό λεξιλόγιο και την κριτική προσέγγιση, «ματιά» την ονομάζουν κάποιοι, την ικανοποίησή μου από την ανάγνωση τού βιβλίου καλώς. Διαφορετικά χαίρετε!
Αλλά τι έγραψαν οι κριτικοί ή μη για το βιβλίο του Μαυρουδή όλο αυτόν τον χρόνο από την πρώτη κυκλοφορία του; Έγραψαν αυτά για τα οποία ουδείς διαβάζοντάς τα θα άρχιζε την ανάγνωση του βιβλίου. Δηλαδή; Δηλαδή γράφοντας ότι η αφήγηση του Μαυρουδή  περιλαμβάνει αλήθειες, συναισθήματα, σημαίνουσες στιγμές, ότι παρουσιάζει τις ιστορίες του με βλέμμα κατάνυξης, τα ταχυδιηγήματα του εκ του ταχυαφηγήσεις έχουν εικαστική οπτική, ποιητική έξοδο, λυρική διαχείριση της γλώσσας, ότι η αφήγηση περιλαμβάνει μεταπλασμένα βιώματα, επινοήσεις τόπων και πραγμάτων, πως είναι ένα περίτεχνο ταξίδι, ένα αισθητικό πραξικόπημα, λυρικό, αισθητικά υποβλητικό, στοχαστικό, εκπέμπει κατανυκτική νοσταλγία, ποίηση, διαθέτει ρωμαλέο στοχασμό, ότι είναι μια σπουδαία συλλογή, ασυνήθιστη, με οικονομία και υπαινικτικότητα λόγου, ότι μιλάει για το χρόνο, την άγνοια, το θάνατο, τη φθορά, την απώλεια, τη μνήμη, τη γήρανση, την παιδική ηλικία, την ενηλικίωση, το θάνατο. Ισχυρίζονται οι διαθέτοντες κριτικό κριτήριο;  ότι η γραφή του Κώστα Μαυρουδή είναι ένα ταξίδι μέσα στο χρόνο και τον χώρο, με αίσθηση νοσταλγίας, διακειμενικές αναφορές, φράσεις ποιητικές, φιλοσοφικές,  διαθέτει χιούμορ, αυτοσαρκασμό, υποβλητικό βάθος, ένα βιβλίο ευρηματικό όπου η μαγεία του λόγου και των εικόνων κυριαρχεί. Χαρακτηρίζονται τα κείμενα του βιβλίου διηγήματα, αφηγήματα, μικρές φόρμες, ιστορίες με διακριτική αφήγηση, ραφινάτη μελαγχολία σύντομα σε έκφραση αφηγήματα ποιητικού ρεαλισμού, ανεξάντλητο καλειδοσκόπιο εντυπώσεων, με γραφή μνημονική, προσγειωμένη, νοσταλγική, ψύχραιμη, ειρωνική, τρυφερή, αισθητική, και αισθητηριακή που εκτείνεται στο χρόνο, προσκαλεί την ποίηση, λογοτεχνεί την λεπτομέρεια, αποφθεγματίζει, φιλοσοφεί. Διακρίνουν αφοριστικό στοχασμό, αναστοχασμό με υποβλητικό βάθος, πυκνό λόγο, ρεαλιστική φαντασμαγορία, μαστοριά, ευαισθησία αλλά και ευφυΐα ασκημένου τεχνίτη. Οι ιστορίες του βιβλίου χαρακτηρίζονται μικρά δοκίμια, αλλού μικρές δοκιμιακές σπουδές, ημερολόγιο, κρυμμένη αυτοβιογραφία, περιγραφές ταξιδιωτικών εντυπώσεων, σύντομη αναδρομή στην Ιστορία, με ραφιναρισμένη αγάπη για το παλιό, νοσταλγία που δεν φτάνει στην συναισθηματολογία. Αντιλαμβάνονται ότι ο συγγραφέας αποφεύγει το πομπώδες και στομφώδες, με χιούμορ, τρυφερότητα, ευαισθησία, εστιάζοντας στο ουσιώδες. Διηγήματα που κινούνται μεταξύ της μεταφοράς της μεγαλοκλίμακας της συγκριτολογικής μελέτης, με έντονο το συγκριτολογικό στοιχείο , μιλούν για  πρόσωπα, βιβλία, πίνακες, ελληνική Ιστορία, ταξίδια, με πυκνές εικόνες χαρακτήρων και εποχών. Καταλαβαίνουν ότι ο συγγραφέας χτίζει έναν ρεαλισμό περισσότερο μαγικό παρά πραγματικό και  αυτοσαρκαζόμενος ανατρέπει συμβάσεις.  Μια γραφή η οποία κινείται ανάμεσα στο δοκίμιο, την ποίηση και την αφαιρετική εξιστόρηση, επανατοποθετώντας   «ζητήματα που απασχολούν εδώ και πολλά χρόνια την πρόζα του: στα εξωτερικά ερεθίσματα τα οποία ενεργοποιούν την εσωτερική διαδικασία της μνήμης, στους τρόπους με τους οποίους φωτίζονται και ξαναφωτίζονται τα μνημονικά αντικείμενα, συνιστώντας συχνά μικρές σπουδές θανάτου, όπως και στο ρευστό του χρόνου, που παρά το μονίμως διαφεύγον σχήμα του δεν αποκλείεται σε δεδομένη στιγμή να αποκτήσει μιαν έστω ελλειπτική κυκλικότητα.»
Ουφ, τέλος! Αρκετά! Το βιβλίο μου άρεσε γιατί περίμενα να μου αρέσει. Ο Μαυρουδής δεν κάνει εκπτώσεις στην συγγραφική του παραγωγή. Πνευματικό ήθος το λένε; Λογοτεχνική συνέπεια το λένε; Αφηγηματική επάρκεια; Θα σας γελάσω. Το ζήτημα είναι αν έχουμε αρκετούς να ακολουθούν το παράδειγμά του.




Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2015

MICRORRELATO DE ÓSCAR SIPÁN


Góndola

Enfrascado en sus pensamientos el gondolero veneciano avistó las costas de Tahití.

Γόνδολα

Απορροφημένος στις σκέψεις του ο βενετσιάνος γονδολιέρης αντίκρισε τις ακτές της Ταϊτής.


                                                                                                                                                    μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος


Ο Όσκαρ Σιπάν γεννήθηκε στην Ουέσκα το 1974. Είναι αυτοδίδακτος συγγραφέας. Εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, Rompiendo corazones con los dientes, το 1998. Έχει εκδώσει επίσης τα μυθιστορήματα Pólvora mojada (2003) και Leyendario. Monstruos de agua (2004).

Από το ιστολόγιο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου
http://konstantinos-paleologos.blogspot.gr/2015/03/microrrelato-de-oscar-sipan.html

"The Gondolier" 2014 Olexandr Archipenko

Πέμπτη, Μαρτίου 19, 2015

ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΠΑΨΕ ΝΑ ΠΟΝΑΣ*

-Εσένα το λέω με το μπλε πουκάμισο, φώναξε απ’ τη σκηνή, δείχνοντας με το δάχτυλό του το μπλε πουκάμισό μου. «Μπλε» κατά τη δική του ερμηνεία, «πουκάμισο» κατά τη δική μου αφηγηματική αυθαιρεσία.
Εξηγούμαι. Eγώ δεν φοράω πουκάμισο. Το πουλόβερ από το Zara φοράω, μου είναι μάλιστα στενό, άκουσα την πωλήτρια που μου πρότεινε το large και το αγόρασα, Έριξε μια φευγαλέα αλλά σίγουρη ματιά, που πρόδιδε επαγγελματική εμπειρία, στο σώμα μου με ανοιγμένο το μπουφάν. Δεν με άφησε να το βγάλω, εμπιστεύτηκα την εμπειρία της και τη φιλαρέσκειά μου. Προφανώς ήθελε να με κολακέψει, αλλά τώρα νοιώθω άβολα μέσα σ' αυτό το ασφυκτικό μάλλινο προϊόν. Τέλος πάντων, το αντιπαρέρχομαι και συνεχίζω τη διήγησή μου, γνωρίζοντας ότι έχω προκαλέσει το ενδιαφέρον σας.
Έστρεψα το βλέμμα τριγύρω να δω αν απευθυνόταν σε κάποιον άλλον, αποφεύγοντας το δάχτυλό του που συνέχιζε να με στοχεύει, λες και ήμουν υποψήφιο θύμα παρανοϊκού δολοφόνου σε αμερικάνικη ταινία δεύτερης διαλογής, b movies εννοώ. Κανείς δεν βρισκόταν κοντά μου για να βρει παρηγοριά η σκέψη μου ούτε η νοητή προέκταση του δαχτύλου του σημάδευε άλλο στόχο. Φυσικό άλλωστε, αφού πάντα διάλεγα απόμερα σημεία στις δημόσιες ομιλίες. Κατέβηκε τη σκάλα της σκηνής, δίχως να λυγίζει τα γόνατά του, άκαμπτος, σαν να στεκόταν σε κυλιόμενο κατηφορικό διάδρομο και προχώρησε προς το μέρος μου. Το βάδισμά του καθώς με πλησίαζε είχε γίνει ορθολογικό. ‘Εφερε την κοτσίδα των μαλλιών του στην αριστερή πλευρά του ώμου του, σκεπάζοντας την άκρη ενός τατουάζ που ξεμύτιζε, διστακτικό, από την άκρη του σακακιού του, έκανε μια κίνηση σαν κάτι να τον βάραινε και ήθελε να το ξεφορτωθεί, έφτασε κοντά μου, έδιωξε μια μύγα που επίμονα συμπλήρωνε το σκηνικό της αγωνίας στο πρόσωπό μου, και άφησε το βλέμμα του να σταθεί δεκαπέντε πόντους δίπλα από το σώμα μου. «Πάρε αυτό» μου είπε, απλώνοντας το χέρι του που έτρεμε ελαφρά. «Φύγε αμέσως από δω, σε παρακαλώ. Μη σε ξαναδώ στα μάτια μου.». Αυτές ήταν οι τελευταίες λέξεις του. Απομακρύνθηκε σκυφτός σαν η ένταση της στιγμής να είχε ξαπλώσει στην πλάτη του καπνίζοντας ανέμελα το τσιγάρο της. Πήρα το φάκελο και ανηφόρισα το δρόμο για το σπίτι. Η βροχή άρχισε να δυναμώνει. Τώρα άφηνε το χάδι κι άρχισε να μου μαστιγώνει το πρόσωπο, λες και δεν με γνώριζε πια. Χαμήλωσα το γείσο του καπέλου μου και τάχυνα το βήμα μου.
«Εσύ, λοιπόν, είσαι ο πατέρας μου», ψιθύρισα, κοιτάζοντας τη φωτογραφία, όταν έφτασα σπίτι. Το πρόσωπό μου πήρε το χρώμα του Zoloft. Δεν ντράπηκα και άφησα ένα λυγμό να βρει την υγρή διέξοδο που αναζητούσε στα μάτια μου.

Ο πίνακας "At this stage", 2001 είναι του Gillian Ayres
*Ο τίτλος της ανάρτησης προέρχεται από την ομώνυμη ταινία με τον Νίκο Ξανθόπουλο και τη Μάρθα Βούρτση, σε σκηνοθεσία Απόστολου Τεγόπουλου

Σάββατο, Μαρτίου 14, 2015

"ΠΕΔΡΟ ΠΑΡΑΜΟ" ΚΑΙ ΚΑΡΛΟΣ ΦΟΥΕΝΤΕΣ


Τελειώνοντας το μυθιστόρημα «Πέδρο Πάραμο» του Χουάν Ρούλφο, απογοητευμένος από την αναγνωστική ευφορία που περίμενα και δεν αισθάνθηκα παρά ελάχιστες φορές, γνωρίζοντας τη θέση του έργου στην ιστορία της λογοτεχνίας, ως κλασικό κείμενο που στέκεται άξια δίπλα σε εμβληματικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνικής παραγωγής, αλλά και το ρόλο του στη δημιουργία της λογοτεχνικής σχολής του «μαγικού ρεαλισμού», φορτισμένος από τα εισαγωγικά σημειώματα της Έφης Γιαννοπούλου, της Σούζαν Σόνταγκ, περισσότερο όμως από τις «Σύντομες αναμνήσεις» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, διάβασα, ο αφελής, το επίμετρο κριτικό σημείωμα του Κάρλος Φουέντες, συγγραφέα του οποίου το λογοτεχνικό έργο αγαπώ και εμπιστεύομαι. Το επίμετρο ήταν η χαριστική βολή στην απογοήτευση που είχα νοιώσει διαβάζοντας το βιβλίο. Σ’αυτό  ο Φουέντες για να εξηγήσει την δική του πρόσληψη  του έργου, επικαλείται προς τεκμηρίωση, τον Τηλέμαχο, τον Οδυσσέα, τον Ορφέα και την Ευριδίκη, τον Βάγιε Ινκλάν, τον Γαγιέγος, τον Αστούριας, τον Καίσαρα, τον «Ηγεμόνα» του Μακιαβέλι, τον Νούνιο ντε Γκουθμάν, τον Κορτές, τον Μανουέλ Πουίγκ, τον Μάριο Βάργκας Λιόσα, τον Έριχ Κάλερ, τον Χέγκελ και την «Αισθητική» του( τώρα θυμήθηκα τις εκδόσεις Αναγνωστίδη, τον παλιό καλό καιρό των αναζητήσεων), τον Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ και τα έργα του «Τα αρχέτυπα και το συλλογικό ασυνείδητο», «Σύμβολα της μεταμόρφωσης», τον Φόκνερ και το διήγημά του «Ένα ρόδο για την Έμιλυ», τον κοσμογονικό μύθο και τον μετακοσμογονικό μύθο, τον Προμηθέα, τον Δία, τον Αγαμέμνονα, την Κλυταιμνήστρα, την Ηλέκτρα, τον Μιρτσέα Ελιάντε, την «Χρυσή εποχή» του Λουίς Μπουνιουέλ, τον Δάντη, τον Δον Κιχώτη, τον Λόπες Βελάρδε, τον Ηρόδοτο, τον Θουκυδίδη, τον Πολύβιο, τον Λίβιο, τα «Ανεμοδαρμένα ύψη» της Έμιλυ Μπροντέ, τον Βιγιαουρρούτια,  την Ιφιγένεια, τον Πολ Βαλερύ, τον Τζιανμπατίστα Βίκο, τον Βλαντιμίρ Ποπ και το βιβλίο του «Μορφολογία του παραμυθιού», τον Λεβί-Στρος, τον Οιδίποδα, τον Χάρρυ Λεβίν, τον Ντίκενς, τον Τρότσκι, τον Στάλιν, τον Μιρτσέα Ελιάντε, τον Ροβινσώνα Κρούσο, τον Μαρκήσιο ντε Σαντ, τον Προυστ, την Έμμα Μποβαρύ, την Άννα Καρένινα, τον Ντοστογιέφσκι, τον Ρουσσό, τον Ντ.Ε. Λόρενς, τον Τόμας Χάρντυ, τον «Δαυίδ Κόππερφιλντ»,  την  μητέρα του Λυσιέν ντε Ρυμπανπρέ, την μητέρα του Ρασκόλνικοφ, τη μάνα του Γκόργκι, τα βιβλία «Αδελφοί Καραμάζοφ», «Άνθρωπος με το σιδηρούν προσωπείο», «Κορσικανοί αδελφοί», τον «Οίκος των Πύντσον» του Ναθάνιελ Χόθορν, τον Τόμας Μαν, τον Ρόμπερτ Μούζιλ, τον «Μόμπυ Ντικ», το «Έγκλημα και Τιμωρία», το «Τόνιο Κραίγκερ», τον Στίβεν Ντένταλους, τον Βοτρέν, τον Σορέλ και τη δεσποινίδα ντε λα Μολ, τον «Δόκτωρ Φάουστους», τον Μάρλοου, τον Γκαίτε, τον Λέβερκυν του Τόμας Μαν, την Χουλιέτα Κάμπος, τον Χανς Κάστορπ και την Κλαούντια Σοσά, τον Μπρετόν, τον Μπατάιγ, τον Άρνολντ Κετλ, τον Χίθκλιφ και την Κάθριν Έρνσο(Κάθυ). Όλη του η προσπάθεια να ορίσει το "απλό κέντρο του μυθιστορήματος", αφαιρεί την "ποιητικότητα" του έργου, αδυνατίζοντας την αφηγηματική ματιά του συγγραφέα, αλλά κυρίως την αποδομώντας την ιδιωτική ανάγνωση, οδηγώντας τον αναγνώστη σε κατευθύνσεις που βρίσκονται έξω από το αναγνωστικό του πεδίο, χρησιμοποιώντας θεωρητικούς συσχετισμούς που το βάρος τους είναι δυσβάσταχτο στον αναγνώστη, τοποθετώντας το έργο ως μία ασφαλώς σημαντική, απαραίτητη, αλλά κυρίως ξεχωριστή αφηγηματική κατάθεση στην γραμμική  εξέλιξη της λογοτεχνίας. Μετά από αυτά η ανάγνωση του βιβλίου κατέληξε ανωφελής, αφού η γοητεία της αφηγηματικής τεχνικής του συγγραφέα είχε χαθεί στο χωριό Κομάλα όπου έπρεπε να το επισκεφτώ ξανά, όταν η επίδραση του δοκιμίου του Κάρλος Φουέντες ξεχαστεί από την σκέψη μου..



Παρασκευή, Μαρτίου 06, 2015

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ


Από μακριά ακούστηκε η διαταγή: «Παραδοθείτε». Συνεχίσαμε το δρόμο μας δίχως να δώσουμε σημασία στην προτροπή του εχθρού. Μπροστά μας ο βάλτος ήταν η μοναδική διέξοδος. Η φωνή δεν ξανακούστηκε. Βαδίσαμε προς το βάλτο. Τι άλλο να κάναμε; Τα βαλτώδη νερά μας κάλυψαν μέχρι το γόνατα. Συνεχίσαμε να βαδίζουμε βουλιάζοντας. Τώρα ο βάλτος είχε φτάσει μέχρι το ύψος του στήθους μας. Συνεχίζαμε να προχωρούμε καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια. Σιγά-σιγά το νερό κάλυψε ολόκληρο το σώμα μας. Λίγα λεπτά αργότερα είχαμε πνιγεί. Ποιος ξέρει αν κάποιος ανακαλύψει τα πτώματά μας.

Παρασκευή 6 Μαρτίου


"Marsh with Water Lillies" 1881
Vincent van Gogh