Τρίτη, Μαρτίου 31, 2009

ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΜΑΛΑΚΑ(αφιερώμενο όπως υποσχέθηκα)



ΤΑ ΛΟΓΑΚΙΑ

Καληνύχτα,
άλλη μια μέρα χαλάλι
πέφτει δίπλα
στο γυρτό σου κεφάλι
τα μάτια σου βαριά
περιμένουν τ'όνειρό σου
τάχαμου,τάχαμου
το δρόμο για το λυτρωμό σου
ξεφορτώσου
ο,τι νομίζεις κακό
όσο κοιμάσαι η ρουτίνα
παύει να 'ναι ριζικό
κι οι φόβοι σου
εκεί δείχνουν μονιασμένοι
με τη λαχτάρα σου,τη στοιχειωμένη
σφίξε καλά το φως
το φυλαχτό σου
είναι περίσσεμα
απ'το πιο καλό ονειρό σου
είναι το ξέπλυμα
εκείνου απ'τις τύψεις
είναι ο,τι έχασες
κι ο,τι θα κρύψεις

Καληνύχτα μαλάκα..........η ζωή έχει πλάκα
Καληνύχτα μαλάκα...........η ζωή έχει πλάκα

Καληνύχτα μαλάκα.....
ενός φίλου η ατάκα
μιας και ξέμεινα απόψε
του την έκανα τράκα
Η ζωή έχει πλάκα......
έτσι είναι Σωκράτη
σε τρώει όλη τη μέρα
τη νύχτα θέλει κρεβάτι
σε γεννάει,σε γερνάει
σου χαρίζει στιγμές
σε ξεχνάει,σε ξερνάει
σε γεμίζει ρωγμές
Γέλα ρε ,δεν βαριέσαι
όλα είναι συνήθειο
μην δακρύσεις,γιατί...
θα σε πάρουν για ηλίθιο
Καληνύχτα μαλάκα.....
μοναχά να θυμάσαι
αύριο πρωί
το ίδιο μαλάκας πως θα 'σαι

καληνύχτα μαλάκα....η ζωή έχει πλάκα
καληνύχτα μαλάκα.....η ζωή έχει πλάκα

Δευτέρα, Μαρτίου 30, 2009

Και τι ξέρεις, ωρέ Έλληνα, για τους Αλβανούς της δεκαετίας του 70; Έζησες μαζί τους να τους αφουγκραστείς;

Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2009

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ



Δεν μου αρέσουν τα ταξίδια. Ιδίως εκείνα στο εξωτερικό. Αντιπαρέρχομαι λοιπόν τις παραινέσεις των συναδέλφων, να πάρω τη γυναίκα μου ένα χειμώνα και να φύγω. Η σχέση μου με το εξωτερικό έχει μια ουτοπική βάση. Για να επισκεφτώ ένα τόπο, πρέπει να γνωρίζω, εκ των προτέρων, την ιστορία του, κυρίως δε, την κουλτούρα του. Δεν θα πήγαινα στη Γαλλία για την Disneyland, ούτε στη Βαρκελώνη ταξίδι του μέλιτος. Ο αγαπημένος μου τόπος είναι ο αγαπημένος μου συγγραφέας. Γιαυτό τώρα τελευταία το έχω ρίξει στις βιογραφίες, όχι γιατί σκοπεύω να ταξιδεύσω, αλλά γιατί μου έχει κολλήσει η ιδέα ότι η γνώση της ζωής του συγγραφέα, βοηθάει στην κατανόηση του έργου του. Αποκτώ εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, που με ανεβάζουν στην εκτίμηση των συνομιλητών μου, γιατί η ψυχοφθόρα κατανάλωση λογοτεχνικών κειμένων δεν έχει μετρήσιμο μέγεθος, και άσε τι λέει ο Ελύτης.
Βέβαια τα οικονομικά μου είναι άθλια. Διαρκώς προγραμματίζω τα έξοδά μου, τα οποία κατά ένα περίεργο τρόπο ισοσκελίζονται με τα έσοδά μου, υπολογίζοντας βέβαια το μισθό της γυναίκας μου, που κοντεύει να υπερβεί το δικό μου, δίνοντας της το αυτονόητο δικαίωμα να με μέμφεται για την ανικανότητά μου να απαιτήσω τα δικαιώματά του. Και δικαίωμα εννοεί και εννοώ, να πάρω αυτό το μισθό που έχει ορίσει το ανάλγητο κράτος, όσα τέλος πάντων έχει ορίσει ο νόμος να λαμβάνω, μετά από τόσα χρόνια επιμελούς εργασίας. Μεθερμηνευόμενο δηλαδή, να πατήσω πόδι στο αφεντικό μου. Για τέτοια είμαστε τώρα;
Οι περιορισμοί που επιβάλλω με καταρρακώνουν, συνθλίβουν τις επιθυμίες μου, τον καταναλωτικό οίστρο μου, που δεν είναι άλλωστε πολύ ανεπτυγμένος, όσο κι αν προσπαθούν οι διαφημιστές. Αρκετές φορές η αξιοπρέπεια μου, η ανθρώπινη ανάγκη μπροστά στο πλήθος των προιόντων, τους κατάπτυστους μήνες που οι προσφορές είναι είδος εν ανυπαρξία, κάνοντας τους επιχειρηματίες να διαμαρτύρονται για αναδουλειές, δημιουργώντας ένα είδος ικανοποίησης στους καημένους καταναλωτές για την αναλγησία τους, με οδηγεί να επιταχύνω το βήμα μου μπροστά στις λαμπερές βιτρίνες, δίνοντας την εντύπωση της αδιαφορίας και της αυτάρκειας, που διαψεύδονται όμως από το ντύσιμό μου, που κατά γενική ομολογία δεν αντικατοπτρίζει την οικονομική μου ένδεια, προσπαθώντας με τα πενιχρά μέσα να διατηρήσω μια αυτοτέλεια από τον αισθητικό μέσο όρο.
Η προσπάθεια να διατηρήσω την ομοιογένεια της οικογένειας, το κύτταρο της κοινωνίας, συνεισφέροντας στην συνοχή της κοινωνίας, παρά τις συνεχείς αλλά άδικες ενοχλήσεις της γυναίκας μου, με κορυφαίο και ακαταμάχητο επιχείρημά της, που πηγαίνουν όλα αυτά τα χρήματα, τονίζοντας εκείνο το «όλα», που με αποδιοργανώνει και με κάνει να επανεξετάσω τις κινήσεις μου. Όσο είναι δυνατόν να θυμάμαι, με τόσες έγνοιες που και πόσα ξόδεψα. Και καλά τα πάγια έξοδα, τα προβλέψιμα, φως, τηλέφωνο, δώρα, γραμμάτια αυτοκινήτου και λοιπά, αλλά εκείνα τα απρόβλεπτα που με απορυθμίζουν, που έρχοντα εκεί που δεν τα περιμένεις; Εκεί που λες, ωραία πάμε καλά, αυτό το διάστημα είμαστε άνετα, μπορούμε βρε αδελφέ να παρακάμψουμε τα όρια μας, να νοιώσουμε κι εμείς ότι κάτι υπερβήκαμε. Εκεί που η προβλέψιμη ζωή , που ονειρεύεται κάθε εργαζόμενος, βρίσκει το ρυθμό της, έρχεται η εντολή για το ταξίδι. Επαγγελματικό βέβαια, κατά εντολή του αφεντικού, και άντε τώρα να αρνηθείς. Η επαγγελματική εξέλιξη θα πάει στράφι.
Όλα πληρωμένα βέβαια αλλά δεν θα έχω προσωπικά έξοδα; Η απόφανση της γυναίκας μου είναι καταπέλτης. Που θα σου δοθεί άλλη ευκαιρία, λέει και φυσάει τον καπνό του τσιγάρου της, ευτυχώς όχι κατά πάνω μου.
Η πρόταση, ή μάλλον η επιβολή του ταξιδιού, αντισταθμεύει την υλική με την πνευματική πλευρά της, πως αλλιώς θα μπορούσα να την ονομάσω, την οποία ονειρεύομαι, καπνίζοντας με τη γυναίκα μου αργά το βράδυ στην κουζίνα. Τα βλέφαρά μου χαμηλώνουν, αισθάνομαι τα πόδια μου βαριά σαν άγκυρες, αλλά τώρα ενώ συμφωνώ με τη γυναίκα μου, ότι η πρόταση είναι ένα βήμα για την οικονομική αναβάθμισή μου, αφήνοντας κατά μέρος ιδεολογίες και ηθικές αγκυλώσεις, που τόσο με αφήνουν στάσιμο, χάριν του άτυπου τίτλου που με συνοδεύει, γίνεται δε αρωγός στην προοπτική να γίνω απαραίτητος στις συντροφιές, αφού εγώ θα λύνω και θα δένω, άσχετα αν η υποκρισία θα διαχέεται παντού, και μόνο εγώ στεφανωμένος από τα καλέσματα του αφεντικού στο σι μπι, και το κινητό, θα λάμπω, αποφεύγω την τελική απόφαση, βραδυφλεγής όπως είμαι, ευτυχώς μόνο εδώ, στην θεοποιημένη από τους γύρω μου αποφασιστικότητα. Να αποτινάξω τον ανεκδιήγητο εαυτό μου, που διαρκώς ομφαλοσκοπείται, να ξεφύγω από το βεληνεκές της ματιάς μου, να ενοχοποιήσω αυτά που έφτιαξα με τόσο κόπο, μοναξιά, παραξενιά, καυγάδες, να αποκυρύξω την «ιδέα» μου, που έγραφε και ο Ντοστογιέφσκι.
Αρκετά όμως με τον εξαργύρωση των συνειδήσεων, ένα επαγγελματικό ταξίδι θα κάνω. Σημασία έχει να αποτινάξω τους δευτερεύοντες ρόλους, την μπασκλασαρία, να υποδυθώ τον κορυφαίο, που θα καλύπτει τις πομπές του με ένα πέπλο νομιμότητας. Θα μεταφέρω την εικόνα του μεγαλόψυχου στους συνεπείς υπαλλήλους, θα γίνομαι αδέκαστος εκεί που θα κρίνω ότι υπάρχει σφάλμα, σκυθρωπός και διαρκώς στοχαζόμενος, σμίγοντας τα φρύδια, ετοιμόλογος, ώστε να με θεωρούν υπερόπτη και ματαιόδοξο αλλά και γνώστη του αντικειμένου της δουλειάς μου. Ανάμεσα σε υπαλλήλους που θα είναι υποχρεωμένοι να διατηρούν το συγκαταβατικό τους ύφος, απαντώντας πάντα καταφατικά στις εντολές μου, μέχρι να βρεθεί κάποιος να με σιχτιρίσει και με το δίκιο του.
Αυτό το ταξίδι θα μου δώσει το κύρος καθώς θα περνώ ανάμεσα στους πελάτες, με την προσεγμένη κορμαστασιά μου, που ατελείωτες βασανιστικές ώρες διαμόρφωνα και συντηρούσα στα διάφορα γυμναστήρια. Το ονοματεπώνυμο που θα κουβαλώ γραμμένο στο ταμπελάκι του πουκαμίσου μου, θα αποκτήσει περιεχόμενο. Θα γίνω επώνυμος, θα ξεφύγω από το την ισοπέδωση, έστω και στον μικρόκοσμο του ξενοδοχείου. Θα περιφρονώ τις ιδέες των άλλων, έτοιμος να υπερασπιστώ την σκέψη μου, που θα αντανακλά την αίγλη του επιτυχημένου, θα είμαι μια ασημαντότητα δίχως φόβο να αποκαλυφθεί. Γραβάτα σήμα κατατεθέν, βάδισμα σταθερό, αποφασιστικότητα, καλυμμένη αυταρέσκεια, επάρκεια γνώσεων, τα χαρακτηριστικά μου. Θα μεταδίδω μια αύρα επιτυχίας, απόμακρος, βυθισμένος στις ανύπαρκτες γνώσεις μου, βλέμμα στιλέτο σε όσους παρεκκλίνουν από τον κανόνα, μεγαλόψυχος με τους μετανοούντες, πάντα πρόθυμος και συγκαταβατικός.
Λοιπόν το αποφάσισα. Θα αρνηθώ την πρόταση. Που ξέρεις όλο και κάποια δικαιολογία θα σκαρφιστώ.

Παρασκευή, Μαρτίου 20, 2009

ΤΕΛΟΣ (ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΥΡΟ)

Η κυρία ντε Ρενάλ τήρησε την υπόσχεσή της. Δεν επιχείρησε με κανένα τρόπο να αυτοκτονήσει. Τρεις μέρες όμως μετά τον Ζυλιέν, πέθανε καθώς φιλούσε τα παιδιά της.

Δευτέρα, Μαρτίου 16, 2009

ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ


Μην ξεχάσω ότι η Ιζαμπέλλα Μόλναρ ζει ανάμεσα μας.

Παρασκευή, Μαρτίου 13, 2009

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Κομπαγιάσι Ίσσα


Σαλιγκαράκι
σιγά σιγά θα τ’ ανεβείς
το όρος Φούτζι !


かたつぶり
そろそろ登れ
富士の山

Από τον ιστότοπο του Κώστα Κουτσουρέλη

Κυριακή, Μαρτίου 08, 2009

ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΙΟΓΟΝΟΣ ΛΟΓΟΣ

Ο σχολιασμός των αναρτήσεων στα διάφορα μπλογκς που παρακολουθώ, αποτελούν, αρκετές φορές, το πιο ενδιαφέρον κομμάτι των αναρτήσεων. Οι σχολιαστές παγιδευμένοι στην επιτηδευμένη φιλολογική φλυαρία, που γεννά η συνεχής κατανάλωση γνώσεων, φανερώνουν μια πνευματική συγκρότηση, δομημένη στη βάση ενός κομψευόμενου φιλομαθούς καταναλωτισμού . Κυρίως όμως εκφράζουν την ανθρώπινη πλευρά τους, που, πολλές φορές, απέχει αρκετά από αυτό που υποστηρίζουν στις αναρτήσεις τους.
Οι σχολιαστές, λοιπόν, τουλάχιστον στα λογοτεχνικά μπλογκς που παρακολουθώ, πλην ελαχίστων, εκκινούν από μια προεπιλεγμένη «θέση», η οποία έχοντας επιλεγεί μέσα από την υπεροψία της γνώσης, συνήθως, δεν λειτουργεί στην αποτίμηση της ανάρτησης ή τη διεύρυνση του διαλόγου, αλλά έχοντας σαν βάση τη γνωσική υπεροχή, επιδιώκει να προσδώσει κύρος στην άποψη τους, χρησιμοποιώντας την γνώση σαν μέσο επίδειξης και κυριαρχίας, και όχι σαν χώρο αμφισβήτησης και ελευθερίας.
Η άποψη ότι η διαχείρηση της γνώσης, προσαρμοσμένη στις προσωπικές αποτιμήσεις και αντιπαραθέσεις, μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν εφόδιο για την στήριξη των απόψεων μας , μοιάζει ολιγαρκής. Η γνώση μετατρέπεται από μέσο αποδέσμευσης από την κυρίαρχη ιδεολογία, χώρος διαρκούς αμφισβήτησης και έρευνας, σε λόγο συμπληρωματικό. Aποδεικνύεται άνευρη στο ρόλο που της επιβάλλεται, χωρίς την βασική της λειτουργία, να βλέπει, δηλαδή, πέρα από τις ατομικές μας προτεραιότητες. Όταν λοιπόν η γνωστική μας κατάρτιση, ξεφύγει από το ατομικό περιβάλλον, εκτεθεί σε διάλογο με άλλες ατομικότητες, με το πρόσχημα της ένταξης της στην δυναμική του δημόσιου διαλόγου, προβάλλει την αξιακή της δυναμική, που οδηγεί σε συντηρητικό δρόμο. Βάζοντας στον επιχειρηματολογικό της λόγο αξίες, που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν, γιατί έχουν περιβληθεί από την κοινωνική ομοφωνία, η ακμάζουσα δημηγορία ρίχνει στο καναβάτσο τον αντίπαλο.
Η βασικότερη αξία που χρησιμοποιείται σε συντηρητική κατεύθυνση είναι η ποίηση.
Χρησιμοποιώντας, οι εξουσιοδοτημένοι σχολιαστές την ποίηση στο μιμο-προσαρμοστικό τους λόγο, καταθέτοντας ποιητικά αποσπάσματα στο διάλογο που συμμετέχουν, κυρίως σ’ ένα κύκλο ομοτέχνων, επιδιώκουν ο λόγος τους να αποκτήσει το απαραίτητο κύρος , εμβρίθεια , στοχασμό, ταυτόχρονα δε, να αποδυναμώσουν το λόγο των άλλων, που έχοντας αποδεχθεί την ανιδιοτέλεια του ποιητικού λόγου, δεν αμφισβητούν το επιχειρηματικό δακρυγόνο που εκτοξεύεται από το σχολιαστή.
Η ποίηση λοιπόν βγαίνει από το χώρο που είναι ταγμένη, λειτουργεί σαν «τοίχος για να κρύψουμε το πρόσωπό μας», αποδυναμώνεται από τη βασική επικοινωνιακή της λειτουργία, γίνεται δεκανίκι στην αλαζονική μας εξάρτηση από τη γνώση, αποκτώντας διαφορετικό ρόλο, από εκείνο του «φασιανού που κρύβεται στους θάμνους» συμπεριφέρεται, τώρα πια, σαν αξιωματικό επιχείρημα.
Η φετιχιστική, λοιπόν, προσφυγή στον ποιητικό λόγο, αναιρεί την αμφισημία του, τον ορίζει σαν αυθεντικότητα, τον χρησιμοποιεί εξουσιαστικά. Ο συμμετέχων στο διάλογο δρα αμυντικά απέναντι του , δεν μπορεί να τον αντιμετωπίσει , λόγω της αυθεντίας του, που και ο ίδιος έχει αποδεχθεί. Το γλωσσικό μασκάρεμα του σχολιαστών , λογίζεται σαν λεκτική ευεξία, προσδίδει στοχαστικό υπόβαθρο στο λόγο τους, που αναζητώντας επιχειρήματα για την συγκρότησή του, αυτοδικαιώνεται από την ίδια στρατηγική που επιλέγουν οι συμμετέχοντες στο διάλογο, μένοντας σε μια ψευδεπίγραφη λογοτεχνικότητα, που επικυρώνει την αυταρέσκεια τους, αλλά αποδυναμώνει το διάλογο.
Η ώσμωση των συνομιλητών δεν είναι αφετηρία για την απολεσματικότητα του διαλόγου, αλλα μια συναντίληψη για την ιεροποιημένη υπεροχή
του ποιητικού λόγου, δείχνοντας φοβικότητα στο λόγο που ξεφεύγει από τον ποζάτο ελιτισμό τους. Νοιώθοντας ασφαλείς μέσα στα τείχη της ποίησης και της λογοτεχνίας, προχωρούν ικανοποιημένοι στο στόχο τους, που τώρα πια είναι η ανώφελη και συνεχής παρουσία τους, που αναπληρώνει με την επανάληψη της, την ανυπαρξία του έργου τους, που επιμένουν να προβάλλουν.

Πέμπτη, Μαρτίου 05, 2009

IN MEMORIAM-Иосиф Виссарионович Сталин(born 18 December 1878 – 5 March 1953)


Stalin heard a performance of Mozart's Piano Concerto No. 23 on the radio performed by Yudina and asked for a copy. It was a live broadcast so officials woke up Yudina, drove her to a recording studio where a small orchestra had quickly been assembled, and made her record the concerto in the middle of the night, a single copy was pressed from the matrix and then presented to Stalin (the matrix has survived and the recording has been available on CD). It is said that he broke out in tears after hearing only the first notes of Yudina's playing.
Yudina's Official website εδώ











Κυριακή, Μαρτίου 01, 2009

Η ΚΥΡΙΑ ΚΑΜΠΡΕΜΕΡ ΑΚΟΥΕΙ LISZT

«Γεμάτος μελαγχολική ειρωνία, ο Σουάν τις έβλεπε ν’ακούν το πιανιστικό ιντερμέτζο (Ο Άγιος Φραγκίσκος μιλά στα πουλιά, του Λίστ), που είχε διαδεχθεί τη μελωδία για φλάουτο, και να παρακολουθούν το καταπληκτικό παίξιμο του δεξιοτέχνη, την κυρία Φρανκετό ανήσυχη, με μάτια ταραγμένα, λες και τα πλήκτρα που πάνω τους έτρεχε μ’ευκινησία ο πιανίστας, ήταν μια σειρά από αιώρες σε ύψος ογδόντα μέτρων, απ’όπου θα μπορούσε να πέσει, μάτια που έριχναν στη διπλανή της εκφράσεις θαυμασμού κι αμφιβολίας, σαν να ήθελαν να πουν: “Δεν είναι πιστευτό, δεν φανταζόμουν ποτέ πως αυτό ήταν ανθρώπινα δυνατό», την κυρία Καμπρεμέρ που, γυναίκα με γερή μουσική μόρφωση, κρατούσε το ρυθμό με το κεφάλι της, που είχε μεταβληθεί σε ρυθμιστή μετρονόμου και το πλάτος και η ταχύτητα της κάθε παλινδρόμησης του απ’τον έναν ώμο στον άλλον είχαν γίνει τέτοιες (μ’αυτό το κάποιο σάστισμα και την εγκατάλειψη του βλέμματος που έχουν οι αβάσταχτοι πόνοι που δεν μπορούν πια να κυριαρχηθούν κι είναι σαν να λεν «Τι θέλετε πια!», ώστε γάντζωνε συνεχώς τα μονόπετρα σκουλαρίκια της τα δεσίματα του μπούστου της κι ήταν υποχρεωμένη ν’ ανασηκώνει τα μαύρα σταφύλια που είχε στα μαλλιά της, χωρίς ωστόσο να σταματά την επιτάχυνση της κίνησης.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 26, 2009

LISZT

Σαν εισαγωγή ακούμε αυτό το αριστούργημα!

Κυριακή, Φεβρουαρίου 22, 2009

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

Η αλαζονεία της Θείας Πρόνοιας
(κλεμμένο)

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 18, 2009

ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗN ΠΡΟΒΟΛΗ ΤΗΣ RIHANNA

Προβάλλεται η σπουδαία αυτή τραγουδίστρια, Robyn Rihanna Fenty, γιατί εκτός από την καλλιτεχνική της αρτιότητα, είναι φίλη της ποίησης. Περισσότερα στο "Αλωνάκι της ποίησης".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΠΡΩΤΗ


Το δέρμα μόνο σε δέρμα αναγνωρίζεται.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 17, 2009

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Ακούμε τον αηδονόφωνο Van Morrison, έτσι, για να ξελαμπικάρουμε, γενικά.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 30, 2009

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΟΥ

Σκέφτομαι όλους αυτούς που κάνουν αναφορές σε βιβλία, παραθέτουν αποσπάσματα, δημοσιεύουν σχόλια στο διαδίκτυο, συζητούν στις παρέες τους, στα σχολεία τους, στα πανεπιστήμια, κάνουν κριτική σε περιοδικά, σε ένθετα βιβλίου των εφημερίδων, που τοποθετούν τα βιβλία στα οποία αναφέρονται. Φυσικά απαντώ, μόνος μου όπως πάντα, στις βιβλιοθήκες των σπιτιών τους.
Προσπερνώ το οικονομικό κόστος που είναι αβάσταχτο, που να δίνεις τόσα λεφτά κάθε τόσο για βιβλία, δίχως να αναφέρομαι στους κριτικούς, που φαντάζομαι δεν δαπανούν δεκάρα, αφού προβλέπουν άλλοι γι’αυτούς, εν προκειμένω οι εκδοτικοί οίκοι, ούτε στους αναγνωρισμένους δημιουργούς, που ο καθένας θέλει να προσεγγίσει ώστε μια καλή λέξη τους, θα δώσει στο βιβλίο που τους προσφέρουν, εντελώς δωρεάν, το κύρος που χρειάζεται για την αναγνωρισιμότητα του, απαραίτητου όρου για τη προώθησή του στην αγορά . Δόξα τω Θεό, η παραγωγή βιβλίου με εγχώρια έργα αλλά και μεταφράσεις είναι αρκετά πλούσια, που φτάνεις σε σημείο, αν είσαι «συνεπής» αναγνώστης, να τρέχουν τα σάλια σου, από τους τίτλους βιβλίων που τυπώνονται κάθε χρόνο. ¨Οσες προτεραιότητες να κάνεις πάντα θα διαφεύγουν βιβλία που δεν κατάφερες ν’αγοράσεις για οικονομικούς λόγους.
Απομένει ο «ελεύθερος» χρόνος για την ανάγνωση των βιβλίων που ποθείς να διαβάσεις. Δεν θέλω να αναφερθώ στον ρυθμό ανάγνωσης των βιβλίων. Η διαφορετικότητα της ανάγνωσης είναι όσοι και οι αναγνώστες. Αλλά πάντα υπάρχει ο φόβος η ανεξέλεγκτη κατοχή βιβλίων να καταντήσει καταναλωτική ανάγκη. Όπως όμως με τις καταναλωτικές συνήθειες μας, συσσωρεύουμε άχρηστα καταναλωτικά προιόντα, έτσι και με τα βιβλία γεννιέται η επιθυμία, οδηγημένη από τις προτεραιότητες της αγοράς, να αγοράζουμε δίχως ουσιαστικά να το επιθυμούμε. Ο ανταγωνισμός έχει εισέλθει και στα αναγνωστικά γούστα, οδηγημένος , εν μέρει, από την μπλογκοκατάσταση. Ο χώρος αυτός, από μέσο έκφρασης και ενημέρωσης, τείνει να γίνει πεδίο ανταγωνιστικής γνώσης, πέρα από όλα τα άλλα.
Ας παραδεχθούμε λοιπόν ότι η ανάγνωση ήταν πάντα προνόμιο των πλουσίων ή καλύτερα της αστικής τάξης, άσχετα αν δεν εξασκούσε το προνόμιο που της κληροδότησε η θέση της. Ας παραδεχθούμε τη φιλελεύθερη άποψη ότι όλοι τώρα πια έχουμε πρόσβαση στη γνώση. Ας παραδεχθούμε ότι η οικονομική ανέχεια που πλήττει τον κόσμο, επιτρέπει την αγορά βιβλίων που «κρίνουμε» ή κρίνουν, απαραίτητα να διαβάσουμε. Το ερώτημα είναι που θα βρούμε χώρο να τα τοποθετήσουμε.
Εκτός της χυδαιολογικής, προσπαθώ να βρώ κάποια άλλη πιο ευπρεπή απάντηση. Βέβαια η ευπρέπεια και η λογική μας οδηγεί στο αβίαστη απάντηση. Στη βιβλιοθήκη. Μα εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Μπορεί να μην αγοράσουμε το παντελόνι που είδαμε στη βιτρίνα, να προσπεράσαμε τα παπούτσια του Σεβαστάκη, να βολευτήκαμε με το περσινό κουστούμι, να οδηγήθηκαμε στα Sprider stores και στο Glou, αλλά το ζήτημα του χώρου για να τοποθετήσουμε τα βιβλία πως θα το λύσουμε; Και τα ρημάδια δεν είναι αναλώσιμα, να τα πετάς, όπως αδειάζεις την ντουλάπα σου ή την παπουτσοθήκη σου, θέλεις να επανέρχεσαι σ’αυτά. Που θα βάλεις τον Σταντάλ, τον Ουγκώ, τον Φλωμπέρ, τον Μπαλζάκ(έγραψε και τόσα βιβλία ο ....) τον Προυστ (άλλος αυτός, 7 τόμοι), τον Θερβάντες, τον Τολστόι, τον Ντοστογιέφσκι, τον Γκόγκολ, τον Παβέζε, τον Καλβίνο, τον Σβέβο, τον Κανέτι, τον Τόμας Μαν, τον Σαίξπηρ, τον Τζόυς, την Ωστεν, την Μπροντέ, τον Ντίκενς, τον Λώρενς, την Γουλφ, τον Κόνραντ, τον Μέλβιλ, τον Μαρκ Τουαίν, τον Φώκνερ(είναι δυνατόν να μην έχεις τα άπαντά του), τον Φιτζέραλντ, τον Σταινμπεγκ, τον Μπέλοου, τον Σάλιντζερ, τον Πάσος, τον Κάφκα, τον Μούζιλ(έστω με την άθλια μετάφραση του «Ανθρώπου...), τον Μπροχ, τον Μπέρνχαρτ, τον Άντριτς, τον Σαραμάγκου, τον Πεσσόα, τον Μάρκες, τον Σάμπατο, τον Φουέντες, τον Μπόρχες, τον Κορτάσαρ, τον Ονέτι; Αυτά με τους κλασσικούς, αλλά δεν μπορείς να τη βγάλεις μόνο με τους κλασσικούς. Με τους ¨Ελληνες; Δεν πρέπει να έχεις τον Παπαδιαμάντη σου, το Βιζυηνό σου, τον Σκαρίμπα σου, τον Χατζηαργύρη, τον Αλεξάνδρου, τον Ταχτίτση, τον Κοσμά Πολίτη, τον Μπεράτη, τον Τερζάκη( τουλάχιστον την «Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ»), τον Χατζή, τον Καζαντζή, τον Ιωάννου, τον Κοτζιά, τον Τσίρκα, τον Βαλτινό, την Μέλπω Αξιώτη, τον Πεντζίκη;
Αυτά με την πεζογραφία. Με την ποίηση τι γίνεται; Ειδικά τώρα που το διαδίκτυο έχει γεμίσει με ποιητικούς οίστρους; Πως θα αντιμετωπίσεις του ευδαίμονες, μέχρις εξαρθρώσεως των σιαγόνων, ευεργετημένους αναγνώστες και δημιουργούς; Θα αφήσεις τον Σολωμό, τον Κορνάρο, τον Σεφέρη, τον Ελύτη, και τόσους άλλους έξοχους Έλληνες ποιητές; Και τους ξένους ποιητές, που τα τελευταία χρόνια γίνονται θαυμάσιες μεταφράσεις τους, αν δεν μπορείς να τους διαβάσεις στο πρωτότυπο; Θα τους αφήσεις απέξω;
Με την Ιστορία τι γίνεται; Με το δοκίμιο; Το πολιτικό βιβλίο; Τη λογοτεχνική θεωρία, για να πουλήσεις και λίγο μούρη; Τη φιλοσοφία; Τους αρχαίους Έλληνες, που δεν πρέπει να λείπουν από κάθε σπίτι, όπως λέει η διαφήμηση; Που τους βάζεις; Αναγνώστες είμαστε, δεν χρειαζόμαστε το λεξικό μας, τη γραμματική μας, το συντακτικό μας;
Γι’αυτό αναρωτιέμαι όταν διαβάζω κριτικούς ή τώρα τελευταία μπλόγκερς. Πως τα τοποθετείτε, ρε παιδιά, αυτά που διαβάζετε στις βιβλιοθήκες σας, και μας τα παρουσιάζετε; Να μάθω και γω για να μου φύγει το άγχος. Γιατί από χώρο το βλέπω αδύνατο.
Μπας και πρέπει να διαβάσουμε το «Πως να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει»;


Υ.Γ
Μην ξεχάσουμε ότι ένας άνθρωπος βρίσκεται φυλακισμένος γιατί έγραψε ένα βιβλίο. εδώ

Τετάρτη, Ιανουαρίου 28, 2009

Η ΚΥΡΙΑ ΝΤΕ ΓΚΑΛΛΑΝΤΡΟΝ ΠΡΟΣΚΑΛΕΙ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΝΤΕ ΛΩΜ

Η κυρία ντε Γκαλλαντρόν ορθώνοντας την κορμοστασιά της και ψυχραίνοντας την όψη της προσκαλεί την ξαδέλφη της:
"Οριάν, πολύ θα 'θελα να ερχόσουν για λίγο αύριο βράδυ στο σπίτι μου ν'ακούσεις ένα κουιντέτο με κλαρινέτο του Μότσαρτ. Θα 'θελα να είχα τη γνώμη σου"



Σάββατο, Ιανουαρίου 24, 2009

Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ

Η ανάγνωση της κ.Ειρήνης Παπά από τον ιστότοπο "Σπουδαστήριο
Νέου Ελληνισμού".


Η δική μου εκδοχή μετά τον ηχηρό "κελαιδισμός" της Ειρήνης Παπά.


Ἒστησ᾿ ὁ Ἔρωτας χορὸ μὲ τὸν ξανθὸν Ἀπρίλη,

Κι᾿ ἡ φύσις ηὗρε τὴν καλὴ καὶ τὴ γλυκιά της ὥρα,

Καὶ μὲς στὴ σκιὰ ποὺ φούντωσε καὶ κλεῖ δροσιὲς καὶ μόσχους

Ἀνάκουστος κιλαϊδισμὸς καὶ λιποθυμισμένος.

Νερὰ καθάρια καὶ γλυκά, νερὰ χαριτωμένα,

Χύνονται μὲς στὴν ἄβυσσο τὴ μοσχοβολισμένη,

Καὶ παίρνουνε τὸ μόσχο της, κι᾿ ἀφήνουν τὴ δροσιά τους,

Κι᾿ οὖλα στὸν ἥλιο δείχνοντας τὰ πλούτια της πηγῆς τους,

Τρέχουν ἐδῶ, τρέχουν ἐκεῖ, καὶ κάνουν σὰν ἀηδόνια.

Ἔξ᾿ ἀναβρύζει κι᾿ ἡ ζωή, σ᾿ γῆ, σ᾿ οὐρανό, σὲ κύμα.

Ἀλλὰ στῆς λίμνης τὸ νερό, π᾿ ἀκίνητό ῾ναι κι ἄσπρο,

Ἀκίνητ᾿ ὅπου κι᾿ ἂν ἰδῆς, καὶ κάτασπρ᾿ ὡς τὸν πάτο,

Μὲ μικρὸν ἴσκιον ἄγνωρον ἔπαιξ᾿ ἡ πεταλούδα,

Ποῦ ῾χ᾿ εὐωδίσει τς ὕπνους της μέσα στὸν ἄγριο κρίνο.

Ἀλαφροΐσκιωτε καλέ, γιὰ πὲς ἀπόψε τί ῾δες·

Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!

Χωρὶς ποσῶς γῆς, οὐρανὸς καὶ θάλασσα νὰ πνένε,

Οὐδ᾿ ὅσο κάν᾿ ἡ μέλισσα κοντὰ στὸ λουλουδάκι,

Γύρου σὲ κάτι ἀτάραχο π᾿ ἀσπρίζει μὲς στὴ λίμνη,

Μονάχο ἀνακατώθηκε τὸ στρογγυλὸ φεγγάρι,

Κι᾿ ὄμορφη βγαίνει κορασιὰ ντυμένη μὲ τὸ φῶς του.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 21, 2009

ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ ΕΝΟΣ ΦΟΝΙΑ

Ριζοσπάστης 28 Δεκεμβρίου 2008
ΔΙΗΓΗΜΑ

Ακου με προσεχτικά φίλε, χωρίς να με διακόψεις.
Ξέρω πως έχεις βοηθήσει πολλούς ανώνυμους ν' ακουστεί η φωνή τους, γι' αυτό σε παίρνω κι εγώ.
Ελπίζω να φερθείς και σε μένα όπως στους άλλους.
Λοιπόν, ναι του την άναψα!
Και δεν το μετανιώνω, να το ξέρεις, μόνο που άλλον νόμιζα ότι βαρούσα, αν και καλά να πάθει το κωλόπαιδο, το πλουσιόπαιδο που γύρευε να κάνει πλάκα σε μας, που μας έβριζε κωλόμπατσους και τα τέτοια...
Κι όλοι εσείς που ουρλιάζετε τώρα στα κανάλια και μυξοκλαίτε, δεν ξέρετε τίποτα ή ξέρετε και κάνετε τον παλαβό. Λένε λοιπόν κάποιοι από σας πως έπρεπε να πάω σε ψυχίατρο αφού ήμουνα λέει με σπασμένα νεύρα, ή να φύγω από την Αστυνομία και να μην κρατάω όπλο και άλλα τέτοια... Τόσα ξέρουν οι κοπρίτες, οι καναλάκηδες και όλοι οι βολεμένοι. Μόνο εκείνη η καριόλα η Λιάνα σα να μου φάνηκε πως το πλησίασε το θέμα, λέγοντας πως μ' έχουνε καρφωμένο δέκα χρόνια στα Εξάρχεια! Εχει τις πληροφορίες της αυτή, όπως όλοι στο σινάφι σας, μόνο που τις χρησιμοποιείτε όπως και όταν σας βολεύει...
Νομίζω λοιπόν πως ακούω τους αραχτούς όλους στους καναπέδες να λένε, «δηλαδή δεν πρέπει όλοι να περνούν από ψυχίατρο;» και άλλες τέτοιες μαλακίες. Οπως ας πούμε, περνάνε από ψυχίατρο οι γιατροί, οι δικαστές και τόσοι άλλοι που σε σφάζουν ή σε ξεφτιλίζουν όταν σε πετυχαίνουν στο «γήπεδό» τους, τα νοσοκομεία και τα δικαστήρια δηλαδή. Δηλαδή, πόσοι σε υπεύθυνες θέσεις περνάνε από ψυχίατρο κανονικά και μετά από κάποια διαστήματα στην υπηρεσία; Δεν μπορεί να είσαι ή να φαίνεσαι καλά και ξαφνικά κάτι να στη βαρέσει; Να σε κερατώνει η γυναίκα σου ας πούμε ή κάτι άλλο σοβαρότερο ή να σε κάψει η καθημερινή υπηρεσία, ειδικά αν δε σου δίνουν άδεια, δεν πας διακοπές γιατί πότε το ένα πότε το άλλο, η υπηρεσία θεωρεί πως πρέπει να ανακαλέσει τις άδειες και όλα τα σχετικά; Για να μη σου θυμίσω πως οι τελευταίοι που μπορούν να εξετάσουν και να κρίνουν αν είσαι ψυχικά εντάξει είναι οι ψυχίατροι, έτσι δε λένε; Και να μη σου θυμίσω πόσοι πολιτικοί αποδείχτηκε πως ήταν βαρεμένοι και σε άλλη περίπτωση θα τους είχανε δεμένους, όχι αμολητούς να κυβερνάνε τον κοσμάκη, ούτε να σου θυμίσω πόσοι στρατιωτικοί που δίνουν διαταγές στα παιδάκια είναι για τα σίδερα, άσε που... αλλά τι να πρωτοπείς...
Λοιπόν, εγώ, είν' αλήθεια πως υπηρετώ κοντά δέκα χρόνια εκεί, που λέει η έτσι. Το προσπάθησα τρεις φορές μετά τα τρία πρώτα χρόνια να την κάνω με μετάθεση, έπιασα διάφορους, παρακάλεσα αλλά τίποτα! Δεν είχα βλέπεις βύσμα, άσε που είχα και τη φωλιά μου λερωμένη από την αρχή. Υστερα τα παράτησα και κάπου μάλλον βολεύτηκα, έμαθα τη «δουλειά», έμαθα να λουφάρω και κοίταξα να στήσω κι εγώ μια οικογένεια που μέχρι τότε είχα στερηθεί. Αλλά ησυχία δεν είχαμε ποτέ. Πότε ο ένας πότε ο άλλος είμαστε οι μόνιμοι στόχοι. Οι πολιτικοί και οι διάφοροι κομπιναδόροι κάνουν τις αρπαχτές τους κι εμείς γινόμαστε σάκοι του μποξ - «γι' αυτό πληρώνεστε ρεμάλια!» φωνάζει συχνά ο διοικητής, ενώ οι υψηλά ιστάμενοι είναι πιο ευγενείς αλλά και πιο σκληροί. «Κυρίους» μας προσφωνούν αλλά στάζουνε φαρμάκι και μας στέλνουν στο στόμα του λύκου.
Ξέρεις πόσες φορές πήγαν να με κάψουν σαν λαμπάδα αυτά τα κωλόπαιδα, οι φονιάδες οι κουκούλες; Ξέρεις με τι τέχνη φτιάχνουν και πετάνε τις μολότοφ; Πάνω στη μαρκίζα τις αμολάνε κάτω από κει που καθόμαστε να προστατευτούμε, κι έρχεται η φωτιά και σε λούζει... τρεις φορές με έχουνε κάψει και τη γλίτωσα με μέτρια εγκαύματα σε όλο το σώμα. Ξέρεις εσύ που με δείχνεις με το δάχτυλο, ξέρεις πόσες φορές γύρισα στο σπίτι με τα αίματα και το δέρμα μου καμένο και με ρωτούσαν τα παιδιά μου τι έπαθα και κρυβόμουνα για να μη με δουν καμένο και κλαίγανε;
Ενα κομμάτι ψωμί έβγαζα κι εγώ, το παιδί της παραδουλεύτρας από το χωριό, με τον πατέρα χαμένο στο πιοτό, να γυρίζει στο σπίτι και να τσακίζει στα χαστούκια κι εμένα και τη μάνα μου γιατί δεν του άρεσε πότε το ένα πότε το άλλο...
Και πώς βρέθηκα στο Σώμα δε θα το αναλύσω, αν και ξέρω πως όλοι ξέρετε πάνω - κάτω με ποιο τρόπο μας χώνουν στο τσουβάλι, όπως τα φίδια που τα αμολάνε μετά - μας αμολάνε δηλαδή, γιατί να μην το ομολογήσω; - μας στέλνουνε καταπάνω στον κοσμάκη. Λεπτομέρειες δεν τολμάω να σου πως, πάντως εκείνο το βράδυ αφού με σύρανε με κλοτσιές και μπουνιές στην Ασφάλεια, με μούρη πρησμένη και αίματα να τρέχουν από τα χείλια και τη σπασμένη μύτη - όλα για μια μηχανή που είχα κλέψει από το πάρκινγκ, κάναμε απίθανες κόντρες τότε, τι άλλο να κάναμε, πεταμένοι απ' όλους, μάνα, πατέρα, χωρίς φράγκο στην τσέπη, από το σχολείο τρεις αποβολές και στο τέλος έπρεπε ν' αλλάξω σχολείο, και τι να το κάνω το σχολείο; - αφού λοιπόν με αφήσανε χωρίς φαΐ και νερό τρεις μέρες, μου είπαν: «ή δέκα χρόνια μέσα ή στην Αστυνομία και θα κάνεις ό,τι σου λέμε, γκέγκε μάγκα;». Διάλεξα τα σίγουρο ψωμί και να μας, δέκα χρόνια στη σφηκοφωλιά, στα Εξάρχεια με όλο εκείνο το αληταριό, που τους ήξερα και από τη μια και από την άλλη - και ανάμεσά τους κάμποσους παραστρατημένους. Μήπως ξέρεις φίλε τι ρόλο παίζουν πολλοί από αυτούς; Δικοί μας είναι, τι δικοί μας δηλαδή, της Ασφάλειας είναι και από κει παίρνουν οδηγίες, πότε θα την ανάψουν τη μια ή την άλλη φωτιά εδώ κι εκεί! Για πες μου εσύ που είσαι έξυπνος και σπουδαγμένος, γιατί δε χτυπάνε κανένα στόχο πλουτοκρατίας, κανέναν με γιοτ, με αυτοκίνητα ακριβά και τεράστιες περιουσίες; Γιατί χτυπάνε τον μεροκαματιάρη με το μαγαζάκι, τον περιπτερά και άλλους ανυπεράσπιστους; Δειλά πραχτοράκια της μαύρης συμφοράς είναι, πεμπτοφαλαγγίτες τους έλεγε ο μόνος σοβαρός και τίμιος άνθρωπος που γνώρισα στη ζωή μου, ένας δικηγόρος που έλεγε πως είναι με το ΚΚΕ, αλλά είναι έξω και απ' αυτό γιατί θέλει λέει να είναι ανεξάρτητος.
Λοιπόν, τον φουκαρά το μικρό τον έφαγα.
Είχα φτάσει στο αμήν, και πώς φτάνει κανείς στο αμήν δε θα στο αναλύσω, πάντως είχα μπουχτίσει. Με βρίζανε τα κωλόπαιδα, με είχαν βρίσει τουλάχιστον άλλες πενήντα φορές την ίδια μέρα, βρίζανε τη μάνα μου - «γαμώ το μ... που σε πέταγε» μου είχε φωνάξει ένα καθίκι το ίδιο απόγευμα - και είχα φτάσει ως το λαιμό - σου είπα ότι η μάνα μου ήταν παραδουλεύτρα, τίποτε άλλο δε σου λέω. Κάτι αυτές οι βρισιές, κάτι οι σπόντες του αστυνόμου την προηγουμένη «δεν κάνετε για τη δουλειά για την οποία προσληφθήκατε, και πλησιάζει η λήξη ή ανανέωση της σύμβασής σας και πρέπει να αποδείξετε πως αξίζετε το ψωμί που τρώτε...» και άλλα τέτοια.
Ξέρεις πώς είναι να έχεις το σιδερικό στη θήκη και να σε βλαστημάνε και να σου πετάνε μπουκάλια που μπορεί να είναι και μολότοφ; Οχι φίλε, δεν ξέρεις, και να μην αξιωθείς να μάθεις, στο λέω εγώ, ο γιος της πλύστρας που θέλησα να ζήσω έξω στην κοινωνία και με στολή εξουσίας και όχι στη φυλακή.
Τον σημάδεψα και πρώτη φορά το χέρι μου δεν έτρεμε. Γιατί πρώτη φορά δεν είχα πιει πριν βγω περιπολία - στο λέω κι αυτό και να μείνει μεταξύ μας: αν κρατήθηκα τόσα χρόνια και δε σκότωσα, είναι που έπινα μισό μπουκάλι ουίσκι πριν βγούμε περίπολο και έτσι ό,τι κι αν άκουγα για τη μάνα μου και το αντριλίκι μου το πέρναγα ντούκου - έχω ακούσει πως άμα μεθύσεις βγαίνει ο πραγματικός εαυτός σου κι εγώ είμαι καλό παιδί στο βάθος και όλοι στην υπηρεσία το ξέρουν και μ' αγαπάνε, αλλά και με εκμεταλλεύονται. Και δε θα σου πω τι καλοσύνες έχω κάνει εγώ στη ζωή μου, γιατί θα με περάσεις ή για παινεψιάρη ή για μαλάκα. Μέσα στο πιοτό κατάλαβα σιγά σιγά και τον πατέρα μου, που δεν ήταν κακός άνθρωπος έστω κι αν μεθώντας έβγαινε η κακή του πλευρά. Να σου πω κάτι; Αποτυχημένος σε όλα ήτανε, γι' αυτό έπινε. Οπως κι εγώ δηλαδή: Τι πέτυχα στη ζωή μου; Τίποτα! Ενας μπάτσος έγινα κι αυτό από σπόντα, όπως σου είπα, και μάλιστα χωρίς καν μόνιμη σύμβαση. Και να 'ρχονται αυτά τα κωλόπαιδα, που δεν έχουν δουλέψει στη ζωή τους, που δεν ξέρουν τι θα πει βάρδια και ξενύχτι, τι πάει να πει μεροκάματο και τι σφαλιάρα κάθε είδους από το αφεντικό και να σου ρίχνονται μετά από δώδεκα ώρες ορθοστασία στις γωνίες ή στις εισόδους τραπεζών, να 'ρχονται και να σε βρίζουν και να σου πετάνε ό,τι βρουν στο δρόμο. Και να σου πω κάτι άλλο; Πόσοι από αυτά τα κωλόπαιδα είναι εργαζόμενοι των 700 ευρώ που λένε και ξαναλένε; Να σου πω εγώ; Κανένας! 'Η κάτι πρεζόνια είναι ή κάτι τύποι από τα βόρια προάστια που βαριούνται στη σιγουριά του σπιτιού ή τα πραχτοράκια, οι πεμπτοφαλαγγίτες που λέγαμε πριν. Ποιος μεροκαματιάρης προλαβαίνει να βγει στους δρόμους, πόσοι από τους αναγκεμένους έχουν τέτοιες πολυτέλειες; Εντάξει, είμαι απόλυτος θα μου πεις, αλλά αυτό δεν αλλάζει την ουσία αυτού που λέω.
Λοιπόν, για να τελειώνω γιατί σε ζάλισα: το έκανα!
Πριν, σου έλεγα πως τον σημάδεψα και έτσι έγινε, όπως ήμουνα με το αίμα στο κεφάλι. Ομως, φίλε, πρέπει να σου πω πως δε θυμάμαι αν εκείνη τη στιγμή που πάτησα τη σκανδάλη, σημάδευα ακόμη τον πιτσιρικά ή το χέρι μου είχε κατέβει. Και μη νομίσεις πως πάω να πω ότι δεν το 'κανα, αφού ξέρω ότι εσύ δε θα με δώσεις. Απλά, δε θυμάμαι γιατί το μυαλό μου έχει σκεπαστεί από μια θολούρα και έχω χάσει εκείνες τις στιγμές τελείως. Για να μη λέω πολλά: δεν ξέρω ποια δύναμη ή ποια κούραση μου κατέβασε το χέρι - αν το κατέβασε - πάντως ό,τι έγινε, έγινε χωρίς τη θέλησή μου.
Και να στο πω; Ενα βουνό έχει πέσει πάνω μου από την επόμενη στιγμή που έφυγε η σφαίρα και είδα το κορμάκι του πιτσιρικά να διπλώνεται στις πλάκες. Οταν σκέφτομαι πως θέρισα μια ψυχούλα που δεν είχε κάνει ούτε ένα βήμα ακόμα στη ζωή, άνετο ή ζόρικο βήμα - τι σημασία έχει;
Αλλά φίλε, είχε φτάσει ένας κόμπος και μ' είχε πνίξει, αν δεν τράβαγα το πιστόλι εκείνη τη στιγμή θα είχα πεθάνει από ασφυξία. Ολο τον τελευταίο καιρό με είχε μαγκώσει ένα μούδιασμα - ξέρεις τι σημαίνει μούδιασμα; - ένα μούδιασμα που ξεκίνησε από τα πόδια και σκαρφάλωνε σιγά σιγά στο λαιμό. Δε θα το πιστέψεις φίλε, όμως με το που έφυγε η σφαίρα, μου φάνηκε πως πήρε μαζί της κι αυτόν τον βραχνά, έστω κι αν αυτό κράτησε όσο και η διαδρομή του βλήματος που άφησα να φύγει μέσα στο πάθιασμά μου. Ξέρω καλά πως θα με κυνηγάει πάντα αυτή η στιγμή αλλά πίσω δεν μπορώ να τη φέρω ούτε τη σφαίρα ούτε τη ζωούλα του πιτσιρικά. Ολοι εσείς που σήμερα φωνάζετε και χτυπιέστε τάχα, θα το προσπεράσετε γρήγορα, θα το ξεχάσετε μέχρι τις επόμενες δυο - τρεις μέρες, όπως ξεχάστηκαν τόσα και τόσα φριχτά εγκλήματα, δικά μας ή των άλλων, των επωνύμων που δεν τους αγγίζει ούτε νόμος ούτε συνείδηση. Ετσι κυλάει η ζωή, με όλες τις καθημερινές σκοτούρες, γιατί έτσι πρέπει, οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι νεκροί με τους νεκρούς. Εγώ βέβαια εδώ σημαδεύτηκα και εδώ θα καρφωθώ, αλλά δε θ' αφήσω να το καταλάβει κανείς και πιστεύω πως εσύ θα κρατήσεις το μυστικό που σου εμπιστεύτηκα.
Να το ξέρεις: ό,τι και να δείξει η βαλλιστική που θα γίνει, όπως πάντα, εγώ δε θα το παραδεχτώ δημόσια πως του την άναψα και μάλιστα εν βρασμώ, που λένε, ούτε πως τον σημάδεψα κατάστηθα. Εχω τρία παιδιά να μεγαλώσω κι εγώ. Ναι, σαν εκείνο που σκότωσα, θα μου πεις, το ξέρω και τα δικά μου έχουν μόνο εμένα και τη μάνα τους, δεν έχουν σπίτι ιδιόκτητο, δεν έχουν τρία αυτοκίνητα, δεν έχουνε νταντάδες και καθηγητές στο σπίτι. Δε θα έχουν καλά καλά να φάνε άμα εγώ μπω φυλακή.
Ούτε συγγνώμη με παίρνει να ζητήσω, γιατί θα είναι σα να ομολογώ. Αλλωστε, πόσοι απ' όλους αυτούς που κακοποιούν κάθε μέρα τους ανθρώπους - και δεν είναι και λίγοι, κοίταξε στα ρετιρέ της παλιοκοινωνίας μας και θα καταλάβεις τι εννοώ - πόσοι απ' αυτούς ζήτησαν συγνώμη; Οχι, δεν οφείλω κανένα συγγνώμη σε κανέναν, κανέναν από τούτη τη βρωμοκοινωνία που ζούμε, εκτός ναι, εκτός από κείνο το παιδάκι που έστειλα στον άλλο κόσμο, αλλά όπως σου είπα, θα είναι η καταδίκη μου, άλλωστε τι θα άλλαζε αν ζητούσα συγγνώμη; Θα έφερνα πίσω τον πιτσιρικά ή θα μου το αναγνώριζαν σαν ελαφρυντικό;
Εμένα η μόνη μου ελπίδα τώρα είναι οι εγγυήσεις που μας έχουν δώσει από τότε που μπήκαμε στο Σώμα, πως ό,τι κι αν κάνουμε θα το κουκουλώσουν, αρκεί να πειθαρχούμε στις διαταγές των ανωτέρων.
Και μου το 'χουν υποσχεθεί πως κι εγώ θα πέσω στα μαλακά.
Τόσα χρόνια κάνω τον μαλάκα, μου το χρωστάνε.
Κυρίως φοβούνται, μην ανοίξω εγώ και άλλοι πολλοί το στόμα μας.
Γι' αυτό θα μου το κλείσουν απαλά και κομψά. Κρατώντας, μέχρι να περάσει η μπόρα μου, το στόμα των παιδιών μου γεμάτο. Που με τη σειρά τους, μεγαλώνοντας, θα βαδίσουν στα χνάρια μου, τη λαμπρή «σταδιοδρομία» μου.
Γιατί άλλη επιλογή δεν έχουν.
Οπως κι εσύ και τόσοι άλλοι που νομίζουν πως ποτέ δε θα τους αγγίξει η κακιά η ώρα.
Ολοι στο ίδιο καζάνι κλωθογυρνάμε βλαστημώντας την τύχη μας που δεν μπορούμε ν' αλλάξουμε.
Για την αντιγραφή,
Α. Σ. Α.


Το σχόλιο του Γιώργου Κοροπούλη για το διήγημα
εδώ
ΥΓ Υπάρχουν βέβαια και άλλοι "υπερασπιστές" της λογοτεχνικής έκφρασης. Βρήκαν την ευκαιρία να καταθέσουν τη δημοκρατική τους ευαισθησία.
Ιδαλγοί της ελευθερίας, γρηγορείτε!