Τετάρτη, Φεβρουαρίου 03, 2016

ΠΑΙΓΝΙΔΙ ΣΤΗ ΜΙΚΡΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ ΚΟΤΡΩΤΣΟΥ


Το είδε που στεκόταν κουλουριασμένο έξω απ' το διαμέρισμά του. Ήταν η κατάλληλη  στιγμή να το αιφνιδιάσει. Πλησίασε αργά και προσεχτικά. Όταν όμως ήταν έτοιμος να το πατήσει με το πόδι στο κεφάλι, εκείνο τινάχτηκε και οπισθοχώρησε, βγάζοντας ένα συριγμό αποδοκιμασίας κι έκπληξης. Τώρα βρίσκονταν σε απόσταση ενός μέτρου από τον Χερουβείμ. Το φίδι τέντωσε το κεφάλι του, έδειξε τη γλώσσα του και τινάχτηκε προς το μέρος του. Ο Χερουβείμ με μια επιδέξια κίνηση, περισσότερο ενστικτώδη παρά προμελετημένη, τραβήχτηκε στο πλάι και ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο. Βρισκόταν σε δυσχερή θέση, γιατί οι δρόμοι διαφυγής είχαν μειωθεί κατά μία πιθανότητα. Στο διάδρομο δεν φαινόταν κανένας. Δεν είχε κανείς αντιληφθεί, τι γινόταν ελάχιστα μέτρα έξω απ' το διαμέρισμά του. Τα μάτια του φιδιού άστραψαν κι η κίνησή του ήταν  αστραπιαία. Όρμησε τινάζοντας το κορμί του μπροστά και τυλίχτηκε στο σώμα του Χερουβείμ, πριν αυτός προλάβει ν' αντιδράσει. Το γιγαντιαίο φίδι τον έσφιγγε τώρα με δύναμη, δίχως να τον δαγκώσει και του δώσει το τελειωτικό χτύπημα. Έμοιαζε να το απολαμβάνει, όπως έκανε με τα υπόλοιπα θύματά του. Τ' άφηνε να πεθαίνουν από ασφυξία με το θανάσιμο αγκάλιασμά του, και μετά τους έδινε το τελευταίο θανατηφόρο χτύπημα, αν διαπίστωνε ότι διατηρούσαν ελάχιστα περιθώρια ζωής, δαγκώνοντάς τα με πάθος,  στο λαιμό αφήνοντας το δηλητήριο να καταφέρει αυτό που δεν μπορούσε να κάνει η δύναμή του. 
Το πρόσωπο του Χερουβείμ είχε αρχίσει να μελανιάζει, η αναπνοή του έβγαινε με δυσκολία, τα κόκκαλά του έτριζαν από το βάρος του σφιξίματος. Το πρόσωπο τού φιδιού βρισκόταν ελάχιστα μακριά από το πρόσωπό του και η γλώσσα του ακουμπούσε, σχεδόν, το μάγουλό του. Ήταν η έσχατη ευκαιρία ν' απαλλαγεί από τον επερχόμενο θάνατο. Τη στιγμή που το κεφάλι του φιδιού ακουμπούσε, έγλυφε το ιδρωμένο, νικημένο πρόσωπό του, ανασηκώθηκε με όση δύναμη τού απέμενε και με μια ξαφνική κίνηση, δάγκωσε το φίδι, δυνατά, απολαυστικά, λυτρωτικά, αφήνοντας το δηλητήριο από τα δόντια του , να χυθεί στο σώμα τού φιδιού, που αιφνιδιάστηκε, γύρισε το κεφάλι του δεξιά-αριστερά, σαν να μην κατάλαβε την κατεύθυνση του χτυπήματος, έγειρε πλάι, και έμεινε ακίνητο, απορημένο, νεκρό.

Ο Χερουβείμ Κοτρώτσος είχε απαλλάξει την πόλη από έναν εχθρό, που οι προσπάθειες των τελευταίων μηνών για την εξόντωσή του είχαν αποτύχει. Η πόλη θρηνούσε δώδεκα νεκρούς, εκ των οποίων εφτά ήταν βρέφη. Παγίδες, περιπολίες αστυνομικών, τεχνάσματα, δολώματα, είχαν αποτύχει. Ο αστυνομικός διευθυντής δέχθηκε τον Χερουβείμ στο γραφείο του και του μεταβίβασε τις ευχαριστίες του αρχηγού της Αστυνομίας για την επιτυχία του. Ο δήμαρχος της πόλης, σε τελετή στο δημαρχιακό μέγαρο, τον ανακήρυξε επίτιμο δημότη της πόλης και τον τίμησε με αναμνηστική πλακέτα, παρουσία ολόκληρου του δημοτικού συμβουλίου, του μητροπολίτη, των φορέων και πλήθος κόσμου, που γέμισε ασφυκτικά την αίθουσα τελετών του δημαρχιακού μεγάρου.
Ο Χερουβείμ με ανυψωμένο το κύρος του θεώρησε ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή να επισκεφθεί το Θανάση Πελαρδή και να ζητήσει επίσημα την κόρη του σε γάμο. Η Σιλβί συμφώνησε. «Ο πατέρας τώρα δεν μπορεί ν’αρνηθεί», είπε, δαγκώνοντας, χαϊδευτικά, την άκρη του αυτιού του Χερουβείμ. 
Την Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου, ο Χερουβείμ Κοτρώτσος χτυπούσε το κουδούνι του διαμερίσματος του Θανάση Πελαρδή. Φορούσε μπλε σκούρο κουστούμι, πουκάμισο ροζ και κόκκινη γραβάτα, πλυμένος, αρωματισμένος, χτενισμένος, ξυρισμένος στην εντέλεια. Ο Πελαρδής τον  δέχτηκε στο σαλόνι, μόνος. Αν και ήταν ενημερωμένος από τη Σιλβί για την επίσκεψη, το ντύσιμό του δεν ταίριαζε με την επισημότητα της στιγμής. Το κοτλέ καφέ παντελόνι, το μπλε πουλόβερ και το ελαφρά αξύριστο πρόσωπό του, πράγμα που δεν το συνήθιζε, του έδιναν μια αίσθηση αδιαφορίας για την επίσκεψη. Πριν ο Χερουβείμ συνέλθει από τη έκπληξη της υποδοχής, διαψευσμένος από τις διαβεβαιώσεις της Σιλβί για θετική μεταστροφή του πατέρα της, ο Πελαρδής τού έδειξε το δερμάτινο καναπέ που βρισκόταν στην βορινή πλευρά του σαλονιού. «Κάθησε», του είπε μονολεκτικά και με οικειότητα, που στον Χερουβείμ φάνηκε καλό σημάδι. Όταν έκατσε, αμήχανος, στην άκρη του καναπέ, ο Πελαρδής κοιτάζοντας την άκρη της κουρτίνας, που εκείνη τη στιγμή αναδεύτηκε από μια απρόσκλητη ριπή αέρα, ανακοίνωσε την απόφασή του. «Η Σιλβί δεν ανήκει σε σας, ανήκει στο είδος της» είπε χρησμολογώντας. Φράση την οποία ο Χερουβείμ εκείνη την ώρα δεν κατάφερε να ερμηνεύσει. «Δεν ανήκετε στην ίδια κοινωνική τάξη», του εξήγησε, βλέποντας ότι ο Χερουβείμ Κοτρώτσος δυσκολευόταν στην ερμηνεία της λέξης «είδος», που είχε αναφέρει λίγο πριν. «Ως εκ τούτου η απόφαση μου είναι ότι δεν συμφωνώ μ’αυτόν το γάμο. Τα τελευταία γεγονότα δεν αλλάζουν σε τίποτα τα σχέδιά μου για το μέλλον της Σιλβί.».  Ο Χερουβείμ πήγε κάτι να πει, αλλά η αποφασιστικότητα του σώματος του Πελαρδή τον έκανε να σωπάσει. «Μπορείτε να πηγαίνετε, κύριε Κοτρώτσο, δεν νομίζω ότι έχουμε να πούμε κάτι περισσότερο» του είπε βαδίζοντας προς τη έξοδο.
 Ο Χερουβείμ σηκώθηκε από τον καναπέ, δίχως να πει κουβέντα, πλησίασε τον Πελαρδή, που κρατούσε ήδη το πόμολο της πόρτας, του έδειξε τα δηλητηριώδη δόντια του, αποφάσισε να μην τα χρησιμοποιήσει, κατέβασε με δύναμη το χέρι στο στομάχι του Πελαρδή, πριν εκείνος συνέλθει απ’ την έκπληξη, και με το άλλ τού έδωσε μια γροθιά στο πρόσωπο, που απόρησε κι ο ίδιος για τη δύναμή του.  Αφού τον άφησε αιμόφυρτο στο πάτωμα, φώναξε τη Σιλβί , που βρισκόταν στο υπνοδωμάτιό της, περιμένοντας να την καλέσουν, την άρπαξε απ’ το χέρι, πριν εκείνη καταλάβει τι συνέβη στο σαλόνι, κατέβηκαν τρέχοντας τα σκαλοπάτια, ανέβηκαν στο πρώτο ταξί που πέρασε από μπροστά τους και τράβηξαν βόρεια.

Ο πίνακας "Fighter"  είναι του Egon Schiele

Δεν υπάρχουν σχόλια: