Κυριακή, Ιουνίου 30, 2013
Κυριακή, Ιουνίου 23, 2013
ΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ, Η ΤΕΧΝΗ, Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
-Προσωπικά θεωρώ ότι η
ποίηση [και γενικά η λογοτεχνία ] ανθίζει μέσα στο διαδίκτυο. Γίνονται όμορφες
δημιουργικές ζυμώσεις και ανταλλαγές.(Το εχω μάλιστα υποστηρίξει δημόσια σε
σχετικό άρθρο μου στο Protagon). Ποιά είναι δική σας άποψη αναφορικά με το θέμα
“Λογοτεχνία και διαδίκτυο”;
- Το Ίντερνετ είναι περιοχή
μεγάλης και ανεξέλεγκτης ευκολίας (βάλτε δύσκολα στο λαό!). Δίνει τη ευχέρεια
σε όλους να είναι πομποί και δέκτες (woki-toki, για να συνεννοούμαστε)
αντιστοίχως, αδοκίμαστων (γουρούνι στο σακί θα πάρετε;) ποιοτήτων(εδώ η καλή
ποιότητα! Εδώ η καλή ποιότητα! Πάρε, πάρε, κυρία μου, πάρε κύριε μου!). Μπορούν
να πουν και να ακούσουν τα πάντα (όπα, πολύ ελευθερία βλέπω και δεν μ'αρέσει),
ανεξαρτήτως αξίας (να ψηφίσει η κριτική επιτροπή, παρακαλώ). Δεν υπάρχει
μεγαλύτερη αυταπάτη (πραγματικότητα και πάλι πραγματικότητα!) από το να
νομίζουμε ότι όσοι περισσότεροι μιλούν (βουλώστε το, μιλάει ο ποιητής) τόσο
μεγαλύτερα οφέλη (φασούλι το φασούλι, γεμίζει το σακούλι) προσκομίζονται στις
έννοιες (ευχαριστούμε), στις ποιότητες (ωχ! πάλι η ποιότητα), στις προτάσεις
του λόγου. Δεν υπάρχει δημοκρατία (ρίγη συγκίνησης στο άκουσμά σου!) στην
καλλιτεχνική έκφραση (Πάλης ξεκίνημα, νέοι αγώνες!). Ή, να το πω ορθότερα (ευτυχώς,
γιατί δεν το καταλάβαμε), η πράξη της τέχνης περιφρονεί (ουστ! από δω, να
χαθείς!) τη δημοκρατία (εδώ σηκώνει υπόκλιση!). Είναι ένα βαθιά αριστοκρατικό
παίγνιο (Χάσου από μπροστά μου, ιντερνετική μπασκλασαρία, που θέλεις να μιλάς
και να γράφεις!). Όποιος έχει μοχθήσει (σκουπίστε τον ιδρώτα σας, ποιητά!) επιχειρώντας να αναμετρηθεί (Χόλυγουντ μου
θυμίζει εδώ) με τη Μορφή καταλαβαίνει τι εννοώ (κάντε το πιο λιανά). Όπως
συνέβαινε με τους χρυσοθήρες (Ο θησαυρός της Σιέρα Μάντρε), συχνά ο μόχθος (μήπως
θέλετε ανθυγιεινό επίδομα και δεν μας το λέτε;) της γραφής παίρνει χρόνια για να
παραγάγει έναν(!) στίχο (σκέτο σπίρτο οι ποιητές). Το Ίντερνετ δίνει βήμα (ευχαριστούμε,
αγαπητό μας Ίντερνετ) στον καθένα να διαβιβάσει (ακούει ο Μάκης ο «Κουφός»,
έλα, ακούει ο Μάκης ο «Κουφός»;) στον κόσμο εκείνο που νομίζει άξιο (αξιολόγηση,
μήτηρ πάσης μαθήσεως) λόγου. Έζησα στο ραδιόφωνο (δεκαετία του ’80) τη
συμμετοχή (σιγά-σιγά όλοι θα μιλήσετε) των ακροατών στο δημόσιο λόγο (πολύ
φιλελεύθερο σας βρίσκω, παρανομείτε, ποιητά μου, παρανομείτε!). Σκωπτικά (βλέμμα
απλανές, χέρι, δεξί, ακουμπισμένο το πρόσωπο, τσιγάρο), για την πρωτογένεια (τι
ναι πάλι τούτο;) που μεταδιδόταν έτσι, το
έλεγαν τότε «Το μικρόφωνο στο λαό». Πάντοτε η γενικευμένη ευκολία (βάλτε
και κανένα δύσκολο θέμα, έτσι θα περάσουμε όλοι), η πρωτοβάθμια (υπάρχει και
δευτεροβάθμια, τριτοβάθμια, τεταρτοβάθμια, ......εκατοβάθμια
και δεν το ήξερα;) σκέψη και το αφελές (υποψιαστείτε, υποψιαστείτε, κάτι θα
μείνει) κριτήριο (αυτά τα κριτήρια, χειροπέδες, θα μας φάνε) είναι ένα παράσιτο (το
εντομοκτόνο αμέσως!) στη σοβαρότητα (χα!χα!χα!χα!χα! Για τον αντίλογο και μόνο.)
*Οι
παρενθέσεις είναι δικά μου λόγια, εκτός εκείνης που αναφέρεται στη « δεκαετία
του ’80», η οποία είναι του κ. Κώστα Μαυρουδή.
Η συνέντευξη δώθηκε στην Ασημίνα Ξηρογιάννη
Όλη η συνέντευξη εδώ:
http://bibliotheque.gr/?p=23557
Τετάρτη, Ιουνίου 19, 2013
Σάββατο, Ιουνίου 15, 2013
Τετάρτη, Ιουνίου 12, 2013
EMILY WELLS - PHILIP GLASS
Αμ, το άλλο, που παίζει ή φαντάζεται ότι παίζει η Ίντια με το θείο της;
Σάββατο, Ιουνίου 08, 2013
Τρίτη, Ιουνίου 04, 2013
ΚΑΙΡΟΣ ΣΚΕΠΤΙΚΟΣ
Η κ. Καρυστιάνη είναι μια συγγραφέας που αρέσει. Το
ενδιαφέρον στην περίπτωσή της είναι ότι είναι αποδεκτή απ’ όλο το φάσμα του
αναγνωστικού κοινού. Στον αναγνώστη ή την αναγνώστρια που διαβάζει Λένα Μαντά αρέσει
να διαβάζει και Καρυστιάνη. Τι είναι αυτό που συνδέει και γεφυρώνει τη λογοτεχνική αφήγηση της Καρυστιάνη,
γραφή επικυρωμένη, μετά επαίνων, από τη λογοτεχνική κριτική, με τα αυστηρά κριτήρια της αισθητικών κανόνων που προσδιορίζουν την αξία ενός έργου, με μια διαφορετική λογοτεχνική σχολή, που δεν αντιπροσωπεύει, στο
ελάχιστο τα κριτήρια αυτά, όπως επισημαίνει, διαρκώς, η επίσημη και ανεπίσημη
λογοτεχνική αυθεντία; Μήπως τα όρια μεταξύ των δύο λογοτεχνικών κόσμων έχουν
μετατοπιστεί, και η σύγκλιση είναι
αναπόφευκτη; Το ερώτημα φυσικά δεν τίθεται μόνο για την κ. Καρυστιάνη ή την κ. Λένα Μαντά.
Ο λόγος της κ. Καρυστιάνη εκφράζει την αναγνωστική επάρκεια ενός κοινού, που διατρέχει όλο το βεληνεκές της ταξικής διαστρωμάτωσης της κοινωνίας, δίνοντας διέξοδο στην καθαγιασμένη, από τον κυρίαρχο λόγο, παραίτηση, λειτουργώντας σαν καθρέφτης της μικροαστικής κριτικής, όπου η αδυναμία για δράση, η καταρράκωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, η μοναξιά, η έλλειψη επικοινωνίας, η τραγικότητα και ο παραλογισμός της ζωής, αναπληρώνεται από ήρωες που εκφράζουν και επικυρώνουν, με την λογοτεχνική τους ύπαρξη, τις ήδη προκαθορισμένες αξίες του συμβιβασμένου ανθρώπου, στοχεύοντας σ’ένα βασικό σημείο. Η ζωή είναι αυτή που βιώνουμε και δεν μπορεί ν’αλλάξει.
Ο αφηγηματικός λόγος της κ.Καρυστιάνη, είναι η φωνή της καταλαγιασμένης συνείδησης του κοινωνικοποιημένου ανθρώπου, στην εποχή της εικόνας και του καταναλωτισμού. Η αφήγηση με τη χρήση της γλωσσικής σύγκρουσης με τη φιλολογική νομιμοφροσύνη, φαίνεται να απομακρύνεται από τον εφησυχασμό και το συμβιβασμό, στοχεύει, παρ’όλα αυτά, κολακευμένη από την έπαρση της αφηγηματικής ικανότητας, στον πυρήνα του ατομικού εγωισμού, που είναι η απομόνωση, η μοναξιά και η αποδοχή της ατομικότητας, σαν το κέντρο της ανθρώπινης εμπειρίας,. Η ιστορία που αφηγείται, η λειτουργία και ο μηχανισμός της, κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, οδηγεί στην αποκάλυψη των ιδεολογικών καταβολών της. Η καταληκτική της εκδοχή, εμβαπτίζει μέσα από την αφηγηματική ικανότητα και τον εξουσιαστικό της ρόλο ως συγγραφέα, την παραίτηση και εφησυχασμό του αναγνώστη, μπροστά στα κοινωνικά δρώμενα, που λαμβάνουν χώρα έξω από το χώρο της ιστορίας. Η ουσία των αφηγήσεων, λειτουργεί σαν εξιλέωση των πεποιθήσεων και πρακτικών του αναγνώστη, που το άλλοθι του έργου λειτουργεί ως καθαρτήριο των κοινωνικών συμβάσεων.
Όπου η ανθρώπινη ύπαρξη κινείται, συμπεριφέρεται, σκέφτεται,
δρα, οργανώνει τον μικρόκοσμό τη,ς δίχως να προσβλέπει στην ανάγκη της
συλλογικής προσπάθειας, για μια διαλεκτική απορρόφησης του ατομικού αδιεξόδου, βρίσκει σύμμαχό του το λόγο της κ.Καρυστιάνη. Σπάω
το τζάμια για να μιλήσω με κάποιον, τον τζαμά, εν προκειμένω, αν και περιέχει στοιχεία υπερβολής, πράγμα
σύνηθες στην κ.Καρυστιάνη, συμπυκνώνει την ιδεολογική καταγωγή των αφηγήσεων
της.Ο λόγος της κ. Καρυστιάνη εκφράζει την αναγνωστική επάρκεια ενός κοινού, που διατρέχει όλο το βεληνεκές της ταξικής διαστρωμάτωσης της κοινωνίας, δίνοντας διέξοδο στην καθαγιασμένη, από τον κυρίαρχο λόγο, παραίτηση, λειτουργώντας σαν καθρέφτης της μικροαστικής κριτικής, όπου η αδυναμία για δράση, η καταρράκωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, η μοναξιά, η έλλειψη επικοινωνίας, η τραγικότητα και ο παραλογισμός της ζωής, αναπληρώνεται από ήρωες που εκφράζουν και επικυρώνουν, με την λογοτεχνική τους ύπαρξη, τις ήδη προκαθορισμένες αξίες του συμβιβασμένου ανθρώπου, στοχεύοντας σ’ένα βασικό σημείο. Η ζωή είναι αυτή που βιώνουμε και δεν μπορεί ν’αλλάξει.
Ο αφηγηματικός λόγος της κ.Καρυστιάνη, είναι η φωνή της καταλαγιασμένης συνείδησης του κοινωνικοποιημένου ανθρώπου, στην εποχή της εικόνας και του καταναλωτισμού. Η αφήγηση με τη χρήση της γλωσσικής σύγκρουσης με τη φιλολογική νομιμοφροσύνη, φαίνεται να απομακρύνεται από τον εφησυχασμό και το συμβιβασμό, στοχεύει, παρ’όλα αυτά, κολακευμένη από την έπαρση της αφηγηματικής ικανότητας, στον πυρήνα του ατομικού εγωισμού, που είναι η απομόνωση, η μοναξιά και η αποδοχή της ατομικότητας, σαν το κέντρο της ανθρώπινης εμπειρίας,. Η ιστορία που αφηγείται, η λειτουργία και ο μηχανισμός της, κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, οδηγεί στην αποκάλυψη των ιδεολογικών καταβολών της. Η καταληκτική της εκδοχή, εμβαπτίζει μέσα από την αφηγηματική ικανότητα και τον εξουσιαστικό της ρόλο ως συγγραφέα, την παραίτηση και εφησυχασμό του αναγνώστη, μπροστά στα κοινωνικά δρώμενα, που λαμβάνουν χώρα έξω από το χώρο της ιστορίας. Η ουσία των αφηγήσεων, λειτουργεί σαν εξιλέωση των πεποιθήσεων και πρακτικών του αναγνώστη, που το άλλοθι του έργου λειτουργεί ως καθαρτήριο των κοινωνικών συμβάσεων.
Τετάρτη, Μαΐου 29, 2013
ΠΩΣ ΠΕΡΑΣΑ ΤΟ ΧΕΙΜΩΝΑ
Άκουγα αυτό το τραγούδι, κάθε φορά που πήγαινα με το αυτοκίνητο την κόρη μου στο φροντιστήριο Γερμανικών. Να διευκρινίσω ότι το ακούγαμε, γιατί άρεσε και σε κείνη. Ίσα- ίσα προλαβαίναμε να ακούσουμε λίγο μετά από τα τέσσερα λεπτά, η απόσταση ήταν μικρή, λιγότερη από τη διάρκεια του τραγουδιού. Μόλις σχολούσε, το βάζαμε πάλι από την αρχή. Και να πεις ότι δεν υπήρχαν άλλα τραγούδια στο cd; Το "Do you love me" και το "Stagger Lee" του Nick Cave, το "What's on your mind" και το "Look away Lucifer" των Madrugada, το " Lonely boy" των Black Keys, το "Smells like teen spirit" των Nirnava, το "One burbon, one scotch, one beer" με τον John Lee Hooker, το "Someone Like You" του Van Morrison, Τέλος πάντων, περιμένοντας να σχολάσει, έκλεβα λίγο χρόνο, και το άκουγα μέχρι το τέλος, δίχως να της αναφέρω την πράξη μου.
Ένα τραγούδι που με συντρόφευε, περισσότερο απ’όλα τ’άλλα που άκουγα, αυτόν τον χειμώνα, λες κι αν μου έβαζαν έκθεση, με τίτλο «πως πέρασες το φετινό χειμώνα», το μόνο που θα έγραφα θα ήταν, «άκουγα το Senor με τον Bob Dylan στο αυτοκίνητο», παραδίδοντας την κόλλα μου, στον γενάρχη του ερωτήματος, αδιαφορώντας για την έκπληξη που θα είχε αρχίσει να διαγράφεται, απαραιτήτως, στις παρειές της βαθυστόχαστης έκφρασής του.
Παρασκευή, Μαΐου 24, 2013
Τρίτη, Μαΐου 21, 2013
LA CHISPA DE LA VIDA
Υπάρχουν στιγμές που ομορφαίνουν τη ζωή σου. Ακόμα και όταν έχεις αποδεχθεί ότι όλα έχουν τελειώσει, η επανάληψη είναι αυτή που κυριαρχεί. Αλλά, μήπως, το ίδιο δεν σκεφτόσουν πριν το "Madianeras" ή το "Io sono l'amore"; Τελικά δεν θα βάλεις μυαλό. Ευτυχώς είναι αυτό που σε σώζει.
Πέμπτη, Μαΐου 16, 2013
ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΩ ΟΜΟΡΦΟΣ
Κουράστηκα να βλέπω το θαυμασμό στα βλέμματα των ανθρώπων
στο πέρασμά μου. Η στρογγυλοποίηση των
χειλιών τους, καθώς προφέρουν το δυσβάσταχτο επιφώνημα θαυμασμού, όταν με
βλέπουν, μου προκαλεί συνειρμούς που δεν χρειάζεται να κατονομάσω, σ’ένα
κείμενο που προσπαθεί, τουλάχιστον, να τηρήσει τους κανόνες κοινωνικής
ευπρέπειας
Βαρέθηκα την αλαζονεία της ομορφιάς.
Δεν θέλω να δείχνω μια επίπλαστη μετριοφροσύνη. Ως γνωστόν, η
μετριοφροσύνη είναι ιδιότητα και προτέρημα των σωματικά στερημένων.
Δεν θέλω να αναφέρομαι, πια, στο ευχολόγιο των αδιάφορων ζηλωτών
μου
(αχ να ήμουν σαν τον «Kouklo»!*).
(αχ να ήμουν σαν τον «Kouklo»!*).
Θα πάψω να θεωρούμαι πρότυπο σωματικής διάπλασης, σαν
εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του Απόλλωνα του Μπελβεντέρε.
Η έμφυτη ιδιότητά μου, της αυταρέσκειας, θα αποτελέσει
παρελθόν.
Θα αποφύγω την μνησικακία των ανταγωνιστών μου.
Είμαι μεγαλόψυχος και θέλω ν’αφήσω το δρόμο ανοιχτό στους
επιγόνους μου.
Θα πάψω να είμαι προσωπικότητα και θα γίνω πρόσωπο, σαν
όλους εσάς.
Κουράστηκα να βλέπω, στη χολωμένη ίριδα των αρσενικών, την
καλοσχεδιασμένη μορφή μου, σαν εμπρηστικό μηχανισμό στα θεμέλια της πεζής και
άχρωμης ζωής τους.
Η επιθυμία διεκδίκησης μου μ’έχει οδηγήσει σε
ψευδείς εξομολογήσεις.
Δεν μου αρέσει να βλέπω νικημένους ανταγωνιστές, με γερτό κεφάλι και σκυφτούς ώμους, να βαδίζουν ταπεινωμένοι, ψιθυρίζοντας ακατανόμαστες
λέξεις ή ολόκληρες φράσεις για την αισθητική μου υπεροχή.
Ο καταρρακωμένος αντίπαλος μου προκαλεί αποστροφή. Άλλωστε,
αυτός αποφάσισε να βρεθεί απέναντί μου.
-Δεν πειράζει, μια μάχη ήταν που χάθηκε. Η έκβασή της ήταν προδιαγεγραμμένη, ο αγώνας είχε λήξει πριν ακόμα αρχίσει, θα μπορούσα να του πω, αλλά τα λόγια παρηγοριάς είναι κάτι ακατάληπτο για μένα.
-Δεν πειράζει, μια μάχη ήταν που χάθηκε. Η έκβασή της ήταν προδιαγεγραμμένη, ο αγώνας είχε λήξει πριν ακόμα αρχίσει, θα μπορούσα να του πω, αλλά τα λόγια παρηγοριάς είναι κάτι ακατάληπτο για μένα.
Η αποδοχή της ήττας από έναν ανώτερο αντίπαλο είναι ιδιότητα
του αξιοπρεπούς ηττημένου.
Θέλω να διατηρήσω στο υπόλοιπο της ζωής μου την ανωνυμία
μου.
Θέλω να είμαι ένας σαν εσάς!
* «kouklos» είναι το nickname μου, στην πιάτσα των προνομιούχων, που είχαν την τιμή να με συναντήσουν, έστω και μια φορά στη ζωή τους
Θέλω να είμαι ένας σαν εσάς!
* «kouklos» είναι το nickname μου, στην πιάτσα των προνομιούχων, που είχαν την τιμή να με συναντήσουν, έστω και μια φορά στη ζωή τους
Δευτέρα, Μαΐου 13, 2013
Παρασκευή, Μαΐου 10, 2013
ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΠΑΝΩ Σ'ΕΝΑ ΣΤΙΧΟ
Αν δεν βγάζεις νόημα από αυτά που γράφω
ψήσε μια μπριζόλα, κατά προτίμηση χοιρινή
ή πάρε το σκύλο σου βόλτα
Ακόμα καλύτερα, αν τον έχεις ονομάσει
"Ο αφρός των ημερών"
Ο στίχος που βασίστηκε το κείμενο είναι του Αντώνη Αντωνάκου
"Αν θες να βγάλεις νόημα
ψήσε μια μπριζόλα ή γίνε ακαδημαικός"
Ο πίνακας είναι του Mark Rothko
ψήσε μια μπριζόλα, κατά προτίμηση χοιρινή
ή πάρε το σκύλο σου βόλτα
Ακόμα καλύτερα, αν τον έχεις ονομάσει
"Ο αφρός των ημερών"
Ο στίχος που βασίστηκε το κείμενο είναι του Αντώνη Αντωνάκου
"Αν θες να βγάλεις νόημα
ψήσε μια μπριζόλα ή γίνε ακαδημαικός"
Ο πίνακας είναι του Mark Rothko
Παρασκευή, Μαΐου 03, 2013
Παρασκευή, Απριλίου 26, 2013
ΤΟ ΦΙΛΙ
Φτάνοντας στην αίθουσα της βιβλιοθήκης, αφού χαιρέτησα,
μ’ένα ευγενικό «καλησπέρα σας», τη βιβλιοθηκάριο, αν και το μάτι μου έψαχνε, με διακριτικό, όπως νόμιζα, τρόπο, να βρει που βρισκόταν η καθαρίστρια με τα
γαλάζια μάτια και το μακρύ πρόσωπο, της οποίας η αξιοπρεπής στάση μου θύμιζε,
ελλείψει άλλου παραδείγματος, τον Καρένιν στο θηλυκό του, έβαλα το χέρι στην
τσέπη μου να βρω το χαρτάκι όπου είχα γράψει τον τίτλο και τον συγγραφέα, για
κάθε ενδεχόμενο, των βιβλίων που ήθελα να δανειστώ. Έβγαλα, λοιπόν, το χαρτάκι
και, έκπληκτος, ανακάλυψα ότι αυτό που είχα γραμμένο ήταν τα ψώνια του super
market. Η αυτοκυριαρχία μου πήγε
περίπατο, αποσυντονίστηκα, να το εκφράσω καλύτερα. Προσπαθώντας να
ξαναβρώ την αυτοπεποίθησή μου, που θα την αποκτούσα, σίγουρα, σε κλάσματα δευτερολέπτου,
χάρις την παροιμιώδη ετοιμότητά μου σε εξαιρετικά δύσκολες στιγμές, η φωνή της
βιβλιοθηκάριου, με το ηχόχρωμα πρωταγωνίστριας χολυγουντιανής επιτυχίας του 1996, μ’έκανε να στραφώ προς το μέρος της.
-Σας φύλαξα «Το παιγνίδι του αγγέλου», μου είπε, και η λάμψη στα μάτια της
με έκανε να ξεχάσω το χαρτάκι με τα ψώνια ανοιχτό στα χέρια μου, και την ύπαρξη
της καθαρίστριας, που, περιέργως, δεν φαινόταν πουθενά, να σβήσουν από το
νοητικό μου πεδίο, σαν να έγινε διακοπή ρεύματος, μόνο στο δικό μου κεφάλι, έν
μέσω άναστρης νυχτός, στο αποθηκάκι του Βασίλη του Μπετούγια.
-Μα μου είπατε ότι δεν το είχατε, ψιθύρισα, αποφεύγοντας το
βλέμμα της, που έμοιαζε, τη συγκεκριμένη στιγμή, με την αχτίδα, που στοχοποιούσε,
με έπαρση λογοτεχνικής περιγραφής, τα γεράνια στον εσωτερικό κήπο της
βιβλιοθήκης.
-Δεν είπα κάτι τέτοιο. Λάθος καταλάβατε.
Πρόφερε τα λόγια της, σαν να έβγαιναν από σουρεαλιστικό κείμενο, αλλά μην υπερβάλω, εδώ πρόκειται για νατουραλιστική περιγραφή.
Άπλωσα τα χέρια μου και την τράβηξα κοντά μου, όχι ολόκληρη, μόνο το κεφάλι της, αυτό που μ’ενδιέφερε δηλαδή, αφήνοντας ελαφρά το σώμα μου να γείρει προς το μέρος της ,για να συναντήσει τα χείλη της στο κέντρο, και λίγο δεξιά, του φορτωμένου με βιβλία γραφείου της, δίνοντάς της ένα παθιασμένο φιλί στο στόμα.
Τραβήχτηκα, σχεδόν αμέσως, σκεπτόμενος την απερισκεψία μου. Ότι θα κρατούσα σε λίγο το βιβλίο του Θαφόν στα χέρια μου, μ’έκανε να δεχτώ την ετυμηγορία της με τα μάτια κατεβασμένα σ’ ένα ανύπαρκτο ακροατήριο.
-Αχ! Ευχαριστώ. Πρώτη φορά με φιλάει βιβλιόφιλος! είπε και τράβηξε το βιβλίο από το ράφι που το είχε φυλαγμένο.
Πρόφερε τα λόγια της, σαν να έβγαιναν από σουρεαλιστικό κείμενο, αλλά μην υπερβάλω, εδώ πρόκειται για νατουραλιστική περιγραφή.
Άπλωσα τα χέρια μου και την τράβηξα κοντά μου, όχι ολόκληρη, μόνο το κεφάλι της, αυτό που μ’ενδιέφερε δηλαδή, αφήνοντας ελαφρά το σώμα μου να γείρει προς το μέρος της ,για να συναντήσει τα χείλη της στο κέντρο, και λίγο δεξιά, του φορτωμένου με βιβλία γραφείου της, δίνοντάς της ένα παθιασμένο φιλί στο στόμα.
Τραβήχτηκα, σχεδόν αμέσως, σκεπτόμενος την απερισκεψία μου. Ότι θα κρατούσα σε λίγο το βιβλίο του Θαφόν στα χέρια μου, μ’έκανε να δεχτώ την ετυμηγορία της με τα μάτια κατεβασμένα σ’ ένα ανύπαρκτο ακροατήριο.
-Αχ! Ευχαριστώ. Πρώτη φορά με φιλάει βιβλιόφιλος! είπε και τράβηξε το βιβλίο από το ράφι που το είχε φυλαγμένο.
Τετάρτη, Απριλίου 24, 2013
Σάββατο, Απριλίου 20, 2013
ΛΟΙΠΟΝ, ΣΑΣ ΑΡΕΣΕΙ Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ;
"Λοιπόν, σας αρέσει η λογοτεχνία;" ο τίτλος από το διήγημα της συλλογής της Έρση Σωτηροπούλου.
Προφανώς, δεν έχει απάντηση, οπότε επαναλαμβάνει το ερώτημα, στο επόμενο διήγημα, με τίτλο "Στο φωτεινό δωμάτιο", με διαφορετικά λόγια: "Σας αρέσει ο χαλβάς;". Επειδή ούτε εδώ έχει την απάντηση, μας αφήνει με την αμφιβολία.
Η λογοτεχνία, κυρίες και κύριοι, θέτει ερωτήματα, δεν δίνει απαντήσεις.
Προφανώς, δεν έχει απάντηση, οπότε επαναλαμβάνει το ερώτημα, στο επόμενο διήγημα, με τίτλο "Στο φωτεινό δωμάτιο", με διαφορετικά λόγια: "Σας αρέσει ο χαλβάς;". Επειδή ούτε εδώ έχει την απάντηση, μας αφήνει με την αμφιβολία.
Η λογοτεχνία, κυρίες και κύριοι, θέτει ερωτήματα, δεν δίνει απαντήσεις.
Τετάρτη, Απριλίου 17, 2013
Σάββατο, Απριλίου 13, 2013
Τρίτη, Απριλίου 09, 2013
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









