Τετάρτη, Απριλίου 03, 2013
Κυριακή, Μαρτίου 31, 2013
STRUCK
Κάτι ερωτικό, μετά την αφηγηματική δημαγωγία της προηγούμενης ανάρτησης.
Για την ταινία, περισσότερα εδώ:http://www.struckthefilm.com/index.htm
Πέμπτη, Μαρτίου 28, 2013
ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ
ΞΑΝΑ, ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
Τώρα που το σκέφτομαι έπρεπε να την είχα σκοτώσει. Τη γλύτωσε ο τρόπος που με
μεγάλωσε. Να διαμορφώσει ένα παιδί, που δεν είχε το θάρρος να πάρει ένα μαχαίρι
από την κουζίνα και να την καθαρίσει την ώρα που κοιμόταν, να την πνίξει με το
μαξιλάρι του πατέρα του, γεμάτο τρίχες από την τριχόπτωση, την ώρα που εκείνος
παιδευόταν να βρεί το τιμολόγιο του Παπαστεφάνου ή να τη σπρώξει από το μπαλκόνι
του τρίτου ορόφου, την ώρα που άπλωνε, αμέριμνη, τα ευωδιαστά, κιτρινισμένα
εσώρουχά της.
Σε άθλια νοικιασμένα σπίτια, το μόνο που νοιαζόταν, η μητέρα μου, με τα πεσμένα
βυζιά, που τα έβλεπα καθώς προσπαθούσε να τα κρύψει, όταν έμπαινα στο δωμάτιό
της, χωρίς να χτυπήσω την πόρτα, την ώρα που φορούσε το στηθόδεσμό της,
δεχόμενος τις χαλαρές παρατηρήσεις της, και το σφιχτό, ανασηκωμένο κώλο, που δεν
είχα δει ποτέ γυμνό, ήταν πως θα γίνω καλό παιδί. Καλό παιδί με τα δικά της
μέτρα. Να είμαι καλός μαθητής, να μην βρίζω, να μην χάνω μέρα στο σχολείο, κι ας
βαριόμουν, να πηγαίνω να μεταλάβω στην εκκλησία, όπου έβαζα στο στόμα μου εκείνο
το επιχρυσωμένο κουταλάκι, γεμάτο σάλια από τα στόματα των γέρων και των γριών,
που στριμώχνονται από τα μαύρα μεσάνυχτα για να σώσουν τις ψυχές τους, να
επιλέγει εκείνη τους φίλους που θα έκανα παρέα. Ήτοι μεθερμηνευόμενον, να διώξω
αυτοστιγμεί το Ρέμπελο, γιατί υπήρχαν υποψίες ότι η μάνα του ήταν πουτάνα, κι ας
ήταν καλός στη Γεωγραφία, να μην βρεθώ και κάνω παρέα με τον κατά δύο τρία
χρόνια μεγαλύτερό μου, Βασίλη, μην τυχόν με γαμήσει και μου αρέσει, να μην περνώ
το σύνορο της λεωφόρου που χώριζε την περιοχή μας σε αξιοπρεπείς οικογένειες,
σαν την δική μας, και την άλλη πλευρά, με τις αναξιοπρεπείς οικογένειες και τους
αλήτες.
Τα ακολουθούσα αυτά με θρησκευτική ευλάβεια όχι γιατί συμφωνούσα, αλλά γιατί
φοβόμουν το βαρύ χέρι του πατέρα μου, άλλος αλήτης αυτός, που με ξυλοφόρτωσε για
ασήμαντη αφορμή, ένα βραδάκι μπροστά στη μάνα μου και το μεγαλύτερο αδελφό μου,
για παραδειγματισμό, γιατί δεν ζήτησα συγγνώμη για κάτι κακό που είχα κάνει,
κατά την άποψή τους. Μ’έκανε, με λίγα λόγια, μαύρο στο ξύλο, αλλά εγώ τελικά τα
κατάφερα και δεν του έκανα το χατήρι, να ταπεινωθώ μπροστά στο οικογενειακό
σκυλολόι, και να ζητήσω συγγνώμη. Βαρέθηκε φαίνεται να με βαράει και με άφησε,
κι εκείνη ούτε κουβέντα να με προστατεύσει, άσε που επιδοκίμαζε τη βιαιότητα με
φράσεις όπως, ζήτα συγγνώμη από τον πατέρα σου και θα σε αφήσει, το ανήθικο
γύναιο. Ο αδελφός μου, ο σπυριάρης, κοιτούσε αδιάφορα, ίσως να την έβρισκε,
μπορεί να του σηκωνόταν κιόλας.
Μεγάλωνα σε μια αξιοπρεπή οικογένεια, με τον πατέρα να μεθοκοπά και να τον
ψάχνουμε στις ταβέρνες, να προσπαθεί να χέσει , από τη σούρα του, στο συρτάρι
του κομοδίνου, Θανάση, Θανάση, δεν είναι τουαλέτα εδώ, τον τραβούσε η μάνα μου
να σηκωθεί, άκουγα μόνο τις φωνές της, δεν με άφηνε να μπω στο δωμάτιο, μη τυχόν
δω τον πατέρα μου με κατεβασμένα βρακιά και την ψωλή του πεσμένη, και χάσω την
εκτίμησή μου στο πρόσωπό του. Εκείνος να επιμένει ν’αφήσει την κουράδα του μέσα
στο συρτάρι με τα βιβλιάρια του ΙΚΑ και τα προφυλακτικά.
Έβλεπα την μητέρα μου σκυμμένη στο ράψιμό της κάθε μέρα, να περιμένει
υπομονετικά το βράδυ του Σαββάτου την οικογενειακή μάζωξη, συκωταριά αρνίσια
περιλάμβανε συνήθως το μενού, το θυμάμαι γιατί αναζητούσα εναγωνίως την καρδιά,
και το συνοδευτικό κρασί, που είχα αγοράσει το απόγευμα, μετά από έντονους
καυγάδες, από τον «καρβουνιάρη», χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι μας,
ενώ ο Διονύσης και ο Μάκης περίμεναν να παίξουμε τη συνηθισμένη μαλακία μας.Οι
γονείς μου, όμως, είχαν το οικογενειακό προνόμιο, ευλογημένο από την υποκρισία
της εκκλησίας και της κοινωνίας, να κάνουν έρωτα, κλείνοντας ερμητικά την πόρτα
της κρεβατοκάμαρας, για να μην ακούμε εγώ και ο αδελφός μου τις κραυγές και τους
αναστεναγμούς τους, με κίνδυνο να τον παίξουμε κάτω από τις κουβέρτες, αν και
για τον αδελφό μου δεν το πολυπιστεύω, αυτός θα το θεωρούσε ανήθικο, και θα
έκλεινε τις δύσκολες στιγμές τ’αυτιά του για να μην ακούει.
Γι’αυτό, τα πρωινά του καλοκαιριού, όταν ο πατέρας μου έλειπε στη δουλειά, όταν
ζητούσα να ξαπλώσω στο κρεβάτι μαζί με τη μητέρα μου, εκείνη με απόφευγε γιατί
διαπίστωνε ότι ήμουν καυλωμένος. Ενώ εγώ αναζητούσα τη ζεστασιά του κρεβατιού,
εκείνη προσπαθούσε να κρύψει τα λεκιασμένα σεντόνια από τα χύσια του πατέρα μου.
Μεγάλωνα ακολουθώντας τους κανόνες και τα ωράρια του σπιτιού. Πότε θα σηκωθώ για
να πάω στο σχολείο, τι ώρα θα φάμε το μεσημέρι, τις Κυριακές όλοι μαζί, με το
αναθεματισμένο κοτόπουλο ν’αχνίζει στην πιατέλα, ενώ στο μυαλό μου κλωθογύριζε
διαρκώς η σκέψη πότε θα βγω να παίξω, να βρω τον Μπάμπη, συνομήλικός μου, να
φτιάξουμε την ομάδα που μας αρέσει, να διώξουμε τους παρείσακτους που είχαν
καταλάβει το χώρο που παίζαμε εμείς, να πάρουμε μάτι τη Μαρία, την αδελφή του
«σπουργίτι», την ώρα που έκανε μπάνιο στο μικρό λουτρό με την ξύλινη ραγισμένη
πόρτα, να πείσουμε το «τσιγκάκι» ότι το τσιμπούκι δεν ήταν και τόσο κακό όσο
φαινόταν, να φάμε τα εικονογραφημένα του κούτσαβλου, όσα λοιπόν ήταν απαραίτητα
για την σωστή ανατροφή μας.
Ακολουθούσα τις υποδείξεις της μητέρας μου, ενώπιος ενωπίω, ο πατέρας μου ούτε
ασχολιόταν, πλην του περιστατικού που ανάφερα, εμπιστευόταν τις αυταρχικές και
παιδαγωγικές ικανότητες της συντρόφου που διάλεξε να περάσει τη ζωή μαζί της,
την αδελφή του δοσίλογου, που ευτυχώς, δήθεν, σκοτώθηκε από νάρκη, κατά την
αποχώρηση των Γερμανών, ενώ είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο ότι τον εκτέλεσαν οι
αντάρτες, το καθίκι. Αλλά έλα που τον είχαν σαγηνεύσει τα τσακίρικα, μαύρα μάτια
της, κι ας μη το παραδεχόταν, ο εγωιστής, ο κομμουνιστής, που είχε πάρει μέρος
στο Δεκέμβρη, δίχως ποτέ να μας ξεκαθαρίζει το ρόλο του.
Μακάριζα τον Πέτρο που ένα υπέροχο πρωινό του Απριλίου, μπροστά στα μάτια μας
και τ’αυτιά μας μάθαινε ότι η μητέρα του πέθανε. Ο δάσκαλός μας δάκρυσε,
σταμάτησε το μάθημα, ενώ εγώ ζήλευα τον Πέτρο που για όλη την υπόλοιπη ζωή του
δεν θα είχε το μαρτύριο της επίβλεψης και της μητρικής καθοδήγησης. Πόσο θα θελα
να είχε πεθάνει και η δικιά μου!
Τι θα έκανα στην υποθετική αυτή περίπτωση αν έπιαναν οι ευχές μου;
Δεν μπορούσα να σκεφτώ εκείνη τη στιγμή, το μόνο που χρειαζόμουν ήταν να μην τη
βλέπω. Να μην βλέπω το σκυφτό κορμί της πάνω στα ρούχα που έραβε, την αγωνία της
να φάω όλο το φαγητό μου, την ενδελεχή της προσπάθεια να μην απογοητεύσει τον
πατέρα μου στο φαγητό που θα έτρωγε, διαβάζοντας «ΤΑ ΝΕΑ» τα μεσημέρια, τη
συγκατάβασή της στη γνώμη του μεγαλύτερου αδελφού μου, την υποταγή της στις
κανιβαλικές ορέξεις των γειτόνων.
Όλες οι προσπάθειες της μητέρας μου ήταν να φτιάξω ένα χαρακτήρα ώστε να γίνομαι
αρεστός στους άλλους, αυτούς που είχε αυτή υπόψη της κι όχι εγώ. Εγώ έβλεπα ότι
ήμουν αποδεκτός στην παρέα μου, όταν έκανα ακριβώς τα αντίθετα από αυτά που μου
μάθαινε, κρυφά βέβαια. Έκανα παρέα με το Ρέμπελο, κάπνιζα με τον Μπέμπη στο
ρέμα, πέρα από το απαγορευτικό σύνορο της λεωφόρου, προσπαθούσα να γαμήσω τον
Ηλία, με το άσπρο, στρογγυλό κολαράκι, που ακόμα και τώρα που το θυμάμαι
καυλώνω, αλλά κάτι συνέβαινε τελευταία στιγμή και τραβιόταν, ανέβαινα στα δέντρα
και τις πολυκατοικίες για να δω ταινίες τα καλοκαίρια, έπαιζα τα μεσημέρια στους
δρόμους, όταν οι ξενέρωτοι ενήλικες αναζητούσαν λίγη ησυχία να ξεκουραστούν,
αγνοούσα τις συμβουλές των μεγαλυτέρων μου, είχα ίνδαλμα τον Λυκούδη που έσπασε
το τζάμι με το χέρι του, όταν έμαθε ότι έμεινε στην ίδια τάξη, προσπαθούσα να
πείσω τη Σταυρούλα να μου δείξει λίγο το μουνάκι της.
Όλη της η προσπάθεια να γίνω σωστός άνθρωπος στην κοινωνία, την έσωσε. Αφού δεν
μπορούσα να την σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια , νόμιζα ότι ο καλός Θεούλης, θα
με λυπόταν και θα την έπαιρνε κοντά του. Πόσα μεσημέρια δεν γύριζα από το
σχολείο, με τη σκέψη να βρω έξω από το σπίτι μου κόσμο να την μοιρολογά, να την
επαινεί, τον πατέρα μου για πρώτη φορά δακρυσμένο, τον αδελφό μου κόκκινο σαν
μήλο στάρκιν, και όλο το σόι της, αυτό που, τελοσπάντων, είχε απομείνει, μέσα
στο μαύρο χάλι. Πόσες φορές δεν προσευχόμουν το λεωφορείο που πήγαινε ή ερχόταν
από την Πάτρα, με την μητέρα μου καθισμένη στις πρώτες θέσεις, μετά από την
επίσκεψη στην μισότρελη αδελφή της, το πουτανί το ανηψάκι της, και τις
μαραζωμένες φίλες της, να συγκρουόταν πλαγιομετωπικά, η πρόσκρουση, που θα
γινόταν από την πλευρά που καθόταν, να ήταν τόσο σφοδρή ώστε από τα συντρίμμια
το άψυχο κουφάρι της, ότι θα είχε βρεθεί δηλαδή, να μην μπορεί να αναγνωριστεί.
Γιατί να μην είχε συμβεί σ’εκείνη, αυτό που συνέβη στο μικρό αγοράκι, που
προσπαθώντας να περάσει το δρόμο, ένα αυτοκίνητο με ταχύτητα το τίναξε ψηλά,
κάνοντάς το να διαλυθεί, σκάζοντας μ’ ένα βαθύ, αποκρουστικό θόρυβο στην
άσφαλτο.
Το ατύχημα δεν της συνέβη ποτέ, η υγεία της παρέμεινε ακμαιότατη, η δολοφονία
της ήταν ανέφικτη, με ορατά αποτελέσματα στην ύπαρξή μου, όπως καταλαβαίνετε.
Τώρα που το σκέφτομαι έπρεπε να την είχα σκοτώσει. Τη γλύτωσε ο τρόπος που με
μεγάλωσε. Να διαμορφώσει ένα παιδί, που δεν είχε το θάρρος να πάρει ένα μαχαίρι
από την κουζίνα και να την καθαρίσει την ώρα που κοιμόταν, να την πνίξει με το
μαξιλάρι του πατέρα του, γεμάτο τρίχες από την τριχόπτωση, την ώρα που εκείνος
παιδευόταν να βρεί το τιμολόγιο του Παπαστεφάνου ή να τη σπρώξει από το μπαλκόνι
του τρίτου ορόφου, την ώρα που άπλωνε, αμέριμνη, τα ευωδιαστά, κιτρινισμένα
εσώρουχά της.
Σε άθλια νοικιασμένα σπίτια, το μόνο που νοιαζόταν, η μητέρα μου, με τα πεσμένα
βυζιά, που τα έβλεπα καθώς προσπαθούσε να τα κρύψει, όταν έμπαινα στο δωμάτιό
της, χωρίς να χτυπήσω την πόρτα, την ώρα που φορούσε το στηθόδεσμό της,
δεχόμενος τις χαλαρές παρατηρήσεις της, και το σφιχτό, ανασηκωμένο κώλο, που δεν
είχα δει ποτέ γυμνό, ήταν πως θα γίνω καλό παιδί. Καλό παιδί με τα δικά της
μέτρα. Να είμαι καλός μαθητής, να μην βρίζω, να μην χάνω μέρα στο σχολείο, κι ας
βαριόμουν, να πηγαίνω να μεταλάβω στην εκκλησία, όπου έβαζα στο στόμα μου εκείνο
το επιχρυσωμένο κουταλάκι, γεμάτο σάλια από τα στόματα των γέρων και των γριών,
που στριμώχνονται από τα μαύρα μεσάνυχτα για να σώσουν τις ψυχές τους, να
επιλέγει εκείνη τους φίλους που θα έκανα παρέα. Ήτοι μεθερμηνευόμενον, να διώξω
αυτοστιγμεί το Ρέμπελο, γιατί υπήρχαν υποψίες ότι η μάνα του ήταν πουτάνα, κι ας
ήταν καλός στη Γεωγραφία, να μην βρεθώ και κάνω παρέα με τον κατά δύο τρία
χρόνια μεγαλύτερό μου, Βασίλη, μην τυχόν με γαμήσει και μου αρέσει, να μην περνώ
το σύνορο της λεωφόρου που χώριζε την περιοχή μας σε αξιοπρεπείς οικογένειες,
σαν την δική μας, και την άλλη πλευρά, με τις αναξιοπρεπείς οικογένειες και τους
αλήτες.
Τα ακολουθούσα αυτά με θρησκευτική ευλάβεια όχι γιατί συμφωνούσα, αλλά γιατί
φοβόμουν το βαρύ χέρι του πατέρα μου, άλλος αλήτης αυτός, που με ξυλοφόρτωσε για
ασήμαντη αφορμή, ένα βραδάκι μπροστά στη μάνα μου και το μεγαλύτερο αδελφό μου,
για παραδειγματισμό, γιατί δεν ζήτησα συγγνώμη για κάτι κακό που είχα κάνει,
κατά την άποψή τους. Μ’έκανε, με λίγα λόγια, μαύρο στο ξύλο, αλλά εγώ τελικά τα
κατάφερα και δεν του έκανα το χατήρι, να ταπεινωθώ μπροστά στο οικογενειακό
σκυλολόι, και να ζητήσω συγγνώμη. Βαρέθηκε φαίνεται να με βαράει και με άφησε,
κι εκείνη ούτε κουβέντα να με προστατεύσει, άσε που επιδοκίμαζε τη βιαιότητα με
φράσεις όπως, ζήτα συγγνώμη από τον πατέρα σου και θα σε αφήσει, το ανήθικο
γύναιο. Ο αδελφός μου, ο σπυριάρης, κοιτούσε αδιάφορα, ίσως να την έβρισκε,
μπορεί να του σηκωνόταν κιόλας.
Μεγάλωνα σε μια αξιοπρεπή οικογένεια, με τον πατέρα να μεθοκοπά και να τον
ψάχνουμε στις ταβέρνες, να προσπαθεί να χέσει , από τη σούρα του, στο συρτάρι
του κομοδίνου, Θανάση, Θανάση, δεν είναι τουαλέτα εδώ, τον τραβούσε η μάνα μου
να σηκωθεί, άκουγα μόνο τις φωνές της, δεν με άφηνε να μπω στο δωμάτιο, μη τυχόν
δω τον πατέρα μου με κατεβασμένα βρακιά και την ψωλή του πεσμένη, και χάσω την
εκτίμησή μου στο πρόσωπό του. Εκείνος να επιμένει ν’αφήσει την κουράδα του μέσα
στο συρτάρι με τα βιβλιάρια του ΙΚΑ και τα προφυλακτικά.
Έβλεπα την μητέρα μου σκυμμένη στο ράψιμό της κάθε μέρα, να περιμένει
υπομονετικά το βράδυ του Σαββάτου την οικογενειακή μάζωξη, συκωταριά αρνίσια
περιλάμβανε συνήθως το μενού, το θυμάμαι γιατί αναζητούσα εναγωνίως την καρδιά,
και το συνοδευτικό κρασί, που είχα αγοράσει το απόγευμα, μετά από έντονους
καυγάδες, από τον «καρβουνιάρη», χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι μας,
ενώ ο Διονύσης και ο Μάκης περίμεναν να παίξουμε τη συνηθισμένη μαλακία μας.Οι
γονείς μου, όμως, είχαν το οικογενειακό προνόμιο, ευλογημένο από την υποκρισία
της εκκλησίας και της κοινωνίας, να κάνουν έρωτα, κλείνοντας ερμητικά την πόρτα
της κρεβατοκάμαρας, για να μην ακούμε εγώ και ο αδελφός μου τις κραυγές και τους
αναστεναγμούς τους, με κίνδυνο να τον παίξουμε κάτω από τις κουβέρτες, αν και
για τον αδελφό μου δεν το πολυπιστεύω, αυτός θα το θεωρούσε ανήθικο, και θα
έκλεινε τις δύσκολες στιγμές τ’αυτιά του για να μην ακούει.
Γι’αυτό, τα πρωινά του καλοκαιριού, όταν ο πατέρας μου έλειπε στη δουλειά, όταν
ζητούσα να ξαπλώσω στο κρεβάτι μαζί με τη μητέρα μου, εκείνη με απόφευγε γιατί
διαπίστωνε ότι ήμουν καυλωμένος. Ενώ εγώ αναζητούσα τη ζεστασιά του κρεβατιού,
εκείνη προσπαθούσε να κρύψει τα λεκιασμένα σεντόνια από τα χύσια του πατέρα μου.
Μεγάλωνα ακολουθώντας τους κανόνες και τα ωράρια του σπιτιού. Πότε θα σηκωθώ για
να πάω στο σχολείο, τι ώρα θα φάμε το μεσημέρι, τις Κυριακές όλοι μαζί, με το
αναθεματισμένο κοτόπουλο ν’αχνίζει στην πιατέλα, ενώ στο μυαλό μου κλωθογύριζε
διαρκώς η σκέψη πότε θα βγω να παίξω, να βρω τον Μπάμπη, συνομήλικός μου, να
φτιάξουμε την ομάδα που μας αρέσει, να διώξουμε τους παρείσακτους που είχαν
καταλάβει το χώρο που παίζαμε εμείς, να πάρουμε μάτι τη Μαρία, την αδελφή του
«σπουργίτι», την ώρα που έκανε μπάνιο στο μικρό λουτρό με την ξύλινη ραγισμένη
πόρτα, να πείσουμε το «τσιγκάκι» ότι το τσιμπούκι δεν ήταν και τόσο κακό όσο
φαινόταν, να φάμε τα εικονογραφημένα του κούτσαβλου, όσα λοιπόν ήταν απαραίτητα
για την σωστή ανατροφή μας.
Ακολουθούσα τις υποδείξεις της μητέρας μου, ενώπιος ενωπίω, ο πατέρας μου ούτε
ασχολιόταν, πλην του περιστατικού που ανάφερα, εμπιστευόταν τις αυταρχικές και
παιδαγωγικές ικανότητες της συντρόφου που διάλεξε να περάσει τη ζωή μαζί της,
την αδελφή του δοσίλογου, που ευτυχώς, δήθεν, σκοτώθηκε από νάρκη, κατά την
αποχώρηση των Γερμανών, ενώ είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο ότι τον εκτέλεσαν οι
αντάρτες, το καθίκι. Αλλά έλα που τον είχαν σαγηνεύσει τα τσακίρικα, μαύρα μάτια
της, κι ας μη το παραδεχόταν, ο εγωιστής, ο κομμουνιστής, που είχε πάρει μέρος
στο Δεκέμβρη, δίχως ποτέ να μας ξεκαθαρίζει το ρόλο του.
Μακάριζα τον Πέτρο που ένα υπέροχο πρωινό του Απριλίου, μπροστά στα μάτια μας
και τ’αυτιά μας μάθαινε ότι η μητέρα του πέθανε. Ο δάσκαλός μας δάκρυσε,
σταμάτησε το μάθημα, ενώ εγώ ζήλευα τον Πέτρο που για όλη την υπόλοιπη ζωή του
δεν θα είχε το μαρτύριο της επίβλεψης και της μητρικής καθοδήγησης. Πόσο θα θελα
να είχε πεθάνει και η δικιά μου!
Τι θα έκανα στην υποθετική αυτή περίπτωση αν έπιαναν οι ευχές μου;
Δεν μπορούσα να σκεφτώ εκείνη τη στιγμή, το μόνο που χρειαζόμουν ήταν να μην τη
βλέπω. Να μην βλέπω το σκυφτό κορμί της πάνω στα ρούχα που έραβε, την αγωνία της
να φάω όλο το φαγητό μου, την ενδελεχή της προσπάθεια να μην απογοητεύσει τον
πατέρα μου στο φαγητό που θα έτρωγε, διαβάζοντας «ΤΑ ΝΕΑ» τα μεσημέρια, τη
συγκατάβασή της στη γνώμη του μεγαλύτερου αδελφού μου, την υποταγή της στις
κανιβαλικές ορέξεις των γειτόνων.
Όλες οι προσπάθειες της μητέρας μου ήταν να φτιάξω ένα χαρακτήρα ώστε να γίνομαι
αρεστός στους άλλους, αυτούς που είχε αυτή υπόψη της κι όχι εγώ. Εγώ έβλεπα ότι
ήμουν αποδεκτός στην παρέα μου, όταν έκανα ακριβώς τα αντίθετα από αυτά που μου
μάθαινε, κρυφά βέβαια. Έκανα παρέα με το Ρέμπελο, κάπνιζα με τον Μπέμπη στο
ρέμα, πέρα από το απαγορευτικό σύνορο της λεωφόρου, προσπαθούσα να γαμήσω τον
Ηλία, με το άσπρο, στρογγυλό κολαράκι, που ακόμα και τώρα που το θυμάμαι
καυλώνω, αλλά κάτι συνέβαινε τελευταία στιγμή και τραβιόταν, ανέβαινα στα δέντρα
και τις πολυκατοικίες για να δω ταινίες τα καλοκαίρια, έπαιζα τα μεσημέρια στους
δρόμους, όταν οι ξενέρωτοι ενήλικες αναζητούσαν λίγη ησυχία να ξεκουραστούν,
αγνοούσα τις συμβουλές των μεγαλυτέρων μου, είχα ίνδαλμα τον Λυκούδη που έσπασε
το τζάμι με το χέρι του, όταν έμαθε ότι έμεινε στην ίδια τάξη, προσπαθούσα να
πείσω τη Σταυρούλα να μου δείξει λίγο το μουνάκι της.
Όλη της η προσπάθεια να γίνω σωστός άνθρωπος στην κοινωνία, την έσωσε. Αφού δεν
μπορούσα να την σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια , νόμιζα ότι ο καλός Θεούλης, θα
με λυπόταν και θα την έπαιρνε κοντά του. Πόσα μεσημέρια δεν γύριζα από το
σχολείο, με τη σκέψη να βρω έξω από το σπίτι μου κόσμο να την μοιρολογά, να την
επαινεί, τον πατέρα μου για πρώτη φορά δακρυσμένο, τον αδελφό μου κόκκινο σαν
μήλο στάρκιν, και όλο το σόι της, αυτό που, τελοσπάντων, είχε απομείνει, μέσα
στο μαύρο χάλι. Πόσες φορές δεν προσευχόμουν το λεωφορείο που πήγαινε ή ερχόταν
από την Πάτρα, με την μητέρα μου καθισμένη στις πρώτες θέσεις, μετά από την
επίσκεψη στην μισότρελη αδελφή της, το πουτανί το ανηψάκι της, και τις
μαραζωμένες φίλες της, να συγκρουόταν πλαγιομετωπικά, η πρόσκρουση, που θα
γινόταν από την πλευρά που καθόταν, να ήταν τόσο σφοδρή ώστε από τα συντρίμμια
το άψυχο κουφάρι της, ότι θα είχε βρεθεί δηλαδή, να μην μπορεί να αναγνωριστεί.
Γιατί να μην είχε συμβεί σ’εκείνη, αυτό που συνέβη στο μικρό αγοράκι, που
προσπαθώντας να περάσει το δρόμο, ένα αυτοκίνητο με ταχύτητα το τίναξε ψηλά,
κάνοντάς το να διαλυθεί, σκάζοντας μ’ ένα βαθύ, αποκρουστικό θόρυβο στην
άσφαλτο.
Το ατύχημα δεν της συνέβη ποτέ, η υγεία της παρέμεινε ακμαιότατη, η δολοφονία
της ήταν ανέφικτη, με ορατά αποτελέσματα στην ύπαρξή μου, όπως καταλαβαίνετε.
Δευτέρα, Μαρτίου 25, 2013
ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ
-Έλα εσύ είσαι;
-Εγώ ο ίδιος, αυτοπροσώπως.
-Μην κάνεις πλάκα!
-Δεν κάνω πλάκα. Με ρώτησες και σου απάντησα.
-Δεν αντέχω άλλο!
-Μπορώ να βοηθήσω σε τίποτα;
-Δεν ξέρω. Μπορείς;
-Αν γίνεις πιο συγκεκριμένη.
-Απλά, δεν αντέχω άλλο.
-Γι'αυτό με πήρες;
-Ναι, γι'αυτό.
-Λοιπόν;
-Ήθελα να σου μιλήσω.
-Να μου πεις,τι;
-Ότι δεν αντέχω.
-ΟΚ, αυτό το είπες. Τίποτα άλλο;
-Τίποτα
-Να κλείσουμε, λοιπόν.
-Εντάξει, καληνύχτα.
-Καλημέρα, σε λίγο ξημερώνει.
Σάββατο, Μαρτίου 23, 2013
Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΟΥ
Διαβάζοντας στο "Διαβάζοντας" την τελευταία ανάρτηση "Πως να τακτοποιήσετε τη βιβλιοθήκη σας σε δέκα απλά βήματα" μου ήρθε στο μυαλό η ιδέα "α, η βιβλιοθήκη μου! Καιρός να την τακτοποιήσω!".
Αλλά, εδώ, προέκυπταν τα ίδια υπαρξιακά ερωτήματα με της κ.Μαλακατέ. Πως να διαχωρίσω τα βιβλία μου; Αλφαβητικά κατά συγγραφέα, αλφαβητικά κατά τίτλο, κατά χρώμα, ύψος, σχήμα(αλλά τι ήμουν, διακοσμητής;); Να χρησιμοποιήσω τη χρονολογική μέθοδο ανάλογα με την ημερομηνία έκδοσης, την αυτοβιογραφική χρονολογική σειρά, κατά θέμα, κατά λογοτεχνικό ρεύμα, κατά χώρα ή κατά γεωγραφική περιοχή; Το σκέφτηκα, το ξανασκέφτηκα, διάβασα ξανά το κείμενο, μαζί με τις προτάσεις των αναγνωστών, ενδελεχώς, έστυψα το κεφάλι μου, όπως στύβω το lime όταν φτιάχνω το "Caipiroska", αλλά δεν αποφάσιζα ποια μέθοδο ν'ακολουθήσω. Μέχρι να ξαναπάς θα το έχεις ξεχάσει, αποφάσισε το μυαλό μου. Άφησα το συναισθηματικό μου κόσμο να ρίξει κανένα υπνάκο, και ακολούθησα με βήματα σταθερά τη λογική μου, που μου έκλεινε το ματάκι της, σαν να ήταν εικονίδιο του facebook.
Το κείμενο της κ.Μαλακατέ εδώ: http://diavazontas.blogspot.gr/2013/03/blog-post_22.html
Παρασκευή, Μαρτίου 22, 2013
Δευτέρα, Μαρτίου 18, 2013
ΕΠΑΝΑΛΗΨΕΙΣ
Έγραφα, 28 Οκτωβρίου 2007, αυτά τα λόγια, βαριά μεθυσμένος. Σ'αυτά τα λόγια δεν αλλάζω τίποτα, τώρα που είμαι νηφάλιος. Και όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.
ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΕΛΕΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ "ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΧΑΚ ΦΙΝ"
Υπάρχουν συμπτώσεις στην ζωή μας που τις προσπερνούμε αδιάφορα , δίχως να
στεκόμαστε στα σημάδια τους, τα ίχνη τους, που αποτυπώνουν, ενδομύχως ίσως, τα
μηνύματα που μεταφέρουν. Άλλωστε η ζωή έχει πάψει να σταματά, να συνδιαλέγεται
με μικρογεγονότα, προχωρά βιαστικά, καταπίνει τις μικρές στιγμές , κυριαρχώντας
ισοπεδωτικά στο βίο, αλλοιώνοντας ουσιαστικά την ουσία του. Οι μικρές όμως
αυτές στάσεις συνδιαμορφώνουν την ατομικότητα και την ιδιαιτερότητα του καθενός
μας. Άρα η θέληση και η ανάγκη να οργανώσουμε τη ζωή μας κατά το δοκούν έχει από
αρκετό καιρό απωλεσθεί. Έτσι κυριολεκτώντας, γεγονότα που τα ξορκίζουμε, τα
προσπερνούμε αδιαφορώντας, έχουν σαν αποτέλεσμα να αφαιρούμε την μυστηριακή και
απροσπέλαστη για μας ιδιαιτερότητά τους, αγνοώντας ότι σε εύθετο χρόνο θα
κυριαρχήσουν στην ζωή μας, με άλλους όρους και μορφές, αλλά ουσιωδώς
συνδεδεμένους με το παρελθόν μας.
Οι αυθαίρετες αυτές σκέψεις που μου έρχονται στο νου Σάββατο βράδυ, και
καταγράφονται μεσημέρι Κυριακής, για να συγκροτήσουν μια παραδοχή, που φαίνεται
απροκάλυπτη και ουσιωδώς αδικαιολόγητη, αρκετά όμως πιεστική για να επιβάλει την
καταγραφή της, γίνεται μετά το τελείωμα της ανάγνωσης ενός σπουδαίου βιβλίου.
Μιλώ για τις «Περιπέτειες του Χακ Φιν» του Μαρκ Τουέιν. Ενός βιβλίου που η
καθαρά τυχαία επιλογή του ανατρέπει τις υποχρεωτικές και αναγκαίες καταβολές ,
οδηγώντας στο συμπέρασμα ότι η συνεπής και οργανωμένη πορεία προς την εκφρασμένη,
τουλάχιστον, ολοκλήρωσή μας, όπως ερμηνεύεται εγωτικά από την ευνοούμενη
αντιληπτικότητα μας, προσκρούει σε τυχαίες επιλογές, που ανατρέπουν τις
καθιερωμένες αντιλήψεις και βεβαιότητές μας, και επαναφέρουν το αίτημα της
επαναπρόσληψης της πραγματικότητας, με διαφορετικές αιτιάσεις, αποτρεπτικές και
ανατρεπτικές απέναντι στην συμμορφωμένη αντίληψή μας. Εννοώ, λοιπόν, ότι τα
γεγονότα δεν είναι αλληλουχία και επαναληπτικότητα προσδιορισμένων επιλογών,
αλλά συνάντηση διαφορετικών οντοτήτων, που συνεργάζονται για την αποκατάσταση
των ανθρώπινων λειτουργιών και αιτιάσεων. Η επεξεργασία των γεγονότων είναι
επαρκής λόγος για την στοιχειολόγηση επιλήσμονων καταβολών, που λιμνάζουν
αναζητώντας διέξοδο στην παρατήρηση και την αξιολόγησή τους. Όλα αυτά, προαιρετικά,
συγκλίνουν στην άποψη ότι η απροσδόκητη επαφή με έργα , εν προκειμένω
λογοτεχνικά, συμπεριλαμβάνει την επίκτητη αλλά λησμονημένη παραίτηση, και
αναπάντεχη απομάκρυνση από έργα που επανέρχονται κατά καιρούς στο νου, αλλά
εγκαταλείπονται από άλλες προτεραιότητες, που η φενάκη της γραμμικής
συμμορφωμένης επιλεκτικότητάς μας, τα απορρίπτει, τα αναβάλλει, με οδηγό την
διαμορφωμένη και επεξεργασμένη συμμετρία μας, που θεωρείται, δυστυχώς, επαρκής,
αλλά ουσιαστικώς είναι ατελής.
Ένα από αυτά τα έργα που εγκαταλείφθηκαν τόσα χρόνια, έφτασε στα χέρια μου
συνειδητά βεβαίως, αλλά η ανάγνωσή του ήταν εντελώς τυχαία, και ελαφρώς
επιβαλλόμενη, δικαιολογεί την ατελέσφορη και διαρκώς αποτυχημένη προσπάθεια
συγκρότησης μιας εμπειρίας που φαντάζει αυτάρκης, αλλά ουσιαστικά ελλιπούς. Η
συσσώρευση λοιπόν, και η διαρκής επανατοποθέτηση μιας συγκροτημένης και
προστατευμένης, επικυρωτικής προσπάθειας είναι εμφανώς ανεπιτυχής, ουσιωδώς δε
ανύπαρκτη.
ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΕΛΕΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ "ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΧΑΚ ΦΙΝ"
Υπάρχουν συμπτώσεις στην ζωή μας που τις προσπερνούμε αδιάφορα , δίχως να
στεκόμαστε στα σημάδια τους, τα ίχνη τους, που αποτυπώνουν, ενδομύχως ίσως, τα
μηνύματα που μεταφέρουν. Άλλωστε η ζωή έχει πάψει να σταματά, να συνδιαλέγεται
με μικρογεγονότα, προχωρά βιαστικά, καταπίνει τις μικρές στιγμές , κυριαρχώντας
ισοπεδωτικά στο βίο, αλλοιώνοντας ουσιαστικά την ουσία του. Οι μικρές όμως
αυτές στάσεις συνδιαμορφώνουν την ατομικότητα και την ιδιαιτερότητα του καθενός
μας. Άρα η θέληση και η ανάγκη να οργανώσουμε τη ζωή μας κατά το δοκούν έχει από
αρκετό καιρό απωλεσθεί. Έτσι κυριολεκτώντας, γεγονότα που τα ξορκίζουμε, τα
προσπερνούμε αδιαφορώντας, έχουν σαν αποτέλεσμα να αφαιρούμε την μυστηριακή και
απροσπέλαστη για μας ιδιαιτερότητά τους, αγνοώντας ότι σε εύθετο χρόνο θα
κυριαρχήσουν στην ζωή μας, με άλλους όρους και μορφές, αλλά ουσιωδώς
συνδεδεμένους με το παρελθόν μας.
Οι αυθαίρετες αυτές σκέψεις που μου έρχονται στο νου Σάββατο βράδυ, και
καταγράφονται μεσημέρι Κυριακής, για να συγκροτήσουν μια παραδοχή, που φαίνεται
απροκάλυπτη και ουσιωδώς αδικαιολόγητη, αρκετά όμως πιεστική για να επιβάλει την
καταγραφή της, γίνεται μετά το τελείωμα της ανάγνωσης ενός σπουδαίου βιβλίου.
Μιλώ για τις «Περιπέτειες του Χακ Φιν» του Μαρκ Τουέιν. Ενός βιβλίου που η
καθαρά τυχαία επιλογή του ανατρέπει τις υποχρεωτικές και αναγκαίες καταβολές ,
οδηγώντας στο συμπέρασμα ότι η συνεπής και οργανωμένη πορεία προς την εκφρασμένη,
τουλάχιστον, ολοκλήρωσή μας, όπως ερμηνεύεται εγωτικά από την ευνοούμενη
αντιληπτικότητα μας, προσκρούει σε τυχαίες επιλογές, που ανατρέπουν τις
καθιερωμένες αντιλήψεις και βεβαιότητές μας, και επαναφέρουν το αίτημα της
επαναπρόσληψης της πραγματικότητας, με διαφορετικές αιτιάσεις, αποτρεπτικές και
ανατρεπτικές απέναντι στην συμμορφωμένη αντίληψή μας. Εννοώ, λοιπόν, ότι τα
γεγονότα δεν είναι αλληλουχία και επαναληπτικότητα προσδιορισμένων επιλογών,
αλλά συνάντηση διαφορετικών οντοτήτων, που συνεργάζονται για την αποκατάσταση
των ανθρώπινων λειτουργιών και αιτιάσεων. Η επεξεργασία των γεγονότων είναι
επαρκής λόγος για την στοιχειολόγηση επιλήσμονων καταβολών, που λιμνάζουν
αναζητώντας διέξοδο στην παρατήρηση και την αξιολόγησή τους. Όλα αυτά, προαιρετικά,
συγκλίνουν στην άποψη ότι η απροσδόκητη επαφή με έργα , εν προκειμένω
λογοτεχνικά, συμπεριλαμβάνει την επίκτητη αλλά λησμονημένη παραίτηση, και
αναπάντεχη απομάκρυνση από έργα που επανέρχονται κατά καιρούς στο νου, αλλά
εγκαταλείπονται από άλλες προτεραιότητες, που η φενάκη της γραμμικής
συμμορφωμένης επιλεκτικότητάς μας, τα απορρίπτει, τα αναβάλλει, με οδηγό την
διαμορφωμένη και επεξεργασμένη συμμετρία μας, που θεωρείται, δυστυχώς, επαρκής,
αλλά ουσιαστικώς είναι ατελής.
Ένα από αυτά τα έργα που εγκαταλείφθηκαν τόσα χρόνια, έφτασε στα χέρια μου
συνειδητά βεβαίως, αλλά η ανάγνωσή του ήταν εντελώς τυχαία, και ελαφρώς
επιβαλλόμενη, δικαιολογεί την ατελέσφορη και διαρκώς αποτυχημένη προσπάθεια
συγκρότησης μιας εμπειρίας που φαντάζει αυτάρκης, αλλά ουσιαστικά ελλιπούς. Η
συσσώρευση λοιπόν, και η διαρκής επανατοποθέτηση μιας συγκροτημένης και
προστατευμένης, επικυρωτικής προσπάθειας είναι εμφανώς ανεπιτυχής, ουσιωδώς δε
ανύπαρκτη.
Σάββατο, Μαρτίου 16, 2013
Τρίτη, Μαρτίου 12, 2013
Seven psychopaths
Τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ Ζαχαρία, κατά κόσμον Tom Waits, και Marty, κατά κόσμον Kolin Farrel, στο τέλος της ταινίας.
Ζαχαρίας: Θα περάσω την Τρίτη να σε σκοτώσω.
Marty: Καλό αυτό. Δεν έχω κανονίσει τίποτα για την Τρίτη.
Ζαχαρίας(το καλοσκέφτεται): Την Τρίτη δεν με βολεύει. Να σε πάρω αργότερα;
Marty: Φυσικά, εδώ θα είμαι.
Ζαχαρίας: Το ξέρω.
Παρασκευή, Μαρτίου 08, 2013
Δευτέρα, Μαρτίου 04, 2013
Τρίτη, Φεβρουαρίου 26, 2013
Δευτέρα, Φεβρουαρίου 18, 2013
ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ!
Ευχαριστώ τους φίλους μου:
Το Νίκο Κακουλίδη, το Λάζαρο τον Ίριντεντ, το Νίκο το Μαιντανό, το Δημήτρη το Ζούγκλα, τον Τίρλα Πατίρλα, τον Κώστα το Ψαψώλα, το Γιώργο το Ντουγιουρίλη, τον Πέτρο τον Πλυμένο, το Σπύρο τον Πηρούνια, τον Τάκη τον Πατάτα, το Θανάση τον Άφιλο, το Γιάννη τον Πιπίλα, το Στελάκη το Φούσκα, το Γιάννη τον Τρυπάνη, το Γιώργο τον Άφιλτρο, τη Ράνια τη Habitis, τη Βιολέτα την Κρούπσκαγια, το Μανωλάκη το Φίτζι, τη Γιάννα τη γυναίκα του Βίδα, οπωσδήποτε, τη Ρένα την Εσωτερικού,τη Βάσω το Πέτρινο λουλούδι, τον Αντώνη τον Μπεμπίνη, τον Ηλία τον Κούτσαβλο, το Νικολάκη το Ρήτορα, το Στέλιο το «Γαβαλά», χωρίς τη «Ρία Κούρτη», δυστυχώς, τον Πέτρο το Νταβάριτς, το Νίκο το Θάμνο,την Αννούλα την Τετράγωνη, και φυσικά το Λάλο το Κρεμμύδι!
Οι φίλοι που με έμαθαν ν’αγαπώ τη rock, διαφορετικά, μπορεί ν’άκουγα ακόμα και Τσαϊκόφσκι!
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 15, 2013
ANNA KARENINA
Νόμιζα, ότι είχα ξεμπερδέψει με την «Άννα Καρένινα». Τη φιλμική της κατασκευή, εννοώ. Με το λόγο ποιος μπορεί να πει ότι καθάρισε. Με βαριά καρδιά, αφού το ανέβαλα αρκετές μέρες, αποφάσισα να δω την «Anna Karenina» του Joe Wright. Είχα δει την, αφελέστατη, ταινία του 1935 με την Greta Garbo, την ταινία του 1948 με την υπέροχη! Vivien Leigh στο ρόλο της Άννας, και τους «σαιξπηρικούς» ηθοποιούς, Ralph Richardson, Kieron Moore, στους ρόλους του Karenin και του Vronsky αντίστοιχα, τη ρώσικη ταινία του 1967 με την Tatiana Samoilova, κινηματογραφική μεταφορά του έργου του Τολστόι, που έμοιαζε σαν διεκπεραίωση μιας παραγγελίας του Σοβιετικού Κινηματογραφικού Ινστιτούτου(αν υπήρχε τέτοιο), μερικές κλεφτές ματιές στην ταινία του 1997 με την Sophie Marceau. Που πια όρεξη για μια καινούργια «Anna Karenina», τη στιγμή που οι κριτικές για την ταινία μιλούσαν για απογοητευτικό αποτέλεσμα ή αυτό εννοούσαν με άλλα λόγια. Όταν όμως με την έναρξη της ταινίας, πριν ακόμη εστιάσω στην εικόνα, ακούω την μαγευτική μουσική του Dario Marianelli, αφήνω τις αμφιβολίες μου, την δυσπιστία μου στα εξ ων συνετέθη και βυθίζομαι στο κάθισμά μου, για να απολαύσω αυτό που, με σερνάμενα πόδια και ψυχή, είχα πάει να παρακολουθήσω. Μα εδώ συντελείται κάτι μαγικό, σκεφτόμουν. Κατ’αρχάς, η εφευρετικότητα του σκηνοθέτη. Η έμπνευσή του να μεταφέρει σε θεατρική μορφή, με θεατρικούς ρυθμούς το πολυσήμαντο έργο. Όλα έχουν ειπωθεί για το έργο, ή, ίσως, να μην μπορεί να ειπωθεί τίποτα, σκέφτηκε. Άρα εγώ, εδώ, θα φτιάξω το δικό μου έργο, άσχετα αν είναι στηριγμένο σ’ένα λογοτεχνικό έργο. Ο κινηματογράφος έχει την δική του ιστορία να πει. Αυτό που βλέπετε είναι η δική μου «Anna Karenina», η δική μου δημιουργία, το δικό μου βλέμμα, η δική μου κινηματογραφική αφήγηση της ιστορίας. Αυτή, λοιπόν, η προσέγγιση λειτουργεί απελευθερωτικά για τον σκηνοθέτη, θεραπευτικά, δε, για τον θεατή. Δίχως ν’απομακρύνεται από το κείμενο, το αντίθετο μάλιστα, προσεγγίζει το έργο με τη ματιά του σκηνοθέτη-δημιουργού, μας προβάλλει την αυτόνομη, καλλιτεχνική του ματιά στο έργο και μας λέει: Αυτό που βλέπετε είναι δικό μου, ξεχάστε τον Τολστόι. Αν θέλετε Τολστόι, διαβάστε το βιβλίο, εδώ ήρθατε για μένα. Ο Joe Wright όταν διαβάζει το βιβλίο, βλέπει εικόνες. Το κατανοεί μέσω της δικής του δημιουργικής ικανότητας, της κινηματογραφικής επαναφήγησης. Οι ηθοποιοί όλοι με μελαγχολικά μάτια, ακόμα και στις ευτυχισμένες και ανέμελες στιγμές τους, σαν να γνωρίζουν ότι αποτελούν μέρος μιας τραγωδίας, χορεύουν ακόμη κι όταν είναι στάσιμοι, η κάμερα είναι ένα κινηματογραφικό κύμα, τα σκηνικά βοηθούν να πάρει το όνειρο μορφή, με τα κοστούμια να ολοκληρώνουν την μαγεία.
Κάτι τέτοιες ταινίες, επιβεβαιώνουν ότι εξακολουθούν να υπάρχουν θαύματα και μάλιστα να πραγματοποιούνται.
Δευτέρα, Φεβρουαρίου 11, 2013
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΕ ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Μια συνέντευξη με το
Βασίλη Λαλιώτη είναι μια περιπέτεια(sic) του λόγου και παράλληλα μια άσκηση στη
σιωπή(!!!). Χειμαρρώδης και ορμητικός(αυτονόητο, δίχως «και»), αιρετικός και
νομιμόφρων(ωραίος συνδυασμός!) απέναντι στη γραφή και την ποίηση δεν
μηρυκάζει(sic) έτοιμες απαντήσεις, μα σκάβει βαθιά μέσα του(όπα κι η
συγκίνηση!) και το αντίδωρο των ερωτήσεων, είναι
δοκίμια(!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!) που σε υποχρεώνουν να σκεφτείς.(άλλη μια άδολη
προσφορά στον κόσμο των ιδεών!)
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ Β.ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ ΣΤΟ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «bibliotheque».
http://bibliotheque.gr/?p=15960
http://bibliotheque.gr/?p=15960
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 08, 2013
Τετάρτη, Φεβρουαρίου 06, 2013
ANNA KARENINA FILM 1948
Μια καταπληκτική Vivien Leigh σαν Karenina, ένα μοναδικός Ralph Richardson στο ρόλο του Karenin, ένας γλυκός και αφοσιωμένος Kieron Moore στο ρόλο του Vronsky!
Μα όλοι οι ηθοποιοί ήταν θαυμάσιοι σ'αυτήν την υπέροχη ταινία.
Μα όλοι οι ηθοποιοί ήταν θαυμάσιοι σ'αυτήν την υπέροχη ταινία.
Δευτέρα, Φεβρουαρίου 04, 2013
Σάββατο, Φεβρουαρίου 02, 2013
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




