Σάββατο, Ιουνίου 06, 2015

Σολ Μπέλοου 1915-2015


Αρκετές φορές διαβάζοντας τα βιβλία του  Σολ Μπέλοου, αλλά περισσότερο όταν δεν τα διάβαζα, την ώρα που χάζευα τους δρόμους, τα φώτα, τους ανθρώπους, τη θάλασσα, το φεγγάρι δεν το κοιτάζω, άσε τι λένε οι ποιητές, τη Σπυροπούλου στο "Σπίτι μου, σπιτάκι μου", τον Αρναούτογλου να χορεύει την ώρα που οι άλλοι μαγειρεύουν, την 'Ιγκριντ στην παραλία, το Θανάση τον περιπτερά να μετράει τα ρέστα, το Γιώργο να μιλά ακατάπαυστα χειρονομώντας, σκεφτόμουν γιατί ο σπουδαίος αυτός συγγραφέας δεν είχε απήχηση στους βιβλιόφιλους τους οποίους γνωρίζω από την διαδικτυακή μου περιήγηση. Αναρωτιόμουν, για παράδειγμα, γιατί αυτό το μικρό αριστούργημα «Άδραξε τη μέρα» που χρόνια  στοίχειωνε τις αναγνωστικές μου ώρες, και όταν λέω στοίχειωνε το εννοώ, δεν αναφερόταν, όπως και τ’άλλα έργα του Μπέλοου, στις παρουσιάσεις βιβλίων των βιβλιοκριτικών του διαδικτύου. Ή μήπως γινόταν ή γίνεται και δεν το πήρα χαμπάρι, αφού το διαδίκτυο είναι αχανές και εγώ το μόνο που κάνω είναι να βρίσκομαι σε μια γωνίτσα του και να συνομιλώ με πέντε έξη φίλους διαβάζοντας τις αναρτήσεις τους; Φίλοι διαδικτυακοί, που επιμελείς είναι στο ραντεβού με τους αναγνώστες τους, ζωή να χουν, και αρκετά είναι τα σχόλια στις αναρτήσεις τους, τα οποία συμφωνούν, συνήθως, για την ευστοχία των απόψεων του συντάκτη.  Τι να σου κάνουν τότε οι εκδοτικοί οίκοι, που αφουγκράζονται τις διαθέσεις των βιβλιοαναγνωστών, άφησαν τον Μπέλοου, με πεθαμένους θα ασχολούμαστε τώρα, η ζωή προχωρά, περιμένει φρέσκο προϊόν να ριχτεί στην αγορά, στην λησμονιά και μένα να περιμένω, αδίκως απ’ό,τι φαίνεται, την έκδοση των μυθιστορημάτων του όπως «Ο μικρός πλανήτης του κυρίου Ζάμλερ» και «Χέντερσον, ο βασιλιάς της βροχής» που έχουν εξαντληθεί εδώ και χρόνια και τρέχα γύρευε αν τα βρεις σε κάποια βιβλιοθήκη ή να τα δανειστείς από κάποιον γνωστό. Καλά, το τελευταίο είναι ανέκδοτο.
Ώσπου ήρθε το κείμενο του Αναστάση Βιστωνίτη στο «Βήμα της Κυριακής» σαν παρηγοριά στην εμμονή μου για το συγγραφέα. Τι γράφει ο Βιστωνίτης και με χαροποίησε; Το γεγονός ότι έγραψε για τον Μπέλοου μου φτάνει. Βέβαια έγραψε το κείμενό του με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γένννησή του και την κυκλοφορία στην Αμερική της δίτομης βιογραφίας του. Το τι έγραψε δεν έχει μεγάλη σημασία γιατί γνωρίζω, όπως όλοι μας,  την αξία αυτού του συγγραφέα. Ένα Νόμπελ λογοτεχνίας και τρεις φορές με το Εθνικό Βραβείο Πεζογραφίας της χώρας του δεν είναι μικρό πράγμα. Ο τίτλος του άρθρου του " Σολ Μπέλοου: Ο κορυφαίος μεταπολεμικός πεζογράφος των ΗΠΑ" και φράσεις σαν «....Είναι κοινή παραδοχή πως μετά τον θάνατο του Νόρμαν Μέιλερ το 2007 και του Τζον Απντάικ το 2009 προσωπικότητες των Γραμμάτων ίδιας αξίας δεν υπάρχουν πλέον στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού» ή «Κι ενώ είναι ρεαλιστής (το τόνιζε και ο ίδιος), παραμένει ο πιο μοντέρνος μεταπολεμικός πεζογράφος της χώρας του"ήταν αρκετές για να με βγάλουν από τη σιωπή και να την  απογοήτευση. Ήταν σαν κάποιος να μου έγνεφε λέγοντάς μου ότι δεν είσαι μόνος σ’αυτή την μοναξιά της αναμονής.
Χάρηκα κι αναθάρρησα διαβάζοντας το κείμενο του Βιστωνίτη.  Ανέσυρα από τη σκόνη της μνήμης τα βιβλία του Μπέλοου. Γιατί εντάξει εμμονή με τον συγγραφέα, αλλά όχι και να τρελαθούμε κιόλας.  Άρα αυτό που έμενε ήταν να θυμηθώ.   
Θυμάμαι, λοιπόν, τις εναγώνιες προσπάθειές μου βρω όσο περισσότερα μεταφρασμένα βιβλία του Μπέλοου στα βιβλιοπωλεία της Αθήνας πριν πολλά πολλά χρόνια. Ώσπου το «Οι αναμνήσεις του Μόσμπυ» με διηγήματά του, το τελευταίο βιβλίο που βρήκα μεταφρασμένο, μ’ έκανε να προσπαθώ να το διαβάσω όρθιος μέσα στο λεωφορείο. Έστω κάποιες σελίδες του μέχρι να φτάσω στον προορισμό μου. Έλα όμως που τα φύλλα ήταν άκοπα, πράγμα ξεχασμένο σήμερα, και δεν μπορούσα να προχωρήσω την ανάγνωση πέραν της πρώτης σελίδας. Αναγκαζόμουν να πετάγομαι τέσσερεις πέντε σελίδες παρακάτω για να διαβάσω δυο σελίδες, μετά παρακάτω και ούτω καθεξής.  Δεν με πείραζε, ούτε με απασχολούσε η συνέχεια της ιστορίας, αλλά απολάμβανα τη γραφή του. Στριμωγμένος στην πολυκοσμία του λεωφορείου, κρατημένος με το ένα χέρι απ’ τη χειρολαβή και το άλλο με το βιβλίο μπροστά στα μάτια μου, αφού δεν μπορούσα ν' απλώσω το χέρι μου ούτε κατ’ελάχιστον, αφηνόμουν ανάμεσα σε επιβάτες που το μόνο που επιθυμούσαν ήταν να φτάσουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα στα σπίτια τους και στην αφήγηση του Μπέλοου, με την ελπίδα να φτάσω και εγώ γρήγορα σπίτι μου , να κόψω τα φύλλα του βιβλίου και μετά να το διαβάσω  με την ησυχία μου, μακριά από το αγριεμένο πλήθος του λεωφορείου.
Να μνημονεύεται Σολ Μπέλοου, ρε παιδιά. Δεν έχουμε και πολλούς συγγραφείς ν’ ακουμπήσουμε πάνω τους.

Το κείμενο του Αναστάση Βιστωνίτη εδώ:


Δευτέρα, Ιουνίου 01, 2015

ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΥ


Ο Σωτηράκης Δενπαναφάς όταν άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του βρέθηκε μπροστά σ’ένα αποτρόπαιο θέαμα. Το διαμέρισμα είχε γεμίσει πτώματα, πυροβολημένα πισώπλατα με μία μόνο σφαίρα στο μέρος της καρδιάς. Η μάνα του, ο πατέρας του, τα τρία παιδιά του, οι δύο γυναίκες του, πρώην και νυν, μαζί με τους τρεις γονείς τους, ο πεθερός της πρώην του είχε πεθάνει πριν δύο χρόνια,  τα δύο αδέλφια του με τις γυναίκες τους μαζί με τους γονείς των γυναικών τους, τρεις στον αριθμό, και τα έξη παιδιά τους, ο θείος του με τη θεία του, τα τρία παιδιά τους με τις τέσσερεις γυναίκες τους, μία πρώην και τρεις νυν,  οι γονείς των γυναικών τους, οκτώ τον αριθμό, και τα επτά παιδιά τους.
Ακόμα βρέθηκαν νεκροί, όσοι πρόλαβε να αναγνωρίσει, πριν τρέξει  σοκαρισμένος   προς την έξοδο του διαμερίσματός του,  ο Kάκαρης με τη γυναίκα του, ο Καλογερόπουλος , ο Καραγιάννης, ο Χριστοδούλου Βαγγέλης, η Χατζηγεωργίου Βάσω, η Αντωνίου Γλυκερία,  ο Παλαιολόγος Γιάννης, ο Κλαδάκης Βασίλης, ο Θανάσης Καρατζιάς, ο Διακοδημητρίου Δημήτρης, ο Διαμαντής Διαμαντής, ο Φαήλος Κρανιδιώτης, ο Γιώργος Παρακευάς, ο Παπαγιάννης Αντώνης, ο Κουτρούλης Άγαμος, η Πελαγία Αντωναρά, ο Κοντός Γιάννης, ο Γιώργος Σαββίδης, ο Γιάννης Βογιατζής με το παιδί του, ο Θανάσης Καρπαθάκης, η Ζερβού με την κόρη της, ο πατήρ Νεκτάριος, η Ρουτζιέρη Ασημίνα με την μητέρα της, ο Αντώνης Κανάκης, ο Σιδερής Σιδεράτος, ο Γιαννούλης Γιάννης με τον ανηψιό του Τίμο Αγνωστοσιάν, η Μαντούδη Μαρία με την κούκλα της, ο Τσαμαντάκης ο υδραυλικός, η Κωνσταντίνου Κωνσταντίνα, ο Ζαμπέτας, ο Παντελίδης, ο Καράμπελας αλλιώς ονομαζόμενος «Το αρχίδι»,  η Ελένη Κοκκίνου, ο Γιάννης Σπανός, ο Κρητικός Κίμωνας με το κινητό του στο χέρι, ο Γιάννης Αγγελάκης ο  Δαμίγος Κατωσεντονάς, ο Στέφανος Αναγνώστου με την αδελφή του, ο Γιώργος Δράκος ο μπακάλης, ο Καραγιώργης Δημήτριος, η κυρία Κούλα Σαματά, η Γεωργία Γεωργά, η Μαρία Πενταγιώτισσα, η Ελένη Δούρου και η Διονυσία Αλφαμίδου.
Από την αναγνώριση των πτωμάτων ταξινομήθηκαν, σύμφωνα με την  ανακοίνωση του γραφείου τύπου της αστυνομίας οι παλιοί συμμαθητές και συμμαθήτριες του,  συμφοιτητές και συμφοιτήτριες, συνάδελφοι από  την επαγγελματική του πορεία, φίλοι και φίλες :
 Ο Άγγελος Σικελιανός, ο Αιμίλιος Λιάτσος, ο Αλέκος Αλεξανδρής, ο Αλέξης Τσίπρας, ο Άλκης Αλκαίος, ο Ανάργυρος Αργυρού, ο Αναστάσιος Πεπονής, ο Ανδρέας Κροκίδης, ο Ανέστης Ευαγγέλου, ο Άνθιμος Γαζής, ο Αντώνης Παπασπύρου, ο ονομαζόμενος ανάξιος, ο Αποστόλης Λαρδόπουλος, ο Αργύρης Κουνάδης, ο Αριστείδης Μπαλτάς, ο Αρτέμιος Μπόκοτας, ο Ασημάκης Γιαλαμάς και Κώστας Πρετεντέρης, ο Αστέριος Αστερίου, ο Αυγερινός Αυγερινού, ο Αυγουστής Φαρμακίδης, ο Αυγουστίνος Τσιριμώκος,  ο Βαγγέλης Χελιώτης, ο Βάιος Καραγιάννης, ο Βαλάντης Χρυσοβαλάντης, ο Βαλέριος Κατακτητής, ο Βαρθολομαίος ο «Βαρβάτος» αγνώστων λοιπόν στοιχείων, ο Βασίλης Βασιλικός, ο Βίκτορας Μητρόπουλος, ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης, ο Βλάσης Μπονάτσος, ο Βύρων Πολύδωρας, ο  Γαβριήλ Σακελλαρίδης, ο Γαβρίλος Γαβρόγλου, ο Γεράσιμος Γιακουμάτος, ο Γιώργος Γιακουμής, ο Γιάννης Γιασεμής, ο Γρηγόρης Βαλτινός, ο Δαμιανός Πλοιός, ο Γιώργος Δανιήλ, ο Δημήτρης Λάσκαρης, ο Δήμος Μούτσης,  ο Διονύσης Τσακνής,  ο Λευτέρης Πανταζής, ο  Ευγένιος Παπακωνσταντής, ο Εύδημος Κουνάδης, ο Ευδόκιμος Παππάς, ο Ευέλπιστος Ελληνιάδης, ο Ευθύμης Ευθυμίου, ο Ευλάμπης Εργολάβος , ο Ευστάθιος Μανούσος, ο Άγιος Ευστράτιος, ο Ευτύχης Μπιτσάκης , ο Ζαννής Ζωάννου, ο Μιχάλης Ζαρίφης, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ο Ζάχος Χατζηφωτίου, ο Ζήκος Μπακάλης, ο Ζώης Κακαβάς, ο Ηλίας Κλωναρίδης, ο Θανάσης Λάλας, ο Θάνος Βερέμης, ο Θεόδωρος Πάγκαλος, ο Θύμιος Καρακατσάνης, ο Θωμάς Μπακαλάκος, ο Ιάκωβος Ψαρράς, ο Ιορδάνης Ποταμός, ο Κανέλλος Παπαστρατής, ο Κίμωνας Κουλούρης, ο Κοσμάς Σφυρίου, ο Κώστας Καραμανλής, ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος, ο Λάκης Λαζόπουλος, ο Λάμπρος Πορφύρας, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο Λίνος Πολίτης, ο Λογοθέτης Λογό, ο Μάνος Λοΐζος, ο Λορέντζος Μαβίλης, ο Λούης Τσάτουμας, ο Λουΐζος Πολίτης, ο Λουκάς Αξελός, ο Μαθιός Τσιρακάκης, ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος, ο Μάνθος Κατσούλης, ο Μανώλης Παπαδούλης , ο Μανούσος Μανουσάκης, ο Μάξιμος Χωραφάς, ο Μαρίνος Τσιμπιδάκης, ο Μάριος Χάκκας, ο Μάρκελλος Κουτούζης, ο Μάρκος Άχτεν, ο Ματθαίος Μουντές, ο Δημήτρης Μαυρίκιος, ο Μελέτης Σκράπας , ο Μέμος Ιωάννου, ο Μένιος Σακελαρόπουλος, ο Σπύρος Μερκούρης, ο  Μηνάς Χατζησάββας, ο Μήτσος Παρτσαλίδης, ο Μικές Καραραπιπέρης, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μίμης Ανδρουλάκης, ο Μίνως Κυριακού, ο Μιχάλης Τσώχος, ο Μόσχος Σιτευτός, ο  Μπάμπης Μπακάλης, ο Νάσος Βαγενάς, ο Νεκτάριος Μιχελαράκης, ο Νεόφυτος Βάμβας, ο Νικήτας Κουρεμένος, ο Νίκος Βάζος, ο Ντέμης Νικολαίδης, ο Ντίνος Παύλου, ο Παναγής Χαμένος, ο Παναγιώτης Κρεμαστινός, ο Παντελής Παπαντωνίου, ο Παρασκευάς Βαλασόπουλος, ο Παράσχος Παρασός, ο Πασχάλης Τερζής, ο Παύλος Τζίμας, ο Πέτρος Παπακωνσταντίου, ο Πολύκαρπος Φρουτιάδης, ο Πολυχρόνης Πολυχρονίου, ο Πρόδρομος Τσαουσάκης, ο Προκόπης Παυλόπουλος, ο Ραφαήλ Πετράκης, ο Ρένος Αποστολίδης, ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο Σάββας Σαββίδης, ο Σάκης Μαγγιώρος, ο  Σαράντης Μονογιός, ο Σήφης Βαλυράκης, ο Σκεύος Πέτρου, ο Σπύρος Παύλου, ο Σταμάτης Κραουνάκης, ο Σταύρος Τσιώλης, ο Στέλιος Χουρδάς, ο Σέργιος Βάκχος,  ο Στέφανος Κορκολής, ο Στράτος Διονυσίου, ο Σωτήρης Δημητρίου, ο Τάκης Φύσσας, ο Ταξιάρχης Αρχαγγέλου, ο Τάσος Γουδέλης, ο Τέλης Μπότσογλου, ο Τζανής Τζανετάκης, ο Τιμόθεος Παρασκευάς, ο Φάνης Χριστοδούλου, ο Φανούρης Αποσιωπημένος, ο Φιλάρετος Δολοφόνος , ο Φραγκίσκος Ασίζης,  ο Φώτης Σιαπατάς, ο Χάρης Κατσιμίχας, ο Χαρίδημος Καραγκιόζης, ο Χρήστος Καβουσανός, ο Χριστόφορος Νέζερ, ο Χρύσανθος Λαζαρίδης, ο Χρυσοβαλάντης Ροδίτης και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
Η Αγάθη Μούζιλ, η Αγαθή Πονηρού, η Αγαθονίκη Χαμένου, η Αγγέλα Καστρινάκη, η Αγγελική Νικολούλη, η Αγλαΐα Κυριακού, η Αγνή του Λιμανιού, η Αδαμαντία Κοραή, η Αθανασία Αιγαλεώτη, η Αδριανή Στύλου, η Αθηνά Μουρμούρη, η Αθηναΐς Νέγκα, η Αικατερίνη Μεγάλου, η Αιμιλία Βλαντή, η Αλέκα Μπουφετζή, η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, η Αλεξία Αλεξιάδου, η Αλίκη Θαυματουργού, η Αλίνα Μήτση, η Άλκηστις Πρωτοψάλτη, η Αλκμήνη Ρουμπέτη, η Αλκυόνη Παπαδάκη, η Αμαλία Τσούλου, η Αμάντα Μιχαλοπούλου, η Αμαρυλλίς Μουγγού, γνωστή ως «Το κορμί» , η Αναστασία Πίτση, η Ανδριάνα Ανδριανοπούλου, η Ανθή Πριόβολου, η Άννα Βαγενά, η Αννίτα Πάνια, η Άντα Ναμπόκωφ, η Άντζελα Δημητρίου, η Αντιγόνη Μεταξά, η Αντριάνα Βασιλοπούλου, η Αντωνία Δεσποτοπούλου, η Αργυρούλα Γεωργαμλή, η Αρετή Κυπραίου, η Αριάδνη Τσίρκα, η Άρτεμις Χωραφά, η Αρχοντούλα Πέτρου, η Ασημίνα Μηντοπή, η κουμπάρα του, η Ασπασία Αμιλήτου, η Αστέρω Τίγκα, η Αυγή Μελέτη, η Αφροδίτη Μάνου, η Βαλάντω Δάλλα , η Βαλασία Κοντού, η Βαλεντίνα Πρέκα, η Βαλέρια Περιστέρη, η Βάλια Χρυσοβέργη, η Βανέσσα Παραντί, η Βαρβάρα Λειψάνου, η Βάσια Ζήλου, η Βασιλική Σερντάρη, η Βέρα Λογιστή, η Βιβή Διακριτού, η Βίβιαν Άντερσεν, η Βίκη Παπά, η Βικτωρία Θεοφίλου, η Βίκυ Καγιά, η Βιολέτα Παριανού, η Βιργινία Τσουδερού, η Βούλα Πάλλα, η Γεωργία Καντιδενού, η Γιάννα Δρίζου, η Γιώτα Καλλή, η Γωγώ Κλινοπούλου, η Δανάη Στρατή, η Δάφνη Μπόκοτα, η Δεσποινιώ Λούτρα, η Δήμητρα Γαλάνη-Παπανδρέου, η Διαμάντω Λιβαδά, η Διονυσία Στράτου, η Δόμνα Σαμίου, η Δώρα Γεωργιάδη, η Ειρήνη Παπά, η Ελεάνα Καραμήτρου, η Έλενα Λαουδίκου, η Ελεονώρα Μελέτη, η Ελευθερία Ελευθερίου, η Ελίζα Παπαδάκη, η Έλλη Στάη, η Ελπίδα Καραμανλή, η Ερασμία Φαρμακίδου, η Ερατώ Τσιγγάνου, η Εριέττα Πιτσιλαρδή, η Εριφύλη Πάντου, η Έρση Μαλικέντζου, η Ερωφίλη Κορνάρου, η Εύα Κοντοδήμου, η Ευανθία Ρεμπούτσικα, η Ευγενία Χαριτοδιπλωμένου, η Ευδοκία Δαμιανού, η Ευθαλία Θαλερού, η Ευρυδίκη Χαρδαλιά, η Ευσταθία Ευσταθιάδη, η Ευτυχία Παπαγιανοπούλου, η Έφη Σαρρή, η Ζαφείρα Λάμπρου, η Ζαχαρούλα Κορομηλά, η Ζηνοβία Αντιγονάκη, η Ζωγραφιά Ζωγραφίδη, η Ζωίτσα Μακαρίτη, η Ηλέκτρα Αποστόλου, η Θάλεια Παπάζογλου, η Θαρρενή Τσίγγα, η Θεανώ Ιωαννίδου , η Θεοδώρα Βυζαντίου, η Θεολογία Μπρέζνιεφ, η Θωμαΐς Πειραγμένου , η Ινώ Σιδεράτου, η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, η Ισιδώρα Σιδέρη, η Ισμήνη Καπάνταη, η Ιφιγένεια Γιαννοπούλου, η Ιωάννα Παππά, η Καθολική Παύλου , η Καίτη Φίνου, η Κάλλια Αηδίνη, η Καλλιόπη Βέτα, η Κατερίνα Παπουτσάκη, η Κέλλυ Κελεκίδου, η Κική Δημουλά, η Κλαίρη Τζοανάκη, η Κλάρα Μπελ, η Κλειώ Σκουλούδη, η Κλέλια Ρενέση-Χοτ, η Κλημεντίνη Βουναλάκη, η Κοραλία Μακρή, η Κούλα Κουμανταρέα, η Κρυστάλλω Κρυστάλλη, η Κυριακή Βαίου, η Κωνσταντίνα Σπυροπούλου, η Λαμπρινή Βαζέχα, η Λάουρα Πολυαγαπημένη, η Λένα Πλάτωνος, η Λεμονιά Κήπου, η Λευκή Μαύρου, η Λήδα Πρωτοψάλτη, η Λητώ Φορμίωνος, η Λία Βιτάλη, η Λιάνα Κανέλη, η Λίζα Τόσκασε, η Λιζέτα Νικολάου, η Λίνα Νικολακοπούλου, η Λίτσα Μαλωνά, η Λόλα Μήλου, η Λουίζα Ποδηματά, η Λουκία Ρικάκη, η Λούλα Αναγνωστάκη, η Λυγερή Καρκαβίτσα , η Λυδία Κονιόρδου, η Λωξάντρα Ιορδανίδου, η Λώρα Κέζα, η Μάγδα Τσόκλη, η Μαγδαληνή Ευαγγελινού, η Μαίρη Αρώνη, η Μαλβίνα Κάραλη, η Μάνια Παπαδημητρίου, η Μαντώ Μαυρογένους, η Μαργαρίτα Ζορμπαλά, η Μάρθα Καραγιάννη, η Μαριάνα Κορομηλά, η Μαριάνθη Κόκοτα, η Μαριγούλα Ψαρρά, η Μαριέτα Ριάλδη , η Μαρίκα Κοτοπούλη, η Μαριλένα Μαρινέλα, η Μαρίνα Βράχου, η Μαρίτσα Γείτονα, η Μαριώ Κομπολόι, η Μαρκέλλα Κερασμένου, η Μαρούλα Αχμάτοβα, η Μάρω Βλαντή, η Μάτα Χάρη, η Ματθίλδη Μαγγίρα, η Ματίνα Καρρά , η Ματούλα Ψαρρά, η Μελίνα Μερκούρη, η Μέλπω Ζαρόκωστα, η Μερόπη Δίπλα, η Μίκα Ιατρίδη, η Μίνα Αδαμάκη, η Μιράντα Μυράτ, η Μισέλ Πφάιφερ, η Μιχαέλα Μπάμια, η Μιχαλίτσα Μπάμια, η Μόνα Λίζα, η Μοσχούλα Τριβή, η Μπέτυ Αρβανίτη, η Μυρσίνη Ζορμπά, η Μυρτώ Κολώνια, η Νάντια Βαλαβάνη, η Νάσια Τριφύλη, η Ναταλία Δραγούμη, η Νατάσα Υπολοχαγού , η Ναυσικά Νησιώτη, η Νεκταρία Κατσιμπρή, η Νεφέλη Ορφανού, η Νίκη Χρυσοπούλου, η Νικολέττα Καρρά, η Νικολίτσα Αλλοίμονου , η Νίνα Ταχτσή, η Νιόβη Λύρη, η Νίτσα Βλαμμένου , η Νομική Χούλη, η Νταίζη Μπουκάναν , η Ντιάνα Φινίνη, η Ντίνα Κώνστα , η Ντόρα Μπακογιάννη, η Ξανθίππη Καραθανάση, η Ξένια Καλογεροπούλου, η Όλγα Φαρμάκη, η Ολυμπία Μελεμενίδου, η Παγώνα Κηπουρού, η Παναγιώτα Βλαντή, η Παρασκευή Γιακουμάκη, η Πασχαλιά Πασχαλίδου, η Πελαγία Θαλάσση, η Πετρούλα Πέτρου, η Πηγή Δεμερτζή, η Πηνελόπη Γαβρά, η Πίτσα Παπαδοπούλου, η Πόλυ Χατζημανωλάκη, η Πολυξένη Νόλλα, η Πόπη Τσαπανίδου, η Πωλίνα Γκιωνάκη, η Ραλλία Χρηστίδου, η Ράνια Σπυροπούλου-Οικονομίδου, η Ραφαέλα  Καρρά -Γιαννακάκη, η Ρέα Γαλανάκη, η Ρεβέκκα Αποστόλου-Μασούρα, η Ρεγγίνα Καπετανάκη, η Ρένα Πιττακή, ή Ρινιώ Παπανικόλα, η Ρηνούλα Μάρκου, η Ρία Αντωνοπούλου, η Ρίτα Σακελαρίου, η Ρίτσα Μπιζόγλη, η Ροδούλα Πέτρου, η Ρόζα Εσκενάζυ, η Ρόζα Ροζαλία, η Ροζίτα Σώκου, η Ρούλα Κορομηλά, η Ρουμπίνη Ασημακοπούλου, η Ρωξάνη Αλεξάνδρου, η Σαββούλα Σαββίδη, η Σαβίνα Γιαννάτου, η Σαλώμη Ηρωδιάδη, η Σαμάνθα Φοξ, η Σαπφώ Μυτιληναίου, η Σάρα Αβρααμίδου, η Σάσα Σταμάτη, η  Σεβαστή Κεχαγιά, η Σέβη Κομνηνού, η Σέμελη Σατώ, η Σμαράγδα Καρύδη, η Σμάρω Ελβετού, η Σόνια Ρασκόλνικωφ, η Σότια Τσώτου, η Πέγκυ Σου, η Σουζάνα Νικολέρη , η Σούλα Αφαντενού, η Σουλτάνα Πετρουλίδη, η Σοφία του Λάσκαρη, η Σοφίτσα Κορινθίου, η Σπυριδούλα Φελέκη, η Σταματία Μαλωνά, η Σταματίνα Τσεμελή, η Στάσα Σταμάτη, η Σταυρούλα Μοδινού , η Στέλλα Τσαρνά, η Στεφανία Χελιώτη, η Σωτηρία Αυγερινού, η Ταμάρα Πίποβα, η Τάνια Τρύπη, η Τασία  Φιλιππάκη, η Τατιάνα Στεφανίδου, η Τερψιθέα Παπαστεφάνου, η Τέτα Καλυθενού, η Τζένη Βάνου, η Τούλα Αλαφάκη, η Τριανταφυλλιά Τριανταφύλλου, η Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, η Τσαμπίκα Κρητικού, η Τώνια Μαρκετάκη, η Υβόννη Μαλτέζου, η Υπαπαντή Πίτση, η Φαίδρα Φις, η Φαίη Μακρή, η Φανή Χαλκιά, η Φιλίππα Μάθιους, η Φιλιώ Μαργωμένου, η Φιλομένα Μαρτουράνο, η Φιλομήλα Ταμβακάκη, η Φλώρα Γιαννακάκη, η Φλωρεντία Ιταλού, η Φλωρέτα Μπάϊσικλ, η Φοίβη Χόλντεν, η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, η Φρειδερίκη Γλύξμπουργκ, η κυρά Φροσύνη, η Φρόσω Πυργιώτη, η Φωτεινή Αγέλαστου, η Φώτω Φωτιάδη, η Φωφώ Ατζολετάκη, η Χάιδω Ασσυρίου, η Χαρά Πετρωμένου, η Χαρίκλεια Συρίγου, η Χλόη Λιάσκου, η Χριστιάνα Ασσύμετρου, η Χριστίνα Λαουδίκου, η Χρύσα Χατζηβασιλείου, η Χρυσάνθη Πολύζου, η Χρυσούλα Αλιφαντή, η Χρύσπα Κολλημένου.
Οι έρευνες για την σύλληψη του δράστη ή των δραστών συνεχίζονται.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα υπαρκτά είναι συμπτωματική. 




Πέμπτη, Μαΐου 28, 2015

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ



ΑΝΑΜΝΗΣΗ

Μια ζεστή μυρωδιά είχε απομείνει στις μασχάλες τού
         πανωφοριού της.
Το πανωφόρι στην κρεμάστρα του διαδρόμου σαν κλει-
         σμένη κουρτίνα.
Ό,τι γινόταν πια, είταν σ’άλλο χρόνο. Το φως άλ-
          λαζε πρόσωπα,
όλα άγνωστα. Κι αν κάποιος έκανε να μπει στο σπίτι
εκείνο τ’άδειο πανωφόρι σήκωνε αργά, πικραμένα τα
χέρια του
Κ’έκλεινε σιωπηλά ξανά την πόρτα.


ΤΟ ΑΛΛΟΘΙ

Κοιτάχτηκε στη σκοτεινή βιτρίνα του απόμερου δρόμου
κ’έτσι, καθώς τη χτυπούσε απ’τη μια το πρωινό φως,
κι απ’την άλλη το πικρό της χαμόγελο,
φάνηκαν οι βαθιές ρυτίδες πλάι στα μάτια της.
«Γερνάω», είπε· κ’ένιωσε μια γλυκειά παράλυση στα
μέλη της.
Άνοιξε τότε την τσάντα της να βάλει μιαν ελεημοσύνη
στην παλάμη του επαίτη. Όμως κανένας επαίτης
δε φαινόταν στο δρόμο. Διέκρινε μες στη βιτρίνα
την ίδια της χειρονομία-πιθανόν μια αντιστροφή,
μια αθώα, ευγενική αυταπάτη-ίσως κι απάτη-
και χαμογέλασε πάλι στο φάσμα της. Έβγαλε τότε
τη χτένα της
και χτενιζόταν ήσυχη, βεβαία, για ένα άλλοθι.
Αν δεν υπήρχε πια ένας δρόμος για πιο εδώ η πιο
πέρα,
υπήρχαν στο βάθος της σκοτεινής βιτρίνας οι φωτισμέ-
νες ρυτίδες της
σαν μια μικρή, όρθια σκάλα. Μπορούσε ν’ανέβει.
Αν όμως πίσω απ’το τσάμι, πίσω απ’το
είδωλό της

παρατηρούσε αόρατος ο υπάλληλος του καταστήματος;

Κυριακή, Μαΐου 24, 2015

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΜΟΥ


Η δουλειά μου είναι να μεταφέρω κουπόνια.  Είμαι, λοιπόν, ένας κουπονοφόρος.
Ο κουπονόδρομος, έτσι τον ονόμασα,  που στεγάζονται τα γραφεία στα οποία μεταφέρω τα κουπόνια, δεν είναι μακρύς, περίπου χίλια μέτρα και κάτι ψιλά, αλλά επειδή τον διανύω κάθε μέρα, μπορώ να χαρακτηριστώ κουπονοδρόμος. Το τμήμα του δρόμου ανήκει αποκλειστικά στην κουπονομεταφορική εταιρεία στην οποία  εργάζομαι. Δουλεύω στον «Ταχυκουπονοδρομέα», περίπου δύο χρόνια. Τα κουπονοδρομεία της χώρας με τη γραφειοκρατική τους δομή παραχώρησαν επαγγελματικό χώρο στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Έτσι  μεγάλο μερίδιο της αγοράς το κατέκτησαν οι κουπονομεταφορικές εταιρίες. Η δουλειά μου, αν και φαίνεται, δεν είναι βαρετή. Παίρνω τα κουπόνια από το γραφείο «Το κουπονάκι» πχ, που βρίσκεται στον κουπονόδρομο και τα μεταφέρω στο λογιστήριο, επί της ιδίας οδού, όπου γίνεται το μέτρημά τους. Φεύγω και επιστρέφω στο γραφείο μου. Περιμένω να με καλέσουν από τα άλλα κουπονογραφεία επαναλαμβάνοντας την ίδια διαδρομή σε όλη τη διάρκεια του οχταώρου μου. Η κουπονοδιαδρομή  έχει γίνει μέρος της ζωή μου, αλλά οι ευκαιρίες επαγγελματικής εξέλιξης είναι μεγάλες. Αρκεί να είσαι συνεπής, εργατικός και έντιμος.
 Πιστέψτε με, σας μιλά ένας κουπονοσοφιστής.

Το έργο είναι του Paul Feeley

Παρασκευή, Μαΐου 22, 2015

WHITE GOD




Μετά από αρκετές φάπες μια ταινία βάλσαμο.

Δευτέρα, Μαΐου 18, 2015

Ο ΑΛΙΜΕΝΤΑ


Ο μάγος Αλιμέντα ήταν ο πιο διάσημος μάγος της εποχής του. Η φήμη του είχε εξαπλωθεί σ’όλο τον κόσμο, και οι προσκλήσεις για παραστάσεις στα πιο απόμακρα μέρη της γης ήταν αμέτρητες.
Ο μάγος Αλιμέντα μπορούσε, γι’αυτό ξεχώριζε από τους άλλους μάγους της εποχής του, να σηκώσει έναν ελέφαντα από τη γη, να τον κάνει να πετάξει, τουλάχιστον τέσσερα – πέντε μέτρα από το έδαφος, για δύο τρία λεπτά πτήσης. Να μετατρέψει ένα αυγό βραστό σε τηγανιτό και αντίστροφα. Να κρεμαστεί από το μικρό δάχτυλο ενός δίχρονου παιδιού και να τραμπαλιστεί για όση ώρα διαρκούσε η μουσική ή το ρυθμικό χειροκρότημα των θεατών. Να εξαφανίσει τις Πέμπτες από το ημερολόγιο του χρόνου, χωρίς καμία επίπτωση στην κοινωνική ζωή. Να μιλάει χωρίς να χρησιμοποιεί το κατηγορούμενο και να γίνεται κατανοητός από όλους τους συνομιλητές του. Μπορούσε επίσης να σταθεί διπλωμένος κάτω από ένα αναποδογυρισμένο ποτήρι του Μartini για τέσσερα λεπτά. Ο μάγος Αλιμέντα  έτρεχε τα 100 μέτρα σε 7,56 δευτερόλεπτα, καθ’όλη τη διάρκεια του βίου του, ενώ τα 70 πρώτα μέτρα είχαν χρονομετρηθεί στα 6,42 δευτερόλεπτα. Αρκούσαν ένα δευτερόλεπτο και δεκατέσσερα  δεύτερα για να διανύσει τα τελευταία τριάντα μέτρα.
Φημολογείται ότι σε μια ιδιωτική παράσταση για τον πρωθυπουργό της χώρας, παρουσία της οικογένειά του, της γυναίκας του και των δύο παιδιών του, κατάφερε να περάσει από τη τρύπα μια βελόνας. Το γεγονός ούτε επιβεβαιώθηκε ούτε διαψεύστηκε.
Αυτό όμως που δεν κατάφερε ν' αποφύγει, εν είδει μαγικού εξαγνισμού, ήταν η απαράβατη αρχή της θνητότητάς του. Τις έσχατες στιγμές  των στοχασμών του, παραδεχόταν ενώπιον των λιγοστών φίλων του, ότι οι μαγικές του ικανότητες δεν ήταν αρκετά ικανές να ξεγελάσουν τη φθορά του χρόνου, αν και προσπάθησε κάποιες φορές να το επιτύχει. 
Σ’έναν από τους στοχαστικούς περιπάτους του στην εξοχή, που συνήθιζε να κάνει τις ελεύθερες ώρες του, το βλέμμα του στάθηκε σ’ ένα φύλλο πεσμένο από τον ουρανό. Ο Αλιμέντα μπόρεσε να το ξεχωρίσει ανάμεσα στα χιλιάδες πεσμένα φύλλα του φθινοπώρου. Γνώριζε ότι  κάθε φύλλο από τον ουρανό ήταν μια επιθυμία του Θεού. Είχε και ο Θεός επιθυμίες, που διέφεραν από τις ανθρώπινες, όχι μόνο επειδή ήταν Θεϊκές, αλλά γιατί μπορούσαν να πραγματοποιηθούν χωρίς καμία άλλη μεσολάβηση. Ο Αλιμέντα το πήρε στα χέρια του, το αποκρυπτογράφησε και  το έστειλε φυσώντας το ξανά στον ουρανό. Το φυλλαράκι παρασυρμένο από ένα ξαφνικό άνεμο που έβγαινε από το στόμα του Αλιμέντα, αλλά ουσιαστικά βαθιά από το στήθος του, χάθηκε στο απέραντο γαλάζιο, δίχως κάποιος από τους περιπατητές να το αντιληφθεί.
Το γεγονός δεν ξέρω αν σχετίζεται με το τραγικό και απρόβλεπτο τέλος του Αλιμέντα. Το συμπέρασμα δικό σας. Εγώ απλά  αναφέρω ότι ο Αλιμέντα χάθηκε στα σκοτεινά, ζοφερά νερά της Μάγχης, όταν προσπάθησε να διαπλεύσει το στενό πάνω σ’ένα φύλλο δάφνης. Μετά από πεντέμιση μίλια ο Αλιμέντα χάθηκε στο βυθό του  καναλιού χωρίς το σώμα του να βρεθεί ποτέ.

Ο πίνακας "The magician" είναι του Rene Magritte

Πέμπτη, Μαΐου 14, 2015

ΑΣΤΕΙΟ


Ευτυχώς, εδώ έχουμε αρτιμελή αφηγηματικό λόγο και επινόηση. Αρκετά για να συνυπάρξουν με την προσωπική μας περιπέτεια. 

Κυριακή, Μαΐου 10, 2015

ΣΧΟΛΙΟ ΠΑΝΩ Σ' ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ


Το διήγημα «Αστυνομικό διήγημα» αντλεί το περιεχόμενό του από το συμπέρασμα του επιθεωρητή Πιερ Ωγκρατέν, ο οποίος, μετά από ενδελεχή έρευνα επτά μηνών, έγραψε στο πόρισμά του προς το διευθυντή ασφαλείας του αστυνομικού τμήματος στο οποίο υπηρετούσε.
«Ο δολοφόνος είναι αθώος».


Ο πίνακας "Portrait of Pierre Broodcoorens" είναι του Rene Magritte


Πέμπτη, Μαΐου 07, 2015

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ


Ο δολοφόνος ήταν αθώος.



Ο πίνακας "The murderer in the Lane " είναι του Edvar Munch

Τρίτη, Μαΐου 05, 2015

ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΠΟΔΗΛΑΤΟ


Τι να κάνουμε; Αυτή είναι η λογοτεχνία μας.
Θεματικά συντηρητική, γλωσσικά επιτηδευμένη, υφολογικά στεγνή, αφηγηματικά υπνοφόρα.

Πέμπτη, Απριλίου 30, 2015

ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΜΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ


 «Ο αγώνας ακυρώνεται λόγω ενοχλήσεων στην καρδιά ενός εκ των συμμετεχόντων», έγραφε η ανακοίνωση στο τζάμι του πρακτορείου στοιχημάτων.
Έξαλλος από οργή μπήκα μέσα και ρώτησα τοv Μπάμπη που στεκόταν πίσω από τον πάγκο στην αναπηρική του καρέκλα.
-Αληθεύει; τον ρώτησα.
-Ποιο; ρώτησε και κείνος.
-Η ανακοίνωση, είπα κοφτά.
-Αληθεύει, απάντησε κι αυτός κοφτά.
Δίχως να πω άλλη λέξη βγήκα από το μαγαζί, αποφασισμένος να τραβήξω την πόρτα με δύναμη πίσω μου, αλλά εκείνη ήταν σφηνωμένη με προστατευτικό γάντζο που την εμπόδιζε να κλείνει, έτσι ώστε το μόνο που έμεινε από την αποφασιστικότητά μου ήταν να τρανταχτεί βίαια και να παραμείνει στη θέση της. Βγήκα στο δρόμο και τράβηξα για το χωράφι του Δημάκη. Τα νεύρα μου ήταν τεντωμένα. Μέχρι να φτάσω στη φωλιά τους κλότσησα δυο τρεις απ’ αυτές, καταστρέφοντάς τες. Παράπλευρες απώλειες, σκέφτηκα και συνέχισα. Έφτασα στη δική του φωλιά στην άκρη μιας ελιάς. Δύο μερμήγκια κουβαλούσαν, νωχελικά, ένα κλαδάκι σε άγνωστη κατεύθυνση. «Είναι μέσα ο Θανάσης ο Μέρμηγκας;», ρώτησα. «Ναι, μέσα είναι», απάντησαν και τα δυο με μια φωνή, συγχρονισμένα, πράγμα που με εξέπληξε.
-Πέστε του να βγει έξω, απαίτησα.
-Θανάση, κάποιος σε ζητάει, είπε το ένα από τα δύο μερμήγκια, βάζοντας το κεφάλι του μέσα στην τρύπα.
-Ποιος με ζητάει;
-Δεν ξέρω, είπε το μερμήγκι. Φαίνεται σε αυτόν μιλούσε μόνο ένα από τα δύο.
-Καλά, έρχομαι.
Ο Θανάσης μετά από λίγο φάνηκε στην άκρη της τρύπας.
-Εσύ είσαι ο Θανάσης ο Μέρμηγκας; ρώτησα για επιβεβαίωση.
Ναι, εγώ είμαι. Τι με θέλεις;
Έβγαλα το όπλο και τον σημάδεψα στο κεφάλι. Το πρόσωπό του άλλαξε χρώμα. Χλώμιασε και μερικές σταγόνες ιδρώτα άρχισαν να σχηματίζονται στο μέτωπό του. Τον πυροβόλησα δυο φορές στο πρόσωπο. Τα μυαλά του τινάχτηκαν στον αέρα και σκορπίστηκαν στο χώμα.
-Αυτό για να μην κοροϊδεύετε αυτούς που σας εμπιστεύτηκαν, ψιθύρισα, ενώ τα δυο μερμήγκια έτρεχαν να προφυλαχτούν πίσω από ένα δέντρο.


Ο πίνακας "The ants" είναι του Salvador Dali





Δευτέρα, Απριλίου 27, 2015

A GIRL WALKS HOME ALONE AT NIGHT



Ένα βαμπίρ πάνω σε skateboard; Ή ένα "Middle Eastern feminist vampire romance"; Ή ένα βραδινό spaghetti western; Η μια απλή ιστορία αγάπης; ; Ή ένα νεο-νουάρ φιλμ; 
 Δεν ξέρω, το μόνο που μένει είναι η ικανοποίηση ότι υπάρχει. Ευτυχώς. Για να μας θυμίζει ότι υπάρχει ελπίδα.

Πέμπτη, Απριλίου 23, 2015

ΠΡΟΣΘΗΚΗ


Να προστεθεί στην προηγούμενη ανάρτηση ότι «ένα μεταθανάτιο μελαγχολικό ανθάκι φύτρωσε στην άκρη των χειλιών του με  μορφή  σαλιωμένου αίματος.»
Το κείμενο θα γίνει ως εξής:

"Άνοιξε το φάκελο που ήταν τοποθετημένος στο γραφείο του. Ήταν το πρώτο πράγμα που παρατήρησε μπαίνοντας σπίτι του. "Μην κάνεις καμιά κίνηση, στάσου ακίνητος", διάβασε.
Μετά από δυο ώρες ακινησίας μια σφαίρα καρφώθηκε στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Έπεσε μπροστά, πειθαρχώντας σε μια κόκκινη κηλίδα αίματος που ζωγραφίστηκε στο σώμα του. Ένα μεταθανάτιο μελαγχολικό ανθάκι φύτρωσε στην άκρη των χειλιών του με  μορφή  σαλιωμένου αίματος. Είχε κάνει το μοιραίο λάθος."

Τρίτη, Απριλίου 21, 2015

ΤΟ ΜΟΙΡΑΙΟ ΛΑΘΟΣ


Άνοιξε το φάκελο που ήταν τοποθετημένος στο γραφείο του. Ήταν το πρώτο πράγμα που παρατήρησε μπαίνοντας σπίτι του. "Μην κάνεις καμιά κίνηση, στάσου ακίνητος", διάβασε.
Μετά από δυο ώρες ακινησίας μια σφαίρα καρφώθηκε στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Έπεσε μπροστά, πειθαρχώντας σε μια κόκκινη κηλίδα αίματος που ζωγραφίστηκε στο σώμα του. Είχε κάνει το μοιραίο λάθος.


Το έργο "Green and purple Painting with Blue Disc: May 1960" είναι του Patrick Heron

Τρίτη, Απριλίου 14, 2015

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΙΚΟΛΑΣ


-Μαμά, μαμά την έλεγε ακόμα και τώρα που πάτησε τα σαράντα, βρήκα ένα νεκρό στο φλιτζάνι μου με το τσάι!
-Μα τι έχεις πάθει Νικόλα, προχθές μας έλεγες ότι βρήκες αυγά τηγανιτά στις κάλτσες σου. Το άλλο με τον Περπέρογλου στο λεωφορείο, το ξέχασες; Την Τετάρτη που σου τηλεφώνησε ο πατέρας σου, του είπες ότι ο Περπέρογλου πήρε τη θέση σου στο λεωφορείο, αν και είχες προτεραιότητα. Ναι, ο αθλητής. Ξέρεις, βέβαια, ότι ο παίζει μπάσκετ στην Τουρκία, αλλά το παραβλέπω. Αλλά ο Περπέρογλου σε λεωφορείο; Ανησυχώ, μαζί και ο πατέρας σου. Προσπάθησε να συγκεντρωθείς, σε παρακαλώ.
Ο Νικόλας έκλεισε το τηλέφωνο, απογοητευμένος από μια ακόμη απόρριψη,  έλυσε τον Loucarno από το πόδι της αράχνης, που τον είχε δεμένο όση ώρα τηλεφωνούσε, και βγήκαν για την βραδινή τους βόλτα.

Το έργο "RM 669" είναι του Doug Wheeler 


Τρίτη, Απριλίου 07, 2015

ΟΤΑΝ Ο ΜΑΞ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΗ ΡΟΖ



Έπρεπε να στρίψεις τη Βαλαωρίτου για να σε συναντήσω. Με τα μαλλάκια σου όμορφα χτενισμένα απ’ το αεράκι και το παλτό σου να φτερουγίζει στον άνεμο. 
Το πόδι σου πάντα κρεμασμένο απ’το παράθυρο του μυαλού μου, έτοιμη να πηδήξεις στο κενό της λήθης.

Τα ίδια πάθη παντού. 

Κυριακή, Απριλίου 05, 2015

10000 Km




Μπορεί η τεχνολογία ν'αντικαταστήσει την ανθρώπινη επικοινωνία; Μπορεί να διατηρηθεί η αγάπη δύο ανθρώπων όταν βρίσκονται μακριά; Η τεχνολογία μειώνει την απόσταση; Ο χώρος μεταφέρεται από την εικόνα ενός υπολογιστή, ο έρωτας και το πάθος όμως; Όταν δύο ερωτευμένοι δεν είναι κοντά σκέφτονται διαφορετικά; Μήπως όταν είμαστε δίπλα στο αγαπημένο μας πρόσωπο δεν είμαστε αυτό που δείχνουμε; Μήπως χρειαζόμαστε τον χώρο και το χρόνο για να επιβεβαιώσουμε ή ν'αναθεωρήσουμε τις αποφάσεις μας ;
Αυτά και άλλα πολλά σ'αυτήν την υπέροχη ταινία των τριών πρωταγωνιστών: Ενός ζευγαριού και του υπολογιστή τους.

Δευτέρα, Μαρτίου 30, 2015

Η ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΩΝ ΣΚΥΛΩΝ


Γνώριζα, πριν διαβάσω το βιβλίο, ότι ο Κώστας Μαυρουδής είναι σπουδαίος λογοτέχνης. Έχω διαβάσει αρκετά βιβλία του ώστε είμαι βέβαιος πως κάθε καινούργιο βιβλίο του  ανανεώνει την άποψή μου για την αφηγηματική ικανότητά του. Βέβαια υποψιαζόμουν για ένα λόγο, όχι απροσδιόριστο, αλλά εξ αιτίας της αφηγηματικής ωριμότητάς του, στην οποία οδηγούσε η ανανεούμενη συγγραφική του εξέλιξη ότι το τελευταίο βιβλίο του  θα ήταν η συμπύκνωση της συγγραφικής πορείας του. Η κορύφωση του αφηγηματικού λόγου του. Λοιπόν, όχι έπεσα διάνα, αλλά το βιβλίο ξεπέρασε την αισιοδοξία μου. Είναι τόσο ωραίο, τόσο όμορφο, που ξεφεύγει από την αναγνωστική ευφορία που αισθάνεσαι όταν διαβάζεις ένα σπουδαίο βιβλίο και γίνεται μέρος του κόσμου. Τουλάχιστον του δικού μου. Υπαρκτού και πνευματικού. Το βιβλίο αυτό δεν είναι ένα ακόμα βιβλίο που μετά την ανάγνωσή του θα πάρει τη θέση του στη βιβλιοθήκη, που ίσως επανέλθω κάποτε στη μαγεία του, αλλά ένα κομμάτι από τον κόσμο που με περιβάλλει και τον περιβάλλω με την συνείδησή μου. Είναι πλέον μέρος του πνευματικού κόσμου μου, ένα βιβλίο που δεν έχει αφομοιωθεί, όπως τόσες άλλες αφηγήσεις, αλλά διατηρείται αυτόνομο σαν οδηγός σε μελλοντικές αναγνωστικές αποφάσεις μου.
 Έχουν γραφτεί τόσα πολλά γι’αυτό το βιβλίο ώστε είμαι σίγουρος ότι μια ακόμη «κριτική αποτίμηση» έχει εξαντληθεί. Άσε που δεν έχω την παραμικρή ικανότητα και όρεξη να κρίνω ένα βιβλίο. Δόξα τω Θεώ υπάρχουν αρκετοί επαγγελματίες και ερασιτέχνες που εξασκούν την κριτική τέχνη με αρκετή επιτυχία. Εμένα ένα βιβλίο  μου αρέσει ή δεν μου αρέσει. Like ή dislike. Αν καταφέρω να μεταφέρω με δικά μου λόγια και όχι αποστηθίζοντας το κριτικό λεξιλόγιο και την κριτική προσέγγιση, «ματιά» την ονομάζουν κάποιοι, την ικανοποίησή μου από την ανάγνωση τού βιβλίου καλώς. Διαφορετικά χαίρετε!
Αλλά τι έγραψαν οι κριτικοί ή μη για το βιβλίο του Μαυρουδή όλο αυτόν τον χρόνο από την πρώτη κυκλοφορία του; Έγραψαν αυτά για τα οποία ουδείς διαβάζοντάς τα θα άρχιζε την ανάγνωση του βιβλίου. Δηλαδή; Δηλαδή γράφοντας ότι η αφήγηση του Μαυρουδή  περιλαμβάνει αλήθειες, συναισθήματα, σημαίνουσες στιγμές, ότι παρουσιάζει τις ιστορίες του με βλέμμα κατάνυξης, τα ταχυδιηγήματα του εκ του ταχυαφηγήσεις έχουν εικαστική οπτική, ποιητική έξοδο, λυρική διαχείριση της γλώσσας, ότι η αφήγηση περιλαμβάνει μεταπλασμένα βιώματα, επινοήσεις τόπων και πραγμάτων, πως είναι ένα περίτεχνο ταξίδι, ένα αισθητικό πραξικόπημα, λυρικό, αισθητικά υποβλητικό, στοχαστικό, εκπέμπει κατανυκτική νοσταλγία, ποίηση, διαθέτει ρωμαλέο στοχασμό, ότι είναι μια σπουδαία συλλογή, ασυνήθιστη, με οικονομία και υπαινικτικότητα λόγου, ότι μιλάει για το χρόνο, την άγνοια, το θάνατο, τη φθορά, την απώλεια, τη μνήμη, τη γήρανση, την παιδική ηλικία, την ενηλικίωση, το θάνατο. Ισχυρίζονται οι διαθέτοντες κριτικό κριτήριο;  ότι η γραφή του Κώστα Μαυρουδή είναι ένα ταξίδι μέσα στο χρόνο και τον χώρο, με αίσθηση νοσταλγίας, διακειμενικές αναφορές, φράσεις ποιητικές, φιλοσοφικές,  διαθέτει χιούμορ, αυτοσαρκασμό, υποβλητικό βάθος, ένα βιβλίο ευρηματικό όπου η μαγεία του λόγου και των εικόνων κυριαρχεί. Χαρακτηρίζονται τα κείμενα του βιβλίου διηγήματα, αφηγήματα, μικρές φόρμες, ιστορίες με διακριτική αφήγηση, ραφινάτη μελαγχολία σύντομα σε έκφραση αφηγήματα ποιητικού ρεαλισμού, ανεξάντλητο καλειδοσκόπιο εντυπώσεων, με γραφή μνημονική, προσγειωμένη, νοσταλγική, ψύχραιμη, ειρωνική, τρυφερή, αισθητική, και αισθητηριακή που εκτείνεται στο χρόνο, προσκαλεί την ποίηση, λογοτεχνεί την λεπτομέρεια, αποφθεγματίζει, φιλοσοφεί. Διακρίνουν αφοριστικό στοχασμό, αναστοχασμό με υποβλητικό βάθος, πυκνό λόγο, ρεαλιστική φαντασμαγορία, μαστοριά, ευαισθησία αλλά και ευφυΐα ασκημένου τεχνίτη. Οι ιστορίες του βιβλίου χαρακτηρίζονται μικρά δοκίμια, αλλού μικρές δοκιμιακές σπουδές, ημερολόγιο, κρυμμένη αυτοβιογραφία, περιγραφές ταξιδιωτικών εντυπώσεων, σύντομη αναδρομή στην Ιστορία, με ραφιναρισμένη αγάπη για το παλιό, νοσταλγία που δεν φτάνει στην συναισθηματολογία. Αντιλαμβάνονται ότι ο συγγραφέας αποφεύγει το πομπώδες και στομφώδες, με χιούμορ, τρυφερότητα, ευαισθησία, εστιάζοντας στο ουσιώδες. Διηγήματα που κινούνται μεταξύ της μεταφοράς της μεγαλοκλίμακας της συγκριτολογικής μελέτης, με έντονο το συγκριτολογικό στοιχείο , μιλούν για  πρόσωπα, βιβλία, πίνακες, ελληνική Ιστορία, ταξίδια, με πυκνές εικόνες χαρακτήρων και εποχών. Καταλαβαίνουν ότι ο συγγραφέας χτίζει έναν ρεαλισμό περισσότερο μαγικό παρά πραγματικό και  αυτοσαρκαζόμενος ανατρέπει συμβάσεις.  Μια γραφή η οποία κινείται ανάμεσα στο δοκίμιο, την ποίηση και την αφαιρετική εξιστόρηση, επανατοποθετώντας   «ζητήματα που απασχολούν εδώ και πολλά χρόνια την πρόζα του: στα εξωτερικά ερεθίσματα τα οποία ενεργοποιούν την εσωτερική διαδικασία της μνήμης, στους τρόπους με τους οποίους φωτίζονται και ξαναφωτίζονται τα μνημονικά αντικείμενα, συνιστώντας συχνά μικρές σπουδές θανάτου, όπως και στο ρευστό του χρόνου, που παρά το μονίμως διαφεύγον σχήμα του δεν αποκλείεται σε δεδομένη στιγμή να αποκτήσει μιαν έστω ελλειπτική κυκλικότητα.»
Ουφ, τέλος! Αρκετά! Το βιβλίο μου άρεσε γιατί περίμενα να μου αρέσει. Ο Μαυρουδής δεν κάνει εκπτώσεις στην συγγραφική του παραγωγή. Πνευματικό ήθος το λένε; Λογοτεχνική συνέπεια το λένε; Αφηγηματική επάρκεια; Θα σας γελάσω. Το ζήτημα είναι αν έχουμε αρκετούς να ακολουθούν το παράδειγμά του.




Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2015

MICRORRELATO DE ÓSCAR SIPÁN


Góndola

Enfrascado en sus pensamientos el gondolero veneciano avistó las costas de Tahití.

Γόνδολα

Απορροφημένος στις σκέψεις του ο βενετσιάνος γονδολιέρης αντίκρισε τις ακτές της Ταϊτής.


                                                                                                                                                    μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος


Ο Όσκαρ Σιπάν γεννήθηκε στην Ουέσκα το 1974. Είναι αυτοδίδακτος συγγραφέας. Εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, Rompiendo corazones con los dientes, το 1998. Έχει εκδώσει επίσης τα μυθιστορήματα Pólvora mojada (2003) και Leyendario. Monstruos de agua (2004).

Από το ιστολόγιο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου
http://konstantinos-paleologos.blogspot.gr/2015/03/microrrelato-de-oscar-sipan.html

"The Gondolier" 2014 Olexandr Archipenko

Πέμπτη, Μαρτίου 19, 2015

ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΠΑΨΕ ΝΑ ΠΟΝΑΣ*

-Εσένα το λέω με το μπλε πουκάμισο, φώναξε απ’ τη σκηνή, δείχνοντας με το δάχτυλό του το μπλε πουκάμισό μου. «Μπλε» κατά τη δική του ερμηνεία, «πουκάμισο» κατά τη δική μου αφηγηματική αυθαιρεσία.
Εξηγούμαι. Eγώ δεν φοράω πουκάμισο. Το πουλόβερ από το Zara φοράω, μου είναι μάλιστα στενό, άκουσα την πωλήτρια που μου πρότεινε το large και το αγόρασα, Έριξε μια φευγαλέα αλλά σίγουρη ματιά, που πρόδιδε επαγγελματική εμπειρία, στο σώμα μου με ανοιγμένο το μπουφάν. Δεν με άφησε να το βγάλω, εμπιστεύτηκα την εμπειρία της και τη φιλαρέσκειά μου. Προφανώς ήθελε να με κολακέψει, αλλά τώρα νοιώθω άβολα μέσα σ' αυτό το ασφυκτικό μάλλινο προϊόν. Τέλος πάντων, το αντιπαρέρχομαι και συνεχίζω τη διήγησή μου, γνωρίζοντας ότι έχω προκαλέσει το ενδιαφέρον σας.
Έστρεψα το βλέμμα τριγύρω να δω αν απευθυνόταν σε κάποιον άλλον, αποφεύγοντας το δάχτυλό του που συνέχιζε να με στοχεύει, λες και ήμουν υποψήφιο θύμα παρανοϊκού δολοφόνου σε αμερικάνικη ταινία δεύτερης διαλογής, b movies εννοώ. Κανείς δεν βρισκόταν κοντά μου για να βρει παρηγοριά η σκέψη μου ούτε η νοητή προέκταση του δαχτύλου του σημάδευε άλλο στόχο. Φυσικό άλλωστε, αφού πάντα διάλεγα απόμερα σημεία στις δημόσιες ομιλίες. Κατέβηκε τη σκάλα της σκηνής, δίχως να λυγίζει τα γόνατά του, άκαμπτος, σαν να στεκόταν σε κυλιόμενο κατηφορικό διάδρομο και προχώρησε προς το μέρος μου. Το βάδισμά του καθώς με πλησίαζε είχε γίνει ορθολογικό. ‘Εφερε την κοτσίδα των μαλλιών του στην αριστερή πλευρά του ώμου του, σκεπάζοντας την άκρη ενός τατουάζ που ξεμύτιζε, διστακτικό, από την άκρη του σακακιού του, έκανε μια κίνηση σαν κάτι να τον βάραινε και ήθελε να το ξεφορτωθεί, έφτασε κοντά μου, έδιωξε μια μύγα που επίμονα συμπλήρωνε το σκηνικό της αγωνίας στο πρόσωπό μου, και άφησε το βλέμμα του να σταθεί δεκαπέντε πόντους δίπλα από το σώμα μου. «Πάρε αυτό» μου είπε, απλώνοντας το χέρι του που έτρεμε ελαφρά. «Φύγε αμέσως από δω, σε παρακαλώ. Μη σε ξαναδώ στα μάτια μου.». Αυτές ήταν οι τελευταίες λέξεις του. Απομακρύνθηκε σκυφτός σαν η ένταση της στιγμής να είχε ξαπλώσει στην πλάτη του καπνίζοντας ανέμελα το τσιγάρο της. Πήρα το φάκελο και ανηφόρισα το δρόμο για το σπίτι. Η βροχή άρχισε να δυναμώνει. Τώρα άφηνε το χάδι κι άρχισε να μου μαστιγώνει το πρόσωπο, λες και δεν με γνώριζε πια. Χαμήλωσα το γείσο του καπέλου μου και τάχυνα το βήμα μου.
«Εσύ, λοιπόν, είσαι ο πατέρας μου», ψιθύρισα, κοιτάζοντας τη φωτογραφία, όταν έφτασα σπίτι. Το πρόσωπό μου πήρε το χρώμα του Zoloft. Δεν ντράπηκα και άφησα ένα λυγμό να βρει την υγρή διέξοδο που αναζητούσε στα μάτια μου.

Ο πίνακας "At this stage", 2001 είναι του Gillian Ayres
*Ο τίτλος της ανάρτησης προέρχεται από την ομώνυμη ταινία με τον Νίκο Ξανθόπουλο και τη Μάρθα Βούρτση, σε σκηνοθεσία Απόστολου Τεγόπουλου