Τετάρτη, Μαΐου 29, 2013

ΠΩΣ ΠΕΡΑΣΑ ΤΟ ΧΕΙΜΩΝΑ



Άκουγα αυτό το τραγούδι, κάθε φορά που πήγαινα με το αυτοκίνητο την κόρη μου στο φροντιστήριο Γερμανικών. Να διευκρινίσω ότι το ακούγαμε, γιατί  άρεσε και σε κείνη. Ίσα- ίσα προλαβαίναμε να  ακούσουμε λίγο μετά από τα τέσσερα  λεπτά, η απόσταση ήταν μικρή, λιγότερη από τη διάρκεια του τραγουδιού.  Μόλις σχολούσε, το βάζαμε πάλι από την αρχή. Και να πεις ότι δεν υπήρχαν άλλα τραγούδια στο cd;  Το "Do you love me" και το "Stagger Lee" του Nick Cave, το "What's on your mind" και το "Look away Lucifer" των Madrugada, το " Lonely boy" των Black Keys, το "Smells like teen spirit" των Nirnava, το "One burbon, one scotch, one beer" με τον John Lee Hooker, το "Someone Like You" του Van Morrison,  Τέλος πάντων, περιμένοντας να σχολάσει, έκλεβα λίγο χρόνο, και το άκουγα μέχρι το τέλος, δίχως να της αναφέρω την πράξη μου. 
Ένα τραγούδι που με συντρόφευε, περισσότερο απ’όλα τ’άλλα που άκουγα, αυτόν τον χειμώνα, λες κι αν μου έβαζαν έκθεση, με τίτλο «πως πέρασες το φετινό χειμώνα», το μόνο που θα έγραφα θα ήταν, «άκουγα το Senor με τον Bob Dylan στο αυτοκίνητο», παραδίδοντας την κόλλα μου, στον γενάρχη του ερωτήματος, αδιαφορώντας για την έκπληξη που θα είχε αρχίσει να διαγράφεται, απαραιτήτως,  στις παρειές της βαθυστόχαστης έκφρασής του.

Παρασκευή, Μαΐου 24, 2013

ΣΥΝΘΗΜΑΤΙΚΟ

"Βάδισε στην πράσινη άμμο της οδού Καποδιστρίου. Εννιά η ώρα το πρωί, όπως είπαμε.
Μην ξεχάσεις να κάνεις χωρίστρα στον Αλέξη!"


*Ο πίνακας είναι του Ellsworth Kelly

Τρίτη, Μαΐου 21, 2013

LA CHISPA DE LA VIDA



Υπάρχουν στιγμές που ομορφαίνουν τη ζωή σου. Ακόμα και όταν έχεις αποδεχθεί ότι όλα έχουν τελειώσει, η επανάληψη είναι αυτή που κυριαρχεί. Αλλά, μήπως, το ίδιο δεν σκεφτόσουν πριν το "Madianeras" ή το "Io sono l'amore"; Τελικά δεν θα βάλεις μυαλό. Ευτυχώς είναι αυτό που σε σώζει.

Πέμπτη, Μαΐου 16, 2013

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΩ ΟΜΟΡΦΟΣ


Κουράστηκα να βλέπω το θαυμασμό στα βλέμματα των ανθρώπων στο  πέρασμά μου. Η στρογγυλοποίηση των χειλιών τους, καθώς προφέρουν το δυσβάσταχτο επιφώνημα θαυμασμού, όταν με βλέπουν, μου προκαλεί συνειρμούς που δεν χρειάζεται να κατονομάσω, σ’ένα κείμενο που προσπαθεί, τουλάχιστον, να τηρήσει τους κανόνες κοινωνικής ευπρέπειας
Βαρέθηκα την αλαζονεία της ομορφιάς.
Δεν θέλω να δείχνω μια επίπλαστη μετριοφροσύνη. Ως γνωστόν, η μετριοφροσύνη είναι ιδιότητα και προτέρημα των σωματικά στερημένων.
Δεν θέλω να αναφέρομαι, πια, στο ευχολόγιο των αδιάφορων ζηλωτών μου
(αχ να ήμουν σαν τον «Kouklo»!*).
Θα πάψω να θεωρούμαι πρότυπο σωματικής διάπλασης, σαν εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του Απόλλωνα του Μπελβεντέρε.
Η έμφυτη ιδιότητά μου, της αυταρέσκειας, θα αποτελέσει παρελθόν.
Θα αποφύγω την μνησικακία των ανταγωνιστών μου.
Είμαι μεγαλόψυχος και θέλω ν’αφήσω το δρόμο ανοιχτό στους επιγόνους μου.
Θα πάψω να είμαι προσωπικότητα και θα γίνω πρόσωπο, σαν όλους εσάς.
Κουράστηκα να βλέπω, στη χολωμένη ίριδα των αρσενικών, την καλοσχεδιασμένη μορφή μου, σαν εμπρηστικό μηχανισμό στα θεμέλια της πεζής και άχρωμης ζωής τους.
Η επιθυμία διεκδίκησης μου μ’έχει οδηγήσει σε ψευδείς εξομολογήσεις.
Δεν μου αρέσει να βλέπω νικημένους ανταγωνιστές, με γερτό κεφάλι και σκυφτούς ώμους, να βαδίζουν ταπεινωμένοι, ψιθυρίζοντας ακατανόμαστες λέξεις ή ολόκληρες φράσεις για την αισθητική μου υπεροχή.
Ο καταρρακωμένος αντίπαλος μου προκαλεί αποστροφή. Άλλωστε, αυτός αποφάσισε να βρεθεί απέναντί μου.
-Δεν πειράζει, μια μάχη ήταν που χάθηκε. Η έκβασή της ήταν προδιαγεγραμμένη, ο αγώνας είχε λήξει πριν ακόμα αρχίσει, θα μπορούσα να του πω, αλλά τα λόγια παρηγοριάς είναι κάτι ακατάληπτο για μένα.
Η αποδοχή της ήττας από έναν ανώτερο αντίπαλο είναι ιδιότητα του αξιοπρεπούς ηττημένου.
Θέλω να διατηρήσω στο υπόλοιπο της ζωής μου την ανωνυμία μου.
Θέλω να είμαι ένας σαν εσάς!

* «kouklos» είναι το nickname μου, στην πιάτσα των προνομιούχων, που είχαν την τιμή να με συναντήσουν, έστω και μια φορά στη ζωή τους



Δευτέρα, Μαΐου 13, 2013

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

"Ποιο είναι εκείνο το ακαθόριστο γεγονός που θα με καθορίσει;"
-Τι είπατε, κύριε;
-Τίποτα, τίποτα. Την "Espresso", παρακαλώ.

Παρασκευή, Μαΐου 10, 2013

ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΠΑΝΩ Σ'ΕΝΑ ΣΤΙΧΟ

Αν δεν βγάζεις νόημα από αυτά που γράφω
ψήσε μια μπριζόλα, κατά προτίμηση χοιρινή
ή πάρε το σκύλο σου βόλτα
Ακόμα καλύτερα, αν τον έχεις ονομάσει 
"Ο αφρός των ημερών"

Ο στίχος που βασίστηκε το κείμενο είναι του Αντώνη Αντωνάκου
"Αν θες να βγάλεις νόημα 

ψήσε μια μπριζόλα ή γίνε ακαδημαικός"
Ο πίνακας είναι του Mark Rothko

Παρασκευή, Μαΐου 03, 2013

PIETA(1599-1600)

ANNIBALE CARACCI(03 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1560-15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1609)

Παρασκευή, Απριλίου 26, 2013

ΤΟ ΦΙΛΙ


Φτάνοντας στην αίθουσα της βιβλιοθήκης, αφού χαιρέτησα, μ’ένα ευγενικό «καλησπέρα σας», τη βιβλιοθηκάριο, αν και το μάτι μου έψαχνε, με διακριτικό, όπως νόμιζα, τρόπο, να βρει που βρισκόταν η καθαρίστρια με τα γαλάζια μάτια και το μακρύ πρόσωπο, της οποίας η αξιοπρεπής στάση  μου θύμιζε, ελλείψει άλλου παραδείγματος, τον Καρένιν στο θηλυκό του, έβαλα το χέρι στην τσέπη μου να βρω το χαρτάκι όπου είχα γράψει τον τίτλο και τον συγγραφέα, για κάθε ενδεχόμενο, των βιβλίων που ήθελα να δανειστώ. Έβγαλα, λοιπόν, το χαρτάκι και, έκπληκτος, ανακάλυψα ότι αυτό που είχα γραμμένο ήταν τα ψώνια του super market. Η  αυτοκυριαρχία μου πήγε περίπατο, αποσυντονίστηκα,  να το εκφράσω καλύτερα. Προσπαθώντας να ξαναβρώ την αυτοπεποίθησή μου, που θα την αποκτούσα, σίγουρα, σε κλάσματα δευτερολέπτου, χάρις την παροιμιώδη ετοιμότητά μου σε εξαιρετικά δύσκολες στιγμές, η φωνή της βιβλιοθηκάριου, με το ηχόχρωμα πρωταγωνίστριας  χολυγουντιανής επιτυχίας του 1996,  μ’έκανε να στραφώ προς το μέρος της.
-Σας φύλαξα «Το παιγνίδι του αγγέλου», μου είπε, και η λάμψη στα μάτια της με έκανε να ξεχάσω το χαρτάκι με τα ψώνια ανοιχτό στα χέρια μου, και την ύπαρξη της καθαρίστριας, που, περιέργως, δεν φαινόταν πουθενά, να σβήσουν από το νοητικό μου πεδίο, σαν να έγινε διακοπή ρεύματος, μόνο στο δικό μου κεφάλι, έν μέσω άναστρης νυχτός, στο αποθηκάκι του Βασίλη του Μπετούγια.
-Μα μου είπατε ότι δεν το είχατε, ψιθύρισα, αποφεύγοντας το βλέμμα της, που έμοιαζε, τη συγκεκριμένη στιγμή, με την αχτίδα, που στοχοποιούσε, με έπαρση λογοτεχνικής περιγραφής, τα γεράνια στον εσωτερικό κήπο της βιβλιοθήκης.
-Δεν είπα κάτι τέτοιο. Λάθος καταλάβατε.
 Πρόφερε τα λόγια της, σαν να έβγαιναν από  σουρεαλιστικό κείμενο,  αλλά μην υπερβάλω, εδώ πρόκειται για νατουραλιστική περιγραφή.
Άπλωσα τα χέρια μου και την τράβηξα κοντά μου, όχι ολόκληρη, μόνο το κεφάλι της, αυτό που μ’ενδιέφερε δηλαδή, αφήνοντας ελαφρά το σώμα μου να γείρει προς το μέρος της ,για να συναντήσει τα χείλη της στο κέντρο, και λίγο δεξιά, του φορτωμένου με βιβλία γραφείου της, δίνοντάς της ένα παθιασμένο φιλί στο στόμα.
Τραβήχτηκα, σχεδόν αμέσως, σκεπτόμενος την απερισκεψία μου. Ότι θα κρατούσα σε λίγο το βιβλίο του Θαφόν στα χέρια μου, μ’έκανε να δεχτώ την ετυμηγορία της με τα μάτια κατεβασμένα σ’ ένα ανύπαρκτο ακροατήριο.
-Αχ! Ευχαριστώ. Πρώτη φορά με φιλάει βιβλιόφιλος! είπε και τράβηξε το βιβλίο από το ράφι που το είχε φυλαγμένο.

Σάββατο, Απριλίου 20, 2013

ΛΟΙΠΟΝ, ΣΑΣ ΑΡΕΣΕΙ Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ;

"Λοιπόν, σας αρέσει η λογοτεχνία;" ο τίτλος από το διήγημα της συλλογής της Έρση Σωτηροπούλου.
Προφανώς, δεν έχει απάντηση, οπότε επαναλαμβάνει το ερώτημα, στο επόμενο διήγημα, με τίτλο "Στο φωτεινό δωμάτιο", με διαφορετικά λόγια: "Σας αρέσει ο χαλβάς;". Επειδή ούτε εδώ έχει την απάντηση, μας αφήνει με την αμφιβολία.
 Η λογοτεχνία, κυρίες και κύριοι, θέτει ερωτήματα, δεν δίνει απαντήσεις.

Τετάρτη, Απριλίου 17, 2013

ΟΝΕΙΡΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ


Ένας γαλάζιος καπνός με τύλιξε, όπως ορίζουν το χρώμα του οι λογοτέχνες. Με άλλη διατύπωση, σαν τη φθινοπωρινή  ομίχλη που σκεπάζει με το πέπλο της τη Βαρκελώνη. 
Σας ξεγέλασα! Τίποτα από τα δυο. Ούτε καπνός ούτε ομίχλη. Μόνο ονειρική καταστολή.

Σάββατο, Απριλίου 13, 2013

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΑΠΡΙΛΗΣ!



Σαββατιάτικη, νυχτερινή Άνοιξη!

Τρίτη, Απριλίου 09, 2013

ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΣ ΕΡΩΤΗΜΑ

Κρατούν, ακόμη, τα βλέφαρά σου, κάτι από το φως του θρασύτατου Απρίλη, στον οποίο αναφέρομαι;

Σάββατο, Απριλίου 06, 2013

Louis Vuitton AW13/14 by James Lima



Ένα σύντομο κινηματογραφικό ποίημα.
Ρούχα, μουσική, σκηνοθεσία, γυναίκες, όλα υπέροχα.
Ένα διάλειμμα οπτικής ευδαιμονίας που ομορφαίνει τη ζωή μας.

Τετάρτη, Απριλίου 03, 2013

1Q84



Κυρίες και κύριοι 
Η ανάγνωση ενός λογοτεχνικού κειμένου είναι τζόγος. Ουσιαστικά και μεταφορικά. Άλλες φορές κερδίζεις, άλλες χάνεις. Οι παίκτες το γνωρίζουν. Η απογοήτευση, όμως, είναι μεγαλύτερη, αν έχεις τζογάρει σε γκανιάν κι αυτό δεν καταφέρνει ούτε καν να τερματίσει.

Κυριακή, Μαρτίου 31, 2013

STRUCK



Κάτι ερωτικό, μετά την αφηγηματική δημαγωγία της προηγούμενης ανάρτησης.

Για την ταινία, περισσότερα εδώ:http://www.struckthefilm.com/index.htm

Πέμπτη, Μαρτίου 28, 2013

ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ

ΞΑΝΑ, ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ


Τώρα που το σκέφτομαι έπρεπε να την είχα σκοτώσει. Τη γλύτωσε ο τρόπος που με 
μεγάλωσε. Να διαμορφώσει ένα παιδί, που δεν είχε το θάρρος να πάρει ένα μαχαίρι 
από την κουζίνα και να την καθαρίσει την ώρα που κοιμόταν, να την πνίξει με το 
μαξιλάρι του πατέρα του, γεμάτο τρίχες από την τριχόπτωση, την ώρα που εκείνος 
παιδευόταν να βρεί το τιμολόγιο του Παπαστεφάνου ή να τη σπρώξει από το μπαλκόνι 
του τρίτου ορόφου, την ώρα που άπλωνε, αμέριμνη, τα ευωδιαστά, κιτρινισμένα 
εσώρουχά της. 
Σε άθλια νοικιασμένα σπίτια, το μόνο που νοιαζόταν, η μητέρα μου, με τα πεσμένα 
βυζιά, που τα έβλεπα καθώς προσπαθούσε να τα κρύψει, όταν έμπαινα στο δωμάτιό 
της, χωρίς να χτυπήσω την πόρτα, την ώρα που φορούσε το στηθόδεσμό της, 
δεχόμενος τις χαλαρές παρατηρήσεις της, και το σφιχτό, ανασηκωμένο κώλο, που δεν 
είχα δει ποτέ γυμνό, ήταν πως θα γίνω καλό παιδί. Καλό παιδί με τα δικά της 
μέτρα. Να είμαι καλός μαθητής, να μην βρίζω, να μην χάνω μέρα στο σχολείο, κι ας 
βαριόμουν, να πηγαίνω να μεταλάβω στην εκκλησία, όπου έβαζα στο στόμα μου εκείνο 
το επιχρυσωμένο κουταλάκι, γεμάτο σάλια από τα στόματα των γέρων και των γριών, 
που στριμώχνονται από τα μαύρα μεσάνυχτα για να σώσουν τις ψυχές τους, να 
επιλέγει εκείνη τους φίλους που θα έκανα παρέα. Ήτοι μεθερμηνευόμενον, να διώξω 
αυτοστιγμεί το Ρέμπελο, γιατί υπήρχαν υποψίες ότι η μάνα του ήταν πουτάνα, κι ας 
ήταν καλός στη Γεωγραφία, να μην βρεθώ και κάνω παρέα με τον κατά δύο τρία 
χρόνια μεγαλύτερό μου, Βασίλη, μην τυχόν με γαμήσει και μου αρέσει, να μην περνώ 
το σύνορο της λεωφόρου που χώριζε την περιοχή μας σε αξιοπρεπείς οικογένειες, 
σαν την δική μας, και την άλλη πλευρά, με τις αναξιοπρεπείς οικογένειες και τους 
αλήτες. 
Τα ακολουθούσα αυτά με θρησκευτική ευλάβεια όχι γιατί συμφωνούσα, αλλά γιατί 
φοβόμουν το βαρύ χέρι του πατέρα μου, άλλος αλήτης αυτός, που με ξυλοφόρτωσε για 
ασήμαντη αφορμή, ένα βραδάκι μπροστά στη μάνα μου και το μεγαλύτερο αδελφό μου, 
για παραδειγματισμό, γιατί δεν ζήτησα συγγνώμη για κάτι κακό που είχα κάνει, 
κατά την άποψή τους. Μ’έκανε, με λίγα λόγια, μαύρο στο ξύλο, αλλά εγώ τελικά τα 
κατάφερα και δεν του έκανα το χατήρι, να ταπεινωθώ μπροστά στο οικογενειακό 
σκυλολόι, και να ζητήσω συγγνώμη. Βαρέθηκε φαίνεται να με βαράει και με άφησε, 
κι εκείνη ούτε κουβέντα να με προστατεύσει, άσε που επιδοκίμαζε τη βιαιότητα με 
φράσεις όπως, ζήτα συγγνώμη από τον πατέρα σου και θα σε αφήσει, το ανήθικο 
γύναιο. Ο αδελφός μου, ο σπυριάρης, κοιτούσε αδιάφορα, ίσως να την έβρισκε, 
μπορεί να του σηκωνόταν κιόλας.
Μεγάλωνα σε μια αξιοπρεπή οικογένεια, με τον πατέρα να μεθοκοπά και να τον 
ψάχνουμε στις ταβέρνες, να προσπαθεί να χέσει , από τη σούρα του, στο συρτάρι 
του κομοδίνου, Θανάση, Θανάση, δεν είναι τουαλέτα εδώ, τον τραβούσε η μάνα μου 
να σηκωθεί, άκουγα μόνο τις φωνές της, δεν με άφηνε να μπω στο δωμάτιο, μη τυχόν 
δω τον πατέρα μου με κατεβασμένα βρακιά και την ψωλή του πεσμένη, και χάσω την 
εκτίμησή μου στο πρόσωπό του. Εκείνος να επιμένει ν’αφήσει την κουράδα του μέσα 
στο συρτάρι με τα βιβλιάρια του ΙΚΑ και τα προφυλακτικά.
Έβλεπα την μητέρα μου σκυμμένη στο ράψιμό της κάθε μέρα, να περιμένει 
υπομονετικά το βράδυ του Σαββάτου την οικογενειακή μάζωξη, συκωταριά αρνίσια 
περιλάμβανε συνήθως το μενού, το θυμάμαι γιατί αναζητούσα εναγωνίως την καρδιά, 
και το συνοδευτικό κρασί, που είχα αγοράσει το απόγευμα, μετά από έντονους 
καυγάδες, από τον «καρβουνιάρη», χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι μας, 
ενώ ο Διονύσης και ο Μάκης περίμεναν να παίξουμε τη συνηθισμένη μαλακία μας.Οι 
γονείς μου, όμως, είχαν το οικογενειακό προνόμιο, ευλογημένο από την υποκρισία 
της εκκλησίας και της κοινωνίας, να κάνουν έρωτα, κλείνοντας ερμητικά την πόρτα 
της κρεβατοκάμαρας, για να μην ακούμε εγώ και ο αδελφός μου τις κραυγές και τους 
αναστεναγμούς τους, με κίνδυνο να τον παίξουμε κάτω από τις κουβέρτες, αν και 
για τον αδελφό μου δεν το πολυπιστεύω, αυτός θα το θεωρούσε ανήθικο, και θα 
έκλεινε τις δύσκολες στιγμές τ’αυτιά του για να μην ακούει.
Γι’αυτό, τα πρωινά του καλοκαιριού, όταν ο πατέρας μου έλειπε στη δουλειά, όταν 
ζητούσα να ξαπλώσω στο κρεβάτι μαζί με τη μητέρα μου, εκείνη με απόφευγε γιατί 
διαπίστωνε ότι ήμουν καυλωμένος. Ενώ εγώ αναζητούσα τη ζεστασιά του κρεβατιού, 
εκείνη προσπαθούσε να κρύψει τα λεκιασμένα σεντόνια από τα χύσια του πατέρα μου.
Μεγάλωνα ακολουθώντας τους κανόνες και τα ωράρια του σπιτιού. Πότε θα σηκωθώ για 
να πάω στο σχολείο, τι ώρα θα φάμε το μεσημέρι, τις Κυριακές όλοι μαζί, με το 
αναθεματισμένο κοτόπουλο ν’αχνίζει στην πιατέλα, ενώ στο μυαλό μου κλωθογύριζε 
διαρκώς η σκέψη πότε θα βγω να παίξω, να βρω τον Μπάμπη, συνομήλικός μου, να 
φτιάξουμε την ομάδα που μας αρέσει, να διώξουμε τους παρείσακτους που είχαν 
καταλάβει το χώρο που παίζαμε εμείς, να πάρουμε μάτι τη Μαρία, την αδελφή του 
«σπουργίτι», την ώρα που έκανε μπάνιο στο μικρό λουτρό με την ξύλινη ραγισμένη 
πόρτα, να πείσουμε το «τσιγκάκι» ότι το τσιμπούκι δεν ήταν και τόσο κακό όσο 
φαινόταν, να φάμε τα εικονογραφημένα του κούτσαβλου, όσα λοιπόν ήταν απαραίτητα 
για την σωστή ανατροφή μας. 
Ακολουθούσα τις υποδείξεις της μητέρας μου, ενώπιος ενωπίω, ο πατέρας μου ούτε 
ασχολιόταν, πλην του περιστατικού που ανάφερα, εμπιστευόταν τις αυταρχικές και 
παιδαγωγικές ικανότητες της συντρόφου που διάλεξε να περάσει τη ζωή μαζί της, 
την αδελφή του δοσίλογου, που ευτυχώς, δήθεν, σκοτώθηκε από νάρκη, κατά την 
αποχώρηση των Γερμανών, ενώ είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο ότι τον εκτέλεσαν οι 
αντάρτες, το καθίκι. Αλλά έλα που τον είχαν σαγηνεύσει τα τσακίρικα, μαύρα μάτια 
της, κι ας μη το παραδεχόταν, ο εγωιστής, ο κομμουνιστής, που είχε πάρει μέρος 
στο Δεκέμβρη, δίχως ποτέ να μας ξεκαθαρίζει το ρόλο του.
Μακάριζα τον Πέτρο που ένα υπέροχο πρωινό του Απριλίου, μπροστά στα μάτια μας 
και τ’αυτιά μας μάθαινε ότι η μητέρα του πέθανε. Ο δάσκαλός μας δάκρυσε, 
σταμάτησε το μάθημα, ενώ εγώ ζήλευα τον Πέτρο που για όλη την υπόλοιπη ζωή του 
δεν θα είχε το μαρτύριο της επίβλεψης και της μητρικής καθοδήγησης. Πόσο θα θελα 
να είχε πεθάνει και η δικιά μου!
Τι θα έκανα στην υποθετική αυτή περίπτωση αν έπιαναν οι ευχές μου;
Δεν μπορούσα να σκεφτώ εκείνη τη στιγμή, το μόνο που χρειαζόμουν ήταν να μην τη 
βλέπω. Να μην βλέπω το σκυφτό κορμί της πάνω στα ρούχα που έραβε, την αγωνία της 
να φάω όλο το φαγητό μου, την ενδελεχή της προσπάθεια να μην απογοητεύσει τον 
πατέρα μου στο φαγητό που θα έτρωγε, διαβάζοντας «ΤΑ ΝΕΑ» τα μεσημέρια, τη 
συγκατάβασή της στη γνώμη του μεγαλύτερου αδελφού μου, την υποταγή της στις 
κανιβαλικές ορέξεις των γειτόνων. 
Όλες οι προσπάθειες της μητέρας μου ήταν να φτιάξω ένα χαρακτήρα ώστε να γίνομαι 
αρεστός στους άλλους, αυτούς που είχε αυτή υπόψη της κι όχι εγώ. Εγώ έβλεπα ότι 
ήμουν αποδεκτός στην παρέα μου, όταν έκανα ακριβώς τα αντίθετα από αυτά που μου 
μάθαινε, κρυφά βέβαια. Έκανα παρέα με το Ρέμπελο, κάπνιζα με τον Μπέμπη στο 
ρέμα, πέρα από το απαγορευτικό σύνορο της λεωφόρου, προσπαθούσα να γαμήσω τον 
Ηλία, με το άσπρο, στρογγυλό κολαράκι, που ακόμα και τώρα που το θυμάμαι 
καυλώνω, αλλά κάτι συνέβαινε τελευταία στιγμή και τραβιόταν, ανέβαινα στα δέντρα 
και τις πολυκατοικίες για να δω ταινίες τα καλοκαίρια, έπαιζα τα μεσημέρια στους 
δρόμους, όταν οι ξενέρωτοι ενήλικες αναζητούσαν λίγη ησυχία να ξεκουραστούν, 
αγνοούσα τις συμβουλές των μεγαλυτέρων μου, είχα ίνδαλμα τον Λυκούδη που έσπασε 
το τζάμι με το χέρι του, όταν έμαθε ότι έμεινε στην ίδια τάξη, προσπαθούσα να 
πείσω τη Σταυρούλα να μου δείξει λίγο το μουνάκι της.
Όλη της η προσπάθεια να γίνω σωστός άνθρωπος στην κοινωνία, την έσωσε. Αφού δεν 
μπορούσα να την σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια , νόμιζα ότι ο καλός Θεούλης, θα 
με λυπόταν και θα την έπαιρνε κοντά του. Πόσα μεσημέρια δεν γύριζα από το 
σχολείο, με τη σκέψη να βρω έξω από το σπίτι μου κόσμο να την μοιρολογά, να την 
επαινεί, τον πατέρα μου για πρώτη φορά δακρυσμένο, τον αδελφό μου κόκκινο σαν 
μήλο στάρκιν, και όλο το σόι της, αυτό που, τελοσπάντων, είχε απομείνει, μέσα 
στο μαύρο χάλι. Πόσες φορές δεν προσευχόμουν το λεωφορείο που πήγαινε ή ερχόταν 
από την Πάτρα, με την μητέρα μου καθισμένη στις πρώτες θέσεις, μετά από την 
επίσκεψη στην μισότρελη αδελφή της, το πουτανί το ανηψάκι της, και τις 
μαραζωμένες φίλες της, να συγκρουόταν πλαγιομετωπικά, η πρόσκρουση, που θα 
γινόταν από την πλευρά που καθόταν, να ήταν τόσο σφοδρή ώστε από τα συντρίμμια 
το άψυχο κουφάρι της, ότι θα είχε βρεθεί δηλαδή, να μην μπορεί να αναγνωριστεί. 
Γιατί να μην είχε συμβεί σ’εκείνη, αυτό που συνέβη στο μικρό αγοράκι, που 
προσπαθώντας να περάσει το δρόμο, ένα αυτοκίνητο με ταχύτητα το τίναξε ψηλά, 
κάνοντάς το να διαλυθεί, σκάζοντας μ’ ένα βαθύ, αποκρουστικό θόρυβο στην 
άσφαλτο.
Το ατύχημα δεν της συνέβη ποτέ, η υγεία της παρέμεινε ακμαιότατη, η δολοφονία 
της ήταν ανέφικτη, με ορατά αποτελέσματα στην ύπαρξή μου, όπως καταλαβαίνετε.

Δευτέρα, Μαρτίου 25, 2013

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ



-Έλα εσύ είσαι;
-Εγώ ο ίδιος, αυτοπροσώπως.
-Μην κάνεις πλάκα!
-Δεν κάνω πλάκα. Με ρώτησες και σου απάντησα.
-Δεν αντέχω άλλο!
-Μπορώ να βοηθήσω σε τίποτα;
-Δεν ξέρω. Μπορείς;
-Αν γίνεις πιο συγκεκριμένη.
-Απλά, δεν αντέχω άλλο.
-Γι'αυτό με πήρες;
-Ναι, γι'αυτό.
-Λοιπόν;
-Ήθελα να σου μιλήσω.
-Να μου πεις,τι;
-Ότι δεν αντέχω.
-ΟΚ, αυτό το είπες. Τίποτα άλλο;
-Τίποτα
-Να κλείσουμε, λοιπόν.
-Εντάξει, καληνύχτα.
-Καλημέρα, σε λίγο ξημερώνει.

Σάββατο, Μαρτίου 23, 2013

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΟΥ


Διαβάζοντας στο "Διαβάζοντας" την τελευταία ανάρτηση "Πως να τακτοποιήσετε τη βιβλιοθήκη σας σε δέκα απλά βήματα" μου ήρθε στο μυαλό η ιδέα "α, η βιβλιοθήκη μου! Καιρός να την τακτοποιήσω!". 
Αλλά, εδώ, προέκυπταν τα ίδια υπαρξιακά ερωτήματα με της κ.Μαλακατέ. Πως να διαχωρίσω τα βιβλία μου; Αλφαβητικά κατά συγγραφέα, αλφαβητικά κατά τίτλο, κατά χρώμα, ύψος, σχήμα(αλλά τι ήμουν, διακοσμητής;); Να χρησιμοποιήσω τη χρονολογική μέθοδο ανάλογα με την ημερομηνία έκδοσης, την αυτοβιογραφική χρονολογική σειρά, κατά θέμα, κατά λογοτεχνικό ρεύμα, κατά χώρα ή κατά γεωγραφική περιοχή; Το σκέφτηκα, το ξανασκέφτηκα,  διάβασα ξανά το κείμενο, μαζί με τις προτάσεις των αναγνωστών, ενδελεχώς, έστυψα το κεφάλι μου, όπως στύβω το lime όταν φτιάχνω το "Caipiroska", αλλά δεν αποφάσιζα ποια μέθοδο ν'ακολουθήσω. Μέχρι να ξαναπάς θα το έχεις ξεχάσει, αποφάσισε το μυαλό μου. Άφησα το συναισθηματικό μου κόσμο να ρίξει κανένα υπνάκο, και ακολούθησα με βήματα σταθερά τη λογική μου, που μου έκλεινε το ματάκι της, σαν να ήταν εικονίδιο του facebook.

Το κείμενο της κ.Μαλακατέ εδώ: http://diavazontas.blogspot.gr/2013/03/blog-post_22.html

Παρασκευή, Μαρτίου 22, 2013

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Ντύθηκα στην πένα, κι ετοιμάστηκα για μια θέση στην πισίνα τ'ουρανού.