Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 26, 2011

Η ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ


-Παρακαλώ, ποιος είναι;
-Έλα, εγώ.
-Α, από που τηλεφωνείς;
-Από το σπίτι.
-Ποιο σπίτι; Το μεταβλητό;
-Ναι, από δω. Από πού ήθελες να τηλεφωνώ;
-Πως βρέθηκες εκεί;
-Ήρθα να πάρω μερικά  ρούχα.
- Που θα πας μετά;
-Δεν ξέρω, θα περάσω από τον κήπο και μετά θα πάω σπίτι.
-Δεν είπαμε ότι δεν πρέπει να πας εκεί;
-Από πού εννοείς;
- Από τον κήπο, βλάκα.
-Σε παρακαλώ, μην με λες βλάκα.
-Καλά.
- Θα μείνω λίγο, θα είναι και η γάτα.
-Τόσο το χειρότερο
-Γιατί το λες αυτό;
-Ίσως είναι  η ίδια που δεν σε άφησε χθες να κοιμηθείς.
- Εσύ που το ξέρεις;
- Δεν κυκλοφορούν άλλες γάτες στην περιοχή, μετά από αυτό που συνέβη.
- Έχεις δίκιο θα προσέχω.
- Τώρα μπορείς να μου επαναλάβεις, ακριβώς, τι συνέβη χθες βράδυ;
- Προσπαθούσε να μου ανοίξει την ψυχή.
-Ποια ψυχή, αφού εσύ λες ότι δεν υπάρχει ψυχή.
- Ναι, αλλά αυτή προσπαθούσε. Άνοιγε με τα νύχια της την ψυχή μου, έχωνε το κεφάλι μέσα και ρουφούσε ή έγλειφε, δεν ξέρω ακριβώς τι έκανε.
-Εσύ την είδες;
-Ποια;
- Την ψυχή σου.
- Ναι…,όχι, την έκρυβε το κεφάλι της.
-Πως ξέρεις ότι ήταν η ψυχή σου;
- Το καταλάβαινα.
-Από τι;
-Από τον τρόμο
-Μετά;
-Τι μετά;
-Τι έγινε;
-Τίποτα.
-Μόνο αυτό είδες;
-Ναι, αλλά γιατί ρωτάς.
-Μήπως η γάτα κούτσαινε;
-Κούτσαινε;
-Ναι.
-Δεν είδα τίποτα άλλο.
-Συνάντησα μια γάτα. Το παράξενο ήταν ότι κούτσαινε κι αυτή. Δεν είναι συνηθισμένο να βλέπεις μια γάτα να κουτσαίνει, εκτός της «Καρουζέλ».
-Ναι, αλλά γιατί το αναφέρεις;
-Μήπως ήταν η ίδια.
-Αυτή που είδα στο όνειρό μου;
-Ναι, καθόλου παράξενο.
-Που, πότε την είδες;
-Δεν θυμάμαι, αλλά είμαι σίγουρος ότι την είδα προχθές.
-Θυμήσου.
-Περίμενε να συγκεντρωθώ.
-Μα δεν μπορείς να θυμηθείς που ήσουν προχθές;
-Θυμάμαι αλλά…Έφυγα από το σπίτι γύρω στις έξη το απόγευμα.
-Ποιο σπίτι; Το μεταβλητό;
-Ναι, πέρασα από το «Ρόδινο αστέρι», ήπια μια βότκα, μετά πέρασα από την «Άφιξη». Εκεί είδα τον «Κίτρινο καφετζή». Να σε κεράσω κάτι, με ρώτησε, εκείνος έπινε ice tea. Θα πιω μια βότκα, του λέω. Μιλήσαμε για την απόπειρα του «Γλυκού θανάτου», εγώ ξέρεις ότι είμαι αντίθετος με τέτοιες αποφάσεις, στην ουσία συμφωνούσε και ο «Κίτρινος καφετζής». Ήπια τη βότκα, τον ευχαρίστησα και έφυγα. Πρέπει να ήταν γύρω στις επτάμιση όταν έφυγα από την «Άφιξη».
-Μετά;
-Όταν βγήκα ψιλόβρεχε, αλλά δεν προσπάθησα να προφυλαχθώ. Μου αρέσει να βαδίζω στη βροχή. Ανέβηκα την Ηρώων Πολυτεχνείου, και πριν μπω στην οδό Ηρώων Εθνικής Αντίστασης, είδα τη γάτα που κούτσαινε. Μια γάτα που κουτσαίνει μέσα στη βροχή. Δεν είναι από τα πράγματα που σου συμβαίνουν συχνά. Φαινόταν ότι ήξερε που πήγαινε. Ή εγώ γνώριζα που πήγαινε.
-Ξέρεις την ιστορία του;
-Ποιανού του κήπου;
-Όχι, ο κήπος είναι ο συνηθισμένος κήπος, ενός συνηθισμένου σπιτιού.
-Αλλά;
- Της γάτας.
-Την  ξέρω. Νομίζω ότι την ξέρω, δηλαδή. Γι’αυτά τα πράγματα μην είσαι ποτέ σίγουρος. Δεν την άκουσα από κάποιον συγκεκριμένα, αλλά από διαφορετικές αφηγήσεις που συγκλίνουν σ’ένα πράγμα. Ότι ήταν ο αγαπημένη γάτα του «Θαυμαστή», ενός μοναχικού ανθρώπου που ζούσε στο διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, της οδού Ηρώων Ελληνικής Επανάστασης. Ζούσε μόνος του, μετά το θάνατο της γυναίκας του, πριν δέκα χρόνια. Λένε ότι έχει παιδιά, αλλά κανείς δεν τα έχει δει μέχρι τώρα. Μετά το θάνατο της γυναίκας του, πήρε ένα γάτο για συντροφιά. Μα εκείνος μια μέρα έφυγε και δεν ξαναγύρισε. Πήδησε από το μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου, όπου είχε βγει για να δει τη βροχή. Ο «Θαυμαστής» άρχισε να τον ψάχνει στους δρόμους, πρωί και βράδυ, με τις αγαπημένες λιχουδιές στα χέρια, μήπως τον κάνει να φανεί από κάποιο στενό, αλλά μάταια. Απογοητευμένος άφησε να περάσουν μερικοί μήνες, και πήρε μια γάτα, με λευκό χρώμα, πρασινογάλαζα μάτια και κοντό τρίχωμα. Την λάτρεψε αυτή τη γάτα, δεν την άφηνε να βγει στο μπαλκόνι, ειδικά όταν έβρεχε. Η «Καρουζέλ», έτσι την ονόμασε, περνούσε ζωή χαρισάμενη, με τα χάδια της, τη ζεστασιά της, την πανάκριβη τροφή της.
Μια μέρα, η «Καρουζέλ» ενώ βρισκόταν στην αγκαλιά του «Θαυμαστή», και απολάμβανε τα χάδια του, τέντωσε το κορμί της, ξέφυγε από τα χέρια του προστάτη της, και με μια αστραπιαία κίνηση, αλα Μπουφόν, του έβγαλε το μάτι, σα να είχε δει μέσα του την αφίσα του Μπουντραγκένιο ή του Τσώρτσιλ, δεν θυμάμαι καλά. Το μόνο που κατάφερε ο «Θαυμαστής» ήταν να χώσει το μαχαίρι, που πάντα κρατούσε πάνω του, στο αμαρτωλό χέρι της «Καρουζέλ», όχι εκείνο που του έβγαλε το μάτι, αλλά το άλλο, που χρησιμοποίησε για να στηριχθεί, ώστε να πραγματοποιήσει με επιτυχία την ανοίκεια πράξη της.
Από τότε η «Καρουζέλ» περιφέρεται αδέσποτη στον κήπο, όπως αρμόζει σε μια γάτα με λαβωμένο χέρι, με τη φήμη του εξολοθρευτή, ο δε «Θαυμαστής», μονόφθαλμος πια, σε μια πράξη απελπισίας εξόντωσε όλες τις γάτες της ευρύτερης περιοχής, αρσενικές και θηλυκές, αλλά απέτυχε να εντοπίσει τα ίχνη της «Καρουσέλ».
-Γιατί δεν πηγαίνει στον κήπο να την βρει. Όλοι ξέρουν ότι ζει εκεί.
- Ο «Θαυμαστής» αποφεύγει τον κήπο,
-Γιατί;
- Για έναν ανεξήγητο λόγο που δεν εξηγεί σε κανέναν. Ίσως, ούτε ο ίδιος γνωρίζει. Το μόνο που κατάφεραν να του αποσπάσουν, είναι ότι νοιώθει αδύναμος όταν βρίσκεται εκεί. Οι δυνάμεις του τον εγκαταλείπουν, αυτό μόνο είπε.
-Ίσως φταίει το υψόμετρο.
-Συμβαίνουν πράγματα που εξηγούνται, και άλλα που δεν εξηγούνται.
-Το «Θαυμαστής» από πού βγαίνει;
-Θαύμαζε τη σελήνη όταν αρτίως ανέτειλε δρεπανοειδής.
-Παπαδιαμάντης!
-Λες να είναι η ίδια που είδες να τρώει την ψυχή σου;
-Δεν ξέρω, είπες ότι είναι λευκή και κουτσαίνει. Το μόνο που είδα ήταν να χώνει το πρόσωπό της στην ψυχή μου. Την έβλεπα από μια θέση σαν να ήμουν όρθιος, λίγο πιο ψηλά από το ύψος μου, σαν να είχα ανασηκωθεί από το έδαφος, ή να είχα ψηλώσει αρκετά, ενώ ταυτόχρονα ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι και προσπαθούσα να τη διώξω με τα χέρια μου.
-Να προσέχεις, αν την ξαναδείς, τηλεφώνησέ μου. Κάτι μπορώ να κάνω.
-Σαν τι;
-Αυτό δεν είναι δικιά σου δουλειά.







Δεν υπάρχουν σχόλια: