Πέμπτη, Ιουνίου 07, 2018

Ο ΝΕΣΤΟΣ



Ο Νέστος γεννήθηκε στο Ζεν Πρεμιέ από Έλληνα πατέρα και Γαλλίδα μητέρα. Επέστρεψε στην Ελλάδα επτά χρονών, κι εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην οδό Κορδικτώνος 12, όπου έζησε μέχρι το θάνατό του. Έμαθε να οδηγεί μοτοσυκλέτα, παραδόξως, στο Μοναστηράκι. Έκανε τον έξυπνο απαγγέλοντας θεατρικούς μονολόγους, που είχε αποστηθίσει κρυφά από τον κατήγορο πατέρα του. Είχε το χάρισμα να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, υψιβρεμέτης εκρηκτικός. Πιστοποιούσε με ακράδαντα επιχειρήματα ότι έπασχε από ευκοιλιότητα, και δαπανούσε ασυλλόγιστα, με γενναιοδωρία τα χρήματα που έβρισκε σε ελεύθερα, προσβάσιμα μόνο σ’αυτόν ΑΤΜ. Έπλεκε μύθους από μαλλί Μολοκότου, διπλοπατούσε  όταν επέστρεφε οινοβαρής από τόπο χλοερό. Ερασιτέχνης φύλακας ανοιχτών πυλών, αυτόκλητος σχολιαστής χαροποιών κειμένων, τον ένοιαζε, γι’αυτό ήταν αρκούντως προσεχτικός, περισσότερο η αριστερή φτέρνα του από τη δεξιά. Πράος και συγκαταβατικός, δεν θύμωνε ακόμη κι αν έβρισκε το πάτωμα του σπιτιού του τσαλακωμένο. Άγνωστο παραμένει αν υποτάχθηκε -ερωτικά;- στη μελτεμώδη κόρη, που τον επισκεπτόταν ως ποθοριπίδιο ερωτικών εκκρεμοτήτων. Επιφανής Χριστιανός, προβάριζε κουστούμια για τον Παράδεισο, πιστεύοντας ότι είναι ανάρμοστο να εμφανιστούμε ενώπιον Του με τα σκουλικιασμένα και τριμμένα κουστούμια της ταφής μας. Εγκωμίαζε τον Χρυσόκωλο για τον χρυσό του κώλο, μαρτύρησε, δίχως να το καλοσκεφτεί, πού κρυβόταν ο Αλταφίνι, πριν στείλει την μπάλα στα δίχτυα του βουβαμένου, ακύμαντου τώρα πια, τερματοφύλακα. Ελασσωνικός μέχρι υστερίας, απόφευγε τη μελιτοφαγία σεπτών διδαχών Ενδοκρινολογούσε πριν πάρει μια συναισθηματική απόφαση. Κατείχε, ισχυριζόταν, πιστοποίηση αυθεντικότητας της ύπαρξής του, διατυμπάνιζε δια τυμπάνων τις απορρυπαντικές του αποφάσεις. Δακρυρροούσε μπροστά στην ευκαρδία των άλλων. Η εικόνα του πάγωνε όταν δεν είχε καλό σήμα. Ένθερμος υποστηριχτής της πρηνούς θέσης των ακροατών του, μετέδιδε τους επιστήθιους ψυχικούς βηματισμούς του με εκπορθητικές φωνητικές μαρμαρυγές. Διέθετε τον ακριβή αριθμό αιμοπεταλίων που χρειαζόταν κάθε μέρα. Φανατικός θαυμαστής του συγκροτήματος « Τα τέσσερα μπετά», αντλούσε κοσμοφόρες πνοές από το  εαρινό φρέαρ της μουσικής τους. Παιδαριώδης, αλλά παράλληλα διπλογάτα, οπωροπαντοπωλούσε όταν χρειαζόταν να πρωτοτυπήσει με την ευρεσιτεχνία του. Πίστευε πως  η αθανασία, η ανακαινισμένη ψυχή του ανθρώπου, όπως την ονόμαζε, σιγανοπαπαδίζε μπροστά στις δυσκολίες  απόδειξής της. Ακρομελετούσε τα μάτια ερωτουλούδων γυναικών, και χανόταν όταν δεν υπήρχαν άλλα λόγια να περιγράψουν το λεκτικό του ολόγραμμα.
Στην τελευταία ένσαρκη παρουσία του χνώτισε τον εντολοδόχο άγγελό του με μαύρο ρούμι.


Διορθωμένο ξανά Σάββατο απόγευμα.



Ο πίνακας "Boy" είναι του Zhang Xiaogang


Δεν υπάρχουν σχόλια: